Legislator Case Law & Legislation
1070/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on Sunday work legality in Greece.

Case Number 1070/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the government's appeal against a First Instance Court ruling that partially upheld a lawsuit regarding Sunday employment legality. The plaintiffs argued their Sunday work was unlawful, while the government contended the employment contract was valid. The court ruled the appeal inadmissible because the lower court correctly accepted the supplementary claim based on different facts than the primary claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94, 96, 97, 104, 665 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible when the second instance court rejects the main claim but accepts a supplementary claim based on distinct facts, as this does not constitute a violation of substantive law.

Keywords

AI generated
Sunday work legality labor contract validity supplementary claim inadmissible appeal Greek labor law

Cited Legislation

AI generated
Articles 94, 96, 97, 104, 665 of the Code of Civil Procedure
Article 560, Section 1, Item a of the Code of Civil Procedure
Articles 904 of the Civil Code
Article 16 of Law 3205/2003
Article 12, Section 5 of Law 3207/2003
Article 6, Section 4 of Law 3833/2010
Common Decision 2/34691/0022/1-7-2010 of the Undersecretary of Economy and the Minister of Culture and Tourism
Articles 176, 183, 191, Section 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22, Sections 1 and 3 of Law 3693/1957
Article 5, Section 12 of Law 1738/1987
Article 2 of Common Decision 134423/1992 of the Ministers of Economy and Justice

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1070 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1070/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό των Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ευθυμία Γκαράνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Α. του Ν., 2) Ε. Α. του Γ., 3) Β. Α. του Θ., 4) Ά. Α. του Σ., 5) Α. Α. του Γ., 6) Ε. Β. του Α., 7) Ε. Β. του Κ., 8) Α. Β. του Γ., 9) Φ. Γ. του Γ., 10) Ε. Δ. του Ε., 11) Δ. Ζ. του Ζ., 12) Σ. Κ. του Ι., 13) Σ. Κ. του Β., 14) Π. Κ. του Ι., 15) Χ. Κ. του Α., 16) Δ. Κ. του Χ., 17) Σ. Κ. του Β., 18) Β. Κ. του Γ., 19) Ι. Μ. του Β., 20) Μ. Μ. του Δ., 21) Σ. Μ. του Ν., 22) Ι. Μ. του Γ., 23) Ά. Ν. του Χ., κατοίκων ..., 24) Π. Π. του Σ., κατοίκου ..., 25) Σ. Π. του Γ., 26) Δ. Π. του Ι., 27) Κ. Π. του Ν., 28) Δ. Π. του Ε., 29) Μ.-Σ. Π. του Ν., 30) Β. Π. του Κ., 31) Ε. Π. του Ι., 32) Φ. Π. του Ζ., 33) Α. Π. του Β., κατοίκων ..., 34) Ο. Π. του Δ., κατοίκου ..., 35) Μ. Ρ. του Σ., 36) Θ. Σ. του Γ., 37) Φ. Σ. του Α., 38) Δ. Τ. του Π., 39) Β. Τ., 40) Μ. Τ. του Ε., 41) Δ. Τ. του Α., 42) Ά. Τ. του Ε., 43) Α. Τ. του Α., 44) Χ. Φ. του Ν., 45) Δ. Χ. του Π., 46) Σ. Χ. του Χ., κατοίκων ..., από τους οποίους οι μεν έκτη, έβδομη, όγδοη, ένατη, ενδέκατος, εικοστή τρίτη, τριακοστός τρίτος, τριακοστός έκτος και τριακοστή ένατη δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, οι δε λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη, που ανακάλεσε την από 23-1-2017 δήλωση του άρθρου 242 παρ. Κ.Πολ.Δ., και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-3-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4977/2013 του ίδιου δικαστηρίου και 8710/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-8-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τσάκος ανέγνωσε την από 11-1-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.

Ο πληρεξούσιος των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, 97, 104 και 665 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. (όπως η τελευταία ίσχυε μετά την προσθήκη σ’ αυτήν τρίτου εδαφίου με το άρθρο 15 παρ. 6 ν. 4055/2012 και πριν από την έμμεση κατάργησή της με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή ως εκ του προαναφερθέντος χρόνου ασκήσεως της υπό κρίση αιτήσεως), προκύπτουν τα εξής:

Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου στις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα δίδεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με ιδιωτικό έγγραφο το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρετήσεως Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή.

Η πληρεξουσιότητα παρέχει το δικαίωμα στον πληρεξούσιο να παριστά στο δικαστήριο εκείνον που την έδωσε, να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται πλην άλλων και η άσκηση ενδίκων μέσων, καθώς και να παρίσταται στις αντίστοιχες δίκες που δημιουργούνται από τις πράξεις αυτές.

Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη της πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της (Ολ.

Α.Π. 13/2008). Εξ άλλου από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων με εκείνες του άρθρου 576 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί μεν αλλά δεν μετέχει νομίμως στη συζήτηση, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο δικηγόρος που υπογράφει την κλήση για τη συζήτηση ήταν εφοδιασμένος με πληρεξουσιότητα, διαφορετικά η κλήση με βάση την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση είναι άκυρη και η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη.

Όμως ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση αν ο κατά τα ανωτέρω μη εμφανισθείς ή μη μετέχων στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε είτε από κάποιον από τους λοιπούς ομοδίκους του είτε από τον αντίδικό του (Α.Π. 520/2014). Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται για συζήτηση η από 24-8-2015 αίτηση για αναίρεση της 8710/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης νομίμη δικάσιμο αυτής (24-1-2017), δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι έκτη, έβδομη, όγδοη, ένατη, ενδέκατος, εικοστή τρίτη, τριακοστός τρίτος, τριακοστός έκτος και τριακοστή ένατη αναιρεσίβλητοι.

Οι λοιποί παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι προσκομίζουν την .../12-10-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Β. Κ., από την οποία προκύπτει ότι η συζήτηση επισπεύδεται από όλους τους αναιρεσιβλήτους (επομένως και από τους απολιπόμενους), αφού με έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ιωάννη Καραγκούνη έγινε η επίδοση.

Όμως από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι οι απολιπόμενοι αναιρεσίβλητοι είχαν χορηγήσει στον προαναφερθέντα δικηγόρο τη σχετική προς τούτο πληρεξουσιότητα. Περαιτέρω το αναιρεσείον αλλά και οι παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι δεν επικαλούνται ούτε προσκομίζουν έκθεση επίδοσης της αίτησης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση προς τους απολιπομένους αναιρεσιβλήτους.

Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτούς, δεδομένου δε ότι αυτοί συνδέονται με τους λοιπούς παρισταμένους αναιρεσιβλήτους με σχέση απλής ομοδικίας, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση και να ερευνηθεί ως προς τους τελευταίους (άρθρο 576 παρ. 3 εδ. β Κ.Πολ.Δ., όπως το εδ. β προστέθηκε με το άρθρο 62 ν. 4139/2013).

Κατά το άρθρο 16 παρ. 1 ν. 3205/2003, όπως το τέταρτο εδάφιο της παραγράφου αυτής αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 3 ν. 3670/2008: "Η καθιέρωση με αμοιβή εργασίας πέρα από τις ώρες της υποχρεωτικής απασχόλησης των υπαλλήλων του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. επιτρέπεται μόνο για την αντιμετώπιση εποχικών, έκτακτων ή επειγουσών υπηρεσιακών αναγκών.

Η υπερωριακή απασχόληση του προσωπικού εγκρίνεται με απόφαση του καθ’ ύλην αρμόδιου Υπουργού στην οποία αναφέρονται σαφή και συγκεκριμένα στοιχεία που δικαιολογούν την ανωτέρω εργασία πέρα από το κανονικό ωράριο. Με την ίδια απόφαση καθορίζεται ο αριθμός των υπαλλήλων, το χρονικό διάστημα και οι ώρες υπερωριακής απασχόλησης τους μέσα στα όρια των πιστώσεων του Προϋπολογισμού τους, μη επιτρεπομένης της επιβάρυνσης του Προϋπολογισμού Δημοσίων Επενδύσεων.

Οι κατά τα ως άνω ώρες απογευματινής υπερωριακής εργασίας δεν μπορεί να υπερβαίνουν τις είκοσι (20) ώρες μηνιαίως ανά υπάλληλο. Με την ίδια διαδικασία και προϋποθέσεις επιτρέπεται η καθιέρωση υπερωριακής εργασίας με αμοιβή κατά τις Κυριακές και εξαιρέσιμες ημέρες ή κατά τις νυχτερινές ώρες, προς συμπλήρωση της υποχρεωτικής εβδομαδιαίας εργασίας είτε καθ’ υπέρβαση αυτής, σε υπαλλήλους που ανήκουν σε υπηρεσίες που λειτουργούν, βάσει νόμου, όλες τις ημέρες του μήνα ή σε δωδεκάωρη ή εικοσιτετράωρη βάση.

Ειδικά, στην καθ’ υπέρβαση εργασία οι ώρες νυκτερινής, Κυριακών και εξαιρέσιμων ημερών δεν μπορεί να υπερβούν τις δεκαέξι (16) ώρες κατά περίπτωση το μήνα...". Εξ άλλου κατά το άρθρο 12 παρ. 5 ν. 3207/2003: "Ο περιορισμός των δεκαέξι (16) ωρών που αναφέρεται στο έκτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 16 του νόμου "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ.

και Ο.Τ.Α. κ.λπ." δεν ισχύει για το φυλακτικό προσωπικό και το προσωπικό καθαριότητας των μουσείων και αρχαιολογικών χώρων του Υπουργείου Πολιτισμού". Περαιτέρω κατά το άρθρο 6 παρ. 4 ν. 3833/2010, του οποίου η ισχύς σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 2 του ίδιου νόμου άρχισε από την 1-3-2010: "Οι διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 5 του ν. 3207/2003 (ΦΕΚ 302 Α) και του άρθρου 17 παρ. 7 του ν. 3226/2004 (ΦΕΚ 24 Α) και οι κατ’ εξουσιοδότησή τους εκδοθείσες αποφάσεις καταργούνται.

Ο αριθμός των ωρών νυκτερινής, Κυριακών και λοιπών εξαιρέσιμων ημερών εργασίας για το προσωπικό που ορίζουν οι ανωτέρω διατάξεις, καθορίζεται με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του καθ’ ύλην αρμόδιου Υπουργού, κατ’ εξαίρεση των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου 16 του ν. 3205/2003, όπως τροποποιείται με την παρ. 1 του άρθρου αυτού".

Τέλος με την 2/34691/0022/1-7-2010 κοινή απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Πολιτισμού και Τουρισμού ορίσθηκαν τα εξής: "1. Καθορίζουμε, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 6 παρ. 4 του ν. 3833/2010, σε 32,5 ώρες κατά μήνα την απασχόληση κατά τις Κυριακές και εξαιρέσιμες ημέρες έτους 2010, καθ’ υπέρβαση της υποχρεωτικής εβδομαδιαίας εργασίας του έκτακτου προσωπικού ορισμένου χρόνου (ωρομίσθιο) του ΥΠΠΟΤ, συνολικού αριθμού χιλίων τριακοσίων τριάντα τριών (1.333) που έχει προσληφθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 81 του ν. 1958/1991 και του π.δ. 99/1992, όπως ισχύει σήμερα για χρονικό διάστημα από 1-5-2010 μέχρι 31-12-2010 για το έργο που εκτελείται στα αρχαιολογικά μουσεία και στους αρχαιολογικούς χώρους όλης της χώρας, αναλυτικά ως εξής:

α) Οκτακοσίων σαράντα τεσσάρων (844) έκτακτου προσωπικού ορισμένου χρόνου (ωρομίσθιο) ειδικότητας φυλάκων εργοταξίου ημέρας ΔΕ. β) Τριακοσίων τριάντα εννέα (339) έκτακτου προσωπικού ορισμένου χρόνου (ωρομίσθιο) ειδικότητας φυλάκων εργοταξίου νύχτας ΔΕ. γ) Εκατόν πενήντα (150) έκτακτου προσωπικού ορισμένου χρόνου (ωρομίσθιο) ειδικότητας προσωπικού καθαριότητας ΥΕ. 2.

Καθορίζουμε, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 6 παρ. 4 του ν. 3833/2010, σε 32,5 ώρες κατά μήνα την απασχόληση κατά τις Κυριακές και εξαιρέσιμες ημέρες έτους 2010, καθ’ υπέρβαση της υποχρεωτικής εβδομαδιαίας εργασίας του έκτακτου προσωπικού ορισμένου χρόνου (ωρομίσθιο) του ΥΠΠΟΤ, συνολικού αριθμού χιλίων τριακοσίων (1300) που έχει προσληφθεί για το έργο που εκτελείται στα αρχαιολογικά μουσεία και στους αρχαιολογικούς χώρους όλης της χώρας, για χρονικό διάστημα διάρκειας 990 ωρών από 1-5-2010 έως 31-10-2010 αναλυτικά ως εξής:

α) Χιλίων ενενήντα οκτώ (1.098) έκτακτου προσωπικού ορισμένου χρόνου (ωρομίσθιο) ειδικότητας φυλάκων εργοταξίου νύχτας ΔΕ. β) Ογδόντα (80) έκτακτου προσωπικού ορισμένου χρόνου (ωρομίσθιο) ειδικότητας φυλάκων εργοταξίου νύχτας ΔΕ. γ) Εκατόν είκοσι δύο (122) έκτακτου προσωπικού ορισμένου χρόνου (ωρομίσθιο) ειδικότητας προσωπικού καθαριότητας ΥΕ".

Εξ άλλου κατά το άρθρο 904 εδ. α και β Α.Κ. "Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαίτησης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξίωσης από την αιτία.

Τέτοια έλλειψη υπάρχει και όταν η αιτία της παροχής είναι παράνομη εξαιτίας απαγορευτικής διάταξης νόμου, τούτο δε συμβαίνει και στην περίπτωση της παροχής εργασίας κατά τις Κυριακές κατά παράβαση των διατάξεων που αναφέρθηκαν στην αρχή αυτής της σκέψης. Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα εργαζόμενο ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγομένου εργοδότη εξαιτίας της ακυρότητας της απασχόλησης του εργαζομένου κατά τις Κυριακές, για να είναι ορισμένη η αγωγή θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 στοιχ.

α Κ.Πολ.Δ., τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της απασχόλησης και συνιστούν το λόγο για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εργοδότη δεν είναι νόμιμη. Αν όμως η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 Κ.Πολ.Δ.) υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης αυτής, αρκεί για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσης να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της απασχόλησης του εργαζομένου, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα.

Και τούτο διότι στην τελευταία περίπτωση η επικουρική βάση της αγωγής θα εξετασθεί μόνο αν η στηριζόμενη στην έγκυρη απασχόληση κύρια βάση της αγωγής απορριφθεί μετά παραδοχή της ακυρότητας της απασχόλησης για συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος είτε κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα είτε κατ’ ένσταση του εναγομένου εργοδότη αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης.

Με τον τρόπο αυτό πληρούται ο σκοπός της διάταξης του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ., η οποία απαιτεί τη σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή. Επομένως στη δικονομικώς ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσης της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δεν είναι αναγκαία η επίκληση από τον εργαζόμενο του λόγου ακυρότητας της απασχόλησής του που διαγνώστηκε ήδη δικαστικώς στην ίδια δίκη και είναι έτσι δεδομένος κατά την εξέταση της επικουρικής βάσης (πρβλ.

Ολ. Α.Π. 22/2003, Α.Π. 43/2017). Στην προκειμένη περίπτωση με την από 9-4-2012 αγωγή τους οι ήδη αναιρεσίβλητοι εξέθεσαν τα εξής: Ότι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου προσελήφθησαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και απασχολήθηκαν από αυτό κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (από το Μάιο μέχρι και τον Ιούλιο του έτους 2010) στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης ως ωρομίσθιοι υπάλληλοι και συγκεκριμένα ως έκτακτοι φύλακες εργοταξίου ημέρας και νύκτας.

Ότι παρά το γεγονός ότι εκτέλεσαν κανονικά τα καθήκοντά τους σύμφωνα με τις οδηγίες και υποδείξεις των προϊσταμένων τους, το εναγόμενο δεν τους κατέβαλε τα αναφερόμενα για τον καθένα χρηματικά ποσά, τα οποία τους οφείλει για την απασχόλησή τους κατά τις Κυριακές. Ζήτησαν δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει τα πιο πάνω χρηματικά ποσά νομιμοτόκως από το χρόνο παροχής της εργασίας τους, άλλως από την επίδοση της αγωγής, κυρίως με βάση τη σύμβαση εργασίας τους και επικουρικά, σε περίπτωση που η απασχόλησή τους κριθεί άκυρη λόγω μη τήρησης της νόμιμης διαδικασίας ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή ως νόμιμη και εν μέρει κατ’ ουσίαν βάσιμη κατά την κύρια βάση της, υποχρέωσε δε το εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες τα αναφερόμενα στην απόφασή του χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Μετά από έφεση του εναγομένου εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά παραδοχή σχετικού λόγου έφεσης, έκρινε ότι η αγωγή ήταν μη νόμιμη κατά την κύρια βάση της για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτήν, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, αφού δε κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την απέρριψε κατά τη βάση της αυτή ως μη νόμιμη.

Στη συνέχεια ερευνώντας, όπως όφειλε, την μη ερευνηθείσα πρωτοδίκως επικουρική βάση της αγωγής, τη δέχθηκε ως νόμιμη και εν μέρει κατ’ ουσίαν βάσιμη, υποχρέωσε δε το εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες τα αναλυτικά αναφερόμενα χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Με την κρίση του αυτή το εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ.

α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα, μη απορρίπτοντας την αγωγή κατά την επικουρική βάση της ως μη νόμιμη, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 904 Α.Κ., 16 ν. 3205/2003, 12 παρ. 5 ν. 3207/2003, 6 παρ. 4 ν. 3833/2010 και της 2/34691/0022/1-7-2010 κοινής απόφασης του Υφυπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Πολιτισμού και Τουρισμού.

Ειδικότερα η αγωγή, έχοντας το προπαρατεθέν περιεχόμενο και αίτημα, ήταν νόμιμη και ορισμένη κατά την επικουρική βάση της, αφού, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, για την πληρότητα της επικουρικής βάσης αυτής δεν ήταν αναγκαίο οι ενάγοντες να εκθέτουν το λόγο της ακυρότητας της απασχόλησής τους κατά τις Κυριακές.

Ούτε τέλος η επικουρική βάση της αγωγής στηριζόταν στα ίδια περιστατικά με την κύρια βάση της, ώστε να είναι για το λόγο αυτό απαράδεκτη, αφού περιλάμβανε το πρόσθετο και διαφορετικό από την κύρια βάση στοιχείο της ενδεχόμενης ακυρότητας της απασχόλησης των εναγόντων κατά τις ημέρες αυτές.

Συνεπώς ο μόνος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση ως προς τους παρισταμένους αναιρεσιβλήτους και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στη δικαστική τους δαπάνη σύμφωνα με το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένη σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ. 1 και 3 ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και 2 της 134423/1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 24-8-2015 αίτησης για αναίρεση της 8710/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ως προς τους έκτη, έβδομη, όγδοη, ένατη, ενδέκατο, εικοστή τρίτη, τριακοστό τρίτο, τριακοστό έκτο και τριακοστή ένατη αναιρεσιβλήτους.

Απορρίπτει την αίτηση ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2017.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ