Legislator Case Law & Legislation
1070/2017 AI generated

1070/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1070/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1070/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
readiness for construction fine for construction violation sale with installation obligation construction contract award development charges construction contribution
AI generated
778/2013
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 και 694 παρ.
1137/2020
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/3/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 75/2018 του Πολυμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/11/2018 αίτησή της.
1220/2017
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/3/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καβάλας.
2099/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Στυλιανή Μπλέτα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
1506/2017
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1070 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1070/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ν. συζύγου Γ. Π., το γένος Α. Α., κατοίκου δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου Καλαβρύτων, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φαίδωνα Κεδίκογλου.

Του αναιρεσιβλήτου: B. I. (Μ. Ί.) του A. (Α.), κατοίκου ... Δήμου Καλαβρύτων, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Οικονόμου. Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως για τους λόγους που ανέπτυξε. Για το αίτημα της αναβολής το λόγο έλαβε και ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος δε συναίνεσε. Το Δικαστήριο διασκέφθηκε και διά της Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-2-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 30-10-2012 ανταγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαβρύτων και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 236/2015 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 9-12-2015 αίτησή της.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 20-1-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, ο ήδη αναιρεσίβλητος, με την ένδικη αγωγή του εξέθεσε ότι δυνάμει συμβάσεως έργου, την οποία συνήψε εγγράφως με την εναγομένη ήδη αναιρεσείουσα, την 29.8.2007, ανέλαβε έναντι αυτής την υποχρέωση να κατασκευάσει διώροφη οικοδομή με υπόγειο και γκαράζ σε οικόπεδο της κυριότητός της , κείμενο στο ..., αντί συμφωνηθείσης αμοιβής 900 ευρώ ανά τ.μ.

και με συμφωνηθέντα χρόνο παραδόσεως του έργου την 31.12.2008 το αργότερο. Ότι, κατά την διάρκεια της εκτελέσεως του ως άνω έργου, συνήφθη μεταξύ του προφορικώς νέα σύμβαση, δυνάμει της οποίας η εναγομένη του ανέθεσε την εκτέλεση προσθέτου έργου, περιλαμβάνοντος τις περιγραφόμενες στην αγωγή εργασίες με την αντίστοιχη για καθεμία απ’ αυτές αμοιβή.

Και ότι μολονότι αυτός εκτέλεσε εμπροθέσμως και παρέδωσε στην εναγομένη ολόκληρο το αναληφθέν (αρχικό και πρόσθετο) έργο, η τελευταία του κατέβαλε τμηματικώς έναντι της αμοιβής του το συνολικό ποσό των 180.000 ευρώ, που αντιστοιχεί στο αρχικώς συμφωνηθέν έργο, αρνείται δε να του καταβάλει την εργολαβική του αμοιβή για το πρόσθετο έργο, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 174.251,64 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου και του Φ.Π.Α. (19%) των εκδοθέντων τιμολογίων.

Ζήτησε δε κατόπιν αυτού με την αγωγής να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το οφειλόμενο, ως άνω, χρηματικό ποσό με το νόμιμο τόκο από τον χρόνο παραδόσεως του έργου (5-11-2008) άλλως από την επίδοση της αγωγής και επί πλέον το ποσό των 2.445 ευρώ, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής, το οποίο αναγκάσθηκε, ενόψει της αρνήσεως της εναγομένης, να δαπανήσει για την σύνταξη γνωμοδοτήσεως από μηχανικό του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος με αντικείμενο την επιμέτρηση και κοστολόγηση των επί πλέον εργασιών που απαρτίζουν το εκτελεσθέν πρόσθετο έργο.

Εξάλλου, η αναιρεσείουσα άσκησε ανταγωγή με την οποία, αφού επικαλέσθηκε τις ίδιες, ως άνω, συμφωνίες της (αρχική και μεταγενέστερη) με τον αναιρεσίβλητο, με το αυτό περιεχόμενο, ισχυρίσθηκε ότι μετά την εκτέλεση από τον τελευταίο του αναληφθέντος (αρχικού και προσθέτου) έργου, υπήρχαν σοβαρές ελλείψεις και κακοτεχνίες, οφειλόμενες σε υπαιτιότητα αυτού, για την αποκατάσταση των οποίων ήταν αναγκαία η δαπάνη του συνολικού ποσού των 42.642,54 ευρώ, το οποίο και ζήτησε με την ανταγωγή να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να της καταβάλει ως αποζημίωση, άλλως σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Με την πρωτόδικη απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε η εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει στον ενάγοντα, νυν αναιρεσίβλητο το χρηματικό ποσό των 143.401,40 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 6.11.2008, ενώ η ανταγωγή απερρίφθη κατά μεν την περί αποζημιώσεως λόγω ελαττωμάτων του εκτελεσθέντος έργου κυρία βάση της, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, κατά δε την επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού τοιαύτη ως μη νόμιμη.

Κατόπιν εφέσεως της εναγομένης, ήδη αναιρεσείουσας κατά της ανωτέρω αποφάσεως, εκδόθηκε η ήδη προσβαλλομένη απόφαση, η οποία, κατά παραδοχή της εφέσεως, εξαφάνισε εν μέρει την πρωτόδικη απόφαση και περιόρισε το πρωτοδίκως επιδικασθέν στον αναιρεσίβλητο, ως άνω, ποσό των 143.401,40 σε αυτό των 136.741,40 ευρώ. Η τελευταία αυτή απόφαση πλήττεται από την εναγομένη, για τους λόγους που αναφέρονται στην αίτηση και αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 εδ. β’ του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. "Πράγμα", κατά την έννοια της ρηθείσης διατάξεως αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής (Ολ.Α.Π. 3/2008). Για την ίδρυση δηλαδή του αντιστοίχου λόγου πρέπει να αγνοήθηκαν λόγοι εφέσεως, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και όχι σε επιχειρήματα που στηρίζουν τον ίδιο ή άλλο λόγο εφέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεώς της, κατ’ ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 8 εδ. β’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την εκδίκαση της εφέσεώς της δεν έλαβε υπόψη τα περιεχόμενα στο εφετήριο παράπονά της που αφορούσαν την απόρριψη ως απαραδέκτου, λόγω αοριστίας, της κατά του αναιρεσιβλήτου ασκηθείσης ανταγωγής της. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι όπως σαφώς προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως, δεν περιέχεται σ’ αυτό λόγος εφέσεως που να πλήττει το κεφάλαιο της εκκληθείσης πρωτοδίκου αποφάσεως το οποίο αφορά την απόρριψη της ανταγωγής της αναιρεσειούσης. Αντιθέτως όλοι οι λόγοι της εφέσεώς της αναφέρονται στο κεφάλαιο της εκκληθείσης αποφάσεως που δέχθηκε εν μέρει την εναντίον της αγωγή, την ολική ή μερική απόρριψη της οποίας και επιδιώκουν. Επομένως, το Εφετείο ορθώς έκρινε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, ως μη εκκληθείσα την πρωτόδικη απόφαση κατά το περί ανταγωγής κεφάλαιο της και δεν επελήφθη της εκδικάσεώς της, αφού δεν είχε μεταβιβασθεί, κατά το αντίστοιχο κεφάλαιο της , ενώπιον του και είχε καταστεί τελεσίδικη, και οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις της αναιρεσειούσης είναι αβάσιμες.

Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 293 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. ο συμβιβασμός που καταρτίστηκε εκτός του πλαισίου της εκκρεμούς δίκης ή στο πλαίσιο μεν της δίκης αλλά χωρίς τις διατυπώσεις της παραγράφου 1 του ιδίου άρθρου, φέρει το χαρακτήρα εξωδίκου συμβιβασμού και κρίνεται ως σύμβαση κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, ήτοι κατά τα άρθρα 871 και 872 Α.Κ.

Όπως δε προκύπτει από το άρθρο 871 Α.Κ., με τη σύμβαση του συμβιβασμού οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις μια φιλονικία τους ή μια αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση (με αβέβαιη σχέση εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση), υπό την προϋπόθεση ότι η συγκεκριμένη έννομη σχέση δεν εξαιρείται της εξουσίας των προς ελευθέρα διάθεση ταύτης.

Ο εξώδικος, ως άνω, συμβιβασμός δεν καταργεί την δίκη αλλά θεμελιώνει ένσταση του εναγομένου, η παραδοχή της οποίας υποχρεώνει το δικαστήριο να διαμορφώσει το διατακτικό της αποφάσεώς του προς το περιεχόμενο του συμβιβασμού (Ολ.Α.Π.578/1980, Α.Π.1584/2013, 1663/2013, 540/2011). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την πληρότητα της ενστάσεως πρέπει να περιέχονται σ’ αυτήν όλα τα θεμελιωτικά της γεγονότα, που επιφέρουν, ως έννομη συνέπεια, την παρακώλυση της γεννήσεως ή ασκήσεως ή την κατάλυση του ένδικου δικαιώματος σε μεταγενέστερο χρόνο, ταυτοχρόνως δε πρέπει να διατυπώνεται και αίτημα απορρίψεως της αγωγής για το συγκεκριμένο λόγο, το οποίο όμως μπορεί και να καλύπτεται από το γενικό αίτημα του ενισταμένου για παραδοχή όλων των ισχυρισμών του και την απόρριψη της αγωγής (Ολ.Α.Π. 472/1983, Α.Π.1357/2010, 355/2015).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Τέλος κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν η πλημμέλεια προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως. Με τον αναιρετικό αυτό λόγο ελέγχεται και η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν περιέχονται σ’ αυτήν τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμον για την θεμελίωση του αιτήματος της (Α.Π.571/2004, 1014/2010, 220/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η αναιρεσείουσα προέβαλε ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την ένσταση περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως του ενάγοντος για την άσκηση της ενδίκου αγωγής , για το λόγο ότι πριν από την άσκηση αυτής έλαβε χώρα εξώδικος συμβιβασμός των διαδίκων, σύμφωνα με τον οποίο ο ενάγων - ήδη αναιρεσίβλητος, δέχθηκε να λάβει το ποσό των 60.000 ευρώ προς πλήρη εξόφληση όλων των κατ’ αυτής απαιτήσεών του από την επίδικη σύμβαση.

Η ένσταση αυτή, απορριφθείσα πρωτοδίκως, εισήχθη με λόγο εφέσεως στο Εφετείο, και απορρίφθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση, με την εξής αιτιολογία: "Ο ισχυρισμός αυτός της εκκαλούσας (εναγόμενης) ήταν απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος, αφού ο τυχόν εξώδικος συμβιβασμός δεν συνιστούσε αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση για την άσκηση της ένδικης αγωγής, ενώ περαιτέρω ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορούσε να εκτιμηθεί ούτε ως ουσιαστική γνήσια αυτοτελής εν μέρει ανατρεπτική ένσταση της εκκαλούσας (εναγομένης) εκ του άρθρου 871 ΑΚ, αφού η τελευταία δεν διατύπωσε και αίτημα να εκδοθεί απόφαση σύμφωνη με το περιεχόμενο του γενόμενου εξώδικου συμβιβασμού.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο. Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ομοίως και απέρριψε τον παραπάνω ισχυρισμό, τον οποίον προέβαλε πρωτοδίκως η εκκαλούσα (εναγόμενη), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της κρινόμενης έφεσης της εναγόμενης, με τον οποίον επαναφέρεται ο ως άνω ισχυρισμός, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος".

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προδιαληφθείσες δικονομικές διατάξεις των άρθρων 293 παρ. 2 και 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό προς την διάταξη του άρθρου 871 Α.Κ., και ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου με τον οποίον προσάπτονται συναφώς στην προσβαλλομένη πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 14 (πράγματι δε μόνο από τον τελευταίο) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

είναι αβάσιμος.

Επειδή, με την διάταξη του άρθρου 681 του Α.Κ. καθορίζονται τα ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως μισθώσεως έργου, που είναι η συμφωνία των συμβαλλομένων, το έργο και η αμοιβή, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 694 του ιδίου Κώδικος, καταβάλλεται κατά την παράδοση του έργου, εκτός αν η παράδοση τούτου συμφωνήθηκε κατά τμήματα, οπότε καταβάλλεται με την παράδοση εκάστου τμήματος.

Ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κυρίας υποχρεώσεως του εργολάβου, συνισταμένη στην εκτέλεση και προσπόριση του έργου στον εργοδότη, στην περιέλευση δηλαδή τούτου στη σφαίρα εξουσιάσεως του τελευταίου , υπό την προϋπόθεση ότι το έργο είναι το προσήκον , ήτοι δεν είναι εντελώς διάφορο του συμφωνηθέντος, διότι τότε ο εργολάβος δεν θεωρείται ότι προεξεπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατ’ άρθρο 694 Α.Κ.

της συμφωνηθείσης αμοιβής του. Από το συνδυασμό, δε των διατάξεων των άρθρων 688, 689, 690, και 694 του Α.Κ. προκύπτει ότι ένα έργο θεωρείται περατωμένο ή εκτελεσμένο έστω και αν έχει ελλείψεις συμφωνημένων ιδιοτήτων ή πραγματικά ελαττώματα, ακόμη και ουσιώδη που το καθιστούν άχρηστο. Στην περίπτωση αυτή ο κύριος του έργου έχει, υπό προϋποθέσεις, ορισμένα δικαιώματα, όπως αυτό της αναστροφής της συμβάσεως ή της μειώσεως της αμοιβής ή εκείνο της αποζημιώσεως, ενώ δεν έχει ούτε τις κατά τις γενικές διατάξεις ενστάσεις της μη εκπληρώσεως ή της μη προσηκούσης εκπληρώσεως της συμβάσεως (άρθρ. 374 Α.Κ.), ούτε τα δικαιώματα από τα άρθρα 380 επ. 383 επ.

σε συνδυασμό προς τα άρθ. 337, 343 παρ. 2, 384, 386 και 387 ΑΚ για τις περιπτώσεις της αδυναμίας ή της υπερημερίας του εργολάβου σχετικά με τη μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής του, άρα ούτε απαλλαγής του από την αντιπαροχή (καταβολή της αμοιβής του εργολάβου), εκτός αν α) εξαιτίας της ελλείψεως ιδιοτήτων ή των ελαττωμάτων το έργο το οποίο παρεδόθη ή προσεφέρθη είναι εντελώς διάφορο του συμφωνηθέντος ως εκτελεστέου, αφού τότε δεν υπάρχει εκπλήρωση της παροχής και ο εργολάβος δεν δικαιούται να αξιώσει την αμοιβή του, ή β) έχει συμφωνηθεί μεταξύ κυρίου του έργου και εργολάβου αντίθετος της προαναφερομένης ρύθμιση, αφού οι σχετικές διατάξεις έχουν χαρακτήρα διατάξεων ενδοτικού δικαίου (Α.Π. 877/2013, 1714/2012, 1410/2011, 931/2010, 503/2010).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π. 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα , και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνωμένης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων(Α.Π. 1577/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος τα εξής: "Ο εφεσίβλητος και ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) είναι εργολάβος και έχει ως αντικείμενο εργασιών την κατασκευή οικοδομών. Στις 29.8.2007 συνήψε... με την εκκαλούσα και εναγόμενη (ήδη αναιρεσείουσα)...σύμβαση έργου, που καταχωρίστηκε στο ταυθήμερο (από 29.8.2007) ιδιωτικό ...συμφωνητικό.

Με την ως άνω σύμβαση έργου ο εφεσίβλητος...ανέλαβε απέναντι στην εκκαλούσα...την υποχρέωση να εκτελέσει το ακόλουθο αρχικό έργο, ήτοι να κατασκευάσει μία διώροφη οικοδομή με υπόγειο και γκαράζ σε οικόπεδο της κυριότητας της τελευταίας στο ... Καλαβρύτων. Χρόνος παραδόσεως...αποπερατωμένου του έργου συμφωνήθηκε η 31.12.2008 το αργότερο.

Με το ανωτέρω έγγραφο συμφωνητικό ορίστηκε...η εργολαβική αμοιβή που δικαιούνταν ο εφεσίβλητος...για το ως άνω ... έργο κατά μονάδα εργασίας, συμφωνήθηκε δηλαδή αμοιβή του ανερχόμενη σε 900 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο που θα παραδιδόταν, περιλαμβανόμενων στο ποσό αυτό α) του κόστους (της αξίας) του αρχικού έργου, ήτοι ι) των τιμών των υλικών, ιι) των αμοιβών των εργατοτεχνιτών και ιιι) της δαπάνης του Ι.Κ.Α.

μέχρι του ποσού των 10.000 ευρώ το ανώτερο και β) του καθαρού εργολαβικού κέρδους του εφεσίβλητου ...Ρητά συμφωνήθηκε στο τελευταίο εδάφιο του από 29.8.2007 ιδιωτικού συμφωνητικού ότι η εκκαλούσα...εργοδότρια υποχρεούνταν να καταβάλει στο ΙΚΑ για εισφορές το ποσό των 10.000 ευρώ το ανώτερο και, άρα, το υπόλοιπο ποσό θα βάρυνε (σ)τον εφεσίβλητο...εργολάβο...

Η οικοδομή θα χτιζόταν σύμφωνα με την ....10.2006 οικοδομική άδεια του Γραφείου Πολεοδομίας Αιγιαλείας και Καλαβρύτων και την .../5.9.2007 πρώτη αναθεώρησή της...Σύμφωνα με την αρχική άδεια η συνολική δόμηση θα ήταν 162,10 τ.μ., ενώ βάσει της ...ως άνω αναθεώρησης...θα ανερχόταν σε 192,60 τ.μ. (εκ των οποίων τα 106,74 τ.μ. εμβαδόν υπογείου).

Η ως άνω...σύμβαση έργου ... είχε συναφθεί με βάση την αρχική οικοδομική άδεια και την πρώτη αναθεώρηση αυτής. Εν συνεχεία έγινε και δεύτερη αναθεώρηση της ως άνω οικοδομικής άδειας, ήτοι η 3.665/6.7.2009...Από τη σύγκριση της αρχικής οικοδομικής άδειας και της πρώτης αναθεώρησης αυτής με τη δεύτερη ως άνω αναθεώρηση προκύπτει διαφορά στη δόμηση 66,66 τ.μ., αφού η συνολική δόμηση με βάση τη, δεύτερη αναθεώρηση της άδειας ανέρχεται σε 259,26 τ.μ.

Κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του αρχικού έργου με νεότερη, τροποποιητική, προφορική... σύμβαση μεταξύ της εκκαλούσας... και του εφεσίβλητου...συμφωνήθηκε η εκτέλεση και πρόσθετου (επιπλέον του αρχικώς συμφωνηθέντος) έργου και συγκεκριμένα συμφωνήθηκε η κατασκευή της πρόσθετης ωφέλιμης επιφάνειας εμβαδού 66,66 τ.μ.

Η πρόσθετη εργολαβική αμοιβή που θα εδικαιούτο να απαιτήσει ο εφεσίβλητος από την εκκαλούσα για το πρόσθετο αυτό έργο...ανερχόταν στο ποσό των 59.994 ευρώ [66,66 τ.μ. Χ 900 ευρώ το τ.μ.], όπως προκύπτει από το ως άνω από 29.8.2007 ιδιωτικό...συμφωνητικό. Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος ...δεν εκτέλεσε τις ακόλουθες πρόσθετες...προφορικώς συμφωνηθείσες εργασίες που καταλογίζονται στην αμέσως παραπάνω πρόσθετη εργολαβική αμοιβή του και συγκεκριμένα: 1) δεν τοποθέτησε τις δύο πόρτες γκαράζ, συνολικής αξίας 2.000 ευρώ, 2) δεν τοποθέτησε το εξωτερικό κούφωμα (αλουμινένιο παράθυρο) στο κτίσμα θέσεων γκαράζ, αξίας 350 ευρώ, 3) δεν επένδυσε με πέτρα τους δύο εξωτερικούς τοίχους του κτίσματος θέσεων γκαράζ, συνολικής επιφάνειας 42,65 τ.μ.

και αξίας 6.397,50 ευρώ, 4) δεν τοποθέτησε στο λεβητοστάσιο εξωτερική σιδερένια πόρτα αξίας 700 ευρώ και 5) δεν πλακόστρωσε εξωτερικά την πλάκα-οροφή του λεβητοστασίου σε επιφάνεια 13,30 τ.μ.. αξίας 931 ευρώ. Το συνολικό κόστος των ...μη πραγματοποιηθεισών από τον εφεσίβλητο πρόσθετων εργασιών ανέρχονται στο ποσό των 10.378,50 ευρώ,...το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί από την εκ 59.994 ευρώ πρόσθετη εργολαβική αμοιβή που του οφείλεται για την επιπλέον κατασκευή των 66,66 τ.μ.

Επομένως, για το ως άνω πρόσθετο έργο ο εφεσίβλητος δικαιούται να απαιτήσει από την εκκαλούσα το ποσό των 49.615,50 ευρώ [59.994 - 10.378,50]. Εκτός, όμως, από την ανωτέρω κατασκευή πρόσθετης ωφέλιμης επιφάνειας, κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του αρχικού έργου με νεότερη του ως άνω έγγραφου συμφωνητικού και τροποποιητική αυτού, προφορική και έγκυρη σύμβαση μεταξύ της εκκαλούσας...και του εφεσίβλητου...συμφωνήθηκε η εκτέλεση και πρόσθετου (επιπλέον του αρχικώς συμφωνηθέντος) έργου, αποτελούμενου από τις παρακάτω λεπτομερώς περιγραφόμενες επιπλέον κατασκευαστικές εργασίες στο υπόγειο, στο ισόγειο και στον πρώτο όροφο της οικοδομής, καθώς και στον περιβάλλοντα χώρο αυτής, για τις οποίες, όμως, δεν αποδείχθηκε ότι ορίστηκε συμβατικά μεταξύ των διαδίκων το ποσό της αντίστοιχης σε αυτές πρόσθετης εργολαβικής αμοιβής.

Αφού δε α) και το πρόσθετο αυτό έργο συνηθίζεται να εκτελείται μόνο με αμοιβή και β) δεν υπάρχει για αυτό...νόμιμη αμοιβή βάσει ισχύουσας επίσημης διατίμησης ..., θα ισχύσει... η "συνηθισμένη"... εργολαβική αμοιβή (άρθρο 653 ΑΚ), αυτή δηλαδή που συνηθίζεται να καταβάλλεται από άλλους εργοδότες για όμοια έργα σε εργολάβους της ίδιας κατηγορίας με τις ίδιες συνθήκες τόπου και χρόνου, η οποία ταυτίζεται εν προκειμένω με τη "δίκαιη"...αμοιβή, δηλαδή εκείνην που θα προσδιορίσει το Δικαστήριο, κατόπιν αμφισβητήσεως από την εκκαλούσα εργοδότρια του αρχικού προσδιορισμού της από τον εφεσίβλητο εργολάβο (άρθρα 379 συνδ. 371 εδ.

α και β’ ΑΚ)... Συγκεκριμένα συμφωνήθηκαν προφορικώς...μεταξύ των διαδίκων και εκτελέστηκαν προσηκόντως από τον εφεσίβλητο...και παραδόθηκαν από αυτόν στην εκκαλούσα...οι παρακάτω περιγραφόμενες επιπλέον εργασίες, που συναπαρτίζουν το πρόσθετο αυτό έργο, για καθεμία από τις οποίες οφείλεται....η ανερχόμενη στα παρακάτω χρηματικά ποσά "συνηθισμένη" ...

εργολαβική αμοιβή, που ταυτίζεται...με τη "δίκαιη" .. .εργολαβική αμοιβή. (Ακολούθως το Εφετείο αναφέρει λεπτομερώς όλες τις επιμέρους πρόσθετες εργασίες που εκτέλεσε ο αναιρεσίβλητος, στο ισόγειο, υπόγειο, πρώτο όροφο και περιβάλλοντα χώρο, προσδιορίζοντας αυτές κατ’ είδος και ποσότητα καθώς και την συνηθισμένη και δίκαιη αμοιβή για καθεμία από αυτές).....

Επομένως, για τις παραπάνω επιπλέον εργασίες, που συναπαρτίζουν το πρόσθετο έργο στον περιβάλλοντα χώρο της οικοδομής, που ο εφεσίβλητος....εκτέλεσε προσηκόντως και παρέδωσε στην εκκαλούσα ..., οφείλεται σε αυτόν... πρόσθετη εργολαβική αμοιβή συνολικού ύψους 55.247 ευρώ. Σημειωτέον, ότι οι ανωτέρω αμοιβές περιλαμβάνουν τις συνήθεις και δίκαιες τιμές των υλικών, αμοιβές των εργατοτεχνιτών και δαπάνη του Ι.Κ.Α.

μέχρι του ποσού των 10.000 ευρώ το ανώτερο και το σύνηθες και δίκαιο καθαρό εργολαβικό κέρδος του εφεσίβλητου ... Όλες οι παραπάνω επιμετρήσεις...είναι ακριβείς και οι αντίστοιχες σε αυτές εργολαβικές αμοιβές...είναι οι συνήθεις και δίκαιες, οι οποίες επικρατούσαν στις συναλλαγές κατά το χρόνο εκτελέσεως του έργου.

Επομένως, για όλες τις προπεριγραφόμενες επιπλέον κατασκευαστικές εργασίες...που ο εφεσίβλητος εργολάβος εκτέλεσε προσηκόντως και παρέδωσε στην εκκαλούσα εργοδότρια εμπρόθεσμα στις 5.11.2008 - δηλαδή τόσο για την επιπλέον δόμηση των 66,66 τ.μ. όσο και για τις πρόσθετες εργασίες στην οικοδομή (υπόγειο, ισόγειο, πρώτο όροφο και περιβάλλοντα χώρο αυτής) - δικαιούται τούτος να απαιτήσει από την τελευταία πρόσθετη (συνήθη και δίκαιη) εργολαβική αμοιβή συνολικού ύψους 131.456,7 ευρώ [49.615,50 + 14.106,80 +892,70 + 11.594,65 + 55.247.Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος...εκτέλεσε και αποπεράτωσε προσηκόντως και παρέδωσε στην εκκαλούσα...εργοδότρια ολόκληρο το συμφωνημένο έργο και δη τόσο το αρχικό όσο και το πρόσθετο εμπρόθεσμα στις 5.11.2008, οπότε και το παρέλαβε η τελευταία, η οποία και κατοικεί στην επίδικη οικία από τις αρχές Δεκεμβρίου του 2008.

Ο δε ισχυρισμός της εναγόμενης ότι ουδέποτε παρέλαβε το έργο πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος. Άλλωστε, για τις προβαλλόμενες από αυτήν κακοτεχνίες και ελλείψεις ουδεμία έγγραφη διαμαρτυρία έλαβε χώρα προς τον ενάγοντα ούτε και επιφύλαξη περί αυτών κατά την παραλαβή του έργου. Επομένως, από την επόμενη της ως άνω παραδόσεως του όλου έργου ημέρα, δηλαδή από τις 6.11.2008, ο εφεσίβλητος...απέκτησε κατά της εκκαλούσας...σύμφωνα με το άρθρο 694 παρ. 1 εδ.

β συνδ. 241 παρ. ΑΚ την παρεπόμενη χρηματική απαίτηση για την καταβολή νόμιμων τόκων της ως άνω πρόσθετης και μη πιστωθείσας εργολαβικής χρηματικής αμοιβής του για το ως άνω πρόσθετο έργο....Η αξίωση δε του εργολάβου για καταβολή της αμοιβής του διατηρείται και όταν το παραδιδόμενο έργο φέρει ελλείψεις, οπότε ο εργοδότης μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματα των άρθρων 688 έως και 690.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος εξέδωσε τα ....7.2011, ....7.2011 και ....7.2011 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών για την εκτέλεση των ανωτέρω επιπλέον εργασιών. Στο ανωτέρω δε ποσό των 131.456,7 ευρώ της πρόσθετης εργολαβικής αμοιβής, που δικαιούται να απαιτήσει ο εφεσίβλητος...από την εκκαλούσα...για ολόκληρο το παραπάνω πρόσθετο έργο..., πρέπει να προστεθεί και ο ανάλογος στην αμοιβή αυτή Φ.Π.Α.

εκ 19%, ήτοι εξ 24.976,7 ευρώ, ο οποίος βαρύνει την εκκαλούσα ως εργοδότρια...Έτσι ο εφεσίβλητος έχει απαίτηση κατά της εκκαλούσας όχι μόνον για την πρόσθετη εργολαβική αμοιβή του εξ 131.456,7 ευρώ, αλλά και για το ποσό του αναλογούντος σε αυτήν... Φ.Π.Α. εκ 19%, ήτοι εξ 24.976,7 ευρώ. Δεν είχε συμφωνηθεί δε μεταξύ των διαδίκων το αντίθετο ούτε για την αρχική εργολαβική αμοιβή με την από 29.8.2007 αρχική έγγραφη συμφωνία τους, ούτε και για την επίδικη πρόσθετη εργολαβική αμοιβή με τη μεταγενέστερη προφορική συμφωνία τους.

Δεν είχε, δηλαδή, συμφωνηθεί μεταξύ τους ότι ο Φ.Π.Α. θα συμπεριλαμβάνεται στην αρχική ή στην πρόσθετη εργολαβική αμοιβή και δεν θα χρεώνεται επιπλέον από τον εφεσίβλητο στην εκκαλούσα. Από δε τους όρους του από 29.8.2007 ιδιωτικού συμφωνητικού κατά τον πρώτο των οποίων "Η συμφωνηθείσα τιμή ανέρχεται στο ποσό των 900 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο παραδοτέο.

Η δε τιμή αυτή περιλαμβάνει όλα τα υλικά και την εργασία κατασκευής", κατά δε το δεύτερο εξ αυτών "υποχρεούται ο κατασκευαστής να καταβάλει 60.000 ευρώ σαν ελάχιστο κόστος οικοδομής βάσει της βεβαίωσης θα κοπεί απόδειξη στην ιδιοκτήτρια και επιβαρύνεται ο κατασκευαστής", ουδόλως προκύπτει ότι συμφωνήθηκε να βαρύνει τον εφεσίβλητο εργολάβο ο Φ.Π.Α.

της αμοιβής του και δη τόσο της αρχικής όσο και της πρόσθετης, όπως αβασίμως ισχυρίστηκε πρωτοδίκως και επαναλαμβάνει κατ’ έφεση η εκκαλούσα (εναγόμενη). Έπρεπε, επομένως, να επιδικαστεί εις βάρος της εκκαλούσας... και υπέρ του εφεσίβλητου..., πέραν της πρόσθετης εργολαβικής αμοιβής των 131.456,7 ευρώ και το ποσό του αναλογούντος σε αυτήν Φ.Π.Α.

εκ 19%, ήτοι εξ 24.976,7 ευρώ. Έτσι η συνολική απαίτηση του εφεσίβλητου κατά της εκκαλούσας ανερχόταν καταρχήν στο ποσό των 156.433.40 ευρώ [131.456,7 + 24.976,7], Η εκκαλούμενη απόφαση...δεν προσβάλλεται...κατά το μέρος της που δέχθηκε την ένσταση-συμψηφισμού της επίδικης απαίτησης του εφεσίβλητου...εξ 156.433,40 ευρώ με την ανταπαίτηση της τελευταίας κατά του πρώτου για απόδοση ποσού 13.032 ευρώ, το οποίο κατέβαλε ...

στο ΙΚΑ Καλαβρύτων αχρεωστήτως, ήτοι επιπλέον του ποσού των 10.000 ευρώ που τη βάρυνε κατ’ ανώτατο όριο σύμφωνα με το από 29.8.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό των διαδίκων...Περαιτέρω, η εκκαλούσα και εναγόμενη ισχυρίστηκε πρωτοδίκως ότι η αρχική αμοιβή που συμφωνήθηκε μεταξύ αυτής και του εφεσίβλητου και ενάγοντος με το προαναφερόμενο από 29.8.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό για το αρχικό συμφωνημένο έργο (στο οποίο δηλαδή δεν περιλαμβάνονταν οι ως άνω πρόσθετες εργασίες) ανερχόταν στο ποσό των 173.340 ευρώ και ότι η ίδια του έχει καταβάλει προς εξόφληση της αρχικής αμοιβής του μέχρι και την άσκηση της αγωγής το ποσό των 195.000 ευρώ, άλλως το ποσό των 180.000 ευρώ και ότι επομένως, ο εφεσίβλητος της οφείλει το ποσό των 21.660 ευρώ, άλλως το ποσό των 6.660 ευρώ ..., το οποίο του κατέβαλε αχρεωστήτως, ποσό το οποίο πρότεινε σε συμψηφισμό με την επίδικη απαίτηση του εφεσίβλητου για την πρόσθετη αμοιβή.

Η ένσταση αυτή συμψηφισμού της εκκαλούσας και εναγόμενης είναι νόμιμη, στηριζόμενη στο άρθρο 440 ΑΚ και αποδεικνύεται και ουσιαστικά βάσιμη εν μέρει και δη κατά το επικουρικό σκέλος της, καθόσον ο εφεσίβλητος και ενάγων συνομολογεί με την αγωγή του την καταβολή σε αυτόν του ποσού των 180.000 ευρώ για την εκτέλεση του αρχικώς συμφωνηθέντος έργου επιφανείας 192,60 τ.μ.

και αξίας 173.340 ευρώ, σύμφωνα με την αρχικώς συμφωνηθείσα αξία των 900 ευρώ ανά τ.μ. (μη συμπεριλαμβανομένων των πρόσθετων εργασιών)...Το επιπλέον και αχρεωστήτως καταβληθέν από την ως άνω αίτια ποσό των 6.660 ευρώ που διατηρεί ως ανταπαίτηση (κατά τις διατάξεις’ του αδικαιολογήτου πλουτισμού άρθρα 904 επ. ΑΚ) η εκκαλούσα...κατά του εφεσίβλητου...[180.000 ευρώ - 173.340 ευρώ = 6.660 ευρώ], θα πρέπει να αφαιρεθεί από το συνολικά επιδικαζόμενο ποσό των 143.401,40 ευρώ και να.

περιορισθεί, έτσι, η εν τελεί επιδικαζόμενη αμοιβή του ενάγοντος στο ποσό των 136.741,40 ευρώ [143.401.40 ευρώ - 6.660 ευρώ - 136.741,40 ευρώ], κατά παραδοχή εν μέρει και δη κατά το επικουρικό σκέλος της (ήτοι κατά το ποσό των 6.660 ευρώ) της ανωτέρω ενστάσεως συμψηφισμού ως και κατ’ ουσίαν βάσιμης....". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει την έφεση και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος της που απέρριψε την ως άνω ένσταση συμψηφισμού για το ποσό των 6.660 ευρώ, δικάζοντας δε κατ’ ουσίαν την υπόθεση δέχθηκε εν μέρει την αγωγή για το μικρότερο, ως άνω, ποσό των 136.741,40 ευρώ, αντί του πρωτοδίκως επιδικασθέντος τοιούτου των 143.401,40 ευρώ..." Έτσι, κρίνοντας το Εφετείο, δεν εστέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ’ αυτήν την επιβαλλομένη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής της προδιαληφθείσης ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 694 Α.Κ.

την οποίαν έτσι δεν παρεβίασε εκ πλαγίου. Τούτο δε διότι αναφέρονται στην απόφαση, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν ουσιώδες περιεχόμενο της, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα ότι η αναιρεσείουσα έχει υποχρέωση να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο την οφειλομένη εργολαβική του αμοιβή, και δη το αντικείμενο των συναφθεισών μεταξύ των διαδίκων (εγγράφως και προφορικώς) συμβάσεων έργου, που ήταν η ανέγερση της οικίας με βάση την αρχική οικοδομική άδεια και τις εν συνεχεία αναθεωρήσεις της και η αποπεράτωση και παράδοση εμπροθέσμως του συμφωνηθέντος (αρχικού και προσθέτου) έργου από τον αναιρεσίβλητο στην αναιρεσείουσα, η οποία και χρησιμοποιεί έκτοτε την ανεγερθείσα οικία.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου, τρίτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ., για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, τυγχάνει αβάσιμος. Ειδικότερα δεν υφίσταται αντίφαση στις αιτιολογίες της αποφάσεως που αφορούν την προσήκουσα εκτέλεση του έργου και παράδοση αυτού στην αναιρεσείουσα, από της οποίας (παραδόσεως), ο αναιρεσίβλητος δικαιούται εντόκως την οφειλομένη και μη πιστωθείσα αμοιβή του αφ’ ενός και την μη εκτέλεση των περιγραφομένων στην απόφαση προσθέτων εργασιών, η αξία των οποίων και αφαιρέθηκε από την συμφωνηθείσα πρόσθετη εργολαβική αμοιβή, αφ’ ετέρου, όπως αβασίμως διατείνεται η αναιρεσείουσα , αφού, σύμφωνα με την προεκτεθείσα σχετική νομική σκέψη, η αξίωση του εργολάβου για καταβολή της αμοιβής του διατηρείται και όταν το παραδιδόμενο έργο φέρει ελλείψεις, οι οποίες δεν το καθιστούν μορφολογικώς διάφορο του συμφωνημένου και εντεύθεν δεν καθιστούν μη προσήκουσα την εκπλήρωση της παροχής του.

Επίσης δεν υπάρχει αντίφαση στις αιτιολογίες της αποφάσεως που αφορούν την συμφωνηθείσα τιμή μονάδος του αρχικού και του προσθέτου έργου και ειδικότερα ότι στο ενιαίως συμφωνηθέν το ποσό των 900 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο περιλαμβάνεται και ο Φ.Π.Α. (19%), υφισταμένων, κατά την αναιρεσείουσα, αντιθέτων παραδοχών για το κύριο και πρόσθετο έργο.

Τούτο δε διότι, το Εφετείο, επιδικάζοντας πλέον της οφειλομένης προσθέτου αμοιβής και τον αναλογούντα Φ.Π.Α., (19%) επί των εκδοθέντων σχετικών τιμολογίων, διέλαβε στην απόφασή του, ενόψει και των αντιθέτων ισχυρισμών της αναιρεσειούσης, σαφή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, σύμφωνα με την οποία ο προαναφερόμενος φόρος, που βαρύνει, κατά νόμον, την αναιρεσείουσα εργοδότρια, δεν είχε περιληφθεί στην συμφωνηθείσα τιμή μονάδος των 900 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, αφού δεν υπήρξε σχετική συμφωνία ούτε στην αρχική έγγραφη εργολαβική σύμβαση ούτε στην επακολουθήσασα προφορική τοιαύτη που αφορούσε το πρόσθετο έργο.

Ούτε βεβαίως συνάγεται εμμέσως αντίφαση στις αιτιολογίες της αποφάσεως, όπως αβασίμως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, εκ του γεγονότος ότι το Εφετείο επεδίκασε μεν στον αναιρεσίβλητο τον αιτηθέντα Φ.Π.Α. για τις πρόσθετες εργασίες, έκρινε όμως ότι αυτός για το αρχικώς συμφωνηθέν έργο είχε εισπράξει επί πλέον (με βάση την τιμή των 900 ευρώ ανά τ.μ.) το ποσό των 6.660 ευρώ, το οποίο και συμψήφισε με την επίδικη απαίτηση του (υπονοώντας έτσι ότι στο ποσό τω 900 ευρώ περιλαμβάνεται και ο Φ.Π.Α.), αφού η εισπραχθείσα και συνομολογουμένη από τον αναιρεσίβλητο αμοιβή των 180.000 ευρώ, που αφορά το αρχικώς συμφωνηθέν έργο, δεν περιελήφθη στην αγωγή ούτε και ζητήθηκε για το ποσό τούτο και ο ανάλογος Φ.Π.Α., λόγω εκδόσεως τιμολογίων.

Σαφείς τέλος, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις είναι και οι αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως που αφορούν τις συνήθεις και δίκαιες αμοιβές για κάθε μία από τι εκτελεσθείσες εργασίες που απαρτίζουν το πρόσθετο έργο, από τις οποίες και προκύπτει σαφώς ότι οι συγκεκριμένες αμοιβές περιλαμβάνουν τις συνήθεις και δίκαιες τιμές των υλικών, τις αμοιβές των εργατοτεχνιτών, δαπάνη του Ι.Κ.Α.

μέχρι του ποσού των 10.000 ευρώ το ανώτερο και το σύνηθες και δίκαιο καθαρό εργολαβικό κέρδος του εφεσίβλητου, όχι όμως και το Φ.Π.Α. (19%) που βαρύνει την αναιρεσείουσα.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί δε η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί επί πλέον η τελευταία, ως ηττωμένη (άρθρα 176, 183 και 191 παρ,2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9 Δεκεμβρίου 2015 αίτηση της Ν. συζ. Γ. Π., για αναίρεση της υπ’ αριθμ.236/2015 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ