Legislator Case Law & Legislation
1071/2007 AI generated

1071/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1071/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Ιουλίου 1997 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2712/1998 μη οριστική, 5528/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3265/2000 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21 Απριλίου 2003 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

1071/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, η πρώτη παράγραφος του άρθρου 10 του ν. 489/1976 ορίζει, ότι το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή. Η δεύτερη παράγραφος του ίδιου άρθρου ορίζει, ότι η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και διακοπή της παραγραφής.

Keywords

AI generated
deportation despite health issues aggravation of pre-existing condition unfit notwithstanding health condition post-flight grounds adjustment of insurance benefits staggering of health insurance premiums
AI generated
1552/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
209/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
2272/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/10/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1947/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2247/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/5/2008 αίτησή της.
935/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/10/2003 αγωγή της πρώτης των ως άνω ήδη αναιρεσειόντων, την από 17/2/2005 αγωγή της δεύτερης των ως άνω ήδη αναιρεσειόντων και τις από 20/2/2006 και 28/9/2006 παρεμπίπτουσες αγωγές των 2ης και 3ου των ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2894/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5816/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30/3/2009 αίτησή τους.
164/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Απριλίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 69/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 353/2005 οριστική του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2 Μαρτίου 20076 αίτησή του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1071 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1071/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπανικολάου.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1, ο οποίος δεν παραστάθηκε και 2. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΜΑΓΔΕΜΒΟΥΡΓΕΡ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Καρατζά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Ιουλίου 1997 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2712/1998 μη οριστική, 5528/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3265/2000 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21 Απριλίου 2003 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην του 1ου αναιρεσίβλητου, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, ανέγνωσε την από 3 Μαρτίου 2007 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στην σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτου Ελένης Μαραμαθά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, όπως προκύπτει από την ..... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κορίνθου....., ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως με την πράξη ορισμού της αναφερομένης στην αρχή δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατ΄ αυτήν έχει επιδοθεί νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του πληρεξούσιου δικηγόρου της αναιρεσειούσης, στον πρώτο από τους αναιρεσιβλήτους Ψ1. Επομένως, εφόσον αυτός δεν εμφανίστηκε κατά την ανωτέρω δικάσιμο, ούτε υπέβαλε την κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ δήλωση, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του (άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Επειδή από το συνδυασμό των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 του ΑΚ συνάγεται, ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία θετική ή αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξιώσεως αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει, για όλες τις ζημίες ενιαίως, από το τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υποχρέου προς αποζημίωση.

Εξάλλου, η πρώτη παράγραφος του άρθρου 10 του ν. 489/1976 ορίζει, ότι το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή. Η δεύτερη παράγραφος του ίδιου άρθρου ορίζει, ότι η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και διακοπή της παραγραφής.

Από τις άνω διατάξεις προκύπτει, ότι η παραγραφή της αξιώσεως του ζημιωθέντος τρίτου κατά του ασφαλιστή είναι διετής και αρχίζει από την επόμενη ημέρα του ατυχήματος (άρθρ. 241 ΑΚ), ανεξαρτήτως πότε ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της ζημίας. Η διετής αυτή παραγραφή ισχύει για ολες τις ζημίες, θετικές και αποθετικές, παρελθούσες και μέλλουσες, εκτός από εκείνες, των οποίων δεν είναι δυνατή η πρόβλεψη κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.

Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 εδ. α΄ του ΑΚ και 221 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής για μέρος μόνο της αξιώσεως για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία.

Αλλά, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 268 εδ. α΄ του ΑΚ, κατά την οποία "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό, παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια και αν ακόμη η αξίωση καθεαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή", εάν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξιώσεως για θετική ή αποθετική ζημία από αδικοπραξία, η οποία, κατ΄ αρχήν, υπόκειται, κατά τα προαναφερθέντα, σε πενταετή παραγραφή και για τον ασφαλιστή σε διετή παραγραφή, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και στις δύο περιπτώσεις και ως προς το μέρος της όλης αξιώσεως για αποκατάσταση τόσο της θετικής όσο και της αποθετικής ζημίας, η οποία ανάγεται στον ίδιο χρόνο για τον οποίο επιδικάστηκε αποζημίωση, αλλά δεν είχε ασκηθεί, ή σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου.

Και τούτο διότι και το μέρος αυτό της αξιώσεως, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου (άρθρο 331 ΚΠολΔ) με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημιώσεως του παθόντος γενικά, για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.

Η νέα, όμως, αυτή, εικοσαετής παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια του άρθρου 268 του ΑΚ, την ύπαρξη αξιώσεως, που δεν έχει ήδη υποκύψει στη μέχρι την τελεσιδικία ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή, δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξιώσεως, δεν επιφέρει αναβίωση της αξιώσεως και κατά το μέρος, που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεστεί, λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε, χωρίς διακοπή κατ΄ άρθρο 261 του ΑΚ.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα : "Στις 28-3-1991 και περί ώραν 06.30΄, ο 1ος εναγόμενος οδηγώντας το με αριθ. κυκλ. .... Δ.Χ. τουριστικό λεωφορείο, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη 2η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, εκινείτο στην εθνική οδό .....

με κατεύθυνση προς .... Πλην, κατά τη διέλευσή του από τη γέφυρα του ποταμού ..., από υπαιτιότητά του, ξέφυγε από την πορεία του, προσέκρουε στο προστατευτικό κιγκλίδωμα της γέφυρας και κατέπεσε στην κοίτη του ποταμού, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί σοβαρά, μεταξύ άλλων επιβατών, η ενάγουσα, η οποία έπαθε τις σωματικές κακώσεις που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας.

Τα περιστατικά αυτά, όπως έχει λεχθεί, κρίθηκαν ήδη με δύναμη δεδικασμένου και δεν μπορούν να ερευνηθούν πάλι. Περαιτέρω, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι πέραν των ποσών που της επιδικάσθηκαν τελεσίδικα με την άνω υπ' αριθ. 843/1993 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, δαπάνησε: α) 632.736 δρχ. για την αεροπορική μεταφορά της από τον τόπο του ατυχήματος και β) 574.293 δρχ.

συνολικά για την νοσηλεία της στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Αθηνών κατά τα χρονικά διαστήματα από 28-3-1991 μέχρι 12-5-1991, 22-9-1991 μέχρι 24-9-1991, 11-3-1992 μέχρι 20-3-19θ2, 11-Ί 1-1992 μέχρι 2711-1992 και 1-11-1993 μέχρι 3-11-1993, προτίθεται δε να δαπανήσει άλλες 10.000.000 δρχ. για την υποβολή της σε πολλαπλές πλαστικές χειρουργικές επεμβάσεις.

Τα αιτήματα αυτά δεν είχαν υποβληθεί για κρίση με την προηγούμενη αγωγή και, επομένως, η επίδοση της αγωγής εκείνης δεν διέκοψε την παραγραφή των αξιώσεών της αυτών κατά των εναγομένων, η οποία έναντι του πρώτου είναι πενταετής και άρχισε από τότε που η παθούσα έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση (ήτοι το αργότερο από την ημερομηνία συντάξεως της πρώτης από 24-2-1992 αγωγής) και έναντι της δεύτερης είναι διετής και άρχισε από την ημέρα του ατυχήματος.

Κατά συνέπεια, εφόσον η κρινόμενη από 21-7-1997 και με αριθ. εκθ. κατ. 7663/23-7-1997 αγωγή κοινοποιήθηκε στους εναγομένους στις 25-8-1997... ...,, όλες οι ανωτέρω αξιώσεις έχουν υποκύψει στην παραγραφή, η οποία, ως προς τον 1ο εναγόμενο, συμπληρώθηκε το αργότερο στις 24-2-1997 και, ως προς τη 2η, στις 28-3-1993. Και οι μεν αξιώσεις για την αεροπορική μεταφορά και για τη νοσηλεία κατά τα διαστήματα από 28-3-1991 μέχρι 12-5-1991 και 22-9-1991 μέχρι 24-9-1991 ήταν ήδη γνωστές στην ενάγουσα πριν ακόμη από τη σύνταξη της πρώτης αγωγής.

Οι δε λοιπές (για τη νοσηλεία κατά τα λοιπά διαστήματα και για τις πλαστικές επεμβάσεις) ήταν ήδη προβλεπτές από την έναρξη της θεραπείας της παθούσας, με δεδομένο ότι για την έναρξη της παραγραφής δεν απαιτείτο αυτή να ήταν σε θέση να προσδιορίσει το ύψος και την έκταση της ζημίας κατά ποσό ούτε και τη μέλλουσα ζημία από το ζημιογόνο γεγονός.......

Το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση για το προβλεπτό των εν λόγω ζημιών ιδίως από το ότι η ενάγουσα γνώριζε την εξέλιξη της καταστάσεως της υγείας της, ενόψει του σοβαροτάτου τραυματισμού της, και ότι, για την αποκατάσταση των σωματικών της κακώσεων, θα έπρεπε να υποβληθεί σε πολλαπλές πλαστικές επεμβάσεις.

Η γνώση αυτή είναι συνυφασμένη και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, δεδομένου μάλιστα και του ότι η ενάγουσα, με την προηγούμενη αγωγή της, επιφυλάχθηκε ρητά να ζητήσει αποζημίωση για κάθε ζημία που προέκυψε στο καλυπτόμενο με την αγωγή εκείνη χρονικό διάστημα και δεν είχε ακόμη εκκαθαρισθεί (χωρίς η επιφύλαξη αυτή, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, να ασκεί οποιαδήποτε έννομη επιρροή).

Tο ότι δε η ενάγουσα και μετά την έξοδό της από το Νοσοκομείο θα παρέμενε υπό έλεγχο ως εξωτερική ασθενής και ότι θα έπρεπε να υποβληθεί σε διορθωτική επέμβαση στην περιοχή του προσώπου προκύπτει και από το υπ' αριθ. πρωτ. .... πιστοποιητικό του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών. Η διάταξη του άρθρου 268 ΑΚ για την επιμήκυνση του χρόνου της παραγραφής, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αφορά περιπτώσεις αποζημιώσεως για αποθετική ζημία (απώλεια προσόδων), που ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου για τον οποίο ήδη έχει επιδικαστεί τέτοια αποζημίωση τελεσιδίκως και όχι περιπτώσεις αποζημιώσεως για θετική ζημία (παρούσα ή μέλλουσα), όπως στην κρινόμενη περίπτωση".

Κατόπιν αυτών το Εφετείο έκρινε βάσιμο το λόγο της εφέσεως των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με τον οποίο παραπονούνταν για την απόρριψη από αυτή του ισχυρισμού τους ότι η αγωγική αξίωση αποζημιώσεως για τις ως άνω παρελθούσες και μέλλουσες ζημίες της αναιρεσειούσης έχει υποκύψει στην πενταετή ως προς τον πρώτο και διετή ως προς την δεύτερη παραγραφή, με την αιτιολογία ότι η παραγραφή αυτή είχε επιμηκυνθεί σε εικοσαετή.

Αφού δε έκανε δεκτή την έφεση και εξαφάνισε την εκκαλουμένη ως προς τη διάταξή της με την οποία επιδίκασε την πιο πάνω ένδικη αξίωση, απέρριψε την αγωγή ως προς την αξίωση αυτή λόγω παραγραφής. ΄Ετσι που έκρινε το Εφετείο, καθόσον μεν αφορά την κατά του πρώτου από τους αναιρεσιβλήτους, υπαιτίου του τραυματισμού και των εξαυτού ζημιών της αναιρεσειούσης, αξίωση αποζημιώσεως αυτής, η οποία στηρίζεται στην αδικοπραξία, ψευδώς ερμήνευσε και εσφαλμένα εφήρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 247, 251, 261 εδ.

α΄, 268, 298, 914 και 937 παρ. 1 του ΑΚ. Και τούτο για τον ακόλουθο λόγο. Κατ΄ αρχήν, η παραγραφή της ένδικης αυτής αξιώσεως, η οποία είναι πενταετής, καίτοι δεν αφορά σε αποθετική ζημία, αλλά σε παρελθούσα και μέλλουσα προβλεπτή θετική ζημία, υπόκειται στην κατά το άρθρο 268 εδ. α΄ του Α.Κ. επιμήκυνση σε εικοσαετή. Περαιτέρω, εφόσον το Εφετείο δέχεται, ότι η πενταετής παραγραφή της αξιώσεως αυτής άρχισε στις 24-2-1992 και ότι πριν από τη συμπλήρωσή της, στις 24-2-1997, είχε εκδοθεί η 843/1993 απόφαση του ίδιου Εφετείου, με την οποία είχαν επιδικαστεί τελεσιδίκως αξιώσεις αποζημιώσεως της αναιρεσειούσης κατά του αυτού ως άνω αναιρεσιβλήτου από την ίδια αδικοπραξία, η εν λόγω παραγραφή είχε επιμηκυνθεί σε εικοσαετή, η οποία μέχρι τη λαβούσα χώρα στις 25-8-1997 άσκηση της νέας αγωγής δεν είχε συμπληρωθεί.

Επομένως, η προβληθείσα από τον πιο πάνω αναιρεσίβλητο ένσταση παραγραφής της ένδικης κατ΄ αυτού αξιώσεως αποζημιώσεως ήταν αβάσιμη. Καθ΄ όσον όμως αφορά την ίδια αυτή αξίωση κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, το Εφετείο, παρά τη γενόμενη ψευδή ερμηνεία των προαναφερθεισών διατάξεων, σε ορθό αποτέλεσμα κατέληξε, δεχόμενο την ένσταση παραγραφής.

Κι΄ αυτό γιατί η ανωτέρω αξίωση, πηγάζουσα από τη σύμβαση ασφαλίσεως, υπόκειται σε διετή παραγραφή, η οποία, όπως και το Εφετείο δέχεται, άρχισε από την ημέρα του ατυχήματος, που συνέβη στις 28-3-1991, και συμπληρώθηκε στις 28-3-1993, δεδομένου δε ότι η προαναφερόμενη 843/1993 απόφαση του ίδιου Εφετείου, που έκρινε με δύναμη δεδικασμένου την ύπαρξη δικαιώματος αποζημιώσεως γενικώς της παθούσης αναιρεσειούσης, εκδόθηκε, όπως η τελευταία δέχεται με την υπό κρίση αίτησή της, την 1-4-1993, δηλαδή μετά τη συμπλήρωση της διετούς παραγραφής, αυτή δεν επιμηκύνθηκε σε εικοσαετή κι΄ επομένως η ένσταση παραγραφής της αναιρεσίβλητης εταιρίας ήταν βάσιμη.

Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο είναι βάσιμος και ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία είναι αβάσιμος.

Επειδή κατ΄ ακολουθίαν των προεκτεθέντων πρέπει αφ΄ ενός μεν να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα κατά το μέρος, με το οποίο απορρίφθηκε η αγωγική αξίωση αποζημιώσεως για θετικές ζημίες λόγω παραγραφής και επιδικάστηκαν δικαστικά έξοδα, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο αυτό μέρος, προς περαιτέρω συζήτηση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο ανωτέρω αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσειούσης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), αφετέρου δε, αντικαθισταμένης, κατά τα άνω, της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, να απορριφθεί η ίδια αίτηση αναιρέσεως ως προς τη διαδεχθείσα τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία (άρθρο 578 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης αυτής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-Αναιρεί εν μέρει την 3265/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο Ψ1 και συγκεκριμένα ως προς το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

-Παραπέμπει την υπόθεση, κατα το αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

-Καταδικάζει τον πιο πάνω αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσειούσης, που ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

-Απορρίπτει την από 21-4-2003 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της αυτής ως άνω 3265/2000 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ως προς τη διαδεχθείσα τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΜΑΓΔΕΜΒΟΥΡΓΕΡ ΕΛΛΑΣ ΑΕ", ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "VICTORIAΑΑΕΖ".

-Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της ανωτέρω αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ερυρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαΐου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ