Legislator Case Law & Legislation
1070/2011 AI generated

1070/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1070/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1070/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δηλαδή, ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμεταλλεύσεως, έχει την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρηση του με βάση τα κρινόμενα απ' αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά γι' αυτή κριτήρια. Το δικαίωμα του εργοδότη με το περιεχόμενο αυτό δεν επιτρέπεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., να ασκείται καταχρηστικά.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1070 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1070/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικολάο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Α. του Θ. - Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Τρίμη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΑΕ" (ΔΕΗ ΑΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μανιάτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-11-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1576/2008 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου και κατόπιν ασκήσεως εφέσεων η 4011/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-10-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 1-4-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των τριών πρώτων λόγων αναιρέσεως, εκτιμωμένων ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ και την απόρριψη του τετάρτου λόγου.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

O εργοδότης, ασκώντας το διευθυντικό του δικαίωμα, έχει την εξουσία να προσδιορίσει το περιεχόμενο της υποχρεώσεως του μισθωτού για παροχή εργασίας, καθορίζοντας τους όρους της παροχής της, τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο, εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση.

Δηλαδή, ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμεταλλεύσεως, έχει την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρηση του με βάση τα κρινόμενα απ' αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά γι' αυτή κριτήρια. Το δικαίωμα του εργοδότη με το περιεχόμενο αυτό δεν επιτρέπεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., να ασκείται καταχρηστικά.

Κατά την έννοια όμως της διατάξεως αυτής δεν είναι καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη να τοποθετεί συγκεκριμένο εργαζόμενο ως προϊστάμενο ενός τμήματος ή ενός καταστήματος της επιχειρήσεως του κατά παράλειψη άλλου μισθωτού, ο οποίος υπερέχει, έστω και καταφανώς, σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι του τοποθετηθέντος.

Τούτο δε, διότι δεν πρόκειται για απλή βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή, που εντάσσεται στα δικαιώματα του μισθωτού από την εργασία, τα οποία ευλόγως συνδέονται με τις αντικειμενικώς εκτιμώμενες ικανότητες αυτού, αλλά για επιλογή του έχοντος την εκμετάλλευση εργοδότη, που αφορά αποφασιστικώς την οργάνωση και τη διεύθυνση της επιχειρήσεως.

Για να είναι καταχρηστική στην περίπτωση αυτή η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη απαιτείται η συνδρομή και άλλων πραγματικών περιστατικών, τα οποία, σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος, να θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003).

Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 40 του κανονισμού καταστάσεως προσωπικού της ΔΕΗ (ΚΚΠ-ΔΕΗ) που κυρώθηκε αναδρομικά με το Ν.Δ. 210/1974 (ΦΕΚ 364/Α/7.12.1974) και έχει ισχύ νόμου, με απόφαση του Διοικητή και βάσει της εκάστοτε ισχύουσας διαρθρώσεως των υπηρεσιών της ΔΕΗ, ανατίθενται καθήκοντα προϊσταμένων, οποιασδήποτε στάθμης διοικήσεως, σε μισθωτούς της ΔΕΗ.

Η τοιαύτη ανάθεση καθηκόντων ενεργείται κατά τις διατάξεις του κανονισμού διαρθρώσεως υπηρεσιών της ΔΕΗ και δεν μεταβάλλει καθόλου την υπηρεσιακή κατάσταση του μισθωτού, ο οποίος διατηρεί το μισθολογικό του κλιμάκιο και την οργανική θέση της κατηγορίας, στην οποία ανήκει. Εξ αυτών συνάγεται ότι η ΔΕΗ δικαιούται με τα αρμόδια όργανα της να αναθέτει στο ανώτατο προσωπικό της, μετά από εκτίμηση του συμφέροντος της υπηρεσίας, τη διεύθυνση ορισμένης υπηρεσιακής λειτουργίας, ανεξάρτητα από τη γενική ή στο βαθμό αρχαιότητα του συγκεκριμένου υπαλλήλου, εφόσον κρίνει ότι ο υπάλληλος αυτός είναι ικανότερος και καταλληλότερος από τους άλλους συναδέλφους του, που έχουν τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα.

Απ' όλα τα ανωτέρω εκτιθέμενα συνάγεται με σαφήνεια ότι επί αγωγής υπαλλήλου της ΔΕΗ, με την οποία ζητείται η καταβολή αποζημιώσως από την επίκληση καταχρηστικής ασκήσεως του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη ως προς την παράλειψη της τοποθετήσεως του σε θέση ευθύνης αντίστοιχη προς τον κατεχόμενο απ' αυτόν βαθμό με επακόλουθο τη ζημία του κατά το διαφυγόν κέρδος, το οποίο προσδοκούσε με πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, τοποθετούμενος στην ανάλογη προς το βαθμό, τις συγκεκριμένες περιστάσεις και τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του θέση, δεν αρκεί για το ορισμένο αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1α Κ.Πολ.Δ, η επίκληση μόνο ότι ο υπάλληλος αυτός υπερτερεί καταφανώς από απόψεως βαθμού, πείρας και γενικώς των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων έναντι των κατονομαζομένων συναδέλφων του, οι οποίοι τοποθετήθηκαν σε τέτοια θέση κατά παράλειψη ή αντικατάσταση αυτού, αλλά πρέπει να εκτίθενται στο οικείο δικόγραφο τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και των συγκρινόμενων συναδέλφων του, καθώς και οι συντρέχουσες ειδικές περιστάσεις, ώστε, σε συνδυασμό με την αναφορά των ιδίων αυτού εξειδικευμένων προσόντων, να μπορεί να κριθεί αν ήταν καταφανώς ικανότερος και ο πλέον κατάλληλος να του ανατεθούν τέτοια καθήκοντα, καθώς επίσης και η τήρηση της προβλεπόμενης από την ισχύουσα κατά τον κρίσιμο χρόνο ΕΣΣΕ διαδικασίας επιλογής για την τοποθέτηση στη συγκεκριμένη θέση (ΟλΑΠ 22/1999).

Τέλος η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ή 14 ΚΠολΔ .

Εξάλλου, ο κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, πλην άλλων, και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και επομένως και ο λόγος εφέσεως που περιέχει αυτοτελή ισχυρισμό, διατυπούμενος με τη μορφή παραπόνου κατά της πρωτοβαθμίου κρίσεως.

Τέλος, ο κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο και αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα ή απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 341/2010, ΑΠ 259/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την αγωγή του επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων (ενάγων) εξέθεσε ότι είναι κάτοχος πτυχίου μηχανολόγου -ηλεκτρολόγου μηχανικού του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου καθώς και πτυχίου Μαθηματικών του Πανεπιστημίου Αθηνών, ότι προσλήφθηκε στις 2.9.1976 στην εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) επιχείρηση ως υπάλληλος, με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και ότι υπηρέτησε σε θέσεις αυξημένης ευθύνης και διευρυμένων αρμοδιοτήτων, ως ακολούθως:

α) ως προϊστάμενος τεχνικού τομέα περιοχής Σύρου, από το έτος 1977, β) ως διευθυντής περιοχής Σύρου από το έτος 1981, γ) ως προϊστάμενος με επιτελικά καθήκοντα, υποτομέα κατασκευών του τομέα μελετών - κατασκευών δικτύων διανομής της Δ.Μ.Κ.Δ. από το έτος 1987, δ) ως προϊστάμενος υποτομέα ανάπτυξης δικτύων του τομέα προγραμματισμού της Δ.Μ.Κ.Δ.

από το έτος 1990, ε) ως τομεάρχης με επιτελικά καθήκοντα, στατιστικών μελετών διανομής της διεύθυνσης εκμετάλλευσης διανομής από το έτος 1994. Ότι δυνάμει της από 16.4.2002 υπηρεσιακής απόφασης του ανατέθηκαν καθήκοντα Επιτελικού Τομεάρχη ΒΟΚ. Ότι σε εκτέλεση της με αριθμό 207/13.12.2000 απόφασης του Δ.Σ. της εναγομένης, που καθόρισε το νέο οργανωτικό σχήμα της ΔΕΗ σε τέσσερα διοικητικά επίπεδα, δηλ.

το επίπεδο Γενικών Διευθυντών, ως πρώτο επίπεδο, το επίπεδο Βασικού Οργανωτικού Κλιμακίου (ΒΟΚ), ως δεύτερο, το επίπεδο Τομεάρχη ΒΟΚ, ως τρίτο και ως τέταρτο το επίπεδο Υποτομεάρχη ΒΟΚ, ο Διευθύνων Σύμβουλος της επιχείρησης επαναπροκήρυξε όλες τις θέσεις ΒΟΚ, προκειμένου να υποβάλλουν αιτήσεις και βιογραφικά σημειώματα όλοι οι μισθωτοί που έχουν ασκήσει καθήκοντα από επίπεδο Τομεάρχη ΒΟΚ και άνω και εξέδωσε τις με αριθμούς 2 και 3/2001 αποφάσεις, που προέβλεπαν τη διαδικασία ανάθεσης, η πρώτη και τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα, η δεύτερη, προκειμένου ο διευθύνων σύμβουλος να επιλέξει, τελικώς, τους καταλληλότερους για τις θέσεις του δεύτερου επιπέδου οργάνωσης της εναγομένης επιχείρησης.

Ότι δυνάμει της από 26.3.2001 υπηρεσιακής απόφασης ανατέθηκαν καθήκοντα Διευθυντή Βασικού Οργανικού Κλιμακίου (ΒΟΚ) στον συνάδελφο του Α. Μ., και δεν προήγαγε τον ενάγοντα, μολονότι αυτός (ενάγων) υπερτερούσε καταφανώς έναντι αυτού, ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα. Ειδικότερα, ο ενάγων είχε πτυχίο μηχανολόγου - ηλεκτρολόγου μηχανικού του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου καθώς και πτυχίο Μαθηματικών του Πανεπιστημίου Αθηνών, ήταν κάτοχος διδακτορικού διπλώματος του Ε.Μ.

Πολυτεχνείου, ήταν αρχαιότερος του Α. Μ., είχε ευδόκιμη υπηρεσία, είχε υπηρετήσει σε μονάδες πρώτης γραμμής ως μηχανικός μελετών, προϊστάμενος τεχνικό τομέα, διευθυντής περιοχής και επί 18 έτη σε επιτελικές διευθύνσεις στα κεντρικά γραφεία της εναγομένης, παράλληλα ανέλαβε υποτομεάρχης και τομεάρχης σε αρκετούς τομείς της εναγομένης, ενώ συγχρόνως πλήθος μελετών του εφαρμόστηκαν από την εναγομένη στην πράξη και ότι η βαθμολογία του για την υπηρεσιακή του επίδοση, απόδοση, ικανότητα, προσόντα, γνώσεις και ήθος, σύμφωνα με τις εκθέσεις ικανότητας που τηρούσε η εναγομένη, άγγιζε το άριστα, ενώ ο Α.

Μ. δεν ήταν κάτοχος διδακτορικού διπλώματος εστερείτο σε σύγκριση με αυτόν, ίδιων ή έστω συναφών ή αναλόγων πτυχίων και τίτλων και υπελείπετο αυτού σε ικανότητα, καταλληλότητα, γνώσεις και αποδοτικότητα. Ότι η εναγομένη άσκησε καταχρηστικά το διευθυντικό της δικαίωμα με το να αναθέσει καθήκοντα διευθυντή ΒΟΚ στον ανωτέρω, αν και ο ενάγων υπερτερούσε αυτού ως προς τους τίτλους σπουδών, την υπηρεσιακή αρχαιότητα, την ευδόκιμη υπηρεσία με απασχόληση σε μονάδες πρώτης γραμμής κ.λπ., που έγινε υπό τις αναφερόμενες περιστάσεις αναξιοκρατίας, αδιαφάνειας, άνισης μεταχείρισης, μεροληψίας, παραγκωνισμού των ικανών στελεχών κ.λπ., τα στοιχεία των οποίων (περιστάσεων ) εξέθεσε και ότι συνεπεία της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των οργάνων της εναγομένης επιχείρησης υπέστη οικονομική βλάβη η οποία συνίσταται στην απώλεια της διαφοράς των αυξημένων αποδοχών που θα ελάμβανε αν ετοποθετείτο στην ανωτέρω θέση.

Ζήτησε δε, να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη επιχείρηση ασκώντας καταχρηστικά το δικαίωμα προαγωγών, παρέλειψε να τον προαγάγει στη θέση διευθυντή ΒΟΚ από 26-3-2001 και να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει ως αποζημίωση για την αδικοπραξία της αυτή (καταχρηστική παράλειψη προαγωγής του) το ποσό των 16.818,22 ευρώ ως διαφορές αποδοχών για τα έτη 2001 έως 2003.

Η αγωγή αυτή, στην οποία περιγράφονται τα ουσιαστικά και τυπικά προσόντα του ενάγοντος για την κατάληψη της θέσης Διευθυντή Β.Ο.Κ της εναγομένης και ότι καταφανώς υπερείχε του συναδέλφου του Α. Μ., ο οποίος εστερείτο σε σύγκριση με αυτόν, ίδιων ή έστω συναφών ή αναλόγων πτυχίων και τίτλων και υπελείπετο αυτού ως προς τα ουσιαστικά προσόντα, τα οποία ανέφερε στο μέτρο που γνώριζε αυτά, ώστε να μπορεί να γίνει σύγκριση μεταξύ του αναιρεσείοντος (ενάγοντος) και του προαχθέντος συναδέλφου του, είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 281, 914, 297, 288 ΑΚ, σε συνδ.

με τα άρθρα 4, 5, 22 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού ΔΕΗ (ΚΚΠ - ΔΕΗ) που κυρώθηκε με το ΝΔ 210/1974 και έχει ισχύ νόμου, περιέχει δε τα αναγκαία στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματός της. Επομένως, το Εφετείο που απέρριψε την αγωγή, ως αόριστη, κατά το μέρος που εζητείτο με αυτήν να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη επιχείρηση ασκώντας καταχρηστικά το δικαίωμα προαγωγών, παρέλειψε να προαγάγει τον ενάγοντα στη θέση διευθυντή ΒΟΚ από 26-3-2001 και να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει αποζημίωση για την αδικοπραξία της αυτή (καταχρηστική παράλειψη προαγωγής του), με την αιτιολογία ότι "δεν προσδιορίζονται στο δικόγραφο αυτής (αγωγής) τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του Α.

Μ., ώστε να είναι δυνατό, μετά από αντιπαραβολή με τα αντίστοιχα προσόντα του ενάγοντα, να ελεγχθεί αν ο τοποθετηθείς ως άνω συνάδελφος του ήταν καταφανώς υποδεέστερος από αυτόν, ούτε προσδιορίζεται αν συνέτρεχαν άλλες συγκεκριμένες περιστάσεις όπως κακοπιστία εργοδότη, εμπάθεια ή εχθρότητα κ.λπ., οι οποίες σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του ενάγοντα καθιστούν καταχρηστική την μη ανάθεση σε αυτόν των καθηκόντων του Διευθυντή βασικού οργανικού κλιμακίου (ΒΟΚ) και συνακόλουθα αν θεμελιώνεται αιτιωδώς το αξιούμενο δικαίωμα αποζημιώσεως του και χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης" υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή ως αόριστη αν και ήταν επαρκώς ορισμένη.

Επομένως, η προβαλλόμενη αιτίαση με τους τρεις πρώτους λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εκτιμώμενη ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, είναι βάσιμη.

Συνεπώς, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, όπως εκτιμήθηκε, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει η έρευνα του άλλου λόγου από τον αρ. 13 του ίδιου άρθρου, αφού το Δικαστήριο δεν ερεύνησε την ουσία της υποθέσεως ώστε να μπορεί να ελεγχθεί για παραβίαση του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό, την 4011/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος που αναιρείται στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαΐου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουνίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ