Supreme Court dismisses State's appeal on property ownership, rejecting arguments regarding legal basis and factual errors in lower court ruling.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against the First Instance Court's decision recognizing the plaintiff's property ownership. The State argued the lower court erred in its legal reasoning and accepted unproven facts regarding the plaintiff's possession history. The Court found the appeal inadmissible because the lower court's reasoning was clear, complete, and free of contradictions, thereby precluding a valid review of the substantive law application.
Legislator headnote
AI generatedArticles 571 and 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court's decision contains clear, complete, and non-contradictory reasoning that makes an external review of the substantive law application impossible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1070 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1070/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Σπυρίδωνα Κουλούρη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Δ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Φουρτούνη, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-7-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 373/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 91/2020 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 1-3-2021 (με αριθμό κατάθεσης 6/2021) αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 91/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 373/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, με την οποία έγινε δεκτή κατ'ουσίαν αναγνωριστική κυριότητας αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου και διόρθωσης της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα οικεία κτηματολογικά φύλλα ώστε από την εσφαλμένη αναγραφή "αγνώστου ιδιοκτήτη" να αναγραφεί το ορθό δηλαδή το σχετικό δικαίωμα κυριότητάς του του επί των συγκεκριμένου ακινήτου. Η ως άνω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553,556,558,564,566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).
Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παράβαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωσή του.
Η δε ποιοτική αοριστία δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται αντιστοίχως από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ(ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 1319/2020, ΑΠ 9/2020, ΑΠ 1089/2019).
Για το ορισμένο της αγωγής πρέπει το δικόγραφο αυτής, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, με τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου της νομικής της βασιμότητας.
Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκηση της αγωγής, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.
Η αοριστία αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων.(ΑΠ 1597/2018, 165/2018, ΑΠ 1274/2017, ΑΠ 862/2015). Ειδικότερα, από το συνδυασμό των άρθρων 974,1045, 1046 και 1094 ΑΚ, 1,3,4 παρ. 1, 6 παρ 1, 2,3,9,10 και 11 του Ν. 2664/1998, που ρυθμίζει τη λειτουργία του Εθνικού Κτηματολογίου, 70, 117, 118 εδ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο αγωγής διόρθωσης ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο κτηματολογικό φύλλο αναφορικά με τη λέξη "άγνωστος" ως δικαιούχου κυριότητας ακινήτου, με επικαλούμενη αιτία κτήσης από τον ενάγοντα-πραγματικό δικαιούχο κυριότητας την έκτακτη χρησικτησία, η οποία είναι πρωτίστως αναγνωριστική κυριότητας με παρεπόμενο το διαπλαστικό αίτημα της διόρθωσης των κτηματολογικών εγγραφών, απαιτείται να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο:
α) ότι ο πραγματικός δικαιούχος απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο και δη έκτακτη χρησικτησία κατά το χρονικό διάστημα πριν από την έναρξη λειτουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου σε μία περιοχή και είχε τέτοια κυριότητα στο συγκεκριμένο χρονικό σημείο, ήτοι την έναρξη λειτουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου, καθόσον κρίσιμος χρόνος για την έναρξη εμπραγμάτου δικαιώματος που προσβάλλεται με τις ανακριβείς πρώτες εγγραφές είναι αυτός της έναρξης του Εθνικού Κτηματολογίου σε μία περιοχή όπως καθορίζεται με σχετική απόφαση του ΟΚΧΕ για τις παλιές κτηματογραφήσεις και μετέπειτα με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και ήδη με τον Ν. 4512/2018 για τις νέες κτηματογραφήσεις με απόφαση του ΔΣ του ΝΠΔΔ "Ελληνικό Κτηματολόγιο" και όχι αυτός της έγερσης της αγωγής του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 2664/1998. (ΑΠ 1412/2021, ΑΠ 239/2021, ΑΠ 582/2018, ΑΠ 148/2016).
Για την επίκληση τη κυριότητας αποκτηθείσας με έκτακτη χρησικτησία αρκεί να αναφέρεται στο αγωγικό δικόγραφο ότι ο ενάγων επί εικοσαετία και μέχρι την έναρξη λειτουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου στην περιοχή όπου κείται το επίδικο ακίνητο συνεχώς ασκεί τη φυσική εξουσίαση επί του ακινήτου με διάνοια κυρίου (νομή), δηλ.
να αναφέρει εμφανείς υλικές πράξεις επ'αυτού, που να είναι δηλωτικές της βούλησής του να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλλουν ανάλογα με τον κατά τη βούλησή του προορισμό του ακινήτου, όπως είναι ενδεικτικά η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η εκμίσθωση σε τρίτο, η φύλαξή του, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση και καταμέτρηση των διαστάσεών του, η ανέγερση κτισμάτων κ.α., αν δε πρόκειται για αστικό ακίνητο η ενοικίαση σε αυτό και γενικά οι αρμόζουσες στην φύση του πράξεις εξουσίασης, χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας. (ΑΠ 911/2019, ΑΠ 336/2019).
β) περιγραφή του επιδίκου γεωτεμαχίου και δη αναφορά του Κωδικού Αριθμού Ειδικού Κτηματολογίου (ΚΑΕΚ) και γ) την ανακριβή εγγραφή που περιέχεται στο οικείο κτηματολογικό φύλλο του επίδικου γεωτεμαχίου και συγκεκριμένα ότι στις πρώτες εγγραφές αναγράφεται ως δικαιούχος κυριότητας "άγνωστος". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 του νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274(1856), οι γαίες στο Οθωμανικό Κράτος διαιρούνταν σε πέντε κατηγορίες:
α) τις γαίες καθαρής κυριότητας (εραζίτ μεμλουκέ), δηλαδή γαίες εξουσιαζόμενες λόγω κυριότητας, β) τις δημόσιες γαίες (εραζίτ μιριγέ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (εραζίτ μεβκουφέ), δ) τις εγκαταλελειμμένες γαίες (εραζίτ μετρουκέ) και ε)τις νεκρές γαίες (εραζίτ μεβάτ). Στο οθωμανικό κράτος ολόκληρη η γη ήταν δημόσια εκτός από τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας που καθορίζονται στο άρθρο 2 του ως άνω νόμου της 7ης Ραμαζάν και που παραχωρούνταν κατά κυριότητα σε ιδιώτες με αυτοκρατορικά (σουλτανικά) φιρμάνια (διατάγματα), ενώ δεν χωρούσε κατάλυση του χαρακτήρα της δημόσιας γης με κτητική παραγραφή (άρθρο 1248 ΟθΝπΓαιών).
Μετά την απελευθέρωση με τις διατάξεις των πρωτοκόλλων της 3.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4.6.1830, 19.6.1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου, καθώς και της από 3.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης το Ελληνικό Δημόσιο υπεισήλθε ως διάδοχος στα δικαιώματα του Οθωμανικού Δημοσίου επί της γης. 'Ετσι οι δημόσιες γαίες και όσες άλλες ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο κατά τον ως άνω οθωμανικό νόμο περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, χωρίς όμως από την διαδοχή αυτή να θιγούν τα αποκτηθέντα έως τότε εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα αποκτηθέντα κατά τον ίδιο οθωμανικό νόμο δικαιώματα εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί των δημοσίων γαιών.
Το ελληνικό Δημόσιο με τις παραπάνω ρυθμίσεις απέκτησε δυνάμει δικαιώματος πολέμου με αμάχητο τεκμήριο μόνον την κυριότητα εκείνων των ιδιοκτήτων γαιών, οι οποίες κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα του έτους 1821 έως την 3.2.1830 είτε εγκαταλείφθηκαν από τους απελθόντες στο εξωτερικό οθωμανούς κυρίους τους και καταλήφθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο, είτε δημεύθηκαν από τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις . 'Όμως οι διατάξεις των ως άνω πρωτοκόλλων της 3-22/1.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4/16.6.1830 και 1/7 (19-8) 1830, της από 3.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, δια των οποίων περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, δικαιώματι πολέμου, οι αναφερόμενες σε αυτά γαίες, δεν έθιξαν τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών επί κτημάτων τα οποία κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης κατέχονταν από Έλληνες ιδιώτες με διάνοια κυρίου,έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό τίτλο.
Για τα αδέσποτα ακίνητα καθιερώθηκε το πρώτον το έτος 1937, ότι ανήκουν στο Δημόσιο, με το άρθρο 16 του ν. της 21.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", με το οποίο ορίσθηκε ότι "όλα τα παρ' ιδιωτών ή κοινοτήτων μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα, καθώς και τα των ακλήρων αποθανόντων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμέναι απαιτήσεις, ανήκουν στο Δημόσιο".
Στη συνέχεια η αρχή αυτή επαναλήφθηκε με το άρθρο 2 του ν. 1539/1938 και μετά την ισχύ του ΑΚ με το άρθρο 972 αυτού. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντορωμαϊκού δικαίου των ν. 1,23 Πανδ. (47,1), Εισ. 47 (2.1), προϋπόθεση για την περιέλευση κάποιου πράγματος στην κατηγορία των αδεσπότων, ήτοι των πραγμάτων, τα οποία είναι μεν ικανά να τεθούν υπό ανθρώπινη εξουσίαση, αλλά δεν υπάρχει κύριος τούτων, και τα οποία, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 16 του ν. 21.6/10.7.1837, ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο, είναι όχι μόνο η εγκατάλειψη της νομής του πράγματος (κινητού ή ακινήτου), αλλά και η βούληση εγκατάλειψης του πράγματος, δηλαδή απόφαση του κυρίου περί παραιτήσεως αυτού από την κυριότητα, χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβίβασης του πράγματος σε συγκεκριμένο πρόσωπο.
Η βούληση του κυρίου πρέπει να εκδηλώνεται υπό συνθήκες που δεν καθιστούν αυτήν αμφίβολη και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο παραιτούμενος ήταν κύριος του πράγματος. Γα την εγκατάλειψη του ακινήτου με σκοπό παραίτησης από την κυριότητα, κατά το προϊσχύσαν βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, δεν απαιτείτο ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή, όπως ήδη απαιτείται υπό την ισχύ του ΑΚ (ΑΠ 974/2008).
Περαιτέρω, επί δημοσίων κτημάτων ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη, με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις έχουσες εφαρμογή, κατ` άρθρο 51 Εισ.ΝΑΚ, για τον προ της ενάρξεως ισχύος του Α.Κ. χρόνο, διατάξεις του ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν 9 παρ. 1 Πανδ. (50, 14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν.6 Πανδ. (44.3), ν.76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν.7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), δηλαδή κατόπιν ασκήσεως νομής, πάνω στο δημόσιο κτήμα με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ` ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), ν.27 Πανδ. (18.1), ν.10, 17 της 48 Πανδ. (41.3), ν.3 Πανδ.(41.10) της ν. 109 Πανδ. (50.16), καθώς και με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της ιδικής του νομής και εκείνο του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει, με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία (βλ.
και τις διατάξεις του ν. 18, 24 παρ. 1 Πανδ. (41.3), παρ. 9 Εισηγ. (2.6), ν.2 Κωδ. (7.30), Βασ. (50.10). Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το μεταγενέστερο νόμο της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμεναι διατάξεις" επομένως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του άνω νόμου της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα εφόσον η τριακονταετής νομή αυτών, κατά τις διατάξεις των ν.8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), Βασ.9 παρ. 1 (50.14) είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11 Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του νόμου ΔΞΗ'/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και τη 16-5-1926 και αφ` ετέρου του άρθρου 21 του ν.δ.
της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ" που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν. ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" διατηρηθέντων σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. με το άρθρο 53 ΕισΝ αυτού, με τις οποίες διατάξεις ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του άρα και η χρησικτησία πάνω σ` αυτά.
Επί πλέον, κατά τις περί έκτακτης χρησικτησίας διατάξεις των άρθρων 974, 976 έως 979, 1045 και 1051 Α.Κ. εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος αυτού (έκτακτη χρησικτησία), εκείνος δε που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του .
Άσκηση δε νομής επί ακινήτου, που οδηγεί στην κτήση της κυριότητας αυτού με χρησικτησία, αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις επάνω σ' αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του και είναι δηλωτικές εξουσιάσεως αυτού με διάνοια κυρίου, δηλαδή με τη θέληση να το έχει δικό του. Τις υλικές αυτές πράξεις πρέπει να αναφέρει στην αγωγή του ενάγων που επικαλείται τη χρησικτησία και, εφόσον αμφισβητούνται, αποδεικνύονται από αυτόν, και δεν αρκεί η έκφραση ότι ο ενάγων νεμόταν το ακίνητο με διάνοια κυρίου χωρίς αναφορά των υλικών πράξεων που ενήργησε στο ακίνητο.
Η μη αναφορά δε αυτών των πράξεων καθιστά την αγωγή αόριστη. (ΑΠ 771/2021, ΑΠ 368/2020, ΑΠ 1088/2019, ΑΠ 583/2018). Στην περίπτωση αυτή που ο ενάγων θεμελιώνει το δικαίωμα κυριότητάς του στην έκτακτη χρησικτησία του Αστικού Κώδικα και ζητεί τη διόρθωση της ανακριβούς εγγραφής του επιδίκου ακινήτου ως αγνώστου ιδιοκτήτη, με βάση τις διατάξεις του ως άνω άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 2664/1998, αρκεί, όπως εκτέθηκε, να επικαλείται συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας στο πρόσωπό του έως την άσκηση της αγωγής ή στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου του έως το χρόνο της μεταβιβαστικής της κυριότητας σύμβασης και δεν οφείλει να επικαλεσθεί συμπλήρωση του τριακονταετούς χρόνου χρησικτησίας έως και την 11η.9.1915, με βάση τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ακόμη και όταν το Δημόσιο αμφισβητεί την κυριότητα του ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων του διότι, η επίκληση της αποκτήσεως χρησικτησίας μέχρι τις 11.9.2015 προϋποθέτει δημόσιο κτήμα, πράγμα το οποίο δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής, αλλά περιεχόμενο ισχυρισμού η απόδειξη του οποίου βαρύνει το Δημόσιο (ΑΠ 1214/2020, ΑΠ 643/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εξέθετε στην αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας ότι είναι κύριος σε ποσοστό 75% εξ αδιαιρέτου αστικού ακινήτου, ήτοι ισογείου καταστήματος που βρίσκεται στην πόλη της Μεσσήνης του ομώνυμου Δήμου στη θέση "..." επί της οδού ..., το οποίο αποτυπώνεται περιμετρικά με τα στοιχεία 1-2-3-4-1 στο από μηνός Ιουνίου 2018 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Σ.
Σ., έχει επιφάνεια σύμφωνα με το ως άνω τοπογραφικό 66,17 τ.μ., το οποίο απέκτησε με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, κατόπιν άτυπης δωρεάς κατά το έτος 1986 του πατέρα του Δ. Δ. , και έκτοτε νεμόταν και κατείχε αυτό κατά το ως άνω ποσοστό, ασκώντας σ'αυτό συνεχώς, χωρίς να ενοχληθεί από κανένα, με διάνοια κυρίου, εμφανείς υλικές διακατοχικές πράξεις νομής, ήτοι το χρησιμοποιούσε αρχικά ως βοηθητικό χώρο-αποθήκη για την επιχείρησή του, που λειτουργούσε σε κοντινή απόσταση και στη συνεχεία μετά την ανακαίνισή του το έτος 1994 στέγασε εκεί έως το έτος 2007 επιχείρηση-καφετέρια και έκτοτε προέβη σε δεύτερη ανακαίνιση, μεταβάλλοντας την άδεια λειτουργίας του και το μετέτρεψε σε αναψυκτήριο-οβελιστήριο, ενώ επί πλέον φρόντιζε για την επίβλεψη, τον καθαρισμό του και την καταβολή των αναλογούντων σε αυτό φόρων.
Ότι στον πατέρα του περιήλθε το επίδικο κατά το ως άνω ποσοστό κατόπιν άτυπης δωρεάς το έτος 1970 από την Α. συζ. Φ. Μ. το γένος Ι. και Β. Μ., και έκτοτε νεμόταν αυτό συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια κυρίου μέχρι το έτος 1986, οπότε, όπως προεκτέθηκε, του το δώρησε άτυπα, στεγάζοντας σε αυτό όλα τα ανωτέρω έτη την επιχείρησή του (μπιλιάρδα, ποδοσφαιράκια και συναφή είδη ψυχαγωγίας).
Επικαλούμενος δε στην αγωγή του ο ενάγων ότι το Εθνικό Κτηματολόγιο άρχισε να λειτουργεί στην ως άνω περιοχή στις 11.04.2005, οπότε και ο ίδιος διαπίστωσε ότι στις πρώτες εγγραφές το ανωτέρω αστικό ακίνητο καταχωρίστηκε στα οικεία κτηματολογικά φύλλα με ΚΑΕΚ ... κατά το ως άνω ποσοστό 75% ως αγνώστου ιδιοκτήτη, ενώ ως προς το λοιπό ποσοστό (συγ)κυριότητας 25% καταχωρίστηκε στους (συγ)κυρίους αυτού Γ.
Μ. και Δ. Μ., σε ποσοστό 12,5% στον καθένα, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι κατά το χρόνο έναρξης λειτουργίας του Κτηματολογικού Γραφείου Μεσσήνης-Παμίσου, ήταν πλήρης και αποκλειστικός κύριος του επιδίκου ακινήτου κατά ποσοστό 75% εξ αδιαιρέτου και να διορθωθούν οι αρχικές εγγραφές που θίγουν το εν λόγω εμπράγματο δικαίωμά του, ώστε να καταχωριστεί στα οικεία κτηματολογικά φύλλα με ΚΑΕΚ ...
ως κύριος σε ποσοστό 75% ο ίδιος, με αιτία κτήσης την έκτακτη χρησικτησία, αντί της εσφαλμένης εγγραφής "αγνώστου ιδιοκτήτη". Υπό τα δεδομένα αυτά η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, εφόσον σε αυτήν αναφέρεται ο πρωτότυπος τρόπος κτήσης (συγ)κυριότητας του ενάγοντος σε ποσοστό 75% εξ αδιαιρέτου επί του πλήρως περιγραφομένου κατά θέση, έκταση και όρια αστικού ακινήτου, με την επίκληση της άσκησης εμφανών υλικών πράξεων σε αυτό από τον ίδιο, αλλά και από τον δικαιοπάροχο- πατέρα του για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την εικοσαετία,ήτοι από το έτος 1970 μέχρι την έναρξη του Εθνικού Κτηματολογίου στην περιοχή στις 11.04.2005, όπως επίσης αναφέρεται ο ΚΑΕΚ του επίδικου ακινήτου και η ανακρίβεια της πρώτης εγγραφής.
Κατά συνέπεια ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση της διατάξεως του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο που την εξέδωσε δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή μη δεχόμενο τον προβαλλόμενο ενώπιόν του με λόγο εφέσεως σχετικό ισχυρισμό του περί αοριστίας αυτής λόγω μη επίκλησης των προϋποθέσεων κτήσης κυριότητας του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου με την αναφορά συγκεκριμένων πράξεων νομής των απώτερων δικαιοπαρόχων του ενάγοντος-αναιρεσίβλητου επί τριάντα έτη μέχρι 11.9.1915, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, είναι αβάσιμος.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ1103/2011).
Επίσης, κατά τις διατάξεις του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται όμως και όταν είναι μη νόμιμος και επομένως δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 733/2020), όπως επίσης και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 8/2020, ΑΠ 122/2019) γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό. (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 8/2020, ΑΠ 841/2017).
Τέλος, κατά το άρθρο 338 παρ. 1 του ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση.
Το πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής ως προς το υποκειμενικό βάρος αποδείξεως, τον προσδιορισμό) δηλαδή, από το δικαστήριο του διαδίκου που βαρύνεται με την προσκομιδή του αποδεικτικού υλικού προς απόδειξη των θεμελιωτικών της αξιώσεώς του γεγονότων, έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση με τον ν. 2915/2001 της προδικαστικής αποφάσεως και την εφαρμογή σε όλες τις υποθέσεις της διαδικασίας του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να ορίζει ποιος από τους διαδίκους φέρει το βάρος αποδείξεως εκτιμά ελευθέρως τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και κρίνει εάν αποδείχθηκαν ή όχι οι προβαλλόμενοι πραγματικοί ισχυρισμοί.
Κατά συνέπεια, δεν τίθεται πλέον θέμα εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το (υποκειμενικό) βάρος αποδείξεως και, συνακολούθως δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθμ. 13 Κ.Πολ.Δ., σχετικός λόγος αναιρέσεως. Τον λόγο αυτό αναιρέσεως, όμως, μπορεί να θεμελιώσει η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως που υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή, αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα (Α.Π. 186/2018,193/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της τελεσίδικης 91/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας προκύπτει ότι με αυτήν έγιναν δεκτά ανελέγκτως τα ακόλουθα: " Ο πατέρας του ενάγοντος, Δ. Δ., το έτος 1986 παραχώρησε με άτυπη δωρεά προς αυτόν..., το 75% εξ αδιαιρέτου από ένα αστικό ακίνητο, ήτοι ισόγειο κατάστημα, που βρίσκεται στην πόλη της Μεσσήνης του ομώνυμου Δήμου, στη θέση "...", επί της οδού ..., το οποίο αποτυπώνεται περιμετρικά με τα στοιχεία 1-2-3-4-1 στο από μηνός Ιουνίου 2018 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Σ.
Σ., έχει επιφάνεια σύμφωνα με το ως άνω τοπογραφικό 66,17 τ.μ. ..., το οποίο ταυτίζεται με το ακίνητο που φέρει ΚΑΕΚ ... στο Κτηματολογικό Γραφείο Μεσσήνης-Παμίσου και έχει εμβαδόν σύμφωνα με το κτηματολόγιο, 70 τ.μ. Ο ως άνω δικαιοπάροχος του ενάγοντος υπεισήλθε στη νομή του επιδίκου κατά το ως άνω ποσοστό το έτος 1970, κατόπιν άτυπης δωρεάς από την Α.
συζ. Φ. Μ. το γένος Ι. και Β. Μ. και έκτοτε το νεμόταν, χωρίς να ενοχληθεί από κανέναν, με διάνοια κυρίου, στεγάζοντας σ'αυτό την επιχείρησή του (μπιλιάρδα, ποδοσφαιράκια και συναφή είδη ψυχαγωγίας), η οποία λειτουργούσε στο χώρο εκείνο συνεχώς έως το έτος 1986 που το δώρησε στον ενάγοντα. Ο ενάγων από το έτος 1986 νεμόταν και κατείχε το επίδικο κατά το ως άνω ποσοστό, ασκώντας σ'αυτό συνεχώς, χωρίς να ενοχληθεί από κανένα, μεδιάνοια κυρίου, εμφανείς υλικές διακατοχικές πράξεις νομής, ήτοι το χρησιμοποιούσε αρχικά ως βοηθητικό χώρο-αποθήκη για την επιχείρησή του, που λειτουργούσε σε κοντινή απόσταση επί της οδού ..., εν συνεχεία το έτος 1994 το ανακαίνισε και στέγασε εκεί έως το έτος 2007 επιχείρηση-καφετέρια και έκτοτε προέβη σε δεύτερη ανακαίνιση, μεταβάλλοντας την άδεια λειτουργίας του και το μετέτρεψε σε αναψυκτήριο-οβελιστήριο, το οποίο λειτουργεί έως σήμερα, χωρίς ουδέποτε ο ενάγων να οχληθεί από τρίτο πρόσωπο, ενώ επί πλέον φρόντιζε για την επίβλεψη, τον καθαρισμό του και την καταβολή των αναλογούντων σε αυτό φόρων, όπως επιβεβαιώνουν τα ως άνω περιστατικά οι μάρτυρες στις ένορκες βεβαιώσεις τους.
Με τον τρόπο αυτό ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος κατέστη κύριος του επίδικου ακινήτου κατά το ανωτέρω ποσοστό (75%), με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας ήδη από το έτος 1990, προσμετρώντας στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνης του δικαιοπαρόχου πατέρα του από το έτος 1970 και συνεπώς είχε την ιδιότητα του κυρίου αυτού κατά τις 11.04.2005, ημερομηνία έναρξης του κτηματολογίου στην περιοχή.
Πλην όμως, κατά τη διάρκεια της κτηματογράφησης για την ένταξη της εν λόγω περιοχής, οπότε και κλήθηκαν να υποβάλουν δηλώσεις ιδιοκτησίας κατ'άρθρο 2 του Ν. 2308/1995 οι δικαιούχοι εγγραπτέων δικαιωμάτων επί των ακινήτων της περιοχής, ο ενάγων παρέλειψε να δηλώσει το ως άνω δικαίωμά του επ'αυτού με αποτέλεσμα αυτό, στα οικεία κτηματολογικά φύλλα του ακινήτου με ΚΑΕΚ ..., να φαίνεται κατά το ως άνω ποσοστό 75% ως αγνώστου ιδιοκτήτη.
Αξίζει όμως να σημειωθεί ότι σε υποβολή δήλωσης ιδιοκτησίας γι'αυτό δεν προέβη ούτε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, που όψιμα και αναιτιολόγητα προβάλει σήμερα δικαιώματα κυριότητας, καθόσον με το άρθρο 3 του Ν. 4164/2013 υποχρεώθηκε και εκείνο σε υποβολή δήλωσης ιδιοκτησίας για τα ακίνητα που του ανήκαν. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, που προέβαλε πρωτοδίκως με τις προτάσεις του και επαναφέρει εν προκειμένω με το δεύτερο λόγο της έφεσής του ..., ότι δηλ.
το επίδικο ακίνητο ανήκει στην κυριότητά του, καθόσον περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο υπό την ιδιότητά του ως διαδόχου του Τουρκικού Δημοσίου με τα πρωτόκολλα του Λονδίνου της 03.02.1830, 04/16.06.1830 και 19.06/01.07.1830, με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίστηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, σε συνδυασμό με την από 09.07.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, και το άρθρο 16 του νόμου της 21.06/03.07.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", ως καταληφθέν και δημευθέν κατά τη διάρκεια του αγώνα της ανεξαρτησίας, άλλως ως εγκαταλελειμμένο από τους άλλοτε κυρίους του Οθωμανούς και μη καταληφθέν από τρίτο, άλλως ως αδέσποτο κατά τις διατάξεις του από 10.07.1837 βασιλικού διατάγματος, άλλως με τα προσόντα της τακτικής, άλλως έκτακτης χρησικτησίας, ουδόλως αποδείχθηκε.
Ειδικότερα πρωτίστως το εκκαλούν δεν προσκόμισε μετ'επικλήσεως κανένα αποδεικτικό στοιχείο, από το οποίο να προκύπτει ότι το επίδικο ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο ή σε Τούρκους υπηκόους που εγκατέλειψαν την επικράτεια κατά την επανάσταση και δεν διατήρησαν τις ιδιοκτησίες τους, ούτε επανέκαμψαν στην Ελλάδα, ή δημεύτηκαν, ούτε ότι ήταν αδέσποτο, ούτε ότι το νεμήθηκε με τα προσόντα της τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας.
Απεναντίας, στο υπ'αριθ. πρωτ. ... έγγραφο του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Μεσσηνίας ρητά αναφέρεται ότι το επίδικο δεν αποτελεί εντοπισμένο- καταγεγραμμένο δημόσιο κτήμα, η δε αναφορά του ως άνω εγγράφου ότι επειδή "δεν διενεργήθηκε η έρευνα που προβλέπουν οι διατάξεις των άρθρων 8 και 25 του ΑΝ 1539/1938, ως εκ τούτου το Ελληνικό Δημόσιο (Υπουργείο Οικονομικών) με το παρόν έγγραφο δεν πιστοποιεί τη μη προβολή δικαιωμάτων του επ'αυτού σύμφωνα με τις διατάξεις περί Δημοσίων Κτημάτων, είναι άνευ έννομης συνέπειας, διότι με το άρθρο 24 του Ν. 3983/2011 καταργήθηκε η υποχρέωση έρευνας κατ'άρθρο 8 του ΑΝ 1539/1938 για τις αγωγές του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 2664/1998.
Εξάλλου, αν το Ελληνικό Δημόσιο θεωρούσε ότι το επίδικο είναι δημόσιο κτήμα, θα το είχε καταχωρίσει ως τέτοιο στο Ειδικό Βιβλίο κατ'άρθρο 25 του Ν. 1539/1938, θα είχε συντάξει σε βάρος του ενάγοντος πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής ή αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης και θα είχε υποβάλει δήλωση ιδιοκτησίας κατά την κτηματογράφηση, πλην όμως σε ουδεμία τοιαύτη ενέργεια προέβη.
Επιπλέον δε, όπως αποδείχθηκε, το εκκαλούν ούτε για το υπόλοιπο ποσοστό αυτού 25% υπέβαλε δήλωση ιδιοκτησίας κατά την κτηματογράφηση και μάλιστα οι πρώτες εγγραφές δεν προσβάλλονται ως προς το ποσοστό αυτό (25%), οι οποίες αναγράφουν ως (συγ)κυρίους τον Γ. Μ. (ποσοστό 12,5%) και τον Δ. Μ. (ποσοστό 12,5%). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί του εναγομένου περί του ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στην κυριότητά του συνιστούν ενστάσεις και ακολούθως τους απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμους, δεν υπέπεσε στη νομική πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους της αποδείξεως, καθόσον, ...
οι από τις παραπάνω διατάξεις ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, που προβάλλονται από αυτό προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, αποτελούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γένησης του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος και όχι αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής.
Επομένως, τις συνέπειες του μη σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποιθήσεως του επικαλουμένου γεγονότος ότι το επίδικο ήταν δημόσιο κτήμα, τις έφερε το ενιστάμενο-εναγόμενο και ήδη εκκαλούν και όχι ο εφεσίβλητος-ενάγων. Ενόψει τούτων, ο ισχυρισμός του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος, ... περί εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους της απόδειξης ως προς τους προταθέντες από το εκκαλούν-εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ισχυρισμούς περί αποκτήσεως από αυτό της κυριότητας του επιδίκου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, οι επικαλούμενες με το δεύτερο λόγο της έφεσης του εναγομένου... παραβιάσεις των ανωτέρω πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της Συνθήκης της Κων/λεως, καθώς και των περί εκτάκτου χρησικτησίας διατάξεων του προϊσχύσαντος, του Αστικού Κώδικα, ΒΡΔ, για το μέχρι τις 11.9.1915 διάστημα, στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι έγινε δεκτό ότι το ένδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου με τις προϋποθέσεις των εν λόγω πρωτοκόλλων και Συνθήκης, καθώς και ότι το επίδικο ήταν δημόσιο κτήμα και δεκτικό έκτακτης χρησικτησίας μέχρι τις 11.9.1915ενώ τούτο όπως έχει ήδη αναφερθεί δεν συμβαίνει, καθόσον αντικείμενο της ένδικης διαφοράς αποτελούσε η απόκτηση της κυριότητας του ενδίκου ακινήτου από τον ενάγοντα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, κατά τις διατάξεις του ΑΚ και μόνο.
Κατόπιν των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά την έναρξη της λειτουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου στην περιοχή της Μεσσήνης (11.04.2005) ο ενάγων ήταν κύριος του επιδίκου ακινήτου κατά ποσοστό 75% εξ αδιαιρέτου, με τίτλο και αιτία κτήσης την έκτακτη χρησικτησία και συνακόλουθα χρήζει διόρθωσης η πρώτη εγγραφή περί "αγνώστου ιδιοκτήτη" στο οικείο κτηματολογικό φύλλο με ΚΑΕΚ ..., ώστε να καταχωρισθεί αυτός ως δικαιούχος κυριότητας κατά το ανωτέρω ποσοστό..." Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του τις παραδοχές : 1) ότι το επίδικο αστικό ακίνητο , εμβαδού 70 τ.μ., που βρίσκεται στην πόλη της Μεσσήνης του ομώνυμου Δήμου, στη θέση "..." , περιήλθε στην κυριότητα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσβλήτου, το έτος 1986 δυνάμει άτυπης δωρεάς από τον πατέρα του Δ.
Δ., 2) ότι στο δικαιοπάροχο του αναιρεσιβλήτου Δ. Δ. το εν ακίνητο είχε περιέλθει, με άτυπη δωρεά κατά το έτος 1970, από την Α. συζ. Φ. Μ. το γένος Ι. και Β. Μ., 3) ότι το επίδικο ακίνητο, το οποίο ανέκαθεν ήταν ιδιωτική ιδιοκτησία, ο ενάγων και ο άμεσος δικαιοπάροχός του νέμονταν, ως κύριοι, από το έτος 1970, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις νομής, και ειδικότερα την χρησιμοποιούσαν για την άσκηση των ως άνω επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων και ως αποθήκη- βοηθητικό χώρο αυτών, φρόντιζαν για την ανακαίνιση, την επίβλεψη, τον καθαρισμό του και την καταβολή των αναλογούντων σε αυτό φόρων. 4) ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, δεν απέκτησε ποτέ κυριότητα στο επίδικο, με το δικαίωμα πολέμου, δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, καθόσον δεν απέδειξε ότι αυτό μέχρι την επανάσταση του 1821 ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο ή σε τούρκους υπηκόους, που εγκατέλειψαν την Επικράτεια κατά την επανάσταση και δεν διατήρησαν τις ιδιοκτησίες τους, τα οποία κατέλαβε κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα και δήμευσε (1821-1830), ούτε ποτέ νεμήθηκε τούτο το αναιρεσείον, 5) ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, κατά το χρόνο λειτουργίας του Κτηματολογίου στην περιοχή που βρίσκεται το επίδικο ακίνητο (11.4.2005) είχε καταστεί κύριος αυτού με τον προαναφερόμενο πρωτότυπο τρόπο ήτοι με έκτακτη χρησικτησία, ασκώντας συνεχώς και αδιαλείπτως τις ως άνω πράξεις νομής σε αυτό από το έτος 1986, χωρίς να ενοχληθεί από κανένα, προσμετρώντας στο χρόνο της νομής του και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, ο οποίος το κατείχε και το νεμόταν από το έτος 1970. 6) ότι ο ενάγων κατά το χρόνο έναρξης του Κτηματολογίου στην περιοχή που βρίσκεται το επίδικο ακίνητο παρέλειψε να δηλώσει το δικαίωμα κυριότητάς του επί αυτού σε ποσοστό 75% εξ αδιαιρέτου με αποτέλεσμα να καταχωρισθεί στα οικεία κτηματολογικά βιβλία το ως άνω ποσοστό 75% εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου ως ανήκον σε άγνωστο ιδιοκτήτη.
Κατόπιν τούτου, το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή του αναιρεσίβλητου ως βάσιμη κατ'ουσίαν και αναγνώρισε αυτόν κύριο του επιδίκου, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Υπό τα δεδομένα αυτά το Εφετείο που δέχθηκε:
α) ότι ο ενάγων κατέστη κύριος σε ποσοστό 75% του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας αποφαινόμενο εν τέλει ότι ενόψει αυτού, πρέπει να διορθωθεί η ανακριβής πρώτη εγγραφή στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Μεσσήνης - Παμίσου , ώστε στο κτηματολογικό φύλλο του εν λόγω ακινήτου με ΚΑΕΚ ..., στο ως άνω ποσοστό 75% εξ αδιαιρέτου αυτού αντί του εσφαλμένου "αγνώστου ιδιοκτήτη " να καταχωριστεί ο ενάγων ως αποκλειστικός κύριος αυτού, και β) ότι το επίδικο ακίνητο ουδέποτε αποτέλεσε δημόσιο κτήμα, καθόσον το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν απέδειξε τους καταλυτικούς της αγωγής του αναιρεσίβλητους ισχυρισμούς - ενστάσεις του, περί του ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητά του ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου με βάση τις ως άνω συνθήκες των πρωτοκόλλων της 3-22/1.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", των ερμηνευτικών του εν λόγω πρωτοκόλλου κειμένων των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4/16.6.1830 και 1/7 (19-8) 1830, της από 3.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, τις διατάξεις των άρθρων 18 και 21 του Ν.
της 21.6/3.7. 1837 "περί διακρίσεως των δημοσίων κτημάτων", ούτε ως αδέσποτο εγκαταλελειμμένο από τους άλλοτε ιδιοκτήτες του Οθωμανούς ΚΠολΔ, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 16 του νόμου της 21-6/3.7.1837 με το οποίο καθιερώθηκε, το πρώτον το έτος 1837, ότι τα αδέσποτα ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο, ούτε με τα προσόντα της τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους της αποδείξεως.
Τούτο δε, διότι, το αναιρεσείον βαρυνόταν με την απόδειξη των επικαλούμενων από το ίδιο πραγματικών περιστατικών, που καθιστούσαν το επίδικο δημόσιο κτήμα, καθόσον οι ως άνω ισχυρισμοί του αποτελούσαν σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην οικεία νομική σκέψη ενστάσεις προς αντίκρουση της στηριζόμενης στην έκτακτη χρησικτησία αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής του αναιρεσιβλήτου και όχι αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής , όπως ορθά με βάση τα όσα δέχθηκε έκρινε το Εφετείο και είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο το αναιρεσείον, υποστηρίζοντας τα αντίθετα,αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Επί πλέον, με τον τρίτο και τελευταίο (επικουρικό) λόγο αναιρέσεως, το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των αριθμών 19 και 8 ΚΠολΔ. Ειδικότερα με τον λόγο αυτό το αναιρεσείον αιτιάται ότι το Εφετείο που έκρινε με ελλιπείς αιτιολογίες, ότι στο πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου, κατά το χρόνο λειτουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου στην περιοχή της Μεσσήνης (11.4.2005) είχαν συμπληρωθεί οι προϋποθέσεις της κτήσεως κυριότητας (συγκυριότητας ) του αναιρεσιβλήτου σε ποσοστό 75% εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας με την προσμέτρηση στη δική του νομή και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου του από το έτος 1970, αφενός μεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, παραβιάζοντας εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1045 και 1051 του ΑΚ, με την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους, αφετέρου δε δέχθηκε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε από τον αναιρεσίβλητο, περί προσμέτρησης στη δική του νομή της νομής του δικαιοπαρόχου του, και έτσι κατέληξε στο ως άνω εσφαλμένο συμπέρασμα περί αποκτήσεως της κυριότητας του αναιρεσιβλήτου, η οποία δεν θα είχε αποκτηθεί, μόνο με τη διαδρομή του χρόνου της δικής του νομής επί του επιδίκου ακινήτου από το έτος 1986 μέχρι το έτος 2005.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, ως προς αμφότερα τα σκέλη του περί παραβιάσεως των αριθμών 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ από το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του. Ειδικότερα, όσον αφορά στην παραβίαση του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, διότι ο αναιρεσίβλητος, ανέφερε στην αγωγή του περιστατικά περί της αδιάλειπτης και ανενόχλητης νομής του επιδίκου ακινήτου από το δικαιοπάροχο του πατέρα του από το έτος 1970 οπότε τουδωρίθηκε άτυπα από τη δικαιοπάροχό του μέχρι το έτος 1986, οπότε ο ίδιος το δώρισε άτυπα στον αναιρεσίβλητο, τα οποία εκτιμήθηκαν ανελέγκτως από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι στοιχειοθετούν ισχυρισμό αυτού περί προσμετρήσεως στην έκτοτε αδιάλειπτη και ανενόχλητη νομή του ίδιου σε ποσοστό 75% εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου ακινήτου και της νομής του δικαιοπαρόχου του, όσον αφορά δε στην παραβίαση του αριθμού 19 του άρθρυ 559 του ίδιου Κώδικα, καθόσον με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ` αυτές σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εκ πλαγίου ερμηνεία των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων τις οποίες εφάρμοσε, δεχόμενο ότι στο πρόσωπο του άμεσου δικαιοπαρόχου του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου και του ίδιου συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις της κτήσης κυριότητας (συγκυριότητας) στο επίδικο ακίνητο σε ποσοστό 75% εξ αδιαιρέτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος ετέρου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 91/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας και να καταδικαστεί το αναιρεσείον ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένη όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της 134423/28.12.1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'/11/20.1.1993) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 91/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουλίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ