Legislator Case Law & Legislation
1070/2006 AI generated

Greek Supreme Court dismisses State's appeal for lack of legal interest regarding a non-party monastery's property title.

Case Number 1070/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Greek Supreme Court dismissed the State's appeal against a lower court ruling that declared a monastery's property title invalid. The State argued the judgment created confusion regarding ownership, but the court found the monastery was not a proper party to the original proceedings and thus could not be bound by the decision. Consequently, the State lacked the necessary legal interest to challenge the judgment, rendering its appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 12 of Law 2298/1995 and 313 of the Code of Civil Procedure; A party lacking legal standing in the original proceedings cannot claim legal interest to challenge a judgment against them, as such a judgment does not produce res judicata or enforceability against non-parties.

Keywords

AI generated
legal interest requirement standing in civil proceedings res judicata effect non-party status State appeal admissibility property title validity Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 12 of Law 2298/1995
Article 42 paragraph 2 of Law 2721/1999
Article 11 of Presidential Decree 26.6/10.7.1944
Article 68 of the Code of Civil Procedure
Article 313 paragraph 1 letter d of the Code of Civil Procedure
Articles 325 number 1 and 919 number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 14 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1070 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1070/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλέξανδρο Κασιώλα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Φώσκολο, Βασίλειο Νικόπουλο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη και Γεώργιο Καπερώνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καθ΄ού η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Σπυρίδωνα Παπαγιαννόπουλο Πάρεδρο Ν.Σ.Κ, βάσει δηλώσεως κατ΄ άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων - καλουσών: 1) ...... (Ηγουμένης), 2) ....., 3) ....., 4) ......, 5) ....., 6) ....., 7) ...., 8) ... και 9) ....., Μοναχών του Ησυχαστηρίου «.....». Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Μαθιουδάκη, ο οποίος δήλωσε ότι η 2η .... και η 5η ..... απεβίωσαν την 5/4/1997 και 15/20/2004 αντίστοιχα και κληρονόμος αυτών είναι το Ησυχαστήριο « .....» όπως νόμιμα εκπροσωπείται από την Ηγουμένη του ....., η οποία συνεχίζει την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπείται από τον αυτόν τον ίδιο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-2-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 104/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 93/2002 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε το αναιρεσείον με την από 10-6-2002 αίτησή του, επί της οποία εκδόθηκε η 966/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν οι καλούσες με την από 17-6-2005 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Νικόπουλος ανέγνωσε την από 2 Μαρτίου 2005 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Αντωνιάδη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως της 93/2002 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, η από το άρθρο 12 του ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 παρ. 2 του ν. 2721/1999, προβλεπόμενη για το παραδεκτό της αναιρέσεως που ασκείται από το Ελληνικό Δημόσιο θετική γνωμοδότηση του ΝΣΚ πρέπει να κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου εντός προθεσμίας τριών μηνών από την άσκηση της αναιρέσεως, η οποία όμως αρξάμενη προ των δικαστικών διακοπών αναστέλλεται καθ' όλη την διάρκεια αυτών σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 11 του ν.δ. 26.6/10.7.1944 «Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου» κατά την οποία «εις πάσας τας δίκας του Δημοσίου ουδεμία απολύτως τρέχει κατά την διάρκειαν των δικαστικών διακοπών προθεσμία εις βάρος του Δημοσίου…».

Εν προκειμένω, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο κατέθεσε την σχετική θετική γνωμοδότηση του ΝΣΚ για το παραδεκτό της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 93/2002 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου που ασκήθηκε την 13.6.2002 μετά πάροδο τριών μηνών από την άσκηση εκείνης ήτοι την 31.10.2002 πλην όμως η κατάθεσή της δεν θεωρείται εκπρόθεσμη διότι η ως άνω τρίμηνη προθεσμία για την κατάθεσή της που άρχισε την 14.6.2002 ανεστάλη από 1.7.2002 μέχρι 15.9., ήτοι καθ' όλη την διάρκεια των δικαστικών διακοπών, οι οποίες κατά την παρ. 2 του άρθρου 11 του ν. 1756/1988 αρχίζουν την 1 Ιουλίου και λήγουν την 15 Σεπτεμβρίου, απορριπτομένης της περί του αντιθέτου σχετικής ενστάσεως του αναιρεσιβλήτου.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε απαράδεκτο από το δικονομικό δίκαιο, δηλαδή σε απαράδεκτο που ανάγεται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων (Ολ. ΑΠ 12/2000, 1/1999), όπως είναι η διάταξη του άρθρου 70 του ΚΠολΔ, με την οποία προβλέπονται οι διαδικαστικές προϋποθέσεις της παροχής έννομης προστασίας (ΑΠ 640/2003 ΕλλΔνη 45.1347).

Εξάλλου, από την τελευταία αυτή διάταξη (70) του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι «όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή» προκύπτει ότι, το έννομο συμφέρον αποτελεί ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού της αγωγής, πρέπει δε να υφίσταται κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής (αλλά και σε κάθε στάση της δίκης) και να είναι άμεσο (άρθρο 68 ΚΠολΔ), υπό την έννοια ότι η έννομη προστασία που ζητείται με την μορφή εκδόσεως αναγνωριστικής αποφάσεως, να αποτελεί πρόσφορο και μοναδικό ένδικο μέσο, για την εξάλειψη της αβεβαιότητας που δυσχεραίνει την άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος ή προκαλεί άλλο κίνδυνο στα έννομα συμφέροντά του.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 313 παρ. 1 περ. δ' ιδίου Κώδικα, μπορεί να επιδιωχθεί με αγωγή η αναγνώριση της ανυπαρξίας μιας δικαστικής αποφάσεως, αν εκδόθηκε σε δίκη οπυ είχε διεξαχθεί κατά ανύπαρκτου φυσικού ή νομικού προσώπου, κατά δε τα άρθρα 325 αριθ. 1 και 919 αριθ. 1 του Κώδικα αυτού, η δικαστική απόφαση δημιουργεί δεδικασμένο και εκτελεστότητα έναντι των διαδίκων.

Αν το πρόσωπο που φέρεται στην απόφαση ως διάδικος δεν είχε προσλάβει νομίμως την ιδιότητα του υποκειμένου της έννομης σχέσης της δίκης, είτε ως ενάγων είτε ως εναγόμενος, τότε η απόφαση δεν δημιουργεί έναντι αυτού ούτε δεδικασμένο, ούτε εκτελεστότητα, είναι δε κατά το σημείο τούτο αυτοδικαίως άκυρη έναντι αυτού.

Επομένως, την αγωγή του άρθρου 313 ΚΠολΔ μπορεί να ασκήσει εκείνος που έχει άμεσο έννομο συμφέρον, δηλαδή εκείνος που από την ύπαρξη της δικαστικής αποφάσεως, της οποίας ζητείται η αναγνώριση της ανυπαρξίας, υφίσταται πράγματι βλάβη. Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή του το αναιρεσείον Δημόσιο, επικαλούμενο ότι με την 575/1996 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου αναγνωρίστηκε το Ησυχαστήριο « ....», στο οποίο οι 9 ενάγουσες μοναχές αποτελούν την εις αυτό εγκαταβιούσα αδελφότητα, κύριο του επιδίκου ακινήτου, ενώ το Ησυχαστήριο δεν ήταν διάδικο, αλλά μόνο οι ενάγουσες μοναχές, οι οποίες ζήτησαν να αναγνωριστούν συγκύριες, κατά το ½ η κάθε μία, ζήτησε να αναγνωριστεί ως ανυπόστατη, άλλως άκυρη η απόφαση αυτή, που εκδόθηκε κατά νομικού προσώπου που δεν απέκτησε νόμιμα την ιδιότητα του διαδίκου, ενόψει της βλάβης που υφίσταται στα συμφέροντά του, «διότι δημιουργεί σύγχυση περί του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της επίδικης έκτασης».

Η απόφαση όμως αυτή δεν παράγει δεδικασμένο για το Ησυχαστήριο, ούτε μπορεί να εκτελεστεί από αυτό, αφού κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, δεν κατέστη αυτό διάδικο και επομένως το αναιρεσείον Δημόσιο, που παρέλειψε να ασκήσει εμπρόθεσμα αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής, δεν έχει άμεσο έννομο συμφέρον για την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, αφού από την ύπαρξη της αποφάσεως αυτής, της οποίας ζητείται η αναγνώριση της ανυπαρξίας ή ακυρότητας, δεν επέρχεται βλάβη στα συμφέροντά του.

Συνακόλουθα το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, ο δε μοναδικός λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10.6.2002 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθ. 93/2002 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια τριάντα (330) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαϊου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Μαϊου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ