Legislator Case Law & Legislation
1070/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal on court costs in debt restructuring case, overturning lower court's award against the debtor.

Case Number 1070/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a final judgment ordering the debtor to pay court costs. The lower court incorrectly applied the general rule of cost allocation despite the specific provisions of the debt restructuring law exempting the debtor from such liability. Consequently, the Court set aside the cost order and remanded the case for a new decision on this specific issue.

Legislator headnote

AI generated

Art. 8 para. 6 of Law 3869/2010; The specific provision of the debt restructuring law exempting the debtor from court costs prevails over the general rule of cost allocation, and the lower court's imposition of costs violated this mandatory statutory rule.

Keywords

AI generated
debt restructuring law court costs allocation statutory exemption special procedure supreme court appeal costs against debtor legal hierarchy

Cited Legislation

AI generated
Art. 8 para. 6 of Law 3869/2010
Art. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 28 para. 4 of Law 2579/1998

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1070 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1070/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Δ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Νικολέτα Γουβέλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-1-2018 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λήμνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 104/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 223/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης (μεταβατική έδρα Λήμνου). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-3-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σπυριδούλα Λιάτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη, από 11-3-2020, (αριθ.εκθ.καταθ.1/2020), αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η υπ' αριθμ 223/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης (μεταβατική έδρα Λήμνου), που δίκασε ως Εφετείο, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. του ΚΠολΔ, (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν.3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), ερήμην του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", ως προς το οποίο (εκκαλούν) χώρησε η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτό παρόν (άρθρο 764 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.). Πλην, όμως, παρά την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη, διότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν.3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 20/2023, ΑΠ 449/2022,ΑΠ 658/2022).

Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ'άρθρο 553 Κ.Πολ.Δ., περαιτέρω δε, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552,553 παρ. 1β,556,558,564 παρ.3,741 και 769, Κ.Πολ.Δ.). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής( άρθρο 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ).

Με τη διάταξη της παραγράφου 1εδαφ.α'και β' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...", όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το ν.4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, (14-8-2015), [και εφαρμόζεται στην προκείμενη υπόθεση, καθόσον η ένδικη από 5-1-2018 αίτηση του ήδη αναιρεσίβλητου, για την υπαγωγή του στις διατάξεις του ν.3869/2010, υποβλήθηκε στο Ειρηνοδικείο Λήμνου στις 5-1-2018 ], ορίζεται ότι " φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής''. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγεί από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και που δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα χρέη του που καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά (όταν επέλθει ο χρόνος εκπλήρωσής τους, όπως αυτός καθορίζεται από τη δικαιοπραξία ή από τις περιστάσεις ή από τη φύση της ενοχικής σχέσης, κατ` άρθρ. 323 και 340 ΑΚ), έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Δεν χρειάζεται να είναι όλες οι απαιτήσεις ληξιπρόθεσμες κατά τη στιγμή της αδυναμίας των πληρωμών. Αρκεί να είναι έστω και μία, ως προϋπόθεση για την έναρξη της διαδικασίας του ν. 3869/2010, με την εξαίρεση που θα αναπτυχθεί στη συνέχεια, εφόσον, βέβαια, συντρέχει και η άλλη πιο πάνω προϋπόθεση της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, αλλιώς, ο οφειλέτης ασκεί πρόωρα το δικαίωμά του και η αίτησή του θα απορριφθεί.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να αντεπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).

Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του. (ΑΠ 549/2022, ΑΠ 544/2022, ΑΠ 540/2022, ΑΠ 1169/2022, ΑΠ1203/2021).

Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. (ΑΠ 882/2019, ΑΠ 551/2018). Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον. Πράξεις που φανερώνουν μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη για την αντιμετώπιση ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του μπορούν ενδεικτικά να αποτελέσουν διαμαρτυρικά συναλλαγματικών για τη μη πληρωμή, επιταγές που δεν πληρώθηκαν κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή τους προς πληρωμή, διαταγές πληρωμής πιστωτικών τίτλων, τελεσίδικες καταψηφιστικές δικαστικές αποφάσεις, αιτήματα του οφειλέτη που διατυπώνονται σε επιστολές προς δανειστές για φιλικό διακανονισμό κ.λπ. (ΑΠ 549/2022, ΑΠ 1208/2017, ΑΠ 951/2015).

Εξάλλου, ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 62 του ν. 2214/1994 "Αντικειμενικό σύστημα φορολογίας εισοδήματος και άλλες διατάξεις" ότι για την εξυπηρέτηση και ασφάλιση των τοκοχρεολυτικών δανείων που χορηγούνται από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (εφεξής ΤΠΔ) για την απόκτηση πρώτης κατοικίας από δημόσιους υπαλλήλους, συνταξιούχους και λοιπούς δικαιούμενους, κατά την κείμενη νομοθεσία, κάθε δανειζόμενος υποχρεούται να εκχωρήσει υπέρ του δανειστή:

α) μέχρι τα 6/10 όλων γενικά των τακτικών μηνιαίων απολαβών του (μισθός, επιδόματα, μηνιαία αναλογία δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, ΔΙ BEET κ.λπ.), β) μέχρι τα 6/10 της κύριας και επικουρικής σύνταξής του και όλων γενικά των μερισμάτων και άλλων παροχών που τακτικά λαμβάνει από τα ασφαλιστικά του ταμεία (τα ποσοστά αυτά των εδαφίων α' και β' μειώθηκαν σε 3/10 σύμφωνα με την ΥΑ2/19843/0094 που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 677/Β/7-3-2012), γ) τα 3/4 από το εφάπαξ βοήθημα που χορηγείται σ' αυτόν από οποιοδήποτε ασφαλιστικό του φορέα ή από την οριζόμενη από την εργατική νομοθεσία αποζημίωση λόγω λύσης της εργασιακής σχέσεως (παρ. 1).

Οι εκχωρήσεις αυτές είναι ισχυρές, ενώ καταργείται κάθε αντίθετη γενική ή ειδική διάταξη (παρ. 2). Τροποποιήσεις και συμπληρώσεις του άρθρου 62 του ν. 2214/1994 επέφεραν οι νόμοι 2592/1998, 3453/2006, 3867/2010 και 4038/2012. Επίσης, κατά το άρθρο 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΠΔ, μπορούν, ύστερα από αίτηση του υπόχρεου, να καθορίζονται όροι εξυπηρέτησης, επιμέρους συμφωνίες των δανειακών συμβάσεων και η διευθέτηση των τόκων υπερημερίας των μη κανονικά εξυπηρετούμενων, οποιουδήποτε είδους, δανειακών συμβάσεων που έχει χορηγήσει προς φυσικά πρόσωπα το ΤΠΔ.

Από όλες τις προπαρατιθέμενες διατάξεις προκύπτει ότι στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 υπάγονται και οφειλές από στεγαστικά δάνεια, τα οποία το ΤΠΔ χορήγησε σε υπαλλήλους που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας και τα οποία οι δανειολήπτες εξοφλούν με επιτρεπόμενη, κατά νόμο, (προ)εκχώρηση του οριζόμενου ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους.

Στην περίπτωση που ο νόμος ήθελε να εξαιρέσει από τη ρύθμιση αυτή τις οφειλές από δάνεια προς το παραπάνω πιστωτικό ίδρυμα θα το είχε πράξει ρητά, όπως έπραξε με την προσθήκη της γ' περίπτωσης στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν.3869/2010 με το άρθρο 20 παρ. 15 του ν. 4019/2011, όπου προβλέφθηκε εξαίρεση από την προκείμενη ρύθμιση των χορηγούμενων δανείων σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του ν. 3586/2007, ενώ, ούτε στις προβλεπόμενες εξαιρέσεις του τροποποιημένου, κατά τα προαναφερόμενα, άρθρου 1 παρ. 4 του ίδιου ν. 3869/2010, συμπεριλαμβάνεται η οφειλή προς το ΤΠΔ.

Εξάλλου, δεν προκύπτει εξαίρεση ούτε από τη ρύθμιση του άρθρου 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, με την οποία παρέχεται η δυνατότητα στον δανειολήπτη να ζητήσει - επιτύχει με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΠΔ ευνοϊκότερους όρους εξυπηρέτησης των δανειακών συμβάσεων (ΑΠ 549/2022, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 1031/2015). Σε κάθε περίπτωση, η εξαίρεση των δανείων του ΤΠΔ από τη ρύθμιση του ν. 3869/2010 θα προσέκρουε στην αρχή της ισότητας, που προβλέπεται από το άρθρο 4 του Συντάγματος, γι' αυτό οι δανειολήπτες του εν λόγω Ταμείου, σε σχέση με τους δανειολήπτες των υπόλοιπων πιστωτικών ιδρυμάτων, θα στερούνταν των ευνοϊκών διατάξεων του ν. 3869/2010, δεδομένου ότι από το ν. 3867/2010 δεν προκύπτουν ευνοϊκές διατάξεις ανάλογες του ν. 3869/2010, καθώς το άρθρο 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, όπως προεκτέθηκε, προβλέπει όρους διευκόλυνσης και εξυπηρέτησης των δανείων, όχι όμως και απαλλαγή, όπως προβλέπει ο ν. 3869/2010.

Με βάση τα παραπάνω προκύπτει ότι στην περίπτωση οφειλών από στεγαστικά δάνεια που το ΤΠΔ χορήγησε σε υπαλλήλους και που οι δανειολήπτες εξοφλούν με εκχώρηση υπέρ του δανειστή ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους, η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη δεν αναιρείται, όταν η εξόφληση του εν λόγω πιστωτή γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ίδιου του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.

Και τούτο, γιατί, η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας επιβάλλει να χαρακτηριστεί ως αδυναμία πληρωμών η περίπτωση του οφειλέτη που ικανοποιεί το σύνολο των οφειλών του, αν διαθέτει για το σκοπό αυτόν ένα μεγάλο μέρος των εισοδημάτων του, αλλά χωρίς να εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και την οικογένειά του.

Και το πρόσωπο αυτό βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Διαφορετική αντιμετώπιση θα προέτασσε την ικανοποίηση των πιστωτών σε βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του οφειλέτη, ακόμη και της επιβίωσής του, κατάσταση που δεν γίνεται αποδεκτή από το γράμμα και το σκοπό του ν. 3869/2010 (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 1379/2019).

Μάλιστα, στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της οφειλής προς το ΤΠΔ από παροχή στεγαστικού δανείου με την παράλληλη, από το νόμο, υποχρέωση του δανειολήπτη να συνάψει με το ΤΠΔ σύμβαση εκχώρησης, ανακύπτει ανάγκη ο τελευταίος, έστω και αν το δάνειό του φέρεται να εξυπηρετείται κανονικά, λόγω της εκχώρησης του μισθού του κ.λπ., να επιδιώξει και επιτύχει ένταξη και υπαγωγή στη ρύθμιση του ν. 3869/2010, αν έχει υποστεί σημαντική μείωση του μισθού ή της σύνταξής του, καθόσον η εκχώρηση που έγινε στο παρελθόν παραμένει, αναλογικά, σε υψηλό ποσό, αφού αυτή υπολογίστηκε στο αρχικό αυξημένο ποσό του μισθού ή της σύνταξης του δανειολήπτη - οφειλέτη (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 1031/2015).

Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδάφ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 59/2021).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 549/2022, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ των άλλων, και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), όπως είναι η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο παραπάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1353/2021, ΑΠ 883/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 223/2019 τελεσίδικη απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης ,είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής :

Ο αιτών και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε την από 5-1-2018 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1/5-1-2018) αίτηση του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λήμνου με την οποία επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς το καθού η αίτηση πιστωτή του, και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ, ζήτησε την ρύθμιση των χρεών του ,κατά το άρθρο 8 του Ν.3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του , καθώς και της λοιπής κινητής περιουσίας του ( Ι.Χ.

επιβατικό αυτοκίνητο και βάρκα) ,κατά το άρθρο 9 παρ. 2 του ιδίου νόμου. Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 104/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λήμνου, η οποία δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμη κατ'ουσία την αίτηση ,ρύθμισε τα χρέη αυτού κατ' άρθρο 8 παρ.2 του Ν.3869/2010 καθορίζοντας μηνιαίες καταβολές προς τον πιστωτή του και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ, και εξαίρεσε κατ'άρθρο 9 παρ.2 του Ν.3869/2010 ,από την εκποίηση την κύρια κατοικία του αναιρεσίβλητου, καθώς και τη λοιπή κινητή περιουσία του.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε το καθού η αίτηση και ήδη αναιρεσείον, με την από 30-1-2019 έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσία την έφεση. Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την υπαγωγή του αναιρεσιβλήτου στην ρύθμιση του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 των υφισταμένων, έναντι του αναιρεσείοντος, χρεών, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), κρίση του, τα ακόλουθα: " Με τον πρώτο λόγο έφεσης το εκκαλούν ( ήδη αναιρεσείον) , παραπονείται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και συγκεκριμένα του άρθρου 1 ν. 3869/2010 , όπου προβλέπεται ότι μεταξύ των προϋποθέσεων για την υπαγωγή του οφειλέτη στη ρύθμισή του είναι το ληξιπρόθεσμο της οφειλής.

Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι κατά το χρόνο κατάθεσης της κρινόμενης αίτησης , η μοναδική οφειλή του αιτούντος προς το ίδιο δεν είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη κι επομένως εσφαλμένως κρίθηκε από την εκκαλουμένη ότι δικαιούται να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του νόμου... Ο λόγος αυτός, σε περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ορισμένος - αφής στιγμής δεν εκτίθεται πότε, κατά τη συμφωνία των μερών ή τις περιστάσεις ή από τη φύση της μεταξύ τους ενοχικής σχέσης ( ΑΚ 323,340 ΑΚ) επρόκειτο να επέλθει ο χρόνος εκπλήρωσης της υπό ρύθμιση οφειλής- και νόμιμος, στηριζόμενη στη διάταξη που προαναφέρθηκε, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Τούτο διότι από την ανωμοτί κατάθεση του αιτούντος, που δόθηκε ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και από τα προσκομιζόμενα έγγραφα αποδεικνύεται ότι, δυνάμει της διάταξης του άρθρου 62 ν. 2214/1994 ο αιτών- εφεσίβλητος (ήδη αναιρεσίβλητος), εκχώρησε μέρος των μηνιαίων τακτικών απολαβών του και το καθού η αίτηση, ήδη εκκαλούν ,του παρακρατούσε το ποσό των 419,60 ευρώ μηνιαίως ( από 1-12-2012) έως 31-12-2017 με τη συμφωνία το ποσό αυτό από 1-1-2018 να διπλασιαστεί σε 839,20 ευρώ, τη στιγμή που ο αιτών, κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης ήταν έγγαμος , με μηνιαία εισοδήματα 1.179 ευρώ, πατέρας δυο ανηλίκων τέκνων και τα εισοδήματα της συζύγου του ανερχόταν σε 410 ευρώ περίπου.

Συνεπεία της εκχώρησης -παρακράτησης αφενός μεν κατά το χρόνο υποβολής της αιτήσεως 5-1-2018, η οφειλή του αιτούντος ήταν ενήμερη προς το Ταμείο, αφετέρου δε, ο αιτών κατά το χρόνο υποβολής της αιτήσεως ελάμβανε ως υπόλοιπο μισθού το ποσό των 339 ευρώ. Ωστόσο, η ανωτέρω εκ του νόμου αναγκαστική εκπλήρωση της ενοχής που βάρυνε τον αιτούντα, τον περιέφερε σε πραγματική αδυναμία καθ'όσον με το υπόλοιπο του μισθού του , που ανερχόταν στο ανωτέρω ποσό , το οποίο κατ'αντικειμενική κρίση είναι χαμηλό για την κάλυψη τω βιοτικών αναγκών του ίδιου και της οικογένειας του, αδυνατούσε να καλύψει τις βιοτικές του ανάγκες.

Κατά συνέπεια, λοιπόν, το μη ληξιπρόθεσμο της οφειλής του αιτούντος στην υπό κρίση περίπτωση, δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθ'οσον πληρούται η προϋπόθεση του ληξιπροθέσμου της οφειλής υπό την υφισταμένη και προερχόμενη εκ της αναγκαστικής εκπληρώσεως της παροχής του, αδυναμία του ως και την διακινδύνευση της διατροφής του εξαιτίας των αναγκαστικών καταβολών του....Με τον τρίτο λόγο έφεσης , αποδίδεται εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων στην εκκαλουμένη διότι α) διέγνωσε μόνιμη αδυναμία πληρωμής του αιτούντος καίτοι δε υφίσταται , ενόσω από το μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα των 1.589,09 ευρώ, το οποίο δέχθηκε, πρέπει να αφαιρεθεί η μηνιαία δόση προς το εκκαλούν 340 ευρώ, ώστε απομένει ποσό 1.249 ευρώ ως οικογενειακό εισόδημα και β) εξαίρεσε της εκποίησης τη λέμβο και το Ι.Χ.Ε.

αυτοκίνητο του αιτούντος λόγω ασύμφορου της εκποίησής τους. Από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα και, κυρίως από την επισκόπηση της εκκαλουμένης ο κρινόμενος λόγος είναι απορριπτέος ως ουσιαστικώς αβάσιμος κατ'αμφότερα τα σκέλη του διότι κατή παραδοχή της εκκαλουμένης, την οποία υιοθετεί και το παρόν Δικαστήριο, το εναπομένον μηνιαίο εισόδημα μετά την αφαίρεση της δόσης προς το εκκαλούν, ύψους 839,20 ευρώ, ανέρχεται σε 339,09 ευρώ δεδομένου ότι τα εισοδήματα του αιτούντος και της συζύγου του, αθροιστικά αποτιμώνται σε 1.589,09 ευρώ.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το ΙΧΕ μάρκας VOLKSWAGEN, έτους α' κυκλοφορίας 1999,1390 κ.ε., ιδιοκτησίας του αιτούντος, έχει εμπορική αξία 2.000 ευρώ, ενώ είναι απαραίτητο για τις οικογενειακές μετακινήσεις του αιτούντος , έχει εμπορική αξία 2.000 ευρώ, ενώ είναι απαραίτητο για τις οικογενειακές μετακινήσεις του αιτούντος, ενώ η λέμβος " ΑΙΟΛΟΣ"ιδιοκτησίας του, με ημερομηνία αρχικής εγγραφής 17-6-2005, μάρκας " LAMDAMARINE-DESTROYER 6.00" μηχανοκίνητη , μήκους 6 μ, έχει εμπορική αξία 3.500 ευρώ και χρησιμοποιείται από τον αιτούντα, για ερασιτεχνική αλιεία χάριν συμπλήρωσης των οικογενειακών διατροφικών αναγκών, επομένως αμφότερα τα εν λόγω περιουσιακά κρίνονται ασύμφορα προς εκποίηση".

Κρίνοντας, έτσι, το πιο πάνω δικαστήριο, δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ούτε εκ πλαγίου, τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1 παρ. 1 ν. 3869/2010, 323 και 340 ΑΚ, που παρατέθηκαν στην μείζονα σκέψη, ενώ διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για το αν οι διατάξεις αυτές εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι.

Ειδικότερα, με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσίβλητος, έστω και αν το μοναδικό δάνειο του προς το Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", είναι ενήμερο, εξυπηρετούμενο κανονικά, λόγω της εκχώρησης ποσοστού από το μισθό του και δεν έχει καμία ληξιπρόθεσμη οφειλή προς αυτό ή σε άλλον πιστωτή (ιδιώτη ή μη), μπορεί να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, καθόσον, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, η εξόφληση των πιστωτών δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, όταν η εξόφληση γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, όταν δηλαδή αδυνατεί να ικανοποιήσει τις βιοτικές του ανάγκες και να εξασφαλίσει ένα στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και τα προστατευόμενα μέλη της οικογένειάς του.

Το γεγονός ότι το ΤΠΔ παρακρατεί, με βάση τη μεταξύ αυτού και του δανειολήπτη - αναιρεσίβλητου σύμβαση εκχώρησης ποσοστού του μισθού του τελευταίου, ποσό από το μισθό του , δεν σημαίνει ότι για το λόγο αυτόν και μόνο ελλείπει η προϋπόθεση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής και της υπαγωγής του στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, εφόσον, μετά από έρευνα των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη και της οικογένειάς του, διαπιστωθεί ότι τα εισοδήματά του δεν επαρκούν για την κάλυψη των δαπανών για τις βιοτικές ανάγκες του , παράλληλα με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν.

Εξάλλου, ούτε η διάταξη του άρθρου 25 του ν. 3867/2010, που προβλέπει τη δυνατότητα του δανειολήπτη να ζητήσει από το Δ.Σ. του ΤΠΔ και να επιτύχει εξωδικαστική ρύθμιση του χρέους του, δεν αναιρεί οποιαδήποτε άλλη διαδικασία δικαστική, όπως η προκείμενη του ν. 3869/2010, καθώς με τις διατάξεις του νόμου αυτού προβλέπονται ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για τους δανειολήπτες από εκείνες του άρθρου 25 του ν. 3867/2010 και, επομένως, δεν μπορεί να στερηθεί τις ευνοϊκές αυτές ρυθμίσεις, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν.

Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμοι: Α) ο σχετικός, από τον αριθμόν 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν.3869/2010 (όπως αντικαταστάθηκε και ισχύει), αφενός διότι ο αναιρεσίβλητος δεν τελεί, ούτε τελούσε κατά τον χρόνο υποβολής της από 5-1-2018 και με αρ.

κατάθ. 1/2018 αίτησής του, σε κατάσταση γενικής και μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, ώστε δεν μπορεί να υπαχθεί στην ευνοϊκή ρύθμιση του ν.3869/2010, επειδή το μοναδικό του δάνειο προς το αναιρεσείον ΤΠΔ ήταν ενήμερο, εξυπηρετούμενο κανονικά λόγω εκχωρήσεως ποσοστού από τον μισθό του, ώστε αυτός (αναιρεσίβλητος) δεν είχε ούτε μία ληξιπρόθεσμη οφειλή έναντι του αναιρεσείοντος ΤΠΔ, ούτε έναντι οποιουδήποτε άλλου, αφετέρου διότι παρεχόταν στον αιτούντα - αναιρεσίβλητο και εξακολουθεί να παρέχεται από τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 3867/2010, η δυνατότητα να ζητήσει αυτός (δανειολήπτης και τώρα αναιρεσίβλητος) από το Δ.Σ.

του ΤΠΔ και να επιτύχει εξωδικαστική ρύθμιση του χρέους του. Επίσης και Β) ο σχετικός, από τον αριθμόν 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα που αφορά την συνδρομή στο πρόσωπο του δανειολήπτη και τώρα αναιρεσίβλητου της εκ του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 προϋπόθεσης, δηλαδή της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του.

Και τούτο διότι από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως , το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο , διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς ,σαφείς και χωρίς λογικά κενά αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και, συνεπώς η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων αιτιολογιών προκειμένου να καταλήξει στην εξαχθείσα κρίση του περί μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών του αναιρεσίβλητου.

Επιπλέον, το αναιρεσείον δεν προσδιορίζει στο αναιρετήριο ποιες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 1 περ. α ΚΠολΔ με την αιτίαση, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο με το να καταδικάσει το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης μετά την απόρριψη της έφεσής του ως ουσιαστικά αβάσιμης, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 ν.3869/2010, η οποία ως ειδική κατισχύει των γενικών διατάξεων και δεν προβλέπει την επιβολή δικαστικής δαπάνης στην ένδικη ειδική διαδικασία, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, διότι τα περιστατικά που δέχθηκε δεν πληρούσαν το πραγματικό του ως άνω ουσιαστικού κανόνα δικαίου.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο για το ζήτημα της δικαστικής δαπάνης δέχθηκε τα εξής: "...Τέλος τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου θα επιβληθούν , κατόπιν νομίμου αιτήματός του, σε βάρος του εκκαλούντος που χάνει τη δίκη κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό . ...

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το εκκαλούν στα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου , για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων τριάντα (330) ευρώ...". Κρίνοντας έτσι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο παραβίασε ευθέως την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 8 παρ.6 του Ν. 3869/2010, η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτής περί δικαστικών εξόδων.

Από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του ν.4139/2013, προκύπτει ότι, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο εκτός από εκείνους, που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως, αν, κατά την κρίση του, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση (ΑΠ 51/2016, ΑΠ 292/2015, ΑΠ 1749/2014).

Στην προκειμένη υπόθεση, κατ' εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 580 αρ. 3 ΚΠολΔ, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος αυτής ,που αφορά τη διάταξη περί δικαστικής δαπάνης και να δικαστεί από το Δικαστήριο τούτο, κατά το ως άνω μέρος της υπόθεσης, εφόσον δεν απολείπεται άλλο ζήτημα για να διευκρινιστεί, ούτε υπάρχει πλέον στάδιο περαιτέρω εκδίκασης της υπόθεσης κατά το ανωτέρω αναιρεθέν κεφάλαιο. Στη συνέχεια, πρέπει να απαλειφθεί από την προσβαλλόμενη η διάταξη περί δικαστικής δαπάνης. Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον ΝΠΔΔ δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση κατ'αρ. 28 παρ.4 ν.2579/1998 (ΑΠ 1150/2019, ΑΠ 1050/2021), ούτε επίσης, διάταξη περί δικαστικής δαπάνης σύμφωνα με όσα προεκτεθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αρ. 223/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης (ειδική διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας), το οποίο δίκασε ως Εφετείο, κατά το μέρος αυτής, που αφορά τη διάταξη περί δικαστικής δαπάνης.

Διακρατεί την υπόθεση και δικάζει κατά το κεφάλαιο τούτο.

Διατάσσει την απάλειψη από την προσβαλλόμενη απόφαση της διάταξης αυτής περί δικαστικής δαπάνης σε βάρος του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ".

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β' αρχαιότερος Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ