Supreme Court remands case for retrial due to lack of factual findings on contract invalidity grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Fifth Chamber of the Athens Court of Appeal's decision rejecting the plaintiff's claim for payment. The court found the lower court failed to establish whether the contract was invalid or if the defendant's refusal to pay was legally justified. Consequently, the case was remanded for a new trial with a different panel to address these substantive issues.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577, 580 of the Code of Civil Procedure; A judgment is annulled and remanded for retrial when the lower court fails to provide sufficient factual findings regarding the validity of a contract or the legal basis for refusing payment, thereby preventing a review of the substantive legal conditions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1070 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1070/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου – Στρατουδάκη – Εισηγήτρια και Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Μαΐου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:
Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία «ΔΡΟΜΟΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΜΕΛΕΤΗΤΕΣ Ε.Π.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Άννα Χασάπη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου:
Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «ΣΤΑΘΕΡΕΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και το διακριτικό τίτλο «ΣΤΑΣΥ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα ως καθολική διάδοχος της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΜ Α.Ε.», η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Παλούκη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28.12.2011 προσφυγή – αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 2213/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10.10.2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Νόμιμα φέρεται, με κλήση της αναιρεσείουσας, προς συζήτηση η από 10-10-2017 αίτηση αναίρεσης, μετά τη ματαίωση της συζήτησής της κατά τη δικάσιμο της 18.05.2020 λόγω διεξαγωγής ευρωεκλογών.
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 2213/2017 τελεσίδικη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε κατά την ειδική διαδικασία εκδίκασης διαφορών από δημόσια έργα και δημόσιες μελέτες, με την οποία απορρίφθηκε η από 28.12.2011 προσφυγή και η σωρευόμενη σ'αυτήν αγωγή της αναιρεσείουσας «ΔΡΟΜΟΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΜΕΛΕΤΗΤΕΣ ΕΠΕ» κατά της αναιρεσίβλητης «ΣΤΑΘΕΡΕΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΕ» («ΣΤΑΣΥ ΑΕ»), ως οιονεί καθολικής διαδόχου της «ΤΡΑΜ ΑΕ», μετά τη συγχώνευσή της δι’ απορροφήσεώς της από την αναιρεσίβλητη, με αντικείμενο την ακυρότητα της άρνησης της αναιρεσίβλητης να καταβάλει στην αναιρεσείουσα την αμοιβή της για την εκπόνηση ολοκληρωθείσας δημόσιας προμελέτης βάσει του 3ου υποβληθέντος λογαριασμού και την καταβολή αυτής της αμοιβής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου. Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
[II] Το άρθρο 41 του νόμου 3316/2005, ο οποίος ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο και είναι εφαρμοστέος κατ’ αυτήν, προβλέπει ως προς τη διοικητική και δικαστική επίλυση διαφορών από την εκτέλεση δημόσιων συμβάσεων εκπόνησης μελετών, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
«1. Στις περιπτώσεις που ρητά ορίζεται στο νόμο αυτόν, καθώς και σε κάθε άλλη περίπτωση εκτελεστής πράξης ή παράλειψης της Διευθύνουσας Υπηρεσίας που βλάπτει για πρώτη φορά, άμεσα, δικαίωμα του αναδόχου, ασκείται ένσταση μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από την κοινοποίηση της πράξης. Εφόσον δεν υφίσταται δέσμια αρμοδιότητα της υπηρεσίας για την έκδοση ρητής πράξης, προϋπόθεση ώστε να θεωρηθεί επιτρεπτή η ένσταση κατά παραλείψεως είναι να έχει προηγηθεί η υποβολή εγγράφου αιτήματος του αναδόχου με συγκεκριμένο περιεχόμενο και να παρέλθει ένας τουλάχιστον μήνας από της υποβολής του. Η προθεσμία της ένστασης στην περίπτωση αυτή διαρκεί μέχρι την έγκριση του σταδίου της μελέτης ή την παραλαβή της υπηρεσίας, εκτός αν γνωστοποιηθεί εγγράφως από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία στον ανάδοχο ότι η διοίκηση δεν πρόκειται να εκδώσει ρητή πράξη επί του αιτήματός του. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να τον ενημερώνει κατά το δεύτερο εδάφιο της επόμενης παραγράφου.
2. Μη εκτελεστές πράξεις της Διευθύνουσας Υπηρεσίας, όπως επιβεβαιωτικές πράξεις ή παραλείψεις, ενημερωτικά έγγραφα της υπηρεσίας και γραπτές υπενθυμίσεις προς τον ανάδοχο των νόμιμων και συμβατικών του υποχρεώσεων δεν προσβάλλονται με ένσταση. Επί της βλαπτικής πράξης ή επί του εγγράφου με το οποίο κοινοποιείται η πράξη στον ανάδοχο, σημειώνεται η προθεσμία ένστασης και η υπηρεσία στην οποία πρέπει να απευθυνθεί, διαφορετικά η προσφυγή που ασκείται στο αρμόδιο δικαστήριο θεωρείται ως παραδεκτή, παρά τη μη τήρηση ή πλημμελή τήρηση της σχετικής προδικασίας σύμφωνα με τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.
3. Η ένσταση απευθύνεται στην Προϊσταμένη Αρχή και ασκείται με κατάθεση στο πρωτόκολλο της Διευθύνουσας Υπηρεσίας ή με ταχυδρομική αποστολή επί αποδείξει ή με τηλεομοιοτυπία (FAX) προς τη Διευθύνουσα Υπηρεσία. Ως ημερομηνία κατάθεσης λογίζεται αντίστοιχα η ημερομηνία πρωτοκόλλησης ή η ημερομηνία του αποδεικτικού παραλαβής ή της αποστολής της τηλεομοιοτυπίας (FAX).
4. Η Προϊσταμένη Αρχή αποφασίζει μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από την υποβολή της ένστασης. Αν η ένσταση απορριφθεί εν μέρει ή στο σύνολό της ή αν παρέλθει άπρακτη η δίμηνη προθεσμία, ο ανάδοχος μπορεί να ασκήσει αίτηση θεραπείας σε προθεσμία σαράντα πέντε (45) ημερών, από την κοινοποίηση της απόφασης ή από την άπρακτη πάροδο της δίμηνης προθεσμίας. Αίτηση θεραπείας ασκείται και κατά των βλαπτικών εκτελεστών πράξεων ή παραλείψεων της Προϊσταμένης Αρχής ή του κυρίου του έργου, αν δημιουργείται για πρώτη φορά διαφωνία. Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 3 έχουν συμπληρωματική εφαρμογή στην αίτηση θεραπείας. Στις προθεσμίες της ένστασης και της αίτησης θεραπείας δεν περιλαμβάνεται η ημέρα κοινοποίησης της προσβαλλόμενης πράξης και γενικά ισχύουν οι γενικές διατάξεις περί υπολογισμού των προθεσμιών.
5. Η αίτηση θεραπείας απευθύνεται στον Υπουργό Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων ή στον καθ` ύλην αρμόδιο Υπουργό ή στο αρμόδιο κατά το νόμο όργανο του εργοδότη και ασκείται με κατάθεση στο πρωτόκολλο του οργάνου που είναι αρμόδιο για την εκδίκασή της ή με ταχυδρομική αποστολή επί αποδείξει ή με τηλεομοιοτυπία (FAX).
[...]
12. Η απόφαση επί της αιτήσεως θεραπείας εκδίδεται μέσα σε προθεσμία τεσσάρων (4) μηνών από την άσκησή της. Αν απορριφθεί εν όλω ή εν μέρει η αίτηση ή παρέλθει άπρακτη η προθεσμία, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να ασκήσει προσφυγή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 42. Αν η αίτηση θεραπείας γίνει δεκτή εν όλω ή εν μέρει, η διαφορά θεωρείται λυμένη κατά το μέρος αυτό και η απόφαση είναι εκτελεστή.
[...]
14. Για τη δικαστική επίλυση των διαφορών που προκύπτουν μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, κατά την εκτέλεση των συμβάσεων του άρθρου 1, εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου 13 του Ν. 1418/1984 (ΦΕΚ 23 Α'), όπως ισχύουν κάθε φορά. Αρμόδιο δικαστήριο είναι το διοικητικό ή το πολιτικό εφετείο της περιφέρειας στην οποία υπογράφηκε η σύμβαση. Παρέκταση της αρμοδιότητας δεν επιτρέπεται».
Στο εφαρμοζόμενο δε αναλόγως άρθρο 13 του νόμου 1418/1984, το οποίο αναφέρεται στη δικαστική επίλυση διαφοράς από δημόσια έργα, όπως αυτό τροποποιήθηκε και με τον νόμο 3481/2006 προβλέπεται:
«1. Κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών που προκύπτει από τη σύμβαση κατασκευής δημόσιου έργου επιλύεται με την άσκηση προσφυγής ή αγωγής στο αρμόδιο δικαστήριο κατά τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ή του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, με την επιφύλαξη των επόμενων παραγράφων. Η κατά τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας διάκριση μεταξύ των ενδίκων βοηθημάτων της προσφυγής και της αγωγής (άρθρα 63 και 71) ισχύει και στις διαφορές του παρόντος νόμου.
2. Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση των διαφορών αυτών είναι το διοικητικό ή πολιτικό εφετείο της περιφέρειας στην οποία εκτελείται το έργο. Παρέκταση αρμοδιότητας δεν επιτρέπεται Αν το έργο εκτελείται στην περιφέρεια δύο η περισσότερων εφετείων, αρμόδιο καθίσταται εκείνο που ορίζει ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Αρείου Πάγου, ύστερα από αίτηση εκείνου που ενδιαφέρεται να ασκήσει την προσφυγή.
3. Της προσφυγής στο εφετείο προηγείται υποχρεωτικά αίτηση θεραπείας, διαφορετικά η προσφυγή κηρύσσεται απαράδεκτη. Η προσφυγή στο εφετείο ασκείται μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης που εκδόθηκε στην αίτηση θεραπείας ή από τη λήξη της τρίμηνης προθεσμίας της παραγράφου 7 του προηγούμενου άρθρου. Δεν απαιτείται η τήρηση ενδικοφανούς προδικασίας στις περιπτώσεις που ασκείται από τον ενδιαφερόμενο αγωγή, στο δικόγραφο της οποίας δεν σωρεύεται αίτημα ακύρωσης ή τροποποίησης διοικητικής πράξης ή παράλειψης.
4. Η υπόθεση συζητείται σε δικάσιμο που ορίζεται όσο το δυνατόν συντομότερα. Οι διάδικοι υποχρεούνται να προσκομίσουν κατά την πρώτη συζήτηση όλα τα αποδεικτικά μέσα. Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου.
5. Η συζήτηση και η διεξαγωγή της απόδειξης ολοκληρώνονται σε μια δικάσιμο, ανεξάρτητα από τη δικαιοδοσία που υπάγεται η υπόθεση. Αν ο χρόνος δεν επαρκεί, επιτρέπεται διακοπή για άλλη ημέρα και ώρα ενώπιον των ίδιων δικαστών, με προφορική ανακοίνωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά και επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων, των μαρτύρων και εκείνων που δεν παρίστανται. .....Η απόφαση εκδίδεται το ταχύτερο και αρκεί πιθανολόγηση. Οι αποφάσεις του διοικητικού ή πολιτικού εφετείου είναι αμέσως εκτελεστές. 6. Η αίτηση αναίρεσης κατά των αποφάσεων του πολιτικού εφετείου επιτρέπεται μόνο για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 559 αριθμός 1 έως 7, 9, 16, 17, 19 και 20 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας [...]».
Για την υπαγωγή μιας συμβάσεως εκπόνησης δημόσιας μελέτης, ενόψει και της ευρύτατης διατύπωσης του άρθρου 1 παρ. 9 του νόμου 3316/2005, η αναθέτουσα αρχή μπορεί να αποτελεί και νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), χωρίς να ασκεί η ιδιότητά της αυτή έννομη επιρροή στον χαρακτηρισμό της συμβάσεως ως διοικητικής ή μη.
Ο χαρακτηρισμός αυτός απλώς προσδιορίζει τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου (διοικητικού ή πολιτικού) προς επίλυση των εκ της εργολαβίας ή της συμβάσεως εκπόνησης μελέτης διαφορών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 του ν. 1418/1984 (βλ. επί συμβάσεων δημοσίων έργων: ΑΠ 845/2009, ΑΠ 1499/2009). Για την επίλυση των διαφορών από δημόσιες συμβάσεις εκπόνησης μελετών, που περιλαμβάνουν και ακυρωτικά αιτήματα, με τα οποία προσβάλλονται βλαπτικές για τον ανάδοχο – μελετητή πράξεις και αποφάσεις ή παραλείψεις των οργάνων της διοίκησης του κυρίου του έργου (και όχι μόνον αναγνωριστικά ή καταψηφιστικά αιτήματα για εκκαθαρισμένες και αναγνωρισμένες από τον κύριο του έργου απαιτήσεις, οπότε πρόκειται περί ευθείας αγωγής) ασκείται το ένδικο βοήθημα της προσφυγής με υποχρεωτική τήρηση ενδικοφανούς προδικασίας και αντικείμενο την ακύρωση ή τροποποίηση των προσβαλλόμενων βλαπτικών πράξεων ή παραλείψεων (ανεξαρτήτως αν σωρεύεται σ’ αυτήν και αγωγή με αίτημα αναφερόμενο σε αποζημίωση ή άλλες αξιώσεις του αναδόχου), που μπορεί μεν να έχει ως πρότυπο θεσμούς του διοικητικού δίκαιου, προβλέπεται όμως από τις ειδικές δικονομικές διατάξεις των όμοιων ως προς την προβλεπόμενη σχετική διαδικασία διατάξεων των νόμων 1418/1984 και 3316/2005, οι οποίες κατισχύουν των γενικών διατάξεων του ΚΠολΔ, προς τον σκοπό της ενιαίας ρύθμισης και της ταχείας εκδίκασης των διαφορών από (δημόσια έργα ή και) δημόσιες συμβάσεις μελετών.
Ειδικότερα δια της προσφυγής ελέγχεται το κύρος και η νομιμότητα των ανωτέρω πράξεων και αποφάσεων, οι οποίες, ακόμη και όταν εκδίδονται από υπαγόμενα σ'αυτές νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, δεν θεωρούνται μεν εκτελεστές διοικητικές πράξεις βάσει του οργανικού κριτηρίου (παρότι λειτουργικά προσομοιάζουν σε τέτοιες), έχουν όμως, ως δηλώσεις δικαιοπρακτικής βούλησης, έννομη σημασία για την εξέλιξη της συμβάσεως και τις εξ αυτής αξιώσεις του αναδόχου μελετητή, που έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την ακύρωση ή τροποποίησή τους, επικαλούμενος ελαττώματά τους.
Διαφορετικά, όλες οι διαφορές που θα ανέκυπταν κατά το διάστημα από την έναρξη εκτελέσεως του έργου της μελέτης μέχρι την περάτωση και παράδοσή του, από τέτοιες βλαπτικές των συμφερόντων του αναδόχου πράξεις και αποφάσεις των οργάνων του κυρίου του έργου, δεν θα ήταν δυνατόν να επιλυθούν και θα παρέμεναν εκκρεμείς αν οι συμβαλλόμενοι αρνούνταν να τις άρουν συμβατικά.
Ο νομοθέτης μάλιστα, επιδιώκοντας να εκλείψει το ενδιάμεσο αυτό στάδιο νομικής αβεβαιότητας, πρόβλεψε ειδικώς περίπτωση δικαστικής διάπλασης, δηλαδή δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής με ακυρωτικά (διαπλαστικά) αποτελέσματα και στις διαφορές που αναφύονται επί τέτοιων συμβάσεων των Ν.Π.Ι.Δ., μη υπακούοντας σε δογματικές δικονομικές ανάγκες, αλλά αποβλέποντας στο ευεργετικό για την πρόοδο των δημόσιων έργων και μελετών αποτέλεσμα της εξαλείψεως της ανωτέρω αβεβαιότητας (ΑΠ 1066/2018, 1038/2017).
Η εξαιρετική αρμοδιότητα του διοικητικού ή πολιτικού Εφετείου καλύπτει και τις τυχόν αξιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, που γεννιούνται από την εκπόνηση δημόσιας μελέτης, όταν η σχετική σύμβαση θεωρηθεί άκυρη, αφού και στην περίπτωση αυτή η αγωγή έχει ως ιστορική βάση για τον προσδιορισμό της αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό την εκπόνηση δημόσιας μελέτης και συντρέχει, συνεπώς, ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος (πρβλ.
επί δημοσίων έργων: ΑΠ 900/2019). Οι προαναφερόμενες διατάξεις για την τήρηση της ενδικοφανούς προδικασίας και τη δυνατότητα προσφυγής στο αρμόδιο Εφετείο, παρά την προβλεπόμενη κύρωση του «απαραδέκτου», αποτελούν διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού αφορούν στη διασφάλιση ή στην απώλεια του άξιου δικαστικής προστασίας με προσφυγή ιδιωτικού δικαιώματος (βλ.
Α.Π. 570/2014, 519/2014, 548/2013, 653/2010). Η τήρηση δε της προδικασίας είναι υποχρεωτική επί ποινή απαραδέκτου σε κάθε περίπτωση που ανακύπτει διαφωνία μεταξύ του αναδόχου και του κυρίου ή του φορέα του έργου, υπάρχει δηλαδή πράξη ή παράλειψη της διοίκησης βλαπτική των συμφερόντων του αναδόχου (ανεξάρτητα αν το έργο έχει εκτελεσθεί ή όχι), ακόμη και όταν σωρεύονται στο ίδιο δικόγραφο προσφυγή και αγωγή.
Αίτημα της προσφυγής είναι η ακύρωση ή τροποποίηση της βλαπτικής πράξης ή παράλειψης (ΑΠ 1066/2018), ενώ με την προσφυγή προσβάλλεται και η ρητή ή σιωπηρή απόρριψη της αιτήσεως θεραπείας, που υποβλήθηκε στο πλαίσιο της ενδικοφανούς προδικασίας (βλ. σχετ. και ΣτΕ 140/2021, 949/2018, 1612/2018, 3832/2015).
Εξάλλου τα άρθρα 30 και 37 του νόμου 3316/2005 προβλέπουν, μεταξύ άλλων τα εξής:
«Άρθρο 30 (Καταβολή της αμοιβής του αναδόχου δημόσιας μελέτης)
1. Η συμβατική αμοιβή του αναδόχου δεν αναθεωρείται κατά τη διάρκεια της αρχικής συνολικής συμβατικής προθεσμίας, εκτός εάν η υπογραφή της σύμβασης καθυστερήσει πέραν των δύο (2) μηνών από την απόφαση ανάθεσης. Στις περιπτώσεις των λοιπών σταδίων η αμοιβή καταβάλλεται τμηματικά, επί τη βάσει της γενομένης με την οικονομική προσφορά του αναδόχου ανάλυσης της αμοιβής του και κατανέμεται σε προκαταβολή και πληρωμές μετά την υποβολή, την έγκριση και παραλαβή της μελέτης. Ειδικότερα:
α) Με την υπογραφή της σύμβασης, καθώς και την εντολή έναρξης κάθε επόμενου σταδίου χορηγείται στον ανάδοχο άτοκη προκαταβολή που ανέρχεται σε ποσοστό δεκαπέντε (15%) της συμβατικής αμοιβής του σταδίου, έναντι ισόποσης εγγυητικής επιστολής, εκδιδομένης κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 24 παράγραφοι 2 και 4.
β) Μετά την παρέλευση του μισού συμβατικού χρόνου εκπόνησης κάθε σταδίου και εφόσον έχει κατά την κρίση της επιβλέπουσας υπηρεσίας εκπονηθεί εργασία ποσοστού μεγαλύτερου του πενήντα τοις εκατό (50%) του υπόψη σταδίου, καταβάλλεται έναντι ισόποσης εγγυητικής επιστολής επιπλέον ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) της αμοιβής που αντιστοιχεί στο υπόψη στάδιο.
γ) Μετά την υποβολή κάθε σταδίου ανά κατηγορία μελέτης, κατόπιν συνοπτικού ελέγχου της πληρότητας και επάρκειας αυτής, καταβάλλεται ανακεφαλαιωτικά ποσοστό εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αμοιβής του σταδίου και επιστρέφονται οι Εγγυήσεις των προηγούμενων εδαφίων.
δ) Εφόσον η μελέτη δεν έχει εγκριθεί μετά την παρέλευση διμήνου από την υποβολή της, καταβάλλεται κατόπιν συνοπτικού ελέγχου επάρκειας αυτής επιπλέον ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%).
ε) Μετά την έγκριση και προσωρινή παραλαβή κάθε ενδιάμεσου σταδίου ανά κατηγορία μελέτης καταβάλλεται επιπλέον ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) της αμοιβής του σταδίου.
στ) Μετά την έγκριση του τελικού σταδίου της μελέτης καταβάλλεται επιπλέον ποσοστό δεκαπέντε τοις εκατό (15%) της αμοιβής του τελικού σταδίου ή είκοσι τοις εκατό (20%) με κατάθεση εγγυητικής επιστολής για το επιπλέον πέντε τοις εκατό (5%).
ζ) Μετά την τελική παραλαβή της μελέτης καταβάλλεται το υπόλοιπο της αμοιβής ή επιστρέφεται η εγγυητική επιστολή της προηγούμενης περίπτωσης.
[…]
4. Για την πληρωμή της αμοιβής του ο ανάδοχος συντάσσει και υποβάλλει στη Διευθύνουσα Υπηρεσία λογαριασμούς, οι οποίοι συντάσσονται διακριτά για την κύρια και τις συμπληρωματικές συμβάσεις, πάντοτε ανακεφαλαιωτικά, δηλαδή περιλαμβάνουν την αμοιβή που συνολικά οφείλεται μέχρι τη σύνταξη και υποβολή τους, αφαιρουμένων των ποσών που καταβλήθηκαν προηγουμένως
5. Στους λογαριασμούς περιλαμβάνονται η ανάλυση των διαφόρων ποσών, στην οποία αναφέρονται τα στοιχεία στα οποία αυτή στηρίζεται, οι εγγυητικές επιστολές της προκαταβολής και της πρώτης τμηματικής πληρωμής, που ισχύουν κατά την υποβολή του λογαριασμού και το πληρωτέο ποσό. Μετά από έλεγχο και προσυπογραφή του επιβλέποντα, ο οποίος βεβαιώνει τη σύνταξή τους κατά τις ισχύουσες διατάξεις και τη σύμβαση, οι λογαριασμοί εγκρίνονται από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία μέσα σε έναν μήνα από την υποβολή τους και αποτελούν την πιστοποίηση για την πληρωμή του αναδόχου. Αν οι λογαριασμοί περιέχουν ασάφειες ή σφάλματα, σε βαθμό που η διόρθωσή τους να καθίσταται ανέφικτη, επιστρέφονται στον ανάδοχο για επανασύνταξη μέσα στην προθεσμία έγκρισής τους. Αν οι ασάφειες και τα σφάλματα αφορούν διακριτά κονδύλια των λογαριασμών, εγκρίνονται κατά το μη αμφισβητούμενο μέρος και κατά το υπόλοιπο επιστρέφονται για επανασύνταξη. Η μηνιαία προς έγκριση προθεσμία αρχίζει από την υποβολή του επανασυνταγμένου λογαριασμού.
6. Αν η πληρωμή λογαριασμού καθυστερήσει, χωρίς υπαιτιότητα του αναδόχου, πέρα από έναν μήνα, μετά τη ρητή ή αυτοδίκαιη έγκρισή του, οφείλεται τόκος υπερημερίας που υπολογίζεται κατά το άρθρο 4 του Π.Δ. 166/2003 (ΦΕΚ 38 Α') [...]» και
«Άρθρο 37 (Έγκριση της μελέτης παραλαβή του αντικειμένου της σύμβασης)
1. Εφόσον στις ισχύουσες διατάξεις για επί μέρους κατηγορίες μελετών δεν ορίζεται ιδιαίτερη διαδικασία έγκρισης της μελέτης, με την εγκριτική απόφαση της μελέτης, που εκδίδεται από το αρμόδιο κατά νόμο όργανο, πιστοποιείται η τήρηση όλων των προδιαγραφών, κανονισμών και τεχνικών οδηγιών που ισχύουν κατά το χρόνο σύνταξης αυτής και βεβαιώνεται η ποιοτική και ποσοτική της επάρκεια και η συμμόρφωση του αναδόχου προς τις συμβατικές εν γένει υποχρεώσεις του. Αν κατά το νόμο απαιτείται πριν την έγκριση της μελέτης η γνώμη άλλων υπηρεσιών και φορέων, υποχρεούνται να την υποβάλλουν μέσα σε χρονικό διάστημα δύο (2) μηνών από την αποστολή της μελέτης προς αυτούς, εκτός αν προβλέπεται διαφορετική προθεσμία από ειδικές διατάξεις. Η παρέλευση της προθεσμίας θεωρείται ως θετική γνωμοδότηση.
2. Η μελέτη εγκρίνεται κατά στάδια και στο σύνολό της. Η απόφαση έγκρισης εκδίδεται μέσα σε δύο (2) μήνες από την εμπρόθεσμη υποβολή πλήρων των στοιχείων της προηγούμενης παραγράφου, εφόσον απαιτούνται. Η προθεσμία αναστέλλεται αν το αρμόδιο για την έγκριση όργανο αιτιολογημένα ζητήσει συμπλήρωση ή διευκρίνιση επί των υποβληθέντων δικαιολογητικών. Αν η συμπλήρωση ή διευκρίνιση αφορά διακεκριμένο στάδιο ή κατηγορία μελέτης, μπορεί να γίνει τμηματική έγκριση των υπόλοιπων μελετών.
3. Η έγκριση ενδιάμεσων σταδίων μελετών αποτελεί και προσωρινή παραλαβή. Η οριστική παραλαβή των μελετών πραγματοποιείται με απόφαση της Προϊσταμένης Αρχής, μετά την έγκριση του τελευταίου, κατά τη σύμβαση, σταδίου της μελέτης και την έκδοση βεβαίωσης της Διευθύνουσας Υπηρεσίας, για την περαίωση των εργασιών της σύμβασης.
4. Η προθεσμία συντέλεσης της παραλαβής της μελέτης είναι τρεις (3) μήνες από την έγκριση πλήρων των μελετών που προβλέπονται από τη σύμβαση. Οι μελέτες της αρχικής και των συμπληρωματικών συμβάσεων παραλαμβάνονται ενιαία.
5. Αν η μελέτη δεν παραληφθεί εμπρόθεσμα, επέρχεται αυτοδίκαιη παραλαβή, αν παρέλθει άπρακτο διάστημα δύο (2) μηνών από την υποβολή σχετικής όχλησης του αναδόχου. Η όχληση υποβάλλεται επί ποινή απαραδέκτου μετά την πάροδο της προθεσμίας της παραγράφου 2 [...]».
Εξάλλου κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Ως έννομη σχέση, η ύπαρξη ή η ανυπαρξία της οποίας είναι αντικείμενο της αναγνωριστικής αγωγής και της επ’ αυτής εκδοθησομένης αποφάσεως, νοείται η νομικά ρυθμιζόμενη σχέση ενός προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή πράγμα (ΑΠ 356/2013, 508/2013, 941/1997). Δεν αποτελούν έννομη σχέση υπό την άνω έννοια τα απλά πραγματικά περιστατικά ή τα αφηρημένα νομικά ζητήματα χωρίς τη σύνδεσή τους με έννομη σχέση, της οποίας ζητείται δια της αγωγής η προστασία (ΑΠ 941/1997). Επίσης δεν αποτελεί έννομη σχέση η διαπίστωση πραγματικών ή και νομικών καταστάσεων χωρίς καθορισμό των προσαπτόμενων από το δίκαιο συνεπειών, έστω και αν μνημονεύεται ο κανόνας ή η νομική αρχή, στα οποία υπάγονται τα περιστατικά αυτά (ΑΠ 508/2013). Από την ως άνω διάταξη συνάγεται ακόμη, ότι για την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής απαιτείται ο ενάγων να έχει έννομο συμφέρον, τέτοιο δε υφίσταται όταν η προκαλούμενη με την αγωγή δικαστική απόφαση είναι σε θέση να διαλευκάνει την αμφισβητούμενη ύπαρξη ή ανυπαρξία της έννομης σχέσης, να άρει τη σχετική αβεβαιότητα και να αποτρέψει σχετικές μ` αυτό παρούσες ή μέλλουσες δικαστικές διενέξεις και μάλιστα οριστικά και με δύναμη δεδικασμένου.
Συνεπώς, αποφάσεις, που δεν τέμνουν οριστικώς την έννομη σχέση, αλλά μόνο στοιχεία αυτής ή προδικαστικά της ζητήματα, δεν είναι ικανές για παραγωγή δεδικασμένου και άρα ούτε και για αναγνώριση των εν λόγω μεμονωμένων στοιχείων, διότι πρέπει να προστεθούν και άλλα γεγονότα για την οριστική απόφαση επί της όλης έννομης σχέσεως. Έτσι μεμονωμένα στοιχεία της έννομης σχέσεως ή προδικαστικά αυτής στοιχεία δεν μπορούν να αποτελέσουν αυτοτελές αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής (βλ. (βλ. ΑΠ 1154/2019, 134/2015, 356/2013, 941/1997).
[III] Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα εξέθετε στην από 28-2-2011 προσφυγή – αγωγή της επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και η οποία, ως διαδικαστικό έγγραφο, επισκοπείται παραδεκτώς από τον Άρειο Πάγο τα ακόλουθα:
Ότι, δυνάμει του από 05.03.2009 ιδιωτικού συμφωνητικού, που καταρτίσθηκε στην Αθήνα μεταξύ της ιδίας και της εταιρείας ΤΡΑΜ ΑΕ, η οποία συμβλήθηκε ύστερα από την 842/2009 απόφαση του διοικητικού Συμβουλίου της και στα δικαιώματα της οποίας υποκαταστάθηκε ως καθολική της διάδοχος, λόγω συγχώνευσης, η καθ' ης η προσφυγή ΣΤΑΣΥ ΑΕ, η ίδια ανέλαβε να εκπονήσει την «Προμελέτη για τη νέα συνδετήρια γραμμή τραμ στο βόρειο όριο του χώρου του πρώην Ελληνικού για τη σύνδεση του αμαξοστασίου τραμ με τη γραμμή τραμ προς Γλυφάδα, σε αντικατάσταση της υφιστάμενης συνδετήριας γραμμής διαμέσου του χώρου του πρώην αεροδρομίου και συνακόλουθες τροποποιήσεις του αμαξοστασίου», έναντι συνολικής συμβατικής αμοιβής ύψους 155.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ.
Ότι με το άρθρο 18 της σύμβασης συμφωνήθηκε πως η σύμβαση διέπεται από το ελληνικό δίκαιο και ιδίως από τον νόμο 3316/2005 και γενικότερα από κάθε διάταξη που διέπει το αντικείμενό της, και με το άρθρο 16 αυτής πως:
α) εφόσον δεν συντρέχουν λόγοι πρόωρης λύσης (έκπτωση μελετητή ή διάλυση της σύμβασης), η λήξη της σύμβασης πιστοποιείται με την παραλαβή των εργασιών του μελετητή και την έκδοση σχετικής απόφασης από την Προϊσταμένη Αρχή,
β) για τη έγκριση της μελέτης και την παραλαβή της σύμβασης ισχύουν τα αναφερόμενα στο άρθρο 37 του ν. 3316/2005 και
γ) ότι οι εγγυήσεις καλής εκτέλεσης επιστρέφονται στον μελετητή σύμφωνα με το άρθρο 24 του ν. 3316/2005 μετά την παραλαβή του συνόλου του αντικειμένου της σύμβασης και μετά από αίτηση του μελετητή.
Ότι, σε εκτέλεση των συμφωνηθέντων, εκπόνησε και υπέβαλε στην καθ’ ης την ανατεθείσα μελέτη και συγκεκριμένα ότι στις 04.09.2009, 08.09.2009 και 28.09.2009 υπέβαλε προς έλεγχο και έγκριση όλα τα επί μέρους στοιχεία της μελέτης σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης. Ότι όλες οι ως άνω επί μέρους μελέτες διήλθαν επιτυχώς τον προβλεπόμενο τεχνικό έλεγχο πληρότητας και ποιότητας, ενώ εκδόθηκαν και οι σχετικές περί εγκρίσεώς τους αποφάσεις και βεβαιώσεις περαίωσης εργασιών. Ότι, ενώ η καθ'ης η προσφυγή είχε ήδη εγκρίνει τον 1° όπως και τον 2° λογαριασμό, έχοντας πληρώσει συνολικά τον πρώτο και κατά ένα μόνο μέρος τον δεύτερο, η ίδια, προκειμένου να συντελεστεί και τυπικά η παραλαβή της μελέτης, μετά την κατά τα άνω ολοκλήρωση του αντικειμένου της, υπέβαλε σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 37 παρ. 5 του ν. 3316/2005 τη με αρ. πρωτ. 3781/22-12-2010 ειδική αίτηση - όχληση για την οριστική παραλαβή, η οποία απορρίφθηκε με την 127/27-1-2011 απόφαση της Προϊσταμένης Αρχής της ΤΡΑΜ ΑΕ, που επικαλέσθηκε ακυρότητα της συμβάσεως λόγω παραβίασης των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 10 ν. 3316/2005 και σε κάθε περίπτωση λόγω αντισυμβατικής υποκατάστασης άλλων μελετητών σε τμήματα συγκεκριμένων κατηγοριών επί μέρους μελετών.
Ότι, στη συνέχεια στις 24.02.2011, η ίδια υπέβαλε στην καθ’ ης και τον 3° και τελικό λογαριασμό, προκειμένου να της καταβληθεί το οφειλόμενο υπόλοιπο της συμφωνηθείσας αμοιβής της, ύψους 46.500 ευρώ, πλέον ΦΠΑ.
Ότι ο Προϊστάμενος της Διευθύνουσας Υπηρεσίας Μελετών της καθ’ ης εξέδωσε τη 265/2-3-2011 πράξη του, η οποία της επιδόθηκε την 03.03.2011 και με την οποία της επιστράφηκε ως μη νόμιμος ο λογαριασμός αυτός για τους αναφερόμενους εκεί μη νόμιμους και αβάσιμους κατ'ουσίαν λόγους, αναγόμενους στην έκδοση της ανωτέρω 127/27-1-2011 απόφασης της ΤΡΑΜ ΑΕ, που αρνήθηκε την παραλαβή με επίκληση ακυρότητας της σύμβασης. Ότι η επιστροφή με αυτή την προσβαλλόμενη πράξη και ουσιαστικά άρνηση πληρωμής του 3ου Λογαριασμού είναι παράνομη και άκυρη, ερειδόμενη αβασίμως σε ακυρότητα της σύμβασης και στην άρνηση παραλαβή της μελέτης, αφού είχε παρέλθει δίμηνο από την υποβολή της προαναφερθείσας όχλησης για την παραλαβή της, που πρέπει να θεωρηθεί ότι είχε συντελεστεί αυτοδίκαια ενόψει του απλώς διαπιστωτικού χαρακτήρα, τον οποίο πρέπει να έχει η απόφαση της Προϊσταμένης Αρχής, όταν έχει εγκριθεί η μελέτη από την Διευθύνουσα Υπηρεσία και βεβαιωθεί η περάτωση των εργασιών. Ότι, σε κάθε περίπτωση, δεν συντρέχει και νόμιμος ή βάσιμος λόγος ακυρότητας της σύμβασης, που να στηρίζει την άρνηση της τυπικής παραλαβής της βάσει της ανωτέρω 127/27-1-2011 απόφασης, την οποία η ίδια ήδη προσέβαλε και αυτοτελώς με εκκρεμούσα αίτηση θεραπείας.
Ότι η ίδια υπέβαλε εμπρόθεσμα στις 17.03.2011 την 947/17-3-2011 ένσταση κατά της πράξης επιστροφής του 3ου λογαριασμού, και η ένστασή της αυτή απορρίφθηκε σιωπηρά, επειδή παρήλθε άπρακτο το δίμηνο από την επόμενη της άσκησής της, ενώ στη συνέχεια άσκησε εμπρόθεσμα κατά της σιωπηρής της απόρριψης την κατατεθείσα και επιδοθείσα στις 30.06.2011 αίτηση θεραπείας ενώπιον του αρμοδίου κατά νόμο οργάνου, που επίσης απορρίφθηκε σιωπηρά από τον τελευταίο, λόγω παρόδου άπρακτου τετραμήνου από την επόμενη της άσκησής της.
Ότι κατόπιν της τεκμαιρόμενης απόρριψης της αιτήσεως θεραπείας, η ίδια ασκεί εμπρόθεσμα την κρινόμενη αγωγή – προσφυγή της, καθόσον συντρέχουν όλες οι νόμιμες και ουσιαστικές προϋποθέσεις πληρωμής του 3ου λογαριασμού και η προσβαλλόμενη 265/2011 πράξη, που στηρίζει την αιτιολογία της στην 127/2011 απόφαση της ΤΡΑΜ ΑΕ, είναι άκυρη, διότι η τελευταία αυτή απόφαση εκδόθηκε από αναρμόδιο όργανο και είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, καθόσον η σύμβαση εκπόνησης της μελέτης ήταν έγκυρη και νόμιμη, αφού έγινε κατά τον προβλεπόμενο από τον νόμο τρόπο της διαπραγμάτευσης, ενόψει των παρατιθέμενων περιστάσεων, η δε επίκληση ακυρότητάς της αντιβαίνει στο άρθρο 159 παρ. 2 εδ.
β' ΑΚ και η άρνηση οριστικής παραλαβής της προμελέτης είναι, σε κάθε περίπτωση, άκυρη ως καταχρηστική κατ' άρθρα 174 και 281 ΑΚ, αφού έλαβε χώρα, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα, μετά την εκτέλεση της σύμβασης εκ μέρους της, την πραγματική παραλαβή της μελέτης και τη χρησιμοποίησή της για το έργο, για το οποίο προοριζόταν.
Επικουρικώς η προσφεύγουσα, για τη περίπτωση που κρινόταν άκυρη η σύμβαση προμελέτης, επικαλέσθηκε ότι δικαιούται το προαναφερθέν ποσό του 3ου λογαριασμού κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Με βάσει αυτά η προσφεύγουσα –ενάγουσα ζητούσε, όπως τα αιτήματά της εκτιμήθηκαν και από το Εφετείο:
Α) να ακυρωθεί η σιωπηρή απορριπτική απόφαση του αρμοδίου οργάνου επί της από 28.06.2011 αίτησης θεραπείας, η οποία είχε ασκηθεί κατά της απορριπτικής πράξης της Προϊσταμένης Αρχής της καθ’ ης επί της 947/17-3-2011-2011 ένστασής της,
Β) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της τεκμαιρόμενης σιωπηρής απόρριψης της ένστασής της αυτής κατά της 265/2-3-2011 απόφασης της Διευθύνουσας Υπηρεσίας της καθ' ης από την Προϊσταμένη Αρχή,
Γ) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της με 265/2-3-2011 απόφασης της Διευθύνουσας Υπηρεσίας της καθ’ ης, ώστε να εγκριθεί ο 3ος Λογαριασμός, όπως αυτός υποβλήθηκε εκ μέρους της,
Δ) να αναγνωρισθεί ότι η καθ’ ης αρνείται παράνομα και υπαίτια τη έγκριση και πληρωμή του 3ου λογαριασμού της στο ιστορικό ανατεθείσας μελέτης ποσού 46.500 ευρώ, πλέον ΦΠΑ,
Ε) να υποχρεωθεί η καθ’ ης να της καταβάλει το ποσό των 46.500 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, με το νόμιμο επιτόκιο υπερημερίας του άρθρου 4 του π.δ 166/2003 (αρθρ. 30 παρ. 6 ν. 3316/2005) από την πάροδο του διμήνου από την υποβολή του Λογαριασμού, ήτοι από την 24-2-2011, άλλως από την άσκηση της από 17.03.2011 και με αρ. πρωτ. 947/17-3-2011 ένστασης, άλλως από την επίδοση της από 28.06.2011 αίτησης θεραπείας, άλλως από την επίδοση της προσφυγής – αγωγής της.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού έκρινε ότι η προσφυγή – αγωγή, υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, εφόσον η σύμβαση μεταξύ των διαδίκων δεν είναι διοικητική, δεδομένου ότι καθ’ ης η προσφυγή – αναιρεσίβλητη λειτουργεί μεν χάριν του δημοσίου συμφέροντος, αλλά κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας με την μορφή ανώνυμης εταιρίας, ήτοι νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, που απολαμβάνει διοικητικής και οικονομικής αυτονομίας και υπόκειται στις διατάξεις της περί ανωνύμων εταιριών νομοθεσίας, και ότι η υπόθεση αρμοδίως εισήχθη ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου κατά την ειδική διαδικασία των διατάξεων του άρθρου 13 παρ. 2 ν. 1418/1984, έκρινε τα ακόλουθα:
«| [...] σε περίπτωση κατά την οποία η επίδικη εργοληπτική σύμβαση, στην οποία εφαρμόζεται η νομοθεσία περί δημοσίων έργων, δεν είναι διοικητική αλλά ιδιωτική, οπότε υπάρχει δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων α) όλες οι σχετικές με το έργο αποφάσεις του εργοδότη ή του φορέα του έργου, ακόμη κι αν αυτός είναι το Δημόσιο, δεν αποτελούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις, ακυρώσιμες με προσφυγή, αλλά απλές μονομερείς δηλώσεις παραστάσεως ή βουλήσεως, που πάσχουν ενδεχομένως ακυρότητα ή ακυρωσία κατά τις διατάξεις του ΑΚ, εφόσον παράγουν αποτελέσματα ως μονομερείς δικαιοπραξίες και εφόσον γίνεται επίκληση σχετικού λόγου ακυρότητας ή ακυρωσίας, β) το ένδικο βοήθημα που ασκείται ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων είναι πάντοτε «αγωγή», με αίτημα αναγνωριστικό ή καταψηφιστικό οφειλής και παρεμπιπτόντως ακυρότητας ή ακυρωσίας, κατά το αστικό δίκαιο, πράξεων των οργάνων του εργοδότη σχετικών με την επίμαχη οφειλή, γ) ενδεχόμενη απόφαση της διοίκησης, επί σχετικής αίτησης θεραπείας, εξετάζεται ως προς το κύρος της, ως διοικητική πράξη, παρεμπιπτόντως από τα πολιτικά δικαστήρια.
Όσον αφορά τα προσήκοντα σε προσφυγή αιτήματα (εννοείται: της ένδικης προσφυγής – αγωγής), που αφορούν τις προσβαλλόμενες – φερόμενες ως βλαπτικές για την προσφεύγουσα – πράξη και τεκμαιρόμενες δια παραλείψεως αποφάσεις, είναι απορριπτέα, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη. Ειδικότερα, τα ως άνω υπό στοιχ.
A, Β και Γ αναγνωριστικά της ακυρότητας, αιτήματα της ένδικης προσφυγής – αγωγής, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτα, διότι, αφενός οι προσβαλλόμενες πράξεις, υπολαμβανόμενες εσφαλμένα από την προσφεύγουσα ως εκτελεστές διοικητικές πράξεις, ήτοι α) η προσβαλλόμενη απορριπτική (σιωπηρά) απόφαση του αρμοδίου Οργάνου, ήτοι του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων επί της αίτησης θεραπείας της προσφεύγουσας αναδόχου, β) η προσβαλλόμενη απορριπτική (σιωπηρή) απόφαση της Προϊσταμένης Αρχής της καθ’ ής επί της ένστασης της προσφεύγουσας αναδόχου δεν είναι δεκτικές ακύρωσης, δεν είναι δεκτικές προσβολής ως τέτοιες στο παρόν Δικαστήριο, ελλείψει δικαιοδοσίας αυτού.
Επίσης, ως μη δικαιοπρακτική πράξη, στο πλαίσιο του αστικού δικαίου, η με αριθμ. 265/2-3-2011 απόφαση της καθ' ής, με την οποία επιστρέφει στην προσφεύγουσα-ενάγουσα ανάδοχο αθεώρητο τον 3° Λογαριασμό, δεν παράγει καμία δεσμευτική δύναμη για την τελευταία και συνεπώς δεν θίγει το επίδικο δικαίωμά της, ώστε δεν έχει έννομο συμφέρον να την προσβάλει.
Επίσης, μη νόμιμη είναι η αγωγή και ως προς το υπό στοιχ. Γ' (ανωτέρω παρατιθέμενο ως Δ') αναγνωριστικό αίτημα "να αναγνωριστεί ότι κακώς υπαιτίως και παρανόμως η Υπηρεσία της καθ’ ής αρνείται ή παραλείπει την έγκριση και πληρωμή του 3ου λογαριασμού, δεδομένου ότι αυτό δεν αφορά στην αναγνώριση της ύπαρξης ή μη ύπαρξης κάποιας έννομης σχέσης μεταξύ των διαδίκων, δηλαδή μιας βιοτικής σχέσης προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή αγαθό, η οποία ρυθμίζεται από την έννομη τάξη, αλλά (αφορά) σε πραγματικά περιστατικά, τα οποία μπορεί μεν να συνιστούν προϋποθέσεις της γέννησης μίας έννομης σχέσης, αλλά δεν συνιστούν από μόνα τους έννομη σχέση.
Ειδικότερα, κατά την έννοια και το περιεχόμενο της διάταξης του άρθρου 70 ΚΠολΔ αντικείμενο της αναγνωριστικής αγωγής είναι η αυθεντική βεβαίωση της ύπαρξης (θετική αναγνωριστική αγωγή) ή ανυπαρξίας (αρνητική αναγνωριστική αγωγή) έννομης σχέσης και όχι απλών στοιχείων που οδηγούν στη θεμελίωση αυτής, όπως είναι, ειδικότερα, η υπαιτιότητα κατά την (μη) εκπλήρωση της σύμβασης και, γενικότερα, η αντισυμβατική συμπεριφορά, που δεν συνιστά έννομη σχέση και, συνεπώς, η διαπίστωσή της δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αυτοτελούς αναγνωριστικής αγωγής (ή αυτοτελούς αναγνωριστικού αιτήματος), αλλά, μόνο, μέρος της ιστορικής βάσης αγωγής, με την οποία ζητείται η διάγνωση και καταψήφιση κάποιας αμφίβολης αξίωσης [...]|».
[IV] Κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Παραβίαση υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 2/2013, 7/2006, 4/2005).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής (ή αναλόγως της προσφυγής) ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005). Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Η αναιρεσείουσα με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο (κατ’ ορθή εκτίμησή του) λόγους της αίτησής της προβάλλει πλημμέλειες της απόφασης του Εφετείου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως προς την απόρριψη των αιτημάτων της προσφυγής- αγωγής της:
α) για την ακύρωση και αναγνώριση της ακυρότητας της σιωπηρής απορρίψεως της αιτήσεως θεραπείας και της προηγηθείσας ενστάσεώς της αντιστοίχως,
β) για την αναγνώριση ακυρότητας της 265/2-3-2011 απόφασης της καθ’ ης, με την οποία επιστρέφει στην προσφεύγουσα-ενάγουσα ανάδοχο αθεώρητο τον 3° Λογαριασμό,
γ) για την αναγνώριση ότι υπαιτίως και παρανόμως η Υπηρεσία της καθ' ής αρνείται ή παραλείπει την έγκριση και πληρωμή του 3ου λογαριασμού.
Αυτή επικαλείται παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που αφορούν το άξιο προστασίας δικαίωμά της προς παροχή δικαστικής προστασίας των άρθρων 13 ν. 1438/1984 και 41 ν. 3316/2005, καθώς και των άρθρων 30 και 37 του τελευταίου νόμου και του περιέχοντος επίσης κανόνα ουσιαστικού δικαίου άρθρου 70 ΚΠολΔ (βλ. ως προς το τελευταίο: ΑΠ 977/2012, 468/2010) όσον αφορά τον τρίτο λόγο.
Οι λόγοι αυτοί της αιτήσεως είναι βάσιμοι, επειδή με την προσβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε τα ανωτέρω αιτήματα, χωρίς να υπεισέλθει στην κατ’ ουσίαν έρευνά τους, παραβιάσθηκαν ευθέως οι ως άνω διατάξεις δι’ εσφαλμένης ερμηνείας και μη εφαρμογής τους. Ειδικότερα το Εφετείο εσφαλμένως, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, ερμήνευσε τα άρθρα 41 ν. 3316/2005 και 13 ν. 1438/1984, δεχόμενο ότι ενώπιον του πολιτικού Πενταμελούς Εφετείου μπορεί να ασκηθεί μόνον αγωγή αναγνωριστική ή καταψηφιστική οφειλής και όχι και προσφυγή με ακυρωτικά (ή αναγνωριστικά ακυρότητας) αιτήματα όταν υπάρχει διαφωνία ως προς την εκτέλεση συμβάσεως εκπόνησης δημόσιας μελέτης, που ανατέθηκε από N.Π.Ι.Δ., το οποίο εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, με συνέπεια να απορρίψει τα αιτήματα για ακύρωση και αναγνώριση της ακυρότητας της τεκμαιρόμενης ως απορριπτικής σιωπηρής απόφασης επί της αιτήσεως θεραπείας της αναιρεσείουσας και της 265/2-3-2011 απόφασης της Διευθύνουσας Υπηρεσίας της αναιρεσίβλητης αντιστοίχως.
Ενόψει του ενδικοφανούς χαρακτήρα της αναγκαίας προδικασίας για την υποβολή της προσφυγής, η προηγηθείσα απόρριψη (ρητή ή σιωπηρή) της ασκηθείσας από την αναιρεσείουσα αιτήσεως θεραπείας (κατ’ επέκταση δε και η θεωρούμενη ως ενσωματωθείσα σ’ αυτήν απόρριψη της προηγηθείσας ενστάσεώς της), προσβάλλεται με την προσφυγή – αγωγή ενώπιον του πολιτικού Πενταμελούς Εφετείου (βλ.
και ΣτΕ 1612/2018), καθόσον δεν είναι νοητό, εάν η προσφυγή γίνει δεκτή, να παραμείνει αυτή η προηγηθείσα, έστω και τεκμαιρόμενη, απόφαση αλώβητη. Απορρίπτοντας περαιτέρω το Εφετείο την ένδικη προσφυγή κατά το αίτημα να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της 265/2-3-2011 βλαπτικής για την αναιρεσείουσα απόφασης της Διευθύνουσας Υπηρεσίας της αναιρεσίβλητης, με την οποία επιστράφηκε ο 3ος Λογαριασμός και για πρώτη φορά, δηλώθηκε ουσιαστικά άρνηση πληρωμής του, ως απαράδεκτο με την προαναφερθείσα αιτιολογία, παραβίασε, σύμφωνα με όσα αναλυτικά προαναφέρθηκαν, τις ανωτέρω διατάξεις, διότι αυτή η προσβαλλόμενη με την προσφυγή πράξη δεν αποτελεί μεν εκτελεστή διοικητική πράξη, έχει όμως, ενόψει του περιεχομένου της εκτελεστό χαρακτήρα (βλ.
και ΣτΕ 1612/2018) αφού εμποδίζει την πληρωμή και συνιστά δυσμενή για την ανάδοχο – μελετήτρια δημόσιας μελέτης πράξη οργάνου διοικήσεως του κυρίου του έργου, υποκείμενη σε δικαστικό έλεγχο δυνάμει των προπαρατιθέμενων ειδικών δικονομικών διατάξεων, οι οποίες κατισχύουν των γενικών διατάξεων του ΚΠολΔ, ενώ έχει, ως δήλωση δικαιοπρακτικής βούλησης, έννομη σημασία για την εξέλιξη της σύμβασης εκπόνησης μελέτης και τις εξ αυτής αξιώσεις της αναδόχου μελετήτριας, η οποία (υπό την προϋπόθεση ότι τήρησε την προβλεπόμενη ενδικοφανή προδικασία) έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει δια προσφυγής την ακύρωσή της ή την αναγνώριση της ακυρότητάς της, επικαλούμενη τα νομικά ελαττώματα αυτής από παράβαση των ειδικών ορισμών των ανωτέρω νόμων αλλά και από ακυρότητες των γενικών διατάξεων του Αστικού Κώδικα (βλ.
και ΑΠ 1066/2018), όπως αυτών των άρθρων 159 παρ. 2, 281 και 174 Α.Κ., που επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα με την προσφυγή της. Σ’ αυτό το πλαίσιο και το επί μέρους αίτημα της προσφυγής να αναγνωρισθεί ότι η Υπηρεσία της αναιρεσίβλητης προέβη στην αμέσως προαναφερόμενη προσβαλλόμενη πράξη παρανόμως και υπαιτίως, εσφαλμένως απορρίφθηκε από Εφετείο κατ’ άρθρο 70 ΚΠολΔ, διότι το συγκεκριμένο αίτημα συνδέεται άμεσα ως αναγκαίο προκριματικό ζήτημα με το αίτημά της περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της ανωτέρω πράξεως οργάνου της αναιρεσίβλητης αλλά και με το καταψηφιστικό αίτημα της σωρευόμενης στην προσφυγή αγωγής, δηλαδή με τις περαιτέρω έννομες σχέσεις και συνέπειες, που επιχειρείται να θεμελιωθούν με το δικόγραφό της.
Επομένως δεν νοείται, κατ’ άρθρο 70 ΚΠολΔ, αποσύνδεσή του από αυτές τις έννομες σχέσεις και αυτοτελής εξέταση και απόρριψή του κατά το άρθρο αυτό, όπως θα συνέβαινε εάν μόνο αντικείμενο της προσφυγής – αγωγής αποτελούσε μεμονωμένο αυτό το προκριματικό ζήτημα.
[V] Κατά τα λοιπά, το Εφετείο αφού έκρινε νόμιμη την προσφυγή κατά τα μη απορριφθέντα αιτήματά της ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 361, 681 επ., 341, 345, 904 Α.Κ., 1 επ., 30, 37 του ν. 3316/2005, 1 επ. ν. 3669/2008, με τον οποίο κωδικοποιήθηκαν οι διατάξεις του ν. 1418/1984 «περί δημοσίων έργων», 4 και 9 π.δ. 166/2003, δέχθηκε, ερευνώντας κατ'ουσίαν την προσφυγή- αγωγή, κατά το παραπάνω μέρος της, τα ακόλουθα:
«| Στις 05.03.2009 καταρτίσθηκε στην Αθήνα έγγραφη ιδιωτική σύμβαση μεταξύ αφενός του νόμιμου εκπρόσωπου της ενάγουσας, που είναι Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία ΔΡΟΜΟΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΜΕΛΕΤΗΤΕΣ ΕΠΕ και αφετέρου του νόμιμου εκπρόσωπου της εταιρείας ΤΡΑΜ ΑΕ, η οποία συμβλήθηκε ύστερα από τη με αρ. 842/2009 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της και στα δικαιώματα της οποίας υποκαταστάθηκε ως καθολική της διάδοχος, λόγω συγχώνευσης, η καθ’ ής η προσφυγή ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ΣΤΑΘΕΡΕΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ και το διακριτικό τίτλο ΣΤΑΣΥ ΑΕ. Δυνάμει της ως άνω σύμβασης η πρώτη ανέλαβε να εκπονήσει τη μελέτη με Τίτλο Προμελέτη για τη νέα συνδετήρια γραμμή τραμ στο βόρειο όριο του χώρου του πρώην Ελληνικού για τη σύνδεση του αμαξοστασίου τραμ με τη γραμμή τραμ προς Γλυφάδα, σε αντικατάσταση της υφιστάμενης συνδετήριας γραμμής διαμέσου του χώρου του πρώην αεροδρομίου και συνακόλουθες τροποποιήσεις του αμαξοστασίου, έναντι συνολικής συμβατικής αμοιβής ύψους 155.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ.
Με το άρθρο 16 της ίδιας σύμβασης συμφωνήθηκε ότι
(α) εφόσον δεν συντρέχουν λόγοι πρόωρης λύσης (έκπτωση Μελετητή ή διάλυση της σύμβασης) η λήξη της σύμβασης πιστοποιείται με την παραλαβή των εργασιών του μελετητή και την έκδοση σχετικής απόφασης από την Προϊσταμένη Αρχή,
(β) ότι για τη έγκριση της μελέτης και την παραλαβή της σύμβασης ισχύουν τα αναφερόμενα στο άρθρο 38 του ν. 3316/2005.
Επίσης με το άρθρο 11 της σύμβασης συμφωνήθηκε ότι η αμοιβή θα καταβάλλεται τμηματικά και ειδικότερα ότι το τελευταίο υπόλοιπο 30% της συνολικής αμοιβής θα καταβάλλεται με τη συνολική έγκριση και παραλαβή της μελέτης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι σε εκτέλεση των συμφωνηθέντων, η ενάγουσα εκπόνησε και υπέβαλε στην καθ'ής-εναγόμενη την ανατεθείσα μελέτη και συγκεκριμένα στις 04.09.2009, 08.09.2009 και 28.09.2009 υπέβαλε προς έλεγχο και έγκριση όλα τα επί μέρους στοιχεία της μελέτης, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης. Ειδικότερα:
(α) με το με αρ. πρωτ. 2994/4-9- 2009 έγγραφο υπέβαλε τα με αριθμούς στο άρθρο 3 της σύμβασης 1 έως 5 στοιχεία της μελέτης,
(β) με το με αρ. πρωτ. 3038/8-9-2009 έγγραφο υπέβαλε τα με αριθμούς 9 και 10 στοιχεία της μελέτης και
(γ) με το με αρ πρωτ. 3273/28-9-2009 έγγραφο υπέβαλε τα με αριθμούς 6, 7, 8, 11 και 12 στοιχεία της μελέτης, η οποία έτσι ολοκληρώθηκε.
Ακολούθως, η ανάδοχος, στην οποία είχε ήδη καταβληθεί το ποσό των 77.500 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, σύμφωνα με τον εγκριθέντα 1° Λογαριασμό, υπέβαλε στην ΤΡΑΜ ΑΕ το με αρ. 3274/28-9-2009 έγγραφο για τον έλεγχο, την έγκριση και πληρωμή του 2ου Λογαριασμού ποσού 31.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ ποσού 5890 ευρώ. Και ο Λογαριασμός αυτός εγκρίθηκε από την αρμόδια Υπηρεσία Μελετών της εναγόμενης στις 08.10.2009 για ολόκληρο το αιτούμενο προς πληρωμή ποσό, το οποίο, όμως, αν και έπρεπε να πληρωθεί μέσα σε προθεσμία ενός μήνα από την έγκρισή του, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 11 της σύμβασης και το προπαρατεθέν άρθρο 30 ν. 3316/2005, εν τούτοις δεν πληρώθηκε από την εναγόμενη.
Ακολούθως, δυνάμει του από 19.10.2009 πρακτικού έγκρισης και παραλαβής της επίδικης προμελέτης οι επιβλέποντες της μελέτης Κ. Κ. και Α. Κ., που ορίσθηκαν με τη σύμβαση, αφού διαπίστωσαν την εμπρόθεσμη υποβολή της μελέτης και αφού ήλεγξαν τα στοιχεία της μελέτης αυτής, διαπίστωσαν ότι ήταν σύμφωνη με τις συμβατικές υποχρεώσεις και τους κανόνες επιστήμης και Τέχνης και εισηγήθηκαν την έγκριση και παραλαβή της Προμελέτης.
Επίσης, με την από 21.10.2009 Βεβαίωση Έγκρισης και Περάτωσης Εργασιών του Προϊσταμένου της Διευθύνουσας Υπηρεσίας Μελετών της εναγόμενης I. Α. βεβαιώθηκε η περαίωση και έγκριση των εργασιών του αντικειμένου, όπως αυτό περιγράφεται στην επίδικη σύμβαση. Σύμφωνα με τα αναφερθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας για την οριστική παραλαβή της επίδικης μελέτης στο σύνολό της απαιτείτο μετά την κατά τα άνω έγκριση του τελευταίου σταδίου μελέτης και την έκδοση της προαναφερθείσας βεβαίωσης της Διευθύνουσας Υπηρεσίας για την περαίωση των εργασιών της σύμβασης και η έκδοση σχετικής απόφασης της Προϊστάμενης Αρχής.
Πλην όμως, δεν αποδείχθηκε ότι εκδόθηκε τέτοια απόφαση. Στη συνέχεια, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα - ανάδοχος απηύθυνε τη με αρ. πρωτ. 3781/22-12-2010 αίτηση – όχλησή της προς την αντισυμβαλλόμενη της – εναγόμενη, με το σκοπό να συντελεστεί και τυπικά η παραλαβή της επίδικης μελέτης.
Σε απάντηση του ως άνω εγγράφου αίτησης – όχλησης η τελευταία κοινοποίησε στην ανάδοχο στις 28.01.2011 τη με αρ. 127/27-1-2011 απόφαση. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του σχετικού εγγράφου η εναγόμενη, αφού διαπίστωσε ότι η από 05.03.2009 σύμβαση προμελέτης είναι παράνομη και άκυρη ως ανατεθείσα κατά παράβαση των εξαιρετικών και αναγκαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 10 του ν. 3316/2005:
(α) αποφάσισε ότι ουδεμία αμοιβή οφείλεται και ότι η καταβληθείσα θα αναζητείτο δια των νομίμων μέσων,
(β) ανακάλεσε την από 19.10.2009 έγκριση της προμελέτης από την Διευθύνουσα Υπηρεσία,
(γ) απέρριψε την έγκριση της προμελέτης,
(δ) ανακάλεσε και ακύρωσε την από 08.10.2009 έγκριση του Λογαριασμού εκ μέρους της Διευθύνουσας Υπηρεσίας περί περάτωσης των εργασιών της προμελέτης και στ) απέρριψε την από 22.12.2010 όχληση αρνούμενη να παραλάβει τη προμελέτη λόγω ακυρότητας της σύμβασης.
Επίσης, το Δ.Σ της εναγόμενης εξέδωσε και τη με αρ. 1153/8-2-2011 απόφαση, με την οποία αποφάσισε την άσκηση αγωγής για την απόδοση του ήδη καταβληθέντος ποσού των 92.225 ευρώ. Σε εκτέλεση, μάλιστα, αυτής της απόφασης ασκήθηκε τελικά η από 22.03.2011 και με αρ. καταθ. 3251/2011 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η εδώ εναγόμενη ζητεί αφενός την αναγνώριση της ακυρότητας της από 05.03.2009 σύμβασης και αφετέρου την επιστροφή του ποσού των 92.225 ευρώ.
Από την άλλη πλευρά η ανάδοχος προέβη στις ακόλουθες ενέργειες:
(1) άσκησε τη με αρ. ΒΑΒ 869/22-12-2010 αγωγή ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, αφού δίκασε αντιμωλία των διαδίκων εξέδωσε τη με αρ. 73/2014 απόφαση. Με την τελευταία υποχρεώθηκε η εναγόμενη να καταβάλει στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, για λογαριασμό της ενάγουσας, το ποσό των 36890 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, το οποίο αφορούσε τον εγκριθέντα 2° Λογαριασμό,
(2) μετά την άσκηση αίτησης θεραπείας κατά των με αρ. 127/27-1- 2011 και 1153/8-2-2011 αποφάσεων άσκησε τη με αρ. καταθ. ΒΑΒ 664/9-9-2011 αγωγή – προσφυγή ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου. Με την προσφυγή αυτή ζητείται μεταξύ άλλων να «αναγνωριστεί» ότι η επίδικη μελέτη ανατέθηκε με έγκυρη σύμβαση και παραλήφθηκε αυτοδικαίως την 23.02.2011, όπως και ότι της οφείλεται το υπόλοιπο της συμφωνηθείσας αμοιβής της ύψους 77.500 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, που αντιστοιχεί στο ποσό του εγκριθέντος και μη πληρωθέντος 2ου λογαριασμού και στο ποσό του υποβληθέντος 3ου λογαριασμού.
Πέραν των ως άνω στις 24.02.2011 η ενάγουσα είχε υποβάλει στην αντισυμβαλλόμενη της εναγόμενη, με το με αρ. πρωτ. 718/24-2-2011 έγγραφο, τον 3° τελικό λογαριασμό της μελέτης. Με το έγγραφο αυτό, επικαλούμενη την αυτοδίκαιη παραλαβή της μελέτης, ενόψει της από 22.12.2010 αίτησης για την παραλαβή της και την πάροδο διμήνου από αυτήν, ζήτησε τη πληρωμή του ποσού των 46.500 ευρώ του 3ου λογαριασμού.
Επί του εγγράφου αυτού, και πριν την παρέλευση ενός μηνός από αυτό, ο Προϊστάμενος της Διευθύνουσας Υπηρεσίας Μελετών της εναγόμενης, εξέδωσε το με αρ. 265/2-3-2011 έγγραφο με το οποίο η τελευταία αρνήθηκε εντελώς την έγκρισή του. Ειδικότερα, στο έγγραφο αυτό αναφέρεται ότι σε απάντηση της επιστολής με την οποία υποβλήθηκε η 3ος λογαριασμός της μελέτης με την επίκληση της αίτησης «παραπέμπουμε στη με αρ. 127/2011 απόφαση της Προϊσταμένης Αρχής.
Σύμφωνα με την παρ. 2 δ της απόφασης, η Προϊστάμενη Αρχή ανακαλεί την από 21.10.2009 βεβαίωση της Διευθύνουσας Υπηρεσίας περί της περάτωσης των εργασιών της προμελέτης» και με την παρ. 3 «απορρίπτει την από 22.12.2010 όχληση της εταιρείας ΔΡΟΜΟΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΜΕΛΕΤΗΤΕΣ ΕΠΕ και προβαίνει στην άρνηση παραλαβής της προμελέτης λόγω ακυρότητας της σύμβασης.
Με βάση τα ανωτέρω, η επιστολή σας καθίσταται άνευ αντικειμένου. Για το λόγο αυτό σας επιστρέφουμε τον 3° τελικό λογαριασμό της μελέτης ως απαράδεκτο και μη νόμιμο».
Σύμφωνα με τα αναφερθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας η πληρωμή του τελικού λογαριασμού στηρίζεται στις εγκεκριμένες επιμετρήσεις και δη στην οριστική παραλαβή της μελέτης, η οποία πραγματοποιείται εντός τριμήνου με απόφαση της Προϊσταμένης Αρχής, μετά (i) την έγκριση του τελευταίου, κατά τη σύμβαση, σταδίου της μελέτης και (ii) την έκδοση βεβαίωσης της Διευθύνουσας Υπηρεσίας, για την περαίωση των εργασιών της σύμβασης. Στη προκειμένη περίπτωση, για την οριστική παραλαβή της μελέτης, ναι μεν συνέτρεξαν οι υπό στοιχ. (i) και (ii) προϋποθέσεις, πλην όμως, όπως ήδη προαναφέρθηκε, δεν εκδόθηκε η σχετική απόφαση της Προϊσταμένης Αρχής της εναγόμενης.
Συνεπώς, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις προπαρατεθείσες νομικές διατάξεις και τα συμφωνηθέντα με την σύμβαση ανάθεσης η εν λόγω επιμέτρηση δεν εγκρίθηκε ρητά. Περαιτέρω, αφενός μεν δεν έγινε αυτοδίκαιη παραλαβή της μελέτης, αφού η εναγόμενη την αρνήθηκε εντός της προβλεπόμενης από το νόμο προθεσμίας προβάλλοντας την ακυρότητα της σύμβασης και αφετέρου ούτε και ο 3ος λογαριασμός εγκρίθηκε αυτοδίκαια, αφού η εναγόμενη μέσα στη νόμιμη προθεσμία αρνήθηκε εντελώς την πληρωμή του.
Συνεπώς, τα όσα ισχυρίζεται η ενάγουσα με την αγωγή της περί αυτοδίκαιης οριστικής παραλαβής της μελέτης και αυτοδίκαιης έγκρισης του 3ου λογαριασμού, προκειμένου να θεμελιώσει το αίτημα της να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το ποσό του τελευταίου ύψους 46.500 ευρώ πλέον ΦΠΑ, ελέγχονται ως αβάσιμα. Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι η εναγόμενη με τις έγγραφες προτάσεις, που κατέθεσε στο Δικαστήριο αυτό, αφού αναφέρεται στη κατάρτιση της επίδικης σύμβασης ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η Προϊσταμένη Αρχή της θεώρησε ότι η τελευταία (επίδικη σύμβαση) είναι παράνομη και άκυρη, διότι ανατέθηκε κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 10 του ν. 3316/2005 και για το λόγο αυτό με τη με αρ. 127/2011 απόφασή της ανακάλεσε και ακύρωσε τις ενδιάμεσες εσωτερικές πράξεις της Αρμόδιας Διευθύνουσας Υπηρεσίας Μελετών, απέρριψε την όχληση, που είχε απευθύνει η ενάγουσα με το με αρ. 3781/22-12-2010 έγγραφό της για την οριστική παραλαβή της προμελέτης, ενώ αποφάσισε ότι καμία αμοιβή δεν οφείλεται στην ενάγουσα και τα ποσά που μέχρι τότε είχαν καταβληθεί σ'αυτή έπρεπε να αναζητηθούν. Επίσης, ότι έχει ασκήσει την από 22.03.2011 και με αρ. καταθ. 3251/2011 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί η ακυρότητα της σύμβασης και να υποχρεωθεί η ενάγουσα να της καταβάλει 92.225 ευρώ|».
Με την προβαλλόμενη απόφαση, αφού απορρίφθηκε το αίτημα να αναβληθεί η συζήτηση της προσφυγής – αγωγής μέχρι την περάτωση της δίκης επί της τελευταίας αυτής αγωγής κατ’ άρθρο 249 ΚΠολΔ και απορρίφθηκε ως αόριστη και η ένσταση, που προέβαλε η καθ'ης αναιρεσίβλητη, αμυνόμενη κατά της προσφυγής- αγωγής, περί ακυρότητας της μεταξύ της ΤΡΑΜ ΑΕ και της αναιρεσείουσας σύμβασης εκπόνησης μελέτης, η οποία έγινε με μόνη αναφορά σε παραβίαση του άρθρου 10 ν. 3316/2005 χωρίς έκθεση συγκεκριμένων περιστατικών, που στοιχειοθετούσαν την επικαλούμενη παράβαση και που θα μπορούσαν να οδηγήσουν το Εφετείο σε παρεμπίπτουσα κρίση περί της ακυρότητας της σύμβασης αυτής, απέρριψε κατ'ουσίαν και την προσφυγή – αγωγή, κατά το μέρος της που είχε κριθεί νόμιμη, λόγω μη συνδρομής της προϋποθέσεως της τελικής παραλαβής της μελέτης, που απαιτείτο για την καταβολή του ποσού του 3ου Λογαριασμού.
Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1998, ΑΠ 2267/2013). Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει ειδικότερα, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές του, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, δεχόμενο ότι για την επιστροφή αθεώρητου (ουσιαστικά άρνηση πληρωμής) του 3ου Λογαριασμού αρκούσε η άρνηση, με απόφαση της Προϊσταμένης Αρχής (Π.Α.), της οριστικής παραλαβής της πλήρως εκπονηθείσας και εγκριθείσας προηγουμένως από τις αρμόδιες υπηρεσίες της αναιρεσίβλητης μελέτης με την επίκληση ακυρότητας της σύμβασης, χωρίς να παραθέσει οποιαδήποτε αναγκαία για το πόρισμά του περαιτέρω αιτιολογία ως προς τη συνδρομή ή μη των ουσιαστικών προϋποθέσεων για την πληρωμή του 3ου Λογαριασμού και το τιθέμενο με την προσφυγή – αγωγή ουσιώδες αναγκαίο προκριματικό ζήτημα της υποβληθείσας, δι’ αυτού του ένδικου βοηθήματος, αιτήσεως δικαστικής προστασίας το συνιστάμενο στην ακυρότητα ή μη της σύμβασης, στο οποίο στηρίζεται η νομιμότητα και εγκυρότητα ή μη της άρνησης πληρωμής του Λογαριασμού και από το οποίο εξαρτάτο η παραδοχή ή μη του καταψηφιστικού αιτήματος της αναιρεσείουσας.
Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν παρατίθενται, πέραν της αρνήσεως της οριστικής παραλαβής της μελέτης βάσει της 127/27-1-2011 απόφασης της Π.Α. της ΤΡΑΜ ΑΕ με επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως, οποιαδήποτε πραγματικά περιστατικά, που καθιστούσαν πράγματι τη σύμβαση εκπόνησης της μελέτης άκυρη, ώστε να παρίσταται νόμιμη και βάσιμη η άρνηση πληρωμής του 3ου Λογαριασμού με την προσβαλλόμενη δια της προσφυγής 265/2011 απόφαση της Δ.Υ.
της αναιρεσίβλητης, που παραπέμπει στην ανωτέρω απόφαση της Π.Α., ή αν, με βάση τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η επίκληση αυτής της ακυρότητας ήταν μη νόμιμη και αβάσιμη, για τους λόγους που παρέθετε η αναιρεσείουσα στην προσφυγή – αγωγή της, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου.
Επομένως είναι βάσιμοι οι σχετικοί προβαλλόμενοι με αιτιάσεις του δεύτερου και τρίτου σκέλους του πέμπτου λόγου της αίτησής αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ περί ανεπάρκειας αιτιολογιών, όπως αυτές εκτιμώνται από το παρόν Δικαστήριο (η αναιρεσείουσα αναφέρεται σε έλλειψη αιτιολογιών ως προς τα παραπάνω ζητήματα), αναφερόμενες στην κατ'ουσίαν απόρριψη του καταψηφιστικού αιτήματος της προσφυγής- αγωγής να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό του 3ου Λογαριασμού.
[VI] Ενόψει της αναιρετικής εμβέλειας των λόγων, που κρίθηκαν βάσιμοι, παρέλκει η έρευνα των υπόλοιπων λόγων αναίρεσης. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 2213/2017 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατ' άρθρο 580 παρ. 3 εδ. β' ΚΠολΔ, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πενταμελές Εφετείο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι δυνατή. Ακόμη πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η αναιρεσίβλητη, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την προσβαλλόμενη 2213/2017 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 2021.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Σεπτεμβρίου 2021.
ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ