1070/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθ. έκθ. κατάθεσης 1478/1999, 1830/1999, 1931/1999, 1954/1999, 1748/2000 και 4194/2000 αιτήσεις προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που κατατέθηκαν ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν με παρεμβάσεις, που ασκήθηκαν προφορικά στο ακροατήριο. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3012/2001 μη οριστική και 503/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση των οποίων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2 Φεβρουαρίου 2005 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1070/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): και τούτο διότι κατά τη συζήτηση αυτή παγιοποιείται το αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και της δικαστικής έρευνας. Έτσι αν κατά την πρώτη συζήτηση διατάχθηκε πραγματογνωμοσύνη, η αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου θα υπολογισθεί με βάση τον χρόνο της εν λόγω συζητήσεως και όχι εκείνης που γίνεται μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης (ΑΠ 1347/2006).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1070 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1070/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:..., ως εκ διαθήκης μοναδικής κληρονόμου του αποβιώσαντος την 27-2-2003 συζύγου της..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Νταή.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Αλέξανδρο Ροϊλό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθ. έκθ. κατάθεσης 1478/1999, 1830/1999, 1931/1999, 1954/1999, 1748/2000 και 4194/2000 αιτήσεις προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που κατατέθηκαν ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν με παρεμβάσεις, που ασκήθηκαν προφορικά στο ακροατήριο. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3012/2001 μη οριστική και 503/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση των οποίων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2 Φεβρουαρίου 2005 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης, ανέγνωσε την από 14 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, 7 παρ. 1 και 13 παρ. 1 και 2 του ν. 2882/2002 (ΚΑΑΑ) προκύπτει: α) ότι η αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου συντελείται μόνο αφού καταβληθεί στον δικαστικώς αναγνωρισθέντα ή στον αληθινό δικαιούχο ή δικαστικώς προσδιορισθείσα αποζημίωση, η οποία πρέπει να είναι πλήρης, πρέπει δηλαδή να ανταποκρίνεται προς την αξία του απαλλοτριούμενου και ειδικότερα να επαρκεί για την αγορά άλλου αναλόγου ακινήτου, β) ότι κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της εν λόγω αξίας είναι ο χρόνος της ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου συζητήσεως περί προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, ενώ, σε περίπτωση παρελεύσεως έτους από τη συζήτηση αυτή ή σε περίπτωση απευθείας αιτήσεως περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, κρίσιμος είναι ο χρόνος της ενώπιον του εφετείου συζητήσεως περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως και γ) ότι, αν μετά τη δημοσίευση της πράξεως περί κηρύξεως της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, επέλθει ανατίμηση του απαλλοτριούμενου ακινήτου μη οφειλόμενη στη δημοσίευση της εν λόγω πράξεως, ούτε σε ενέργειες του ιδιοκτήτη επί του ακινήτου, η ανατίμηση αυτή λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριούμενου.
Με βάση τις ρυθμίσεις αυτές, συνδυασμένες με τις διατάξεις των άρθρων 111, 223, 224 και 281 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, σε περίπτωση παρελεύσεως έτους από τη συζήτηση περί προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως ή επί ασκήσεως απευθείας ενώπιον του εφετείου αιτήσεως περί οριστικού προσδιορισμού, ως κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου νοείται ο χρόνος της συζητήσεως κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξαρτήτως αν το εφετείο άρχισε να εξετάζει την ουσία της.
και τούτο διότι κατά τη συζήτηση αυτή παγιοποιείται το αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και της δικαστικής έρευνας. Έτσι αν κατά την πρώτη συζήτηση διατάχθηκε πραγματογνωμοσύνη, η αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου θα υπολογισθεί με βάση τον χρόνο της εν λόγω συζητήσεως και όχι εκείνης που γίνεται μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης (ΑΠ 1347/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δικάζοντας επί της ασκηθείσας ενώπιόν του από 4-4-1999 αιτήσεως του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου και επί της δια των προτάσεων ασκηθείσας παρεμβάσεως - ανταιτήσεως της αναιρεσείουσας περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως για το αναφερόμενο σ' αυτές ακίνητο της τελευταίας, που κηρύχθηκε στις 23-12-1997 αναγκαστικώς απαλλοτριωτέο υπέρ του πρώτου και με δαπάνη του ιδίου και των ωφελουμένων παροδίων ιδιοκτητών, εξέδωσε, αρχικώς μεν, μετά τη γενόμενη στις 8-10-2001 συζήτηση, την 3012/2001 απόφαση με την οποία διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για την αξία του απαλλατριούμενου, ακολούθως δε, μετά τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης και τη γενόμενη στις 17-11-2003 νέα συζήτηση, την 503/2004 απόφαση, με την οποία, αφού έλαβε υπόψη την κατά τον χρόνο της πρώτης συζητήσεως (8-10-2001) αξία του απαλλοτριούμενου, προσδιόρισε οριστικώς την αποζημίωση στο αναφερόμενο σ' αυτή χρηματικό ποσό, δεδομένου ότι από τη συζήτηση ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου για τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδας αποζημιώσεως, με την παρουσία του δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας ...
τότε ανταιτούντος, είχε παρέλθει έτος. Με το να λάβει υπόψη ως κρίσιμο χρόνο εκείνον της πρώτης συζητήσεως, το εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και επομένως ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ. απορρέων πρώτος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.-
ΙΙ. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ.2 και 4 του ν. 2882/2001, μέσα σε τριάντα ημέρες από την κοινοποίηση της απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου κάθε ενδιαφερόμενος δικαιούται, και αν δεν υπήρξε διάδικος στη δίκη για τον προσωρινό καθορισμό της αποζημίωσης, να ζητήσει τον οριστικό προσδιορισμό αυτής. Εάν η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου δεν επιδόθηκε, η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης είναι σε κάθε περίπτωση έξι μήνες από τη δημοσίευση της απόφασης με την επιφύλαξη εφαρμογής του δευτέρου εδαφίου της παραγρ. 4 του άρθρου 9.
Εάν η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης παρήλθε άπρακτη, η αποζημίωση που προσδιορίσθηκε προσωρινά καθίσταται οριστική για τον ενδιαφερόμενο που δεν άσκησε αίτηση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 20 παράγρ. 5 του ίδιου παραπάνω νόμου, εάν ασκηθεί παραδεκτώς αίτηση, εκείνος κατά του οποίου απευθύνεται δύναται να ασκήσει με τις προτάσεις, που κατατίθενται, με την ποινή του απαραδέκτου, πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση, αντίθετη αίτηση για τα ίδια ακίνητα για τα οποία ζητείται με την αίτηση οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης.
Κατά δε τη διάταξη της παραγρ. 4 του άρθρου 13 του ιδίου νόμου, εάν απαλλοτριωθεί τμήμα του ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί ή το τμήμα αυτό να γίνει άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.
Από το συνδυασμό των διατάξεων που προπαρατέθηκαν συνάγεται ότι σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης τμήματος ακινήτου, εξαιτίας της οποίας το τμήμα που απέμεινε στον ιδιοκτήτη υφίσταται μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση για την οποία προορίζεται, ο ιδιοκτήτης του τμήματος αυτού που απέμεινε δικαιούται να ζητήσει με ειδική αίτησή του τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης, της οποίας όμως ο προσδιορισμός δεν μπορεί να ζητηθεί από τον καθού η αίτηση προσδιορισμού της οριστικής αποζημιώσεως με αντίθετη αίτηση ασκούμενη με τις προτάσεις, εφόσον το κεφάλαιο για τον προσδιορισμό της αποζημιώσεως αυτής είναι διαφορετικό από εκείνο που αναφέρεται στον προσδιορισμό της αποζημιώσεως για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη οριστική απόφαση είχε να κρίνει, μεταξύ άλλων, τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως, κατά το άρθρο 13 παρ. 4 ν. 2882/2001, μετά από σχετικό αίτημα και είχε υποβάλλει με αντίθετη αίτηση, που ασκήθηκε με τις προτάσεις o ..., που απεβίωσε και κληρονομήθηκε από την αναιρεσείουσα μόνη εκ διαθήκης κληρονόμος του, καθώς και το αναιρεσίβλητο αιτούν με την κυρία αίτησή του, σχετικά με το εναπομένον τμήμα και με αριθμό ΚΠ 11 ιδιοκτησίας (κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου), εκτάσεως 9730 τ.μ., από την οποία μετά την απαλλοτρίωση απέμεινε έκταση 4710 τ.μ..
Επί των ανωτέρω περιλαμβανομένων στην ανταίτηση της αναιρεσείουσας για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως του τμήματος του παραπάνω ακινήτου που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη οριστική του απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα : "Πέραν των ως άνω καθορισθέντων ποσών για την αποζημίωση των δικαιούχων, δεν απεδείχθη άλλη ζημία αυτών από την απαλλοτρίωση και συνεπώς τα λοιπά αιτούμενα ποσά πρέπει να απορριφθούν ως κατ΄ ουσίαν αβάσιμα".
Όμως, από τις παραδοχές αυτές δεν προκύπτει με σαφήνεια ο λόγος για τον οποίο απορρίπτεται το αίτημα προσδιορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως για το απαλλοτριούμενο με αριθμό ΚΠ 11 ακίνητο και ειδικότερα γιατί δεν δικαιολογεί το λόγο για τον οποίο το απομένον τμήμα της πιο πάνω ιδιοκτησίας είναι κατάλληλο ή όχι για τη χρήση που προορίζεται και ποια είναι η χρήση αυτή ή για την εγκατάσταση σ΄ αυτό οποιασδήποτε εμπορικής ή βιομηχανικής επιχείρησης, λαμβάνοντας υπόψη τις διαστάσεις, τη μορφή και το σχήμα του απομένοντος (μη απαλλοτριουμένου) ακινήτου και την τυχόν αρτιότητα και οικοδομησιμότητά του πριν και μετά την απαλλοτρίωση.
Ενόψει των ανωτέρω ασαφειών και ανεπαρκών αιτιολογιών δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και συνεπώς κρίνεται βάσιμος ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. και πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστές άλλους, πλην εκείνων που δίκασαν και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο που ηττάται στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-
Αναιρεί την 503/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
-
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές. Και
-
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, το ύψος της οποίας ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Aπριλίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαΐου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ