Supreme Court dismisses appeal where non-legal argument is rejected as inadmissible and lacks legal interest.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a lower court decision regarding car accident damages. The appellant argued that a specific claim was inadmissible due to vagueness, but the Court held that this argument was non-legal and thus did not constitute a valid ground for appeal under Article 559 of the Code of Civil Procedure. Furthermore, the Court found the appellant lacked legal interest to pursue the remaining grounds, resulting in the rejection of the entire appeal and the award of costs to the appellees.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1), 559(8), 559(14), 556, 68 K.P.D.; An appeal ground based on the inadmissibility of a non-legal claim is rejected as it does not violate a substantive rule of law, and an appeal lacks legal interest if the proposed argument is inadmissible or irrelevant to the case outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1070 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1070/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΑΣ ΑΕΑ", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Βρεττό.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Β. του Δ., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΕΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τασσόπουλο και η 2η εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τασσόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-4-2012 αγωγή του Ι. Ζ., που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 3-6-2012 αγωγή της ήδη 2ης των αναιρεσιβλήτων και την από 10-6-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1597/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2372/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-7-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τζιούβας διάβασε την από 7-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 28-7-2014 και με αριθμό καταθέσεως 665/2014 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 2372/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο λόγος αναιρέσεως που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναφέρεται στην παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού δικαίου. Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., για μη λήψη υπόψη προταθέντος ισχυρισμού δεν ιδρύεται όταν ο ισχυρισμός είναι μη νόμιμος, αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 14/2004).
Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 556 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης είναι ή ύπαρξη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος όχι μόνο γενικώς, ως προς το ένδικο μέσο της αναίρεσης, αλλά και ειδικώς, ως προς κάθε ένα λόγο αναίρεσης. Θεμελιώνεται δε το έννομο συμφέρον στη βλάβη που υφίσταται ο ηττηθείς διάδικος από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής συνέπειας για τον αναιρεσείοντα.
Κατά συνέπεια αν κάποιος μη νόμιμος ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αόριστος, δεν υπάρχει έννομο συμφέρον για να ζητηθεί η αναίρεση της αποφάσεως από το λόγο του αρ. 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και ο λόγος αυτός προτεινόμενος είναι αποριπτέος ως αλυσιτελής και απαράδεκτος, αφού δεν υφίσταται βλάβη ο αναιρεσείων από την απόρριψη του μη νόμιμου ισχυρισμού του ως αορίστου (ΑΠ 856/2014).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 489/1976 "περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης", όπως κωδικοποιήθηκε με το Π.Δ. 237/1986, "ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου κυκλοφορούντος εντός της Ελλάδος επί οδού υποχρεούται να έχη κεκαλυμμένην δι' ασφαλίσεως την εκ τούτου έναντι τρίτων αστικήν ευθύνην, συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος".
Η παράγραφος 2 του άρθρου 6 του ίδιου νόμου ορίζει τις περιπτώσεις της ασφαλιστικής αυτής κάλυψης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η έναντι τρίτων αστική ευθύνη λόγω θανατώσεως ή σωματικής βλάβης, ζημιών σε πράγματα και χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης ή ηθικής βλάβης, ενώ, κατά την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου, το ασφαλιστικό ποσό είναι τουλάχιστον ίσο με αυτό που καθορίζει κάθε φορά με αποφάσεις του ο Υπουργός Εμπορίου για κάθε είδους κίνδυνο που υπάγεται στην υποχρεωτική ασφάλιση.
Επίσης, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 10 του ίδιου νόμου "επί πλειόνων ζημιωθέντων προσώπων, οσάκις το σύνολον των καταβλητέων υπό του υπαιτίου αποζημιώσεων υπερβαίνει το ασφαλιστικόν ποσόν, το δικαίωμα εκάστου τούτων κατά του ασφαλιστού περιορίζεται συμμέτρως, μέχρι συμπληρώσεως του όλου ασφαλιστικού ποσού.
Εάν ο ασφαλιστής τελών εν αγνοία της υπάρξεως ή του μεγέθους άλλων απαιτήσεων ή κατόπιν δικαστικής αποφάσεως κατέβαλεν εις τι των προσώπων τούτων ποσόν ανώτερον του αναλογούντος αυτώ μεριδίου, ο ασφαλιστής υποχρεούται έναντι των λοιπών ζημιωθέντων μόνον μέχρι συμπληρώσεως του ασφαλιστικού ποσού. Τα πρόσωπα ταύτα έχουν δικαίωμα αναγωγής κατά του καθ' υπέρβασιν λαβόντος".
Αλλά και κατά το άρθρο 5 της Κ4/585/5-4-1978 ΑΥΕ "το ανώτατο όριο ευθύνης του ασφαλιστή κατ' ατύχημα, συμπεριλαμβανομένων των τόκων, των εύλογων δικαστικών δαπανών, ως και των πάσης φύσεως εξόδων, δεν δύναται να υπερβεί τα εις το ασφαλιστήριο αναφερόμενα ποσά, ανεξαρτήτως του αριθμού των καθ' έκαστο ατύχημα ζημιωθέντων.
Περισσότερες της μιας κατ' ατύχημα, εκ της αυτής αιτίας προκληθείσες ζημίες λογίζονται ως ενιαίο ατύχημα". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι σε περίπτωση που έχουν ζημιωθεί περισσότερα πρόσωπα όταν το σύνολο των αποζημιώσεων που πρέπει να καταβληθούν από τον υπαίτιο υπερβαίνει το ασφαλιστικό ποσό, το δικαίωμα καθενός από αυτούς κατά του ασφαλιστή περιορίζεται σύμμετρα, μέχρι τη συμπλήρωση του όλου ασφαλιστικού ποσού.
Αν ο ασφαλιστής, ο οποίος αγνοεί την ύπαρξη ή το μέγεθος άλλων απαιτήσεων ή μετά από δικαστική απόφαση, κατέβαλε σε κάποιο από τα πρόσωπα αυτά ποσό ανώτερο από το μερίδιο που αναλογεί σ' αυτόν, ο ασφαλιστής υποχρεούται έναντι των λοιπών ζημιωθέντων μόνο μέχρι τη συμπλήρωση του ασφαλιστικού ποσού. Τα πρόσωπα αυτά έχουν δικαίωμα αναγωγής κατ' αυτού που αποζημιώθηκε καθ' υπέρβαση.
Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι η έναντι του ασφαλισμένου ευθύνη του ασφαλιστή, βάσει της ασφαλιστικής συμβάσεως σε περίπτωση ατυχήματος, που προκαλείται σε τρίτο, δεν είναι απεριόριστη, αλλά περιορίζεται στο αναγραφόμενο στο ασφαλιστήριο ασφαλιστικό ποσό που εναρμονίζεται με το καθοριζόμενο εκάστοτε ποσό με την οικεία Α.Υ.Ε.
Για τον περιορισμό όμως αυτό της ευθύνης απαιτείται προβολή σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο ασφαλιστή, γιατί ο περιορισμός αυτός της ευθύνης δεν λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, αλλά μόνο μετά από σχετική ένσταση του εναγομένου ασφαλιστή. Τέτοια ένσταση μπορεί να προβληθεί από τον ασφαλιστή, όχι μόνο όταν ενάγεται ευθέως από τον ζημιωθέντα τρίτο (άρθρ. 10 παρ. 1 ν. 489/1976), αλλά και όταν ενάγεται από τον ασφαλισμένο με παρεμπίπτουσα κατ' αυτού (ασφαλιστή) αγωγή, ενωμένη συνήθως με προσεπίκλησή του, ως δικονομικού εγγυητή (ΑΠ 292/2010, ΑΠ 595/2003), αλλά και με πλαγιαστική αγωγή του ζημιωθέντος κατ' αυτού, λόγω παραγραφής της αξιώσεώς του, διότι ασκεί αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή (άρθρ. 72 ΚΠολΔ) από τη σύμβαση ασφαλίσεως.
Τέτοια ένσταση όμως δεν μπορεί να προβληθεί από τον ασφαλιστή κατά άλλου ασφαλιστή που ενέχεται εις ολόκληρον μαζί του για τις ζημίες των περισσοτέρων ζημιωθέντων από το ατύχημα, διότι ευθύνεται για το ατύχημα (αδικοπραξία) και δικός του ασφαλισμένος, οπότε αμφότεροι οι ασφαλιστές ενέχονται εις ολόκληρον κατά το άρθρο 926 του Α.Κ.
και η μεταξύ τους αναγωγή γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 927 του Α.Κ., ανάλογα με το βαθμό του πταίσματος των ασφαλισμένων τους, αφού η αναγωγή αυτή δεν αφορά την ασφαλιστική σύμβαση και το ποσό αυτής και δεν ασκείται με αυτή αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή ή του ζημιωθέντος τρίτου από τη σύμβαση ασφαλίσεως, αλλά αφορά την εις ολόκληρον ενοχή των ασφαλιστών για το ίδιο ατύχημα, για το οποίο βαρύνονται με υπαιτιότητα οι ασφαλισμένοι τους, κατά την μεταξύ τους αναγωγή, αν δε μετά την μεταξύ τους αναγωγή κατέβαλαν ή πρέπει να καταβάλουν στους ζημιωθέντες από το ατύχημα ή στους ασφαλισμένους τους μεγαλύτερα ποσά από τα ποσά της ασφαλιστικής κάλυψης, τότε μπορούν να προτείνουν κατά των ζημιωθέντων τρίτων ή των ασφαλισμένων τους τον σύμμετρο περιορισμό των απαιτήσεών τους, μέχρι του ύψους του ασφαλιστικού ποσού και να απαιτήσουν να τους επιστραφούν τα επιπλέον καταβληθέντα στον καθένα ποσά, ως αχρεωστήτως καταβληθέντα.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η αναιρεσείουσα και εξ αναγωγής εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία πρότεινε μη νόμιμα κατά της αναιρεσιβλήτου και εξ αναγωγής ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας, η οποία ευθυνόταν εις ολόκληρο μαζί της κατά το άρθρο 926 του Α.Κ.
και η μεταξύ τους αναγωγή γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 927 του Α.Κ. ανάλογα με το βαθμό του πταίσματος των ασφαλισμένων τους για το ατύχημα (αδικοπραξία), ένσταση περί περιορισμού της ευθύνης της μέχρι του ύψους του ασφαλιστικού ποσού, ισχυριζόμενη ότι κατέβαλε το ποσό τούτο συμβιβαστικά στους ζημιωθέντες τρίτους και δεν μπορούσε να χωρήσει αναγωγή μεταξύ τους σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 927 του Α.Κ., πλην όμως το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του αντί να απορρίψει ως μη νόμιμη την ένσταση αυτή, την έκρινε αόριστη και την απέρριψε ως απαράδεκτη.
Επομένως, αφού ο ισχυρισμός αυτός που απορρίφθηκε ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας από την προσβαλλόμενη απόφαση είναι μη νόμιμος και ορθά απορρίφθηκε από την προσβαλλόμενη έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ο προτεινόμενος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
είναι απορριπτέος, κατά το άρθ. 578 ΚΠολΔ, ο δε προτεινόμενος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής και απαράδεκτος, ελλείψει εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας να τον προτείνει, ενώ, εξ άλλου δεν ιδρύεται και είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, και ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., διότι η πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αφορά παραβίαση δικονομικού και όχι ουσιαστικού κανόνα δικαίου.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού όλοι οι λόγοι της κρινόμενης αναιρέσεως είναι απορριπτέοι, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-7-2014 και με αριθμό καταθέσεως 665/2014 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 2372/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Αυγούστου 2015.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ