Legislator Case Law & Legislation
1071/2008 AI generated

1071/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1071/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/11/2002 αγωγή του α' αναιρεσιβλήτου και την από 5/9/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κυπαρισσίας και οι οποίες συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 144/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 204/2006 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22/12/2006 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

1071/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1071 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1071/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Ιωάννης Παπανικολάου), Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ιωάννη Σίδερη (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Ελένης Μαραμαθά) και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2, ενεργούντων το μεν ατομικά, το δε ως ασκούντων την γονική μέριμνα και για λογαριασμό του ανηλίκου υιού τους Χ3 οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Παναγιωτόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1 ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Λαμπρόπουλο και 2) Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ALLIANZ Ανώνυμη Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων" που εδρεύει στη Αθήνα η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Κοπακάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/11/2002 αγωγή του α' αναιρεσιβλήτου και την από 5/9/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κυπαρισσίας και οι οποίες συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 144/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 204/2006 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22/12/2006 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται παραπάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος ανέγνωσε την από 15-12-2007 έκθεσή της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ελένης Μαραμαθά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του 1ου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε τη καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου, 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δικ.

γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Πάντως η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με - την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Τέλος, κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 42 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), όπως τροποποιήθηκε με το ν. 2963/2001, ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος και συνεπώς είναι ανίκανος προς ασφαλή οδήγηση, όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος και άνω μετρούμενο με τη μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου.

Δηλαδή ο νομοθέτης χρησιμοποιεί απόλυτα και αντικειμενικά κριτήρια για τη διαπίστωση ότι ο ελεγχόμενος οδηγός βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος και συνεπώς είναι ανίκανος προς ασφαλή οδήγηση. Τέτοιο είναι το ποσοστό οινοπνεύματος στο αίμα ή στον εκπνεόμενο αέρα, χωρίς την ανάγκη συνδρομής άλλων στοιχείων. 'Ετσι, η ανίχνευση στο αίμα του ελεγχόμενου οδηγού οινοπνεύματος κάτω από το οριζόμενο στο νόμο όριο δεν καθιστά τον οδηγό ανίκανο προς οδήγηση, γιατί αυτός δεν τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος.

Τούτο συμβαίνει κατά το νόμο που λαμβάνει υπόψη κατά τούτο τα κοινώς αποδεκτά επιστημονικά συμπεράσματα μόνο αν υπάρχει υπέρβαση του ορίου, το οποίο με τη μέθοδο της αιμοληψίας υπερβαίνει το 0,5ο/οο. Όμως, υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες καίτοι το ποσοστό οινοπνεύματος είναι κάτω του ως άνω ορίου, εν τούτοις κατά το αποτέλεσμα ο οδηγός είναι ανίκανος προς οδήγηση.

Τούτο συμβαίνει όταν το ποσοστό οινοπνεύματος είναι π.χ. 0,40ο/οο (δηλαδή κάτω του νομίμου ορίου), όμως συνυπάρχει και άλλη κρίσιμη περίσταση π.χ. υπερκόπωση, υπνηλία, συνεπεία αναλώσεγως φαρμάκων επηρεαζόντων κατά τις οδηγίες χρήσεως την οδηγητική ικανότητα, αϋπνία, οργισμένη ψυχική διάθεση του οδηγού κλπ, η οποία μαζί με την άνω ποσότητα οινοπνεύματος φέρουν τον οδηγό σε κατάσταση ανικανότητας προς οδήγηση, δηλαδή σε κατάσταση ανάλογη προς εκείνη που βρίσκεται ο οδηγός με οινόπνευμα στο αίμα άνω του ορίου 0,50ο/οο.

Μεμονωμένως εξεταζόμενη κάθε μία από τις άνω καταστάσεις δεν μπορεί να προκαλέσει ανικανότητα προς οδήγηση. Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται από τη συνεπίδραση αμφοτέρων. Ανάλογη κατάσταση εμφανίζεται στην περίπτωση συνδρομής οινοπνεύματος και φαρμάκων. Δηλαδή επί συρροής οινοπνεύματος και φαρμάκων που κατά τις οδηγίες χρήσεώς τους δύναται να επηρεάζουν την ικανότητα προς οδήγηση του προσώπου δεν αυξάνεται συνεπεία της συρροής αυτής το ανιχνευόμενο στο αίμα του ελεγχόμενου ποσοστό οινοπνεύματος, αλλά ενισχύεται η δράση του οινοπνεύματος.

Πάντως στη δικαστική απόφαση πρέπει να εκτίθενται επαρκώς οι λοιπές περιστάσεις που σαφώς επηρεάζουν την εν γένει ικανότητα προς οδήγηση. Εξαλλου κατά το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δικ., δημιουργείται λόγος αναιρέσεως αν παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα που υπάρχει, όταν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται κατά περίπτωση κανόνας ουσιαστικού δικαίου αν και δεν υπάρχουν ή υπάρχουν, αντίστοιχα, οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, σύμφωνα με τα όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ.. επιτρέπεται αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα .περιστατικά, εκείνα, που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή για τη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές, όχι ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, αλλά στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 26/2004). Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι είναι αλυσιτελείς οι λόγοι αναιρέσεως που πλήττουν την αιτιολογία της αποφάσεως που εκφέρεται εκ περισσού, όταν υπάρχει άλλη κύρια που δεν πλήττεται επιτυχώς και στηρίζει το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε, ανελέγκτως, ότι το πιο κάτω αναφερόμενο ατύχημα έγινε υπό τις ακόλουθες συνθήκες : "..... Στις 22-10-2002 και ώρα 18.00' ο ενάγων της πρώτης αγωγής Ψ1 (πρώτος αναιρεσίβλητος) οδηγώντας το υπ' αριθ ........ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στη δεύτερη εναγομένη της δεύτερης αγωγής ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ALLIANZ A.Ε.Γ.Α." (δεύτερη αναιρεσίβλητη) εκινείτο επί της Ε.Ο. ... -.....

με κατεύθυνση το ...... 'Οταν περί την 18:00' μ.μ. ώρα περίπου ο ως άνω προαναφερόμενος οδηγός, έφθασε στην 16 χ/θ της ως άνω οδού, από το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, εμφανίσθηκε το υπ' αριθμ. ......Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε ο ενάγων (πρώτος αναιρεσείων) Χ1, το οποίο είχε κατεύθυνση προς ...... και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγομένη (προς την οποία κοινοποιήθηκε η αναίρεση) ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ".

Στο σημείο εκείνο, η ως άνω εθνική οδός έχει οδόστρωμα πλάτους 7,80μ. και πλάτος πεζοδρομίου ή ερείσματος 0,90 μ. και είναι ευθεία σε μήκος 1.500 μ. και με όριο ταχύτητας τα 50 χλμ/ώρα. Στο παραπάνω σημείο της ως άνω οδού, υπάρχει μία λωρίδα κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση και υπάρχει διπλή διαγράμμιση από μία συνεχή με παράλληλη διακεκομμένη ως προς την πορεία του πρώτου οχήματος (....

Ι.Χ.Ε.). Κατά τον παραπάνω χρόνο, ο οδηγός του ως άνω αναφερομένου ....... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, Χ1 ενόψει του ότι δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος που οδηγούσε, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, καθόσον ευρίσκετο και υπό την επήρεια αλκοόλ και η περιεκτικότητα του αίματος σε οινόπνευμα ήταν 0.47g κατά λίτρό αίματοςή 0,47 ο/οο έχασε τον έλεγχο του οχήματός του, παραβίασε την διπλή γι' αυτόν διαχωριστική γραμμή και στη συνέχεια άρχισε να κινείται με την αυξημένη ταχύτητα των 7Ο χλμ.

την ώρα, στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου κατά τον ίδιο χρόνο, εκινείτο κανονικά στο μέσον της λωρίδας κυκλοφορίας του ο οδηγός του άλλου αυτοκινήτου Ψ1 με αποτέλεσμα να επιπέσει με μεγάλη σφοδρότητα με το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου του στο εμπρόσθιο τμήμα του άλλου αυτοκινήτου (που οδηγούσε ο Ψ1).

Μετά την σύγκρουση το όχημα που οδηγούσε ο Ψ1 περιστράφηκε δεξιά ως προς τον άξονά του και ακινητοποιήθηκε διαγώνια στην διαχωριστική γραμμή με φορά προς ....., ενώ το όχημα που οδηγούσε ο Χ1 εκτράπηκε στο άκρο του οδοστρώματος του ή αντιθέτου ρεύματος πορείας και ακινητοποιήθηκε διαγώνια στο τσιμεντένιο ρείθρο με φορά ομοίως προς .....

Σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος καταθέτει με σαφήνεια ο μάρτυς απόδειξης του ενάγοντος Ψ1, ..... ο οποίος έφθασε στον τόπο του ατυχήματος 5 λεπτά μετά το ατύχημα. Αντίθετα ο ενάγων Χ1 κατέθεσε ο ίδιος χωρίς όρκο για τις συνθήκες του ατυχήματος, ο δε ισχυρισμός του ότι ο έτερος οδηγός Ψ1 έχασε τον έλεγχο του οχήματος του και εισήλθε με αυτό αρχικά στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και στη συνέχεια έκανε ελιγμό προς τα δεξιά για να το επαναφέρει στο ρεύμα πορείας του, με αποτέλεσμα να επιπέσει επί του αυτοκινήτου του, δεν αποδείχθηκε καθόσον από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που υπάρχουν στην δικογραφία και κυρίως από τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας που σχηματίστηκε προκύπτει με σαφήνεια ότι ο οδηγός Χ1 εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας από αυτό που εκινείτο και συγκρούσθηκε μετωπικά με το αυτοκίνητο αυτό που οδηγούσε ο ενάγων Ψ1.

Το γεγονός ότι ο Ψ1 είχε αναπτύξει την απαγορευμένη ταχύτητα των 80-100 χλμ. την ώρα, δεν αρκεί για να κριθεί συνυπαίτιος για το ατύχημα αφού δεν : αποδείχθηκε έλλειψη της προσοχής του ως προς το αποτέλεσμα που επήλθε, καθόσον ο έτερος οδηγός εισήλθε ξαφνικά στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και η σύγκρουση δεν μπορούσε να αποφευχθεί.

Με βάση τα περιστατικά κάτω από τα οποία συνέβη το ατύχημα αυτό,

αποκλειστικά υπαίτιος κρίνεται ο πρώτος αναιρεσείων Χ1 , ο οποίος δεν οδηγούσε το όχημά του με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, δεν εκινείτο όπως όφειλε, πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος, αλλά παραβίασε την διπλή γι' αυτόν διαχωριστική γραμμή αυτού (οδοστρώματος) και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού όπου εκινείτο, χωρίς να μειώσει την ταχύτητα των 70 χλμ.

την ώρα και υπό την επήρεια αλκοόλ, με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου που οδηγούσε και στη συνέχεια να συγκρουσθεί μετωπικώς με το αυτοκίντηο του αναιρεσιβλήτου Ψ1. Αντίθετα ουδεμία αμελής συμπεριφορά βαρύνει τον τελευταίο οδηγό κατά την οδήγηση του ως άνω οχήματός του, ο οποίος εκϊνείτο κανονικά στην λωρίδα κυκλοφορίας του και λόγω της αιφνίδιας εισόδου του άλλου αυτοκινήτου δεν μπόρεσε ν' αντιδράσει για ν' αποφύγει την σύγκρουση των οχημάτων.

Από αυτά προκύπτει ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε ότι ο Ψ1 - εναγόμενος στην από 5-9-2003 αγωγή. του Χ1 , Χ2 και Χ3, ήταν αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος έσφαλε κατά εκτίμηση των αποδείξεων ............". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχτηκε τυπικά τις αντίθετες εφέσεις, ακολόύθως, απέρριψε κατ' ουσίαν την από 18-2-2005 έφεση των αναιρεσειόντων, ενώ δέχτηκε ουσιαστικά τις από 24-1-2005 και 24-2-2005 εφέσεις των αναιρεσιβλήτων και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση.

Στη συνέχεια, κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 5-9-2003 αγωγή των αναιρεσειόντων. Αντίθετα, δέχτηκε κατά ένα μέρος την από 14-11-2002 αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου (Ψ1), κατά της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ" και υποχρέωσε την τελευταία να του καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 10.000 ευρώ ως αποζημίωση, λόγω της καταστροφής του αυτοκινήτου του κατά το ατύχημα.

Με την εκτεθείσα κρίση του το Εφετείο δεν παραβίασε αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, αφού δέχθηκε ότι το τροχαίο ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος, επειδή αυτός κατά την οδήγηση δεν είχε πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, με αποτέλεσμα να απωλέσει τον έλεγχο αυτού και να εισέλθει με αυξημένη ταχύτητα 70 χ/ω, αντί της επιτρεπόμενης των 50 χ/ω, στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου και συγκρούστηκε με το οδηγούμενο από τον πρώτο αναιρεσίβλητο .....

Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο. Και ναι μεν στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνεται πλεοναστικά και ότι ο πρώτος αναιρεσείων βρισκόταν "και υπό την επήρεια οινοπνεύματος, αφού το ποσοστό αυτού στο αίμα του ήταν 0,47ο/οο", (δηλαδή κάτω του νομίμου ορίου), πλην όμως η αιτιολογία αυτή, εκφέρεται ως εκ περισσού, διότι η μη πληττόμενη επιτυχώς εδώ προεκτεθείσα κύρια αιτιολογία αρκεί και στηρίζει πλήρως το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

Επομένως, οι δύο πρώτοι λόγοι αναιρέσεως, από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., κατά μεν το μέρος εκείνο με το οποίο πλήττουν την ως άνω αιτιολογία, την οποία το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ως εκ περισσού, είναι αλυσιτελείς και για την αιτία αυτή απορριπτέοι, κατά δε το υπόλοιπο μέρος τους σε κάθε περίπτωση είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Κρίνοντας ως άνω, Το Εφετείο αναφορικά ιδίως με το κρίσιμο ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσείοντος για το ατύχημα, διέλαβε πράγματι στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, με αναλυτική μάλιστα αξιολόγηση των κατ' ιδίαν αποδεικτικών μέσων, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν, ενόψει μάλιστα και του γεγονότος ότι, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, δεν προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες προέβαλαν παραδεκτά ένσταση συνυπαιτιότητας για το ατύχημα του πρώτου αναιρεσιβλήτου.

Με βάση αυτά το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ.. Συνακόλουθα και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατ' αμφότερα τα μέρη του, με τα οποία υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΙΙ.- Από τα άρθρα 558 και 566 Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει, ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων που ήσαν διάδικοι στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και ήσαν αντίδικοι του αναιρεσείοντος. Όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνο κατ' εκείνων έναντι των οποιών επιδιώκεται με την αναίρεση και, με βάση τις επικαλούμενες στο αναιρετήριο πλημμέλειες της απόφασης, είναι δυνατή η αναίρεση αυτής.

Εν προκειμένω, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., διότι παρά το νόμο δεν απέρριψε ως αόριστη την από 14-10-2002 αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου (Ψ1) κατά της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ", η οποία όμως εδώ δεν είναι διάδικος στην αναιρετική δίκη, αλλά υπήρξε ομόδικος του πρώτου αναιρεσείοντος (Χ1) στη δευτεροβάθμια δίκη και στην οποία αυτός είχε ασφαλισμένο το αυτοκίνητό του. Σύμφωνα με αυτά είναι απορριπτέος προεχόντως για την αιτία αυτή ως απαράδεκτος ο λόγος αυτός της αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-

Απορρίπτει την από 22-12-2006 αίτηση των Χ1 κ.λ.π., για αναίρεση της 204/2006 αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας. Και

-

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει για τον καθένα, λόγω της χωριστής νομικής εκπροσώπησής τους, στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαΐου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ