Supreme Court dismisses appeal on appealable error grounds, finding lower court correctly applied civil code rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the First Instance Court's decision regarding shared ownership in a multi-story building. The appellants argued the lower court failed to apply specific civil code provisions for interpreting building regulations, but the court found the lower court's reasoning sufficient and clear. Consequently, the appeal was rejected as baseless because the lower court did not need to apply the cited rules to resolve the dispute.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1, 2 para. 1, 3 para. 1, 5 lit. a, 7 para. 1, 8 and 13 of Law 3741/1929; Articles 173 and 200 of the Civil Code: The Supreme Court held that the lower court did not err by omitting to apply interpretative rules of the Civil Code when its decision contained clear and non-contradictory reasoning on the disputed facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1070 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1070/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Ι. Ν. και 2 Α. Ι. Ν., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ιωάννη Κωστόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. Τ., κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-2-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1547/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 856/2012 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν oι αναιρεσείοντες με την από 17-5-2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Ρουμπής, ανέγνωσε την από 29-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες υπ'αριθμ.... 15-6-2012 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών …, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου της αναφερομένης στην αρχή της παρούσας απόφασης και κλήση για εμφάνιση κατ' αυτής επιδόθηκε με επιμέλεια των αναιρεσειόντων στον αναιρεσίβλητο. Ο τελευταίος όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίστηκε ενώπιον αυτού, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωσή του σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ) κατά την παραπάνω συνεδρίασή του, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου και έγινε η συζήτηση αυτής. Επομένως, πρέπει το Δικαστήριο αυτό να προχωρήσει στη συζήτηση ης ένδικης αίτησης αναίρεσης παρά την παρουσία του νόμιμα κλητευθέντος αναιρεσιβλήτου (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 1,2 παρ.1,3 παρ.1, 5 εδ.α, 7 παρ.1, 8 και 13 του ν.3741/1929 "περί ιδιοκτησίας κατ' ορόφους", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα με το άρθρο 54 του Εισαγωγικού Νόμου αυτού και 111 του ΑΚ, συνάγεται ότι επί οριζόντιας ιδιοκτησίας ιδρύεται κυρίως μεν χωριστή κυριότητα σε όροφο οικοδομής ή διαμέρισμα ορόφου, παρεπομένως δε και αναγκαστική συγκυριότητα, που αποκτάται αυτοδικαίως, κατ' ανάλογη μερίδα, στα μέρη του όλου ακινήτου, που χρησιμεύουν σε κοινή απ' όλους τους οροφοκτήτες χρήση.
Μεταξύ των μερών αυτών περιλαμβάνονται, κατά ενδεικτική στις διατάξεις αυτές απαρίθμηση, το έδαφος, τα θεμέλια, οι πρωτότοιχοι, η στέγη, οι καπνοδόχοι, οι αυλές, τα φρεάτια ανελκυστήρων, οι εγκαταστάσεις κεντρικής θέρμανσης, το ηλιακωτό δώμα. Εξάλλου, με βάση το άρθρο 2 τελευταία παράγραφος του Ν. 3741/1929, η οποία ορίζει ότι αδιαίρετος είναι η ιδιοκτησία "και παντός άλλου πράγματος χρησιμεύοντος προς κοινήν των ιδιοκτητών χρήσιν", προσδιορίζονται τα κριτήρια υπαγωγής στην ομάδα των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών της οικοδομής, που δεν αναφέρονται ρητά στη συμφωνία ή στο νόμο.
Ειδικότερα, ο προσδιορισμός των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων αυτών μερών, γίνεται, είτε με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία, είτε με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των οροφοκτητών, κατά τα άρθρα 4 παρ.1, 5 και 13 του Ν. 3741/1929, δηλαδή με σύμφωνη απόφασή τους, που πρέπει να καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί.
Αν τούτο δεν γίνει, αν δηλαδή δεν ορίζεται τίποτα από την ως άνω δικαιοπραξία, ούτε με ιδιαίτερες συμφωνίες, τότε ισχύει ο προσδιορισμός, που προβλέπεται από τις ως άνω διατάξεις (ΑΠ 1658/2007, 1610/2007). Στην τελευταία περίπτωση, κριτήριο για το χαρακτηρισμό πράγματος ως κοινόκτητου και κοινόχρηστου, είναι ο κατά τη φύση του προορισμός για την εξυπηρέτηση των συνιδιοκτητών με την κοινή από αυτούς χρήση του.
Δεδομένου δε, ότι η θεσπιζόμενη με τα άρθρα 1002 ΑΚ και 1 επ. του Ν. 3741/1929 αποκλειστική (χωριστή) κυριότητα επί ορόφου ή τμήματος ορόφου αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα superficies solo cedit, που έχει περιληφθεί στο άρθρο 1001 εδ. α' του ΑΚ, οποιοδήποτε μέρος του όλου ακινήτου που δεν ορίστηκε ή δεν ορίστηκε έγκυρα, με το συστατικό της οροφοκτησίας τίτλο ότι αποτελεί αντικείμενο της αποκλειστικής κυριότητας κάποιου συνιδιοκτήτη, υπάγεται αυτοδικαίως από το νόμο, κατ' εφαρμογή του ανωτέρω κανόνα, στα αντικείμενα της αναγκαστικής συγκυριότητας επί του εδάφους και θεωρείται κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος του ακινήτου (Ολ.
ΑΠ 23/2000). Ειδικότερα, επί οριζοντίου ιδιοκτησίας, η κυρία είσοδος της οικοδομής, οι κλίμακες ανόδου προς το δώμα (ΑΠ 420/1985) και το ηλιακό δώμα (ταράτσα), εξομοιούμενο με τη στέγη της οικοδομής, (ΑΠ 1610/2007, 1658/2007), αποτελούν αντικείμενο αναγκαίας συγκυριότητας και κοινόχρηστα πράγματα για όλους τους ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων, καθένας από τους οποίους δικαιούται να ποιείται απόλυτη χρήση, εκτός εάν με συμφωνία που τον δεσμεύει αποκλείστηκε από το δικαίωμα αυτό, το οποίο διαφυλάχθηκε για μερικούς μόνο από τους ιδιοκτήτες.
Επιτρέπεται δε, κατά παρέκκλιση από τα οριζόμενα με την ενδοτικής φύσεως διάταξη του άρθρου 2 (του Ν. 3741/1929), όπως με ειδική μεταξύ των συνιδιοκτητών του εδάφους συμφωνία που καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και καταχωρίζεται στα βιβλία μεταγραφών, το δικαίωμα να παραχωρηθεί αποκλειστικώς σε κάποιους από τους συνιδιοκτήτες ή και σε έναν από αυτούς η χρήση σε κάποιο από αυτά τα κοινά μέρη, οπότε η χρήση του δεν ανήκει σε όλους από κοινού τους συνιδιοκτήτες του εδάφους.
Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει, αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος για αναίρεση απόφασης επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο τι αποδείχτηκε ή δεν αποδείχτηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται σε συνεκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του αρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Ακόμα από τη διάταξη του αρθρ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Επισημαίνεται ότι η παραβίαση των ερμηνευτικών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ προϋποθέτει δικαιοπραξία ή σύμβαση της οποίας παρελείφθηκε η ερμηνεία, καίτοι διαπιστώθηκε αυτεπαγγέλτως, έστω και εμμέσως, κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, είτε ερμηνεύτηκε κακώς (ΑΠ 211/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, παραδεκτώς επισκοπούμενη (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), δέχθηκε ανελέγκτως και τα ακόλουθα (κατά το μέρος που εξετάζεται η υπόθεση κατά την προκειμένη αναιρετική δίκη) πραγματικά περιστατικά: "Η κειμένη επί της συμβολής της ...
και ... αρ…στη ... πολυκατοικία υπήχθη στο καθεστώς οριζόντιας ιδιοκτησίας δυνάμει της υπ' αριθ…/27-2-1971 πράξης συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας του συμβ/φου Ν.Ιωνίας Κων/νου Παπανικολάου, νόμιμα μεταγεγραμμένης, που καταρτίστηκε μεταξύ των αρχικών συνιδιοκτητών Ε. Μ. και Ι.
Ν. (πατέρα και δικαιοπαρόχου των ήδη εναγόντων). Σύμφωνα με την άνω πράξη η μεν Ε. Μ. είχε στην κυριότητα της τα 937/1000 εξ αδιαιρέτου, ο δε Ι. Ν. τα 63/1000 εξ αδιαιρέτου του όλου οικοπέδου μετά του στο ποσοστό τους με στοιχεία Κ3 καταστήματος του ισογείου. Στην άνω πράξη ορίζεται ότι ο ισόγειος όροφος της οικοδομής περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τους κοινόχρηστους χώρους δηλαδή το κλιμακοστάσιο, τον φωταγωγό και δύο κοινόχρηστα WC, το δε ημιυπόγειο της οικοδομής έχει ως κοινόχρηστους χώρους το λεβητοστάσιο, χώρο κλιμακοστασίου και αποθήκη.
Τόσο από το περιεχόμενο της υπ' αρ. 13902 /1971 πράξης, όσο και από το μετ' επικλήσεως από τον εκκαλούντα προσκομιζόμενο με ημερομηνία 4-1-1971 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Ε. Χ. , προκύπτει, ότι το κατάστημα ήταν ένας ενιαίος χώρο χωρίς WC, καθώς αυτό εξυπηρετείτο από τα δύο κοινόχρηστα WC της πολυκατοικίας.
Ορίζεται ακόμη στον επισυναπτόμενο κανονισμό, ότι απαγορεύεται κάθε μεταρρύθμιση των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων χώρων, ότι ο χώρος του παταριού άνωθεν του κοινοχρήστου WC του ισογείου ορόφου θα ανήκει κατ' αποκλειστική χρήση στον Ι. Ν. και ότι οι αποχετεύσεις της όλης πολυκατοικίας θα ήταν κοινόκτητες.
Με το άρθρο 12 του ιδίου κανονισμού προβλέφθηκε η δυνατότητα κάθε συνιδιοκτήτη να διαιρεί την οριζόντια ιδιοκτησία του σε περισσότερες και να ανακατανέμει τα σε αυτήν ανήκοντα ποσοστά εξ αδιαιρέτου σε δημιουργούμενες μικρότερες αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες.
Στις 25-2-1981 απεβίωσε ο Ι. Ν. , οπότε η κυριότητα του ως άνω Κ3 καταστήματος περιήλθε στους ήδη εναγομένους, κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου στον καθένα και κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου στον καθένα λόγω γονικής παροχής από τη μητέρα τους Β. Ν. Δυνάμει της υπ' αριθ…/1985 πράξης διανομής και τροποποίησης οριζοντίων ιδιοκτησιών της συμβ/φου Περιστερίου Δημ. Κόμη, νομίμως μεταγεγραμμένης, οι ήδη ενάγοντες, ως συγκύριοι του Κ3 καταστήματος επιφανείας 112,15 τ.μ. προέβησαν στη διανομή του, διαιρώντας αυτό σε δύο καταστήματα επιφανείας 55,80 τ.μ. και 56,35 τ.μ. τα οποία διένειμαν ως ακολούθως: ο μεν Α. Ν. απέκτησε την αποκλειστική κυριότητα του Κ3Α καταστήματος (55,80 τ.μ.), ο δε Α. Ν. την αποκλειστική κυριότητα του Κ3Β καταστήματος (56,35 τ.μ.). Επιπλέον, οι ενάγοντες με την υπ' αριθ…/2008 πράξη τροποποίησης της …/1971 πράξης νομίμως μεταγεγραμμένης, προέβησαν μονομερώς στην μεταβολή των δύο διηρημένων καταστημάτων ως εξής: τμήμα του Κ3Β καταστήματος αποσπάσθηκε και ενώθηκε με το KEA κατάστημα, το οποίο πλέον έχει επιφάνεια 59,18 τ.μ., το δε Κ3Β κατάστημα έχει επιφάνεια 52,97 τ.μ. Στην άνω τροποποίηση, περιγραφή των διηρημένων καταστημάτων αναφέρεται για πρώτη φορά, ότι σε αυτά περιλαμβάνεται από μια τουαλέτα στο καθένα.
Ο πρώτος εναγόμενος είναι κύριος των υπό στοιχ. ΗΜ1 και ΗΜ3 ημιυπόγειων καταστημάτων της ίδιας οικοδομής, καθώς και των Γ1, Γ2, Γ3 και Γ4 ισογείων γραφείων, αλλά και του Α1 γραφείου του πρώτου ορόφου και του Κ1 ισογείου καταστήματος.
Το έτος 1974 ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Ι. Ν. , επιθυμώντας να εκμισθώσει το ενιαίο τότε Κ3 κατάστημα, τοποθέτησε εντός αυτού αυτοσχέδιο χώρισμα και εκμίσθωσε το ήμισυ αυτού που έχει πρόσοψη επί της ... στον τρίτο εναγόμενο, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως φαρμακείο, το υπόλοιπο δε χρησιμοποίησε ο ίδιος ως καφενείο μέχρι το 1982 , οπότε άρχισε να χρησιμοποιείται ως φαρμακείο από τον πρώτο ενάγοντα.
Εντός του Κ3Α καταστήματος του πρώτου ενάγοντος υφίσταται αποχετευτικός σωλήνας από μαντέμι, διαμέτρου 10 cm καλυμμένος με γυψοσανίδα, εφαπτόμενος σε υποστύλωμα της πολυκατοικίας, διερχόμενος κάθετα από το δάπεδο του Κ3Α καταστήματος μέσω της οροφής του ΗΜ3 ημιυπόγειου καταστήματος του πρώτου εναγομένου και καταλήγων σε εμφανές φρεάτιο στο δάπεδο του αμέσως παραπάνω ημιυπόγειου καταστήματος.
Από το σημείο εκείνο συνδέεται οριζόντια με άλλο σωλήνα κάτω από το δάπεδο του ημιυπόγειου καταστήματος και καταλήγει σε άλλο εμφανές φρεάτιο στο δάπεδο της παρακείμενης τάφρου μεταξύ των εισόδων των με στοιχ. ΗΜ1 και ΗΜ3 ημιυπόγειων καταστημάτων και σε απόσταση 25 εκ. μπροστά από την πρόσοψή τους. Ο αποχετευτικός αυτός σωλήνας τοποθετήθηκε μετά την ολοκλήρωση της κατασκευής της πολυκατοικίας, εντός του έτους 1975, προκειμένου να εξυπηρετήσει τις ανάγκες του Κ3 καταστήματος και συγκεκριμένα για την αποχετευτική λειτουργία μόνο του νεροχύτη του στεγαζόμενου σε τμήμα αυτού καφενείου του Ι.
Ν. , μέχρι το θάνατο αυτού το 1981 και ουδέποτε χρησιμοποιήθηκε για αποχέτευση WC. Με τη χρήση αυτού δεν ενοχλούσε τον εκάστοτε ένοικο που χρησιμοποιούσε το ΗΜ1 κατάστημα, διότι ούτε δυσοσμίες λυμμάτων αναδύονταν, ούτε θόρυβος από καζανάκια ακουγόταν, αφού παρέμενε ανενεργός για αποχέτευση WC. Το έτος 2008 οι ενάγοντες ενεργοποίησαν τον ανενεργό αυτό σωλήνα για να επιτύχουν την αποχέτευση των WC των ιδιοκτησιών τους, οπότε οι εναγόμενοι διαμαρτυρήθηκαν με το από 15-10-2009 εξώδικο.
Η παραπάνω ενέργεια, στην οποία προέβησαν οι ενάγοντες με τη σύνδεση του αποχετευτικού αγωγού της ιδιοκτησίας τους με τον κεντρικό αποχετευτικό αγωγό της πολυκατοικίας δεν είχε νομιμοποίηση από τη Γενική Συνέλευση των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας, όπως ορίζεται στον κανονισμό και θίγει τις ΗΜ1 και ΗΜ3 ιδιοκτησίες του εκκαλούντος, με τη διέλευση λυμμάτων μέσα από αυτές, καθώς η ύπαρξη αποχετευτικού αγωγού και φρεατίων εγκατεστημένων στο δάπεδο των άνω ιδιοκτησιών του, έχει ως αποτέλεσμα την εκπομπή θορύβων από την χρήση του WC των Κ3Α και Κ3Β, αλλά και τη δυσοσμία που αναδύονται.
Συνεπώς, παραβιάζεται το άρθρο 1 του Κανονισμού της πολυκατοικίας ότι "έκαστος ιδιοκτήτης έχει δικαίωμα χρήσης υπό τον όρο να μην παρενοχλούνται τα δικαιώματα των λοιπών ιδιοκτησιών", όπως μη τίθεται σε κίνδυνο η υγιεινή των συγκατοικούντων "και ότι δύναται να τροποποιεί την εσωτερική διαρρύθμιση" ...
υπό τους περιορισμούς ότι δεν θα θιγούν αι πάσης φύσεως εγκαταστάσεις που εξυπηρετούν το σύνολο της οικοδομής ή άλλα τμήματα αυτής...". Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι προέβησαν στις άνω ενέργειες, ως είχαν δικαίωμα από το άρθρο 3 του κανονισμού που προβλέπει ότι οι αποχετεύσεις όλης της πολυκατοικίας είναι κοινόκτητες απορρίπτεται ως αβάσιμος, διότι ναι μεν κατά το άρθρο αυτό οι αποχετεύσεις είναι κοινόκτητες, αλλά μόνο αυτές που υπήρχαν κατά τη σύνταξη του κανονισμού, όχι δε και οι μεταγενέστερες τούτου και διερχόμενες από άλλες ιδιοκτησίες ή καταλήγουσες σ' αυτές, όπως ο επίδικος".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο έκρινε ότι "έσφαλε συνεπώς η εκκαλουμένη και πρέπει κατά το μέρος τούτο να εξαφανισθεί κατά παραδοχή του σχετικού λόγου έφεσης ως βάσιμου, που δέχθηκε το αγωγικό αίτημα και αναγνώρισε ότι οι ενάγοντες δικαιούνται να διατηρούν συνδεδεμένα WC που έχουν κατασκευάσει στα υπό στοιχ.
Κ3Α και Κ3Β καταστήματά τους, με τον κάθετο αποχετευτικό αγωγό τον διερχόμενον καθέτως από το δάπεδο του εν λόγω καταστήματος (Κ3Α) μέσω της οροφής του ΗΜ3 καταστήματος του πρώτου εναγομένου, υποχρέωσε δε με απειλή χρηματικής ποινής 300 ευρώ και προσωπικής κράτησης δύο μηνών τον 1ο εναγόμενο να παραλείπει στο μέλλον κάθε ενέργεια που έχει σχέση με την κατάργηση του παραπάνω αποχετευτικού αγωγού, ενώ κατά τα εκτιθέμενα το αίτημα τούτο έπρεπε να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο" και κατέληξε στη μερική εξαφάνιση (κατά το ως άνω μέρος) της υπ' αρ. 1547/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί τα αντίθετα των ανωτέρω.
Από τις παραπάνω παραδοχές δεν προκύπτει, ότι σε αυτές περιέχεται ούτε άμεση ούτε έμμεση διαπίστωση υπάρξεως κενού και ασάφειας στην υπ' αρ…/27-2-1971 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας του συμβολαιογράφου Νέας Ιωνίας Αττικής Κωνσταντίνου Παπανικολάου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, σε σχέση με το ποιες αποχετεύσεις στην εν λόγω πολυκατοικία είναι κοινόκτητες και εντεύθεν κοινόχρηστες, δηλονότι αν περιλαμβάνονται μόνο οι υφιστάμενες κατά τη σύνταξη του παραπάνω κανονισμού ή και οι μεταγενέστερες τούτων, νόμιμα κατασκευαζόμενες από τους ιδιοκτήτες αυτοτελών ιδιοκτησιών της ίδιας πολυκατοικίας (της κειμένης επί της ... αρ… και της οδού … αρ… στη ... ) και διερχόμενες από άλλες ιδιοκτησίες ή καταλήγουσες σ' αυτές, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι αποχετεύσεις των Κ3Α και Κ3Α ισογείων καταστημάτων των δύο εναγόντων της από 8-2-2010 ένδικης αγωγής - ήδη αναιρεσειόντων, δεχόμενο με σαφήνεια και αναμφισβήτητα ότι περιλαμβάνονται μόνο οι υφιστάμενες με το χρόνο σύνταξης της προμνημονευομένης πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας.
Συνεπώς δεν έπρεπε μετά τη διαπίστωση αυτή να προσφύγει στους περιεχόμενους στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, όπως είναι και ο προμνημονευόμενος κανονισμός πολυκατοικίας, με τα μέτρα της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών ως προς το ζήτημα της χρήσης των κοινοκτήτων αποχετευτικών μερών σε μία οικοδομή και ορθά δεν έκανε χρήση των εν λόγω κανόνων, ούτε συνακόλουθα χρειαζόταν το Εφετείο να παραθέσει στην απόφασή του στοιχεία δηλωτικά της χρήσης των κανόνων αυτών και ως εκ τούτου δεν τους παραβίασε, παραλείποντας να εφαρμόσει, καίτοι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όπως εσφαλμένα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες.
Συνεπώς ο πέμπτος (τελευταίος) λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με την οποία προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 1 εδ.β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ διότι, αν και διαπίστωσε έμμεσα την ύπαρξη κενού και ασάφειας στον προμνημονευόμενο κανονισμό πολυκατοικίας, παρέλειψε να προσφύγει για την ορθή επίλυση της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων (μη επιλυθείσης εξωδίκως) στους ερμηνευτικούς ορισμούς των άρθρων 173 και 200 ΑΚ είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Συνακόλουθα των ανωτέρω πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και οι πρώτος και τέταρτος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 1002 και 1117 ΑΚ και 1, 2 παρ.1, 3 παρ.1, 4 παρ.1, 5 και 13 του ν.3741/1929), που συνδέονται όμως με τη μη υφισταμένη ανάγκη ερμηνείας του ως άνω κανονισμού ως προς το ζήτημα των κοινοκτήτων αποχετεύσεων, κατά τα προεκτιθέμενα.
Εξάλλου είναι απορριπτέοι οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ως αβάσιμοι, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει πλήρεις, σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες για το κρίσιμο ζήτημα της υπάρξεως του αποχετευτικού σωλήνα που διέρχεται κάθετα από το δάπεδο του Κ3Α ισογείου καταστήματος και της δυνατότητας διέλευσης απ' αυτόν του νερού και των λυμμάτων από τα δύο WC των εναγόντων - ήδη αναιρεσειόντων, κατόπιν συνδέσεώς τους με τον αγωγό αυτόν, και ότι δημιουργείται πρόβλημα υγιεινής για τον αντίδικό τους Α.
Τ. και ειδικότερα από τη χρήση των δύο αποχωρητηρίων (WC) των αναιρεσειόντων λόγω εκπομπής θορύβου και δυσοσμίας και έτσι θίγονται οι υπό στοιχεία ΗΜ1 και ΗΜ3 ιδιοκτησίες στην ίδια πολυκατοικία του αναιρεσιβλήτου με τη διέλευση λυμμάτων μέσα απ' αυτές και δεν ασκεί κάποια επιρροή στην ένδικη διαφορά ότι για τη νόμιμη λειτουργία του κάθε ξεχωριστό κατάστημα πρέπει να διαθέτει δικό του WC και να είναι συνδεδεμένο με το κεντρικό αποχετευτικό αγωγό της πολυκατοικίας.
Μετά από όλα τα προεκτιθέμενα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης. Τέλος δεν γίνεται λόγος περί δικαστικών εξόδων καθόσον δεν παρέστη ο αναιρεσίβλητος που νικά και δεν υπάρχει σχετικό αίτημά του (άρθρο 106 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17.5.2012 αίτηση των 1) Α. Ι. Ν. και 2) Α. Ι. Ν. για αναίρεση της υπ'αριθμ. 856/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαΐου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ