Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding the three-year statute of limitations for annulment requests.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the First Instance Court's judgment on procedural grounds. The appellant argued that the First Instance Court erred in accepting a claim based on unjust enrichment alongside the primary contract claim. The court rejected this argument, finding the appeal inadmissible because the specific legal issue regarding the annulment deadline had already been definitively resolved by a Full Bench decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the legal issue raised has already been finally decided by a Full Bench of the Supreme Court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1070 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1070/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Χ. Β. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καρούζο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1)Ζ. Μ. (Z. B.), χήρας του Α. Χ. (A. K.), 2)Μ. Κ. (M. M.) του Α. Χ. (A. K.), 3)Ρ. (R.) του Α. Χ. (A. K.), και 4)Μ. Σ. (M. S.) του Α. Χ. (A. K.), όλων κατοίκων ..., φερομένων, κατά δήλωσή τους ως κληρονόμων του Α. Χ. (A. K.) του Μ. (M.), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βασιλική Λύτρα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/4/2011 αγωγή του αρχικού διαδίκου (A. K.), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1909/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 3660/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 10/6/2016 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 236/2018 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, που ανέβαλε την έκδοση αποφάσεως μέχρι εκδόσεως αποφάσεως της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου επί του αναφερόμενου στο σκεπτικό νομικού ζητήματος, το οποίο είχε παραπεμφθεί ενώπιον αυτής με την υπ' αριθμόν 1855/2017 απόφαση του Α2 τμήματος του Αρείου Πάγου. Η υπόθεση επαναφέρεται με την από 19/7/2018 κλήση του καλούντος. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, δια της υπ' αριθμόν 235/2018 αποφάσεως του Τμήματος τούτου ανεβλήθη η συζήτηση της υπό κρίση από 10ης Ιουνίου 2016 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 3660/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών μέχρι εκδόσεως αποφάσεως της Πλήρους Ολομελείας του Αρείου Πάγου επί του παραπεμφθέντος ενώπιον αυτής δια της υπ' αριθμόν 1855/2017 αποφάσεως του Α2 Τμήματος ζητήματος, εάν η προθεσμία ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως κατά των δημοσιευθεισών προ της 1ης Ιανουαρίου 2016 και μη επιδοθεισών αποφάσεων είναι τριετής, εξακολουθούσα και μετά την 1η Ιανουαρίου 2016, ή διετής. Επί του εν λόγω ζητήματος εξεδόθη ήδη η υπ' αριθμόν 10/2018 απόφαση της Ολομελείας του Αρείου Πάγου, συνεπώς παραδεκτώς δια της από 19ης Ιουλίου 2018 κλήσεως του αναιρεσείοντος φέρεται προς συζήτηση η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως.
Επειδή, αρχικώς ο Χ. Α. του Μ. άσκησε κατά του αναιρεσείοντος την από 28ης Απριλίου 2011 αγωγή, αφορώσα χρηματικές αξιώσεις από την παροχή εξηρτημένης εργασίας. Εξεδόθη η υπ' αριθμόν 1909/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς το ποσόν των 11804,02 ευρώ. Κατά της εν λόγω αποφάσεως ο ενάγων και ο εναγόμενος (αναιρεσείων) άσκησαν τις από 30ής Νοεμβρίου 2011 και 19ης Δεκεμβρίου 2011 εφέσεις αντιστοίχως, μετά συνεκδίκαση των οποίων εξεδόθη αντιμωλία των διαδίκων η προαναφερομένη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη η από 19ης Δεκεμβρίου 2011 έφεση, έγινε δεκτή η από 30ής Νοεμβρίου 2011 έφεση και μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς το ποσόν των 13220,64 ευρώ.
Εν συνεχεία, ο αναιρεσείων άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Στην θέση του αρχικού διαδίκου Χ. Α. του Μ., ο οποίος απεβίωσε την 2α Μαΐου 2013, μετά την συζήτηση των ως άνω εφέσεων, όπως προκύπτει από την από 8ης Μαΐου 2013 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δήμου Αθηναίων, υπεισήλθαν οι αναιρεσίβλητοι ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού, όπως αποδεικνύεται από το από 6ης Δεκεμβρίου 2016 πιστοποιητικό κληρονομητηρίου του Πρωτοδικείου Χάριαν, τα από 27ης Νοεμβρίου 2017 και 28ης Οκτωβρίου 2017 πιστοποιητικά μη αμφισβητήσεως του κληρονομικού δικαιώματος και μη δημοσιεύσεως διαθήκης αντιστοίχως του Πρωτοδικείου Αθηνών και τα από 28ης Νοεμβρίου 2018 πιστοποιητικά μη δημοσιεύσεως διαθήκης και μη αποποιήσεως του κληρονομικού δικαιώματος του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ και εμπροθέσμως, συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 564 ιδίου Κώδικος, αφού με την ως άνω απόφαση της Ολομελείας του Αρείου Πάγου έγινε δεκτό ότι η προαναφερομένη προθεσμία είναι τριετής, συνεπώς, πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ, κατά την οποία, με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τα δια της εφέσεως και των προσθέτων λόγων καθοριζόμενα όρια, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 520 παρ. 2 και 523 παρ. 1 ιδίου Κώδικος, συνάγεται ότι, εάν η εκκαλουμένη απόφαση περιέχει περισσότερες οριστικές διατάξεις επί αυτοτελών αιτήσεων δικαστικής προστασίας (κεφάλαια της αποφάσεως), μεταβιβάζονται στον δεύτερο βαθμό μόνον όσα εξ αυτών προσεβλήθησαν με το δικόγραφο της εφέσεως ή με τους προσθέτους λόγους ή με αντέφεση και ότι το αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης οριοθετείται περαιτέρω από τους λόγους της εφέσεως και της αντεφέσεως, οι οποίοι προσδιορίζουν την έκταση του ελέγχου της προσβαλλομένης αποφάσεως. Η επιδίκαση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μη εκκληθέντος κεφαλαίου της εκκαλουμένης αποφάσεως ελέγχεται αναιρετικώς μέσω του λόγου του άρθρου 559 αρ. 9 εδ. α' ΚΠολΔ, κατά τον οποίον αναίρεση συγχωρείται, εάν το δικαστήριο επιδίκασε μη αιτηθέν. Ως επιδίκαση νοείται η απόφαση του δικαστηρίου επί μη αιτηθέντος, και όταν έχει αναγνωριστικό χαρακτήρα.
Εν προκειμένω, από την κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: O ενάγων ..., επικαλούμενος ότι προσελήφθη την 5η Απριλίου 1989 ως εργάτης στην εταιρία "... Α.Β.Ε.Ε.", η οποία έχει ως αντικείμενο την κατασκευή και εμπορία στρωμάτων, και ότι από 1ης Ιανουαρίου 2000 ανέλαβε και την περιποίηση του κήπου της οικίας του ιδιοκτήτη της εταιρίας εναγομένου - αναιρεσείοντος ..., εζήτησε με την ένδικη αγωγή την επιδίκαση των δεδουλευμένων αποδοχών της εργασίας αυτού στον κήπο της οικίας του αναιρεσείοντος από 1ης Ιανουαρίου 2006 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2008 βάσει του ημερομισθίου του ανειδικεύτου εργάτη ποσού 37,77 ευρώ κατά τα έτη 2006 και 2007 και 40,25 ευρώ κατά το έτος 2008.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εδέχθη ότι ο ενάγων ανέλαβε την εν λόγω εργασία από της 1ης Ιανουαρίου 2006 και του επιδίκασε τις δεδουλευμένες αποδοχές βάσει ημερομισθίου από 1ης Ιανουαρίου 2006 έως 31ης Αυγούστου 2006 ποσού 27,18 ευρώ, από 1ης Σεπτεμβρίου 2006 έως 30ής Απριλίου 2007 ποσού 27,96 ευρώ, από 1ης Μαΐου 2007 έως 31ης Δεκεμβρίου 2007 ποσού 29,39 ευρώ, από 1ης Ιανουαρίου 2008 έως 31ης Αυγούστου 2008 ποσού 30,40 ευρώ και από 1ης Σεπτεμβρίου 2008 έως 31ης Δεκεμβρίου 2008 ποσού 31,32 ευρώ.
Ο ενάγων με τον πέμπτο λόγο της από 30ής Νοεμβρίου 2011 εφέσεως προσέβαλε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αιτιώμενος ότι "ουχί ορθώς και παρά το νόμο δέχτηκε η εκκαλουμένη ότι το ημερομίσθιο του ανειδίκευτου εργάτη ανέρχεται από 1.1.2006 έως 31.8.2006 σε ευρώ 27,18, από 1.9.06 έως 30 4.07 σε ευρώ 27,96, από 1.5.07 έως 31.12.07 σε ευρώ 29,39, από 1.1.08 έως 31.8.08 σε ευρώ 30,40 και από 1.9.08 έως 31.12.08 σε ευρώ 31.32., ενώ έπρεπε:
α) να δεχθεί ότι το ημερομίσθιο του ανειδίκευτου εργάτου ειδικά στις κηπουρικές εργασίες αλλά και γενικά ανήρχετο σε ευρώ 37,77 για τα έτη 2006-2007 και ευρώ 40,25 για το έτος 2008. β) έπρεπε να δεχθεί ότι στον αντίδικο εργάστηκα από της 5.4.1989 δηλαδή μέχρι τον επίδικο χρόνο 2006, 2007 και 2008 εργαζόμουν επί 17 έως και 20 χρόνια.
Δηλαδή εργάστηκα επί 6 και 7 τριετίες.
Συνεπώς έπρεπε να συνυπολογίσει στο ημερομίσθιό μου και το επίδομα των τριετιών". Το Μονομελές Εφετείο, επιλαμβανόμενο της εφέσεως του ενάγοντος, εδέχθη ως προς τον ως άνω πέμπτο λόγο τα εξής: "ο ενάγων εργάσθηκε με την ως άνω ιδιότητα από 1.1.2000, κατά παραδοχή εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμου του 5ου λόγου της έφεσης του ενάγοντα.
Ειδικότερα, με βάση τις ΕΓΣΣΕ των ετών 2006-2007 και 2008-2009, οι κατώτατες αποδοχές του ανειδίκευτου εργάτη καθορίστηκαν ως εξής: α) από 1.1.2006 έως 31.8.2006: 27,18 ευρώ ημερομίσθιο και 4,08 ευρώ ωρομίσθιο (27,18 Χ 0,15), β) από 1.9.2006 έως 30.4.2007: 27,96 ευρώ ημερομίσθιο και 4,19 ευρώ ωρομίσθιο, γ) από 1.5.2007 έως 31.12.2007: 29,39 ευρώ το ημερομίσθιο και 4,41 ευρώ ωρομίσθιο, δ) από 1.1.2008 έως 31.8.2008: 30,40 ευρώ ημερομίσθιο και 4,56 ευρώ ωρομίσθιο και ε) από 1.9.2008 έως 31.12.2008: 31,32 ευρώ ημερομίσθιο και 4,70 ευρώ ωρομίσθιο.
Με το συνυπολογισμό δε δύο τριετιών που θα ληφθεί υπόψη για την προσαύξηση του 75%: α) από 1.1.2006 έως 31.8.2006: 29,52 ευρώ ημερομίσθιο, β) από 1.9.2006 έως 30.4.2007: 30,38 ευρώ ημερομίσθιο, γ) από 1.5.2007 έως 31.12.2007: 31,93 ευρώ ημερομίσθιο, δ) από 1.1.2008 έως 31.8.2008: 33,03 ευρώ ημερομίσθιο και ε) από 1.9.2008 έως 31.12.2008: 34,02 ευρώ ημερομίσθιο". Εν συνεχεία το Μονομελές Εφετείο επιδίκασε τις δεδουλευμένες αποδοχές του ενάγοντος βάσει του προαναφερομένου ημερομισθίου του ανειδικεύτου εργάτη, ως είχε διαμορφωθεί κατά τα επί μέρους χρονικά διαστήματα, με τον συνυπολογισμό και του επιδόματος δύο τριετιών (2000-2006).
Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται η αιτίαση ότι το Μονομελές Εφετείο εδέχθη ως ημερομηνία ενάρξεως της εργασίας του ενάγοντος την 1η Ιανουαρίου 2000 αντί της 1ης Ιανουαρίου 2006, την οποία είχε δεχθεί το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, και συνακολούθως συνυπολόγισε προς εύρεση του ημερομισθίου αυτού και το επίδομα δύο τριετιών, χωρίς όμως να έχει προβληθεί με την έφεση του ενάγοντος σχετικός λόγος, αφού η αναφορά με τον πέμπτο λόγο της εν λόγω εφέσεως ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έπρεπε να δεχθεί ως ημερομηνία ενάρξεως της εργασίας του ενάγοντος την 5η Απριλίου 1989 δεν αφορά την εργασία αυτού στον κήπο της οικίας του αναιρεσείοντος, την οποία ο ίδιος ο ενάγων προσδιορίζει στην ένδικη αγωγή ότι άρχισε την 1η Ιανουαρίου 2000, αλλά προφανώς την εργασία στην εταιρία "...
Α.Β.Ε.Ε.", στην οποία πράγματι προσελήφθη ο ενάγων την εν λόγω ημερομηνία. Όπως όμως προκύπτει από το προπαρατεθέν περιεχόμενο του πέμπτου λόγου της εφέσεως του ενάγοντος, υφίσταται δι' αυτού σαφής αναφορά στην εργασία, την οποία παρείχε ο ενάγων ως μισθωτός απασχολούμενος στον κήπο της οικίας του αναιρεσείοντος, και όχι στην εργασία, την οποία παρείχε ως εργάτης στην βιοτεχνία στρωμάτων, ως προς την οποία και έχει ασκήσει άλλη αγωγή με εναγομένη την ως άνω εταιρία, και επομένως η περικοπή του εφετηρίου ότι έπρεπε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο να συνυπολογίσει στο ημερομίσθιο του ενάγοντος και το επίδομα των τριετιών αφορά την εργασία, ως προς την οποία έχει ασκηθεί η ένδικη αγωγή.
Συνεπώς, ο ως άνω λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ, η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμον την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ωρισμένο αίτημα. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εάν το δικαστήριο παρά τον νόμο εκήρυξε ή δεν εκήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο εν λόγω λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαίωμα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο.
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της αγωγής του ... προκύπτει ότι εκτίθενται εν αρχή αναλυτικώς οι χρηματικές αξιώσεις αυτού από την παρασχεθείσα εργασία στον κήπο της οικίας του αναιρεσείοντος συνολικού ποσού 13470,24,ευρώ, εν συνεχεία δε διαλαμβάνονται τα εξής: "Τ' ανωτέρω υπ' αριθμ. 2, 3, 4, 5, 6, 7 και 8 κονδύλια δικαιούμαι λαβείν και ως αποζημίωση των άρθρων 904 επ.
Α.Κ. περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, διότι κατά τα ποσά ταύτα κατέστη πλουσιώτερος ο αντίδικος, αφού θα τα κατέβαλε σε άλλον εργάτη, που θα απασχολούσε με τις ίδιες ιδιότητες και υπηρεσίες και απόδοσης με μένα, και τη δαπάνη αυτή θα εξοικονομούσε επ' ωφελεία του. Επειδή και όλως επικουρικώς, σε περίπτωση που θεωρηθεί ότι ως αλλοδαπός ήτοι … υπήκοος, δεν ήμουν εφοδιασμένος με την έγγραφη ειδική άδεια του Υπουργείου Εργασίας και συνεπώς η έλλειψη της άδειας αυτής έχει ως συνέπεια να θεωρείται άκυρη η σύμβαση εργασίας μου ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο είναι άκυρη η σύμβαση εργασίας μου και υπάρχει μόνο απλή σχέση εργασίας μεταξύ εμού και του εναγομένου και επομένως δεν μπορώ να θεμελιώσω τις αξιώσεις μου στη σύμβαση, για τούτο ζητώ όπως το Δικαστήριό Σας μου επιδικάσει τ' ανωτέρω κονδύλια ή μερικά από τα παραπάνω κονδύλια σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.
Α.Κ. περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, διότι ο εργοδότης μου εξοικονόμησε τη δαπάνη στην οποία θα έπρεπε να υποβληθεί για τη μισθοδοσία άλλου μισθωτού της ιδίας με εμέ ειδικότητας και αποδόσεως που θα είχε απασχοληθεί στην ίδια εργασία, εκτός βεβαίως από τα ανωτέρω κονδύλια που στηρίζονται απ' ευθείας στο νόμο.
Και εν πάση περιπτώσει αν ήθελε θεωρηθεί για οποιοδήποτε λόγο σαν άκυρη η μεταξύ μας σύμβαση, τότε ζητώ να μου επιδικασθούν τα ποσά όσα δεν στηρίζονται απ' ευθείας στο νόμο, αλλά στη σύμβαση με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και ο πλουτισμός του εναγομένου συνίσταται στο ποσό που θα έδινε σε άλλον, που θα είχε τα ίδια προσόντα με μένα και θα τον απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση εργασίας και υπό τις ίδιες συνθήκες.
Το υπ' αριθμ. 1 κονδύλιο δικαιούμαι να το λάβω σύμφωνα με το νόμο και επικουρικώς με τη σύμβαση, άλλως και επικουρικώς με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, διότι κατά το ποσό τούτο κατέστη πλουσιότερος ο αντίδικος επί ωφέλειά του αφού θα τα κατέβαλε σε άλλο μισθωτό με τις ίδιες ιδιότητες με μένα και τις υπηρεσίες μου".
Με τον δεύτερο και τελευταίο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται η αιτίαση ότι το Μονομελές Εφετείο εσφαλμένως έκρινε παραδεκτή την βάση της αγωγής εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού και βάσει αυτής επιδίκασε τις χρηματικές αξιώσεις του ενάγοντος εκτός της αξιώσεως της προσαυξήσεως της αμοιβής της εργασίας κατά Κυριακές, την οποία επιδίκασε εκ του νόμου, παρ' ότι δεν προκύπτει από την διατύπωση της αγωγής εάν η επίκληση της νομικής βάσεως του αδικαιολογήτου πλουτισμού γίνεται σωρευτικώς ή επικουρικώς.
Όπως όμως προκύπτει από το προπαρατεθέν περιεχόμενο της αγωγής, ο ενάγων επικαλείται σαφώς ως κυρία βάση της αγωγής την εκ της συμβάσεως εργασίας και ως επικουρικές βάσεις την εκ του νόμου και την εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού, εκτός του πρώτου κονδυλίου της αγωγής, ως προς το οποίο επικαλείται ως κυρία βάση της αγωγής την εκ του νόμου και ως επικουρικές την εκ της συμβάσεως εργασίας και την εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Συνεπώς, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτών, ως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10ης Ιουνίου 2016 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 3660/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων ποσού χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Αυγούστου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ