Supreme Court dismisses appeal against conviction for driving under influence, rejecting procedural and substantive grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance court conviction for driving under the influence of alcohol. The appellant argued that the court erred by considering an unread document and failed to propose converting the prison sentence to a fine. The court rejected these claims, noting that the document was properly read during proceedings and that the lower court had already addressed the sentence conversion issue with sufficient reasoning based on the defendant's prior record.
Legislator headnote
AI generatedArticles 466(2), 474(1) of the Code of Criminal Procedure; Article 510(1)(D), (E), (H) of the Code of Criminal Procedure; Article 501(1)(A)(4), (D) of the Code of Criminal Procedure: An appeal is inadmissible if based on the court's consideration of evidence not read in court, and substantive grounds regarding sentence conversion are rejected if the lower court has already ruled on the matter with adequate justification.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1070 / 2025 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1070/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Διονυσία Νίκα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 30 Απριλίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Στυλιανού Κωσταρέλλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ε. Σ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Λαμπάκη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8820/2024 απόφασης του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Α' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23.12.2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον της Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Π. Τ., έλαβε αριθμό 17/2024 και στους από 14.04.2025 πρόσθετους λόγους αυτής, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 23/12/2024 αίτηση του Ε. Σ. του Σ., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ'αριθμ. 8820 /2024 αποφάσεως του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της οδήγησης οδικού οχήματος, ενώ του είχε αφαιρεθεί η άδεια ικανότητας οδήγησης (άρ.94παρ.1,2,4 Ν.2696/1999 ΠΚ) και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, έχει ασκηθεί νομότυπα από τον ειδικά εξουσιοδοτηθέντα για την άσκηση της αναίρεσης αυτής πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Πουλτσίδη, με δήλωσή του, ενώπιον του Γραμματέως του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου, συνταχθείσης συναφώς της με αριθμό 17/2024 έκθεσης αναίρεσης (άρθρο.466 παρ.2, 474 παρ.1) και εμπρόθεσμα, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίσθηκε καθαρογεγραμμένη στο κατ' άρθρο 473 παρ.2 και 3 εδαφ.
α' του ΚΠΔ ειδικό βιβλίο στις 17/1/2025 και η αναίρεση ασκήθηκε στις 23/12/2024, πριν δηλαδή από την καταχώρηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ.473 παρ.2 και 3 ΚΠΔ). Τυγχάνει επίσης παραδεκτή, διότι ασκήθηκε από πρόσωπο που είχε δικαίωμα και έννομο προς τούτο συμφέρον, στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο αποφάσεως και περιέχει παραδεκτούς και ορισμένους λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ Ε και Θ' ΚΠΔ, την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, την έλλειψη αιτιολογίας και την υπέρβαση εξουσίας, ως προς τις διατάξεις της περί μη αναστολής και μη μετατροπής επιβληθείσας ποινής (άρ.462 παρ.1β, 464, 474 παρ.4, 504 παρ.1 και 505 παρ.1 ΚΠΔ).
Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω για τη βασιμότητα των λόγων της, συνεκδικαζόμενη, λόγω συνάφειας, με τους από 14/4/2025 πρόσθετους λόγους αναίρεσης που κατέθεσε ο ειδικά εξουσιοδοτηθείς προς τούτο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος Γεώργιος Σαρλής, ενώπιον της αρμόδιας Γραμματέως της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στις 14/4/2025, δηλαδή δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν την ορισθείσα δικάσιμο για τη συζήτηση της ως άνω αναίρεσης (άρθρο 509 ΚΠΔ).
Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 99 παρ.1 εδαφ.α του νέου ΠΚ, όπως ίσχυσε από 1-7-2019 (Ν.4619/2019), "εάν κάποιος καταδικασθεί σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για διάστημα από ένα έως τρία έτη, εκτός αν κρίνει, με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον καταδικασθέντα από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων".
Επακολούθησε ο Ν. 4855/2021, (ΦΕΚ Α 215/12.11.2021), με το άρθρο 9 του οποίου, αντικαταστάθηκε η ως άνω διάταξη του άρθ. 99 παρ. 1 ΠΚ, ως εξής: "1.Αν κάποιος που δεν έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για εγκλήματα δόλου σε στερητική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη από τρία (3) έτη με μία ή με περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές τους δεν υπερβαίνουν συνολικά το πιο πάνω όριο, καταδικαστεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα (1) και ανώτερο από τρία (3) έτη.
Αν το Δικαστήριο κρίνει, με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της απόφασης στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων, εφαρμόζει το άρθρο 104Α ΠΚ, εκτός αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του, οπότε διατάσσει την εκτέλεση μέρους ή ολόκληρης της ποινής.
Το Δικαστήριο μπορεί με ειδική αιτιολογία να χορηγήσει την αναστολή και εφόσον οι προηγούμενες καταδίκες δεν υπερβαίνουν συνολικά τα πέντε (5) έτη φυλάκισης, εκτός αν συντρέχει η εξαίρεση της απόλυτης αναγκαιότητας εκτέλεσης της ποινής. Ο χρόνος της αναστολής δεν μπορεί να είναι βραχύτερος από τη διάρκεια της ποινής, και αρχίζει από τότε που η απόφαση η οποία την χορηγεί καθίσταται εκτελεστή".
Είναι προφανές, ότι η διάταξη αυτή του άρθρου 99 παρ.1, μετά την τελευταία αυτή αντικατάστασή της, είναι δυσμενέστερη της προγενέστερης, όπως δηλαδή είχε αντικατασταθεί και ίσχυε από 1-7-2019 με τον Ν. 4619/2019, καθόσον συνδέθηκε και πάλι η χορήγηση της αναστολής από την ύπαρξη ή μη προηγούμενων καταδικών και το συνολικό ύψος των ποινών αυτών.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθ. 2 παρ. 1 ΠΚ (Ν. 4619/2019) "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 465 του ίδιου Κώδικα, "Οι διατάξεις του προϊσχύσαντος Ποινικού Κώδικα για τη μετατροπή της ποινής σε χρηματική, την αναστολή εκτέλεσης της ποινής και την απόλυση υπό όρο, εφαρμόζονται για πράξεις που τελέστηκαν μέχρι τη θέση σε ισχύ του παρόντος".
Η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 465 ΠΚ πρέπει να εφαρμόζεται υπό το πρίσμα του άρθρου 2 του ΠΚ, μόνο δηλαδή όταν οι νέες διατάξεις είναι δυσμένεστερες από τις παλαιότερες (ΑΠ 354/2021). Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι σε περίπτωση επιβολής ποινής φυλακίσεως, που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, το Δικαστήριο, εφόσον συντρέχει η προϋπόθεση του άρθρου 99 παρ.1 του ΠΚ, υπό την ευμενέστερη μορφή της, όπως δηλαδή ίσχυσε μετά την 1-7-2019 με το Ν. 4619/2019 και πριν την αντικατάστασή της με το άρ. 9 του Ν. 4855/12-11-2021, (ήτοι χωρίς να εξαρτάται η χορήγηση της αναστολής της ποινής από την μη ύπαρξη προηγούμενης καταδίκης) το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να ελέγξει, ακόμη και χωρίς αίτημα (πολλώ δε μάλλον όταν υποβληθεί αίτημα) τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να αποφασίσει για την αναστολής στης ποινής, αλλά και να αιτιολογήσει ειδικά την τυχόν αρνητική κρίση του, άλλως ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοχ.Δ, λόγος αναίρεσης.
Περαιτέρω, με το άρθρο 12 του Ν.5090/2024 προστέθηκε στο πέμπτο κεφάλαιο του ΠΚ "Επιμέτρηση της ποινής" νέο άρθρο 80 Α, που ορίζει ότι: "1. Κάθε ποινή φυλάκισης μέχρι δύο (2) ετών, αν το δικαστήριο κρίνει ότι δεν υπάγεται στις προϋποθέσεις εφαρμογής των άρθρων 99 και 104 Α, μετατρέπεται σε χρηματική ποινή, υπολογίζοντας κάθε ημέρα σε ποσό από δέκα (10) έως εκατό (100) ευρώ, εκτός αν το Δικαστήριο, με την απόφασή του, κρίνει ότι απαιτείται η πραγματική της έκτιση, εν όλω ή εν μέρει, για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων.
Η παρ. 1 του άρθρου 80 για το ύψος της μετατροπής εφαρμόζεται αναλόγως". Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει, ότι το Δικαστήριο της ουσίας, εφόσον η επιβληθείσα στον κατηγορούμενο ποινή είναι φυλάκιση μέχρι δύο ετών, υποχρεούται να ελέγξει προηγουμένως αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναστολής της ποινής (άρ. 99 και 104 ΠΚ) και εφόσον κρίνει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής (αναστολής), να μετατρέψει την ποινή, εκτός αν διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία ότι απαιτείται η πραγματική της έκτιση εν όλω ή εν μέρει, για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων, άλλως θεμελιώνονται οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 Δ και Ε αναιρετικές πλημμέλειες, συνάμα δε υπερβαίνει αρνητικά την εξουσία του και ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Θ' αναιρετικός λόγος, εφόσον διατάξει την μη μετατροπή της ποινής χωρίς προηγουμένως να αποφασίσει επί της αναστολής και αιτιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική κρίση του (πρβλ.
ΑΠ 1602/2023, ΑΠ 1562/2023, ΑΠ 1524/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτά επισκοπούμενη για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου προσβαλλόμενη υπ'αριθμ.8820/2024 απόφαση, το Α' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης Ναυπλίου, που την εξέδωσε, δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα δίκη μέρος, (δηλαδή την μη αναστολή και μη μετατροπή της επιβληθείσας στον αναιρεσείοντα ποινής φυλάκισης των τριών (3) μηνών) τα ακόλουθα, κατά πιστή μεταφορά, πραγματικά περιστατικά:
"Στην προκειμένη περίπτωση, με την παρούσα απόφαση επιβλήθηκε στον καταδικασθέντα κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών. Από το ποινικό μητρώο του καταδικασθέντος που υπάρχει στη δικογραφία, το οποίο αναγνώσθηκε χωρίς το περιεχόμενο του, να καταστεί γνωστό στο ακροατήριο παρά μόνο στους παράγοντες της δίκης, σύμφωνα με το άρθρο 572 παρ. 2 ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει πλήθος από καταδίκες για παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (φυλάκιση 30 ημερών, 20 ημερών, 6 μηνών, 6 μηνών και ΧΠ 1200,00 ευρώ, 30 ημερών, 3 ετών, για παραβάσεις Κ.Ο.Κ. - 6 μηνών για κλοπή ηλεκτρικής ενέργειας και ΧΠ 2.000,00 ευρώ για παραβίαση Α.Ν. 690/1945, Ν. 3996/2011).
Ειδικά, για το αδίκημα της οδήγησης υπό την επίδραση οινοπνεύματος επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο οι προαναφερόμενες ποινές των 6 μηνών και 3 ετών, ενώ ήδη καταδικάσθηκε, εκ νέου, για το αδίκημα της οδήγησης υπό την επίδραση οινοπνεύματος. Έτσι, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που προαναφέρεται, αποδείχθηκαν στοιχεία, από τα οποία προκύπτει ότι η εκτέλεση της ποινής φυλάκισης των τριών (3) μηνών, που επιβλήθηκε με την απόφαση αυτή στον κατηγορούμενο, είναι απολύτως αναγκαία για να τον αποτρέψει από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων, και συνεπώς δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την αναστολή εκτέλεσης της ως άνω ποινής, σύμφωνα με το άρθρο 99 Π.Κ.
Επομένως, το μέτρο της αναστολής, αλλά κι αυτό της μερικής έκτισης της ποινής κατ' άρθρο 100 Π.Κ., ουδόλως επαρκούν για να αναχαιτίσουν τον κατηγορούμενο από τη διάπραξη εγκλημάτων στο μέλλον. Η επανειλημμένη τέλεση υποδηλώνει ότι τα προηγούμενα μέτρα (αναστολή προηγούμενων ποινών) απέτυχαν στο σκοπό τους και για το λόγο αυτό, ως μόνη ενδεδειγμένη στη συγκεκριμένη περίπτωση ποινική μεταχείριση, προβάλλει αυτή της έκτισης της επιβληθείσας ποινής".
Με αυτά που δέχθηκε το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε (ως επιεικέστερη) την διάταξη του άρθρου 99 παρ.1 ΠΚ (ως ίσχυε με τον Ν.4619/2019), και περιέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την απόρριψη του αιτήματος για την αναστολή της ποινής, αφού εκτίθενται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που δεν επέτρεπαν την αναστολή της ποινής και ότι είναι απολύτως αναγκαία η εκτέλεση της ποινής και συγκεκριμένα εκτίθεται ότι ο αναιρεσείων έχει πλήθος καταδίκες για παραβάσεις του ΚΟΚ και οδήγηση υπό την επίδραση μέθης, ότι τα προηγούμενα μέτρα (αναστολή προηγούμενων ποινών) απέτυχαν στον σκοπό τους και ότι καθίσταται απολύτως αναγκαία η εκτέλεση της ποινής για να αποτραπεί αυτός από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων.
Περαιτέρω, το ως άνω Δικαστήριο, που δεν μετέτρεψε την επιβληθείσα ποινή φυλάκισης των τριών (3) μηνών σε χρηματική, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 80Α ΠΚ, την οποία ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε και με την με απαιτούμενη αιτιολογική επάρκεια απέρριψε το αίτημα μετατροπής της ποινής, καθόσον δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων έχει πλήθος καταδίκες για παραβάσεις του ΚΟΚ και για οδήγηση υπό την επίδραση μέθης, ότι τα προηγούμενα μέτρα (αναστολή προηγούμενων ποινών) απέτυχαν στον σκοπό τους και ότι δεν αρκεί η μετατροπή της ποινής να αποτραπεί ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων από τη τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων. Ούτε υπερέβη την εξουσία του το ανωτέρω Δικαστήριο, αποφασίζοντας την μη μετατροπή της ποινής, διότι έκρινε διαδοχικά, πρώτα ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των άρθρων 99 και 104 ΠΚ και απέρριψε, με επαρκή αιτιολογία όπως προεκτέθηκε το αίτημα αναστολής της ποινής, και μετά προχώρησε επί του αιτήματος μετατροπής της ποινής και απέρριψε αυτό με την απαιτούμενη όπως προεκτέθηκε ειδική αιτιολογία, δεχόμενο ότι ο αναιρεσείων έχει πλήθος καταδίκες για παραβάσεις του ΚΟΚ και για οδήγηση υπό την επίδραση μέθης, ότι η αναστολή προηγούμενων ποινών απέτυχε στο σκοπό της και ότι το μέτρο της μετατροπής της ποινής δεν αρκεί για να αποτραπεί αυτός από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων.
Κατόπιν τούτων ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' και Θ και ο συνεξεταζόμενος τρίτος πρόσθετος λόγος από το στοιχ. Δ' με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 80 Α του ΠΚ, για έλλειψη αιτιολογίας και για υπέρβαση εξουσίας ως προς την διάταξή της περί μη μετατροπής της ποινής καθώς και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ.1 Δ και Ε, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 99 ΠΚ και για έλλειψη αιτιολογίας, ως προς την διάταξή της περί μη αναστολής της ποινής, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 362 και 367 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας, για τον σχηματισμό της κρίσης του, σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, ως αποδεικτικού στοιχείου εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, από την οποία ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο ή να αντιταχθεί στην ανάγνωσή του (ΑΠ 1180/2023, ΑΠ 837/2023, ΑΠ 681/2023, ΑΠ 558/2023, ενώ, επίσης, παραβιάζονται και οι αρχές της προφορικότητας της συζήτησης στο ακροατήριο και της κατ' αντιμωλίαν διεξαγωγής της δίκης, οι οποίες περιλαμβάνονται στην έννοια της δημοσιότητας της διαδικασίας, οπότε συνάμα ιδρύεται και ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Γ ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 558/2023).
Τα ανωτέρω όμως δεν ισχύουν για τα έγγραφα που αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά (ΑΠ 911/2023, ΑΠ 447/2020) ή αναφέρονται απλώς ιστορικά ή διηγηματικά στην απόφαση και όχι προς στήριξη της ενοχής, ή το περιεχόμενο τους προκύπτει από άλλα έγγραφα τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο ή από άλλα αποδεικτικά μέσα, π.χ καταθέσεις μαρτύρων (ΑΠ 558/2023, ΑΠ 998/2022, ΑΠ 123/2022, ΑΠ 410/2020) ή τα επικαλέστηκε ο ίδιος ο κατηγορούμενος στη δίκη, γιατί στην περίπτωση αυτή, γνωρίζει ο τελευταίος την κατηγορία και το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών και μπορούσε, αν το ήθελε, να ασκήσει τα εκ του άρθρου 358 ΚΠΔ δικαιώματά του ( ΑΠ 928/2023, ΑΠ 837/2023, ΑΠ 1179/2022, ΑΠ 123/2022). Η απόλυτη ακυρότητα από τη λήψη υπόψη μη αναγνωσθέντος εγγράφου προϋποθέτει ότι πρόκειται για έγγραφο, το οποίο χρησιμοποιήθηκε για τη θεμελίωση τη κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ενοχή ή την επιβληθείσα ποινή, δηλαδή για έγγραφο, που χρησιμοποιήθηκε ως αποδεικτικό στοιχείο για το σχηματισμό της σχετικής κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 1161/2020).
Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, (άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ σε συνδ. με άρ. 171 παρ.1 εδ. δ' του ιδίου Κώδικα,), ισχυριζόμενος, ότι το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του και στήριξε την περί της ενοχής του κρίση του, στην υπ' αριθμ. ... απόφαση του Τμήματος Τροχαίας Ξάνθης, η οποία δεν αναγνώσθηκε δημόσια στο ακροατήριο, αφού αυτή δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο των παρατιθεμένων ως αναγνωστέων εγγράφων, με συνέπεια την εντεύθεν παραβίαση της άσκησης των εκ του άρθρου 358 ΚΠΔ προβλεπόμενων δικαιωμάτων του.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των πρακτικών αυτής, προκύπτει ότι το δικάσαν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε αποδεικτικώς για την περί της ενοχής του αναιρεισείοντος κρίση του, την υπ' αριθμ. ... απόφαση του Τμήματος Τροχαίας Ξάνθης, χωρίς το έγγραφο αυτό να περιλαμβάνεται στον οικείο κατάλογο των εγγράφων που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριό του, ούτε στον αντίστοιχο κατάλογο αναγνωστέων εγγράφων ή σε άλλο σημείο του σκεπτικού της πρωτοβάθμιας απόφασης. Ωστόσω, το έγγραφο αυτό αποτελεί τη βάση του εγκλήματος για το οποίο έλαβε χώρα η καταδίκη του κατηγορούμενου και στοιχείο του σε βάρος του κατηγορητηρίου, πέραν δε αυτού μνημονεύεται στην από 26/7/2021 έκθεση προφορικής μήνυσης που περιλαμβάνεται στα αναγνωστέα έγγραφα της πρωτόδικης απόφασης, η οποία (απόφαση) αναγνώσθηκε στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, τούτο δε έχει την έννοια και της ανάγνωσης των εγγράφων που αναφέρονται σ αυτήν (ΑΠ 640/2022, ΑΠ1328/2019). Επομένως, ο ως άνω πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, στο ακροατήριο επειδή λήφθηκε υπόψη και αξιοποιήθηκε αποδεικτικά έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' σε συνδ. με 171 παρ.1β ΚΠΔ πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι δεν υπήρξε εισαγγελική πρόταση επί της μετατροπής της ποινής σε χρηματική. Από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι μετά την καταδίκη του κατηγορουμένου που κηρύχθηκε ένοχος, σε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών η Εισαγγελέας πρότεινε "την έκτιση της επιβληθείσας στον κατηγορούμενο ποινής φυλάκισης ως και πρωτοδίκως", τούτο δε αυτονόητα σημαίνει ότι πρότεινε την μη μετατροπή της ποινής.
Με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 501 παρ.1 Α' (σε συνδ.με171 παρ.2) και Δ' ΚΠΔ ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα λόγω έλλειψης ακρόασης και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με την αιτίαση ότι το Δικαστήριο δεν απάντησε στο αίτημά του για τη μετατροπή της ποινής σε χρηματική και δεν διέλαβε ειδική αιτιολογία όσον αφορά την μη μετατροπή της επιβληθείσας ποινής. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως προεκτέθηκε, κατά την εξέταση των κύριων αναιρετικών λόγων, το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί του αιτήματος μετατροπής της ποινής και με επαρκή αιτιολογία απέρριψε τα αίτημα αυτό, δεχθέν ότι ο αναιρεσείων έχει πλήθος καταδίκες για παραβάσεις του ΚΟΚ και για οδήγηση υπό την επίδραση μέθης και ότι τα προηγούμενα μέτρα (αναστολή προηγούμενων ποινών) απέτυχαν στον σκοπό τους και ότι το μέτρο της μετατροπής της ποινής δεν επαρκεί για να αποτραπεί αυτός από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων.
Κατόπιν των ανωτέρω, και, αφού δεν υπάρχουν άλλοι αναιρετικοί λόγοι προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη καθώς και οι επ' αυτής από 14/4/2025 πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23/12/2024 αίτηση Ε. Σ. του Σ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8820/2024 αποφάσεως του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και τους επ' αυτής πρόσθετους λόγους.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Αυγούστου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ