1070/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1070/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση, από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. .../8-3-2011 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών … προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως επιδόθηκε, με την επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων, στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο.
Full text
Απόφαση 1070 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1070/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Βασίλειο Κυριαζόπουλο, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1) Β. Α. του Ε., 2) Μ. Α. του Γ., 3) Χ. Γ. του Ο., 4) Μ. Δ. του Δ., 5) Κ. Θ. του Γ., 6) Μ. Κ. του Σ., 7) Ά. Κ. του Δ., 8) Ε. Κ. του Ν., 9) Κ. Κ. του Χ., 10) Σ. Κ. - Β. του Α., 11) Σ. Κ. του Σ., 12) Ε. Λ. του Ε., 13) Θ. Λ. του Δ., 14) Α. Μ. του Μ., 15) Ο. Μ. του Β., 16) Α. Μ. του Ι., 17) Α. Μ. του Π., 18) Η. Μ. του Κ., 19) Μ. Μ. του Λ., 20) Σ. Μ. του Β., 21) Μ. Π. του Κ., 22) Γ. Π. του Κ., 23) Γ. - Γ. Π. του Π., 24) Θ. - Α. Π. του Α., 25) Ε. Σ. του Μ., 26) Γ. Τ. του Ι., 27) Κ. Χ. του Φ. και 28) Λ. - Π. Χ. του Β., όλων κατοίκων .... ΟΙ 1ος, 4η, 5η, 7η, 9ος, 10η, 11η, 12η, 14η, 16η, 17ος, 18η, 20η, 25η και 26ος των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Νικολουτσόπουλο, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι εκ παραδρομής το επώνυμο του 26ου αναιρεσίβλητου αναγράφηκε στο αναιρετήριο "Τ." αντί του ορθού "Τ.", ενώ δεν κατέθεσε προτάσεις. Οι 2η, 3η, 6ος, 8η, 13ος, 15η, 19η, 21η, 22η, 23ος, 24η, 27ος και 28ος των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-4-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1120/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5058/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 15-9-2009 αίτησή του και τον από 20-2-2012 πρόσθετο λόγο αυτής.
Εκδόθηκε η 835/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση με την από 25-7-2012 κλήση των καλούντων στη δικάσιμο της 8-1-2013, κατά την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 17-9-2013, οπότε ματαιώθηκε. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 18-9-2013 κλήση των καλούντων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 5-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και την από 1-3-2012 συμπληρωματική έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρόσθετου λόγου αναιρέσεως ως απαραδέκτου.
Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και του προσθέτου λόγου και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104 και 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, στην περίπτωση που η επίσπευση της συζητήσεως είχε γίνει από τον απολειπόμενο διάδικο, από κοινού με άλλους που εμφανίσθηκαν, αυτή δεν είναι έγκυρη ως προς αυτόν (απολειπόμενο), εάν κατά την γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας ως προς εκείνον (απολειπόμενο) προς τον δικηγόρο, που και για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση και κηρύσσεται άκυρη η κλήση, με βάση την οποία αυτός εμφανίζεται ότι επισπεύδει τη συζήτηση, με περαιτέρω αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η εφαρμογή της παραπάνω αναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι (Ολ.ΑΠ 26/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. .../8-3-2011 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών … προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως επιδόθηκε, με την επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων, στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο.
Από δε την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. .../5-11-2013 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών … προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της από 18-9-2013 κλήσεως προς συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως (μετά την ματαίωση της συζητήσεώς της κατά τη δικάσιμο της 17-9-2013), με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση και συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης αποφάσεως (7-1-2014), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια όλων των αναιρεσιβλήτων (28 τον αριθμό) στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο.
Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, στην παραπάνω δικάσιμο (7-1-2014), το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπήθηκε νομίμως στο ακροατήριο από τον Βασίλειο Κυριαζόπουλο, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, από δε τους αναιρεσιβλήτους, οι Β.
Α. (1ος), Μ. Δ. (4η), Κ. Θ. (5η), Ά. Κ. (7η), Κ. Κ. (9ος), Σ. Κ. - Β. (10η), Σ. Κ. (11η), Ε. Λ. (12η), Α. Μ. (14η), Α. Μ. (16η), Α. Μ. (17ος), Η. Μ. (18η), Σ. Μ. (20η), Ε. Σ. (25η) και Γ. Τ. (26ος) εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο από το νομίμως διορισθέντα προς τούτο πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Νικολουτσόπουλο. Oι λοιποί αναιρεσίβλητοι, δηλαδή η Μ. Α. (2η), η Χ.
Γ. (3η), ο Μ. Κ. (6ος), η Ε. Κ. (8η), ο Θ. Λ. (13ος), η Ο. Μ. (15η), η Μ. Μ. (19η), η Μ. Π. (21η), η Γ. Π. (22η), ο Γ. - Γ. Π. (23ος), η Θ. - Α. Π. (24η), ο Κ. Χ. (27ος) και ο Λ. - Π. Χ. (28ος) δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου τους κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Παρά το γεγονός, όμως, ότι, κατά τα άνω, τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως φέρονται ότι επέσπευσαν όλοι οι αναιρεσίβλητοι, δηλαδή και οι παραπάνω απολειπόμενοι, διά της πληρεξουσίας τους δικηγόρου Ειρήνης Σούκου, η οποία υπογράφει την ως άνω από 18-9-2013 κλήση προς συζήτηση της αναιρέσεως, που επιδόθηκε στο αναιρεσείον (υπ' αριθμ. .../5-11-2013 έκθεση επιδόσεως), δεν αποδεικνύεται, με τους τρόπους που προβλέπονται στο άρθρο 96 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 2 του Ν. 3994/2011, ότι η δικηγόρος αυτή είχε την πληρεξουσιότητα προς τούτο και για τους απολειπόμενους αναιρεσιβλήτους.
Επομένως, αφού δεν αποδεικνύεται ότι οι παραπάνω απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι επέσπευσαν νόμιμα τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, ούτε αποδεικνύεται ότι αυτοί κλητεύθηκαν από το νομίμως παριστάμενο αναιρεσείον ή από κάποιον από τους νομίμως παριστάμενους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τους απολειπόμενους αναιρεσιβλήτους (2η, 3η, 6ο, 8η, 13ο, 15η, 19η, 21η, 22η, 23ο, 24η, 27ο και 28ο) και να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση αυτής ως προς τους νομίμως παριστάμενους αναιρεσιβλήτους (1ο, 4η, 5η, 7η, 9ο, 10η, 11η, 12η, 14η, 16η, 17ο, 18η, 20η, 25η και 26ο), σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο, που προστέθηκε στην παράγραφο 3 του άνω άρθρου 576 ΚΠολΔ με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, ενόψει του ότι μεταξύ αυτών και των απολειπομένων αναιρεσιβλήτων υφίσταται απλή ομοδικία.
Επειδή, κατά το άρθρο 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ, η κατάθεση και επίδοση του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως πρέπει να γίνεται τουλάχιστον τριάντα (30) ημέρες πριν από την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως. Από την διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και προς τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 3 και 571 ΚΠολΔ, οι οποίες προβλέπουν τον προσδιορισμό δικασίμου σε χρόνο που παρέχει επαρκή προθεσμία για επίδοση και προπαρασκευή της υποθέσεως, καθώς και την σύνταξη εκθέσεως από τον οριζόμενο εισηγητή, προκύπτει ότι ως ημέρα συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, για τον υπολογισμό της προθεσμίας καταθέσεως και επιδόσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, νοείται εκείνη που αρχικώς ορίζεται από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου ή τον Πρόεδρο του οικείου Τμήματος του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ, και όχι αυτή που προσδιορίζεται μεταγενέστερα κατόπιν αναβολής από εκείνη, ή ματαιώσεως ή κηρύξεως απαράδεκτης της συζητήσεως, ανεξάρτητα από το ποιος επιμελήθηκε για τον προσδιορισμό της αρχικής ημέρας συζητήσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε πρόσθετο λόγο αναιρέσεως με το από 20-2-2012 δικόγραφο, το οποίο κατατέθηκε στον αρμόδιο γραμματέα του Αρείου Πάγου στις 20 Φεβρουαρίου 2012, ήτοι σε χρόνο μεταγενέστερο από εκείνο της δικασίμου της 18 Οκτωβρίου 2011, που νόμιμα είχε ορισθεί ως αρχική δικάσιμος της αιτήσεως αναιρέσεως.
Σημειώνεται ότι, κατά τη δικάσιμο αυτή, η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για την δικάσιμο της 20-3-2012, κατά την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως με την υπ' αριθμ. 835/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου. Η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση με την από 25-7-2012 κλήση των αναιρεσιβλήτων στη δικάσιμο της 8-1-2013, κατά την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 17-9-2013, οπότε ματαιώθηκε και επανήλθε προς συζήτηση με την ως άνω από 18-9-2013 κλήση των αναιρεσιβλήτων.
Επομένως, ο πρόσθετος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω της εκπρόθεσμης καταθέσεως του δικογράφου αυτού.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 12 παρ. 1 και 4 του Ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", που αντικατέστησε τις διατάξεις των άρθρων 8, 11 παρ. 1 και 6 του Ν. 1505/1984, και άρχισε να ισχύει από 1-1-1997, προκύπτει ότι το οικογενειακό επίδομα που προβλέπεται, παρέχεται στους έγγαμους υπαλλήλους, τους οποίους αφορούν οι διατάξεις αυτές, ως προσαύξηση μισθού, για την παρεχόμενη εργασία, η οποία προσαύξηση καταβάλλεται για την αντιμετώπιση των βαρών που συνεπάγεται η δημιουργία οικογένειας, στα πλαίσια και της επιβαλλόμενης από το άρθρο 21 του Συντάγματος προστασίας της.
Με την υπ' αριθμ. 2026439/3430/022 της 30-5/6-6-1997 Κ.Υ.Α., που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του ως άνω Ν. 2470/1997, επεκτάθηκαν, εκτός άλλων, έχοντας ανάλογη εφαρμογή από 1-1-1997, και οι διατάξεις του άρθρου 12 του νόμου αυτού στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου και ορισμένου χρόνου, που υπηρετεί στο Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ.
και Ο.Τ.Α. Το ότι η παραπάνω παροχή έχει χαρακτήρα μισθού επιβεβαιώνεται και από την διάταξη του άρθρου 141 παρ. 2 της συμβάσεως του Άμστερνταμ (πρώην 119 της ΕΟΚ), που εφαρμόζεται και στις εργασιακές συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου στο δημόσιο τομέα (αποφάσεις ΔΕΚ στις υποθέσεις 248/83 και 58/81), σύμφωνα με την οποία ως αμοιβή νοούνται οι συνήθεις βασικοί ή κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές, αλλά και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα σε χρήματα ή σε είδος λόγω της σχέσεως εργασίας.
Περαιτέρω, με το προαναφερόμενο άρθρο 12 παρ. 1 του Ν. 2470/1997 ορίζεται ότι, για την ενίσχυση της οικογένειας των υπαλλήλων που εμπίπτουν στο νόμο αυτό χορηγείται μηνιαία οικογενειακή παροχή, ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση των υπαλλήλων ως εξής: α) για οικογένεια έγγαμων υπαλλήλων χωρίς τέκνα ή με ενήλικα τέκνα, 12.000 δραχμές και β) για οικογένεια με ανήλικα τέκνα ή ανίκανα σωματικά ή πνευματικά για άσκηση βιοποριστικού επαγγέλματος με ποσοστό αναπηρίας 50% τουλάχιστον, η ανωτέρω παροχή προσαυξάνεται για κάθε τέκνο κατά τις διακρίσεις που γίνονται στη διάταξη αυτή.
Με το ως άνω άρθρο 12 παρ. 4 του ίδιου νόμου, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 21 παρ. 1 του Ν. 2515/1997, ορίζεται ότι, στην περίπτωση που ο ένας από τους δύο συζύγους λαμβάνει οικογενειακό επίδομα από οποιαδήποτε πηγή του δημοσίου ή ιδιωτικού τομέα, τότε στον έτερο σύζυγο, υπάλληλο του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ, καταβάλλεται συμπληρωματικό ποσό ως εξής:
α) το ποσό των προσαυξήσεων λόγω τέκνων, όταν το καταβαλλόμενο ποσό στον έτερο αναφέρεται μόνο σε επίδομα γάμου και β) το βασικό ποσό της οικογενειακής παροχής, χωρίς προσαυξήσεις, όταν το καταβαλλόμενο ποσό στον έτερο αναφέρεται μόνο σε επίδομα τέκνων. Με το εν λόγω άρθρο 12 παρ. 5 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι, στην περίπτωση που και οι δύο σύζυγοι είναι υπάλληλοι του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ, η ανωτέρω παροχή καταβάλλεται στον ένα από αυτούς, κατ' επιλογή τους, με κοινή υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986, που υποβάλλεται στους εκκαθαριστές αποδοχών και των δύο συζύγων.
Όμως, η απλή μετονομασία του επιδόματος οικογενειακών βαρών (που θεσπίσθηκε αρχικά με τον καταργηθέντα Ν. 1505/1984) σε οικογενειακή παροχή για την ενίσχυση της οικογένειας δεν μετέβαλε την λειτουργία και το νομικό χαρακτήρα της παροχής αυτής, ως ανταλλάγματος εξαιτίας της προσφερόμενης εργασίας, και επομένως ως προσαύξησης του μισθού.
Εξάλλου, η θέσπιση διακρίσεων μεταξύ υπαλλήλων που βρίσκονται στην ίδια οικογενειακή κατάσταση, οι οποίες διακρίσεις συνδέονται, όχι με την παρεχόμενη από αυτούς εργασία, αλλά με το τυχαίο γεγονός της παροχής ή όχι εργασίας και από τον σύζυγο ή από το καθεστώς αυτής, με βάση τις οποίες (διακρίσεις) ο υπάλληλος που έχει σύζυγο υπάλληλο του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων που προβλέπονται στις παραπάνω διατάξεις ή έχει σύζυγο που εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα στερείται του επιδόματος, ενώ υπάλληλος του οποίου ο σύζυγος δεν εργάζεται ή εργάζεται στον υπόλοιπο ιδιωτικό τομέα το εισπράττει, αντιβαίνει ευθέως στην συνταγματική επιταγή της ίσης νομοθετικής μεταχειρίσεως των ομοίων (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος), καθώς και στην αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας παρεχόμενη εργασία, που καθιερώνεται από το άρθρο 22 παρ. 1 εδ.
β' του Συντάγματος και αποτελεί ειδική εκδήλωση της δεσμεύουσας και το νομοθέτη ως άνω συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος). Κατά συνέπεια, οι διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 4 και 5 του Ν. 2470/1997, οι οποίες απαγορεύουν την διπλή καταβολή της οικογενειακής παροχής, σε περίπτωση που και οι δύο σύζυγοι είναι υπάλληλοι του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ ή όταν ο ένας από αυτούς είναι υπάλληλος των υπηρεσιών αυτών και ο άλλος υπάλληλος του ευρύτερου δημόσιου τομέα ή του ιδιωτικού, είναι αντίθετες προς τις προαναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις και ως εκ τούτου είναι ανίσχυρες και μη εφαρμοστέες.
Κατόπιν αυτού ισχύει εν προκειμένω και είναι άμεσα εφαρμοστέος ο γενικός κανόνας της παρ. 1 του άρθρου 12 του Ν. 2470/1997, κατά τον οποίο οι έγγαμοι υπάλληλοι λαμβάνουν ολόκληρη την μηνιαία οικογενειακή παροχή, προσαυξανόμενη ανάλογα με τον αριθμό των τέκνων, χωρίς τις διακρίσεις, στις οποίες προβαίνουν οι κρινόμενες ως αντισυνταγματικές παράγραφοι 4 και 5 του ίδιου άρθρου (βλ.
Α.Ε.Δ. 3/2001, Ολ.ΑΠ 6/2001). Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, ότι οι αναιρεσίβλητοι (ως προς τους οποίους ερευνάται η υπόθεση) προσλήφθηκαν από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και προσέφεραν σ' αυτό τις υπηρεσίες τους με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, αμειβόμενοι σύμφωνα με το μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων (Ν. 2470/1997), και ότι, αν και ήταν έγγαμοι και (ορισμένοι εξ αυτών) γονείς ανηλίκων τέκνων, το αναιρεσείον δεν τους κατέβαλε, κατά τα έτη 1999, 2000, 2001 και 2002, το οικογενειακό επίδομα (γάμου ή και τέκνων), για το λόγο ότι τούτο ελάμβαναν οι σύζυγοι αυτών, που εργάζονταν στο Δημόσιο, στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και στον ιδιωτικό τομέα και συνεπώς δεν το εδικαιούντο και οι αναιρεσίβλητοι.
Έκρινε δε κατόπιν των ανωτέρω το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται, για το αναφερόμενο μερικότερο επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 30-6-2002, το οικογενειακό επίδομα (γάμου ή και τέκνων) του άρθρου 12 του Ν. 2470/1997, μη εφαρμοζομένων, ως αντιθέτων προς την συνταγματική αρχή της ισότητας και προς την αρχή της ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας (άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ.
β' του Συντάγματος), των ως άνω ρυθμίσεων του ίδιου άρθρου 12 παρ. 4 και 5 του αυτού Ν. 2470/1997. Έτσι επικύρωσε, με απόρριψη του σχετικού λόγου της εφέσεως του αναιρεσείοντος, την πρωτόδικη απόφαση (υπ' αριθμ. 1120/2002 του Ειρηνοδικείου Αθηνών) που είχε αποφανθεί ομοίως. Με την κρίση του αυτή, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις, ούτε καμία άλλη διάταξη, και, επομένως, ο μοναδικός λόγος του αναιρετηρίου, από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως προς τους παριστάμενους αναιρεσιβλήτους και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων αυτών (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), τα οποία, όμως, θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 15-9-2009 αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5058/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς τους αναιρεσιβλήτους 2η, 3η, 6ο, 8η, 13ο, 15η, 19η, 21η, 22η, 23ο, 24η, 27ο και 28ο.
Απορρίπτει την ως άνω αίτηση αναιρέσεως και τον από 20-2-2012 πρόσθετο λόγο αναιρέσεως ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους (1ο, 4η, 5η, 7η, 9ο, 10η, 11η, 12η, 14η, 16η, 17ο, 18η, 20η, 25η και 26ο). Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ