Supreme Court dismisses appeal against Olympic Committee decision due to lack of legal standing and liability.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellants' appeal against a lower court ruling involving the Special Olympic Committee. The appellants argued for liability based on the committee's dissolution, but the court found no legal relationship of subrogation between the State and the committee. Consequently, the court held that the State could not be held liable for the committee's debts or actions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576 paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure; The State is not liable for the debts or obligations of a private law legal person that operated autonomously, as there is no legal relationship of subrogation between the State and such an entity.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 106 / 2026 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 106/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αικατερίνη Χονδρορίζου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Στυλιανή Μπλέτα, Δέσποινα Βασιλοδημητράκη και Μαρία Αρχοντάκη - Τραυλού - Τζανετάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ - ... A.E. ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΣΥΝΕΔΡΙΑΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ... Ε.Π.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... A.E. ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΣΥΝΕΔΡΙΑΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αριστοτέλη Χαραλαμπάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, ως καθολικού διαδόχου του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗ - ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΠΑΓΚΟΣΜΙΩΝ ΑΓΩΝΩΝ SPECIAL OLYMPICS - ΑΘΗΝΑ 2011", το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/12/2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1306/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2204/2022 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 14/10/2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1 - 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή, αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.
Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Αν όμως κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, προχωρεί η συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την με αριθ. ....2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα την Αθήνα, Β. Α., ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 15.4.2024, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια των αναιρεσειουσών, στο αναιρεσίβλητο.
Το αναιρεσίβλητο δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου ούτε και κατέθεσε δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και, συνεπώς, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, καθώς και εκείνες των άρθρων 226 παρ. 4 εδάφ.
τρίτο και τέταρτο, 575 εδάφ. β' ΚΠολΔ, κατά τις οποίες δεν απαιτείται κλήση του διαδίκου για την μετ' αναβολή δικάσιμο, καθόσον η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Με την κρινόμενη από 14.10.2022 (αριθ. κατάθ. ....2022) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθ. 2204/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη η έφεση των εναγουσών, ήδη αναιρεσειουσών, κατά της με αριθμό 1306/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την από 26-12-2016 αγωγή τους κατά του αντιδίκου τους ήδη αναιρεσιβλήτου.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ). Στις παραγράφους 1-4 του άρθρου 53 του ν. 2725/1999 "Ερασιτεχνικός και επαγγελματικός αθλητισμός και άλλες διατάξεις", το οποίο φέρει τον τίτλο "Ειδικές Επιτροπές", όπως η παρ. 1 αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 77 παρ. 7 του ν. 3057/2002 και έγινε σ' αυτήν προσθήκη εδαφίων με το άρθρο 8 παρ. 15 περ.
ια και ιβ του 3207/2003 και όπως ίσχυε το εδάφ. α' της παραγράφου 3 πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 38 του ν. 4587/2018, ορίζονται τα εξής: " 1. Με αποφάσεις του Υπουργού Πολιτισμού, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συγκροτούνται οργανωτικές εκτελεστικές επιτροπές, στις οποίες ανατίθεται η διεκδίκηση, η προετοιμασία, η οργάνωση και η διεξαγωγή αγώνων, συνεδρίων, συνόδων και Ολυμπιακών γεγονότων στη χώρα που έχουν παγκόσμια ή πανευρωπαϊκή ή γενικά μεγάλη σημασία.
Οι επιτροπές αυτές αμέσως μετά τη συγκρότησή τους, καταθέτουν προϋπολογισμό, ο οποίος ελέγχεται από την αρμόδια Διεύθυνση της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού. Η Γ.Γ.Α. μπορεί εν όλω ή εν μέρει να τον τροποποιήσει. Τα μέλη των επιτροπών αυτών μπορεί να αντικαθίστανται ελεύθερα χωρίς δικαίωμα αποζημίωσης.
Οι κανόνες λειτουργίας των επιτροπών αυτών, τα ειδικότερα καθήκοντα και κάθε συναφές θέμα καθορίζονται με την απόφαση συγκρότησής τους. Αποφάσεις που έχουν εκδοθεί σε εκτέλεση της παρούσας παραγράφου και αφορούν συνέδρια, συνόδους ή Ολυμπιακά γεγονότα ισχύουν από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 2.
Οι επιτροπές της προηγούμενης παραγράφου αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, δεν υπάγονται στο δημόσιο τομέα και λειτουργούν κατά τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου. Οι επιτροπές αυτές, με απόφασή τους, προσδιορίζουν τα ειδικότερα καθήκοντα που ανατίθενται για άσκηση στον πρόεδρο και στα μέλη τους. 3.
Με απόφαση του αρμόδιου για τον αθλητισμό Υπουργού μεταβιβάζονται οι απαραίτητοι πόροι, από τα περιερχόμενα στη Γ.Γ.Α. κεφάλαια του Ο.Π.Α.Π. , στις ανωτέρω επιτροπές, για την αντιμετώπιση πάσης φύσεως δαπανών που προβλέπονται στον προϋπολογισμό τον οποίο καταρτίζουν. Οι επιτροπές επιτρέπεται να προσλαμβάνουν το αναγκαίο προσωπικό με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, σύμφωνα με τους όρους και τις διαδικασίες που οι ίδιες καθορίζουν.
Η σύμβαση εργασίας του προσωπικού δεν μπορεί να υπερβεί τους έξι (6) μήνες και επιτρέπεται να καταγγέλλεται ελεύθερα από τις επιτροπές οποτεδήποτε, χωρίς την καταβολή αποζημίωσης. 4. Η διάλυση των ανωτέρω επιτροπών γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για τον αθλητισμό Υπουργού. Από τη δημοσίευση της παραπάνω απόφασης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως οι επιτροπές αυτές υφίστανται μόνο για τις ανάγκες της εκκαθάρισης, η διάρκεια της οποίας δεν μπορεί να υπερβεί τους έξι (6) μήνες.
Με κοινές αποφάσεις του αρμόδιου για τον αθλητισμό Υπουργού και του Υπουργού Οικονομικών, διατίθεται η περιουσία της επιτροπής για τις ανάγκες του Δημοσίου. Το απασχολούμενο προσωπικό απολύεται αυτοδικαίως, χωρίς δικαίωμα αποζημίωσης. Με απόφαση του αρμόδιου για τον αθλητισμό Υπουργού, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση της επιτροπής, καθορίζεται ο αριθμός του προσωπικού ο οποίος είναι αναγκαίας για την εκκαθάριση.
Με την περάτωση της εκκαθάρισης το προσωπικό αυτό απολύεται χωρίς δικαίωμα αποζημίωσης. Οι δαπάνες των επιτροπών ελέγχονται από ορκωτό λογιστή, το πόρισμα του οποίου υποχρεωτικά κοινοποιείται στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτουν ως προς τις επιτροπές αυτές τα ακόλουθα:
Οι διατάξεις αυτές ρυθμίζουν κατά τρόπο ειδικό τα θέματα συγκρότησης, λειτουργίας και διάλυσης των ειδικών επιτροπών, οι οποίες δεν υπάγονται στο δημόσιο τομέα, αλλά αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, συγκροτούνται δε προς επιδίωξη ειδικού σκοπού εντός ορισμένου χρόνου. Η εποπτεία του Δημοσίου επ' αυτών περιορίζεται στην δυνατότητα της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού να τροποποιεί τα κονδύλια του προϋπολογισμού τους.
Η δράση τους ρυθμίζεται από τους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου και αποφασίζεται αποκλειστικά από τα μέλη τους. Οι κάθε μορφής δαπάνες τους είναι νόμιμες, υπό την προϋπόθεση της πρόβλεψής τους (προηγούμενης εγγραφής) στον προϋπολογισμό τους, ο οποίος ελέγχεται από τα αρμόδια όργανα της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού, πρέπει δε να συνδέονται προς το σκοπό που επιδιώκουν, καθώς και με το χρόνο που έχει τεθεί προς επίτευξη του σκοπού αυτού.
Οι δαπάνες τους καλύπτονται από πόρους, τους οποίους μεταβιβάζει σ' αυτές το Δημόσιο και προέρχονται από ειδικά κεφάλαιά του. Με το πέρας της εκκαθάρισης και ενόψει του ότι οι εν λόγω επιτροπές είναι υπόλογες έναντι του Δημοσίου για την ορθή διαχείριση των κονδυλίων που τους διατέθηκαν προς εκπλήρωση του σκοπού τους, οι δαπάνες τους ελέγχονται από ορκωτό λογιστή, ο οποίος και υποβάλλει το σχετικό πόρισμα στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής.
Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, η εν γένει δράση των ειδικών αυτών επιτροπών, στην οποία εμπίπτει και η εκ μέρους τους σύναψη συμβάσεων ή ανάληψη υποχρεώσεων, δεν δεσμεύει το Δημόσιο, ούτε θεμελιώνει ευθύνη του έναντι των συμβληθέντων με αυτές.
Περαιτέρω, η εφαρμογή των ανωτέρω ειδικών διατάξεων του άρθρου 53 του ν. 2725/1999 αποκλείει των εφαρμογή των γενικών διατάξεων των άρθρων 77 και 479 ΑΚ. Ειδικότερα, οι διατάξεις του άρθρου 53 ν. 2725/1999 κατισχύουν των διατάξεων του άρθρου 77 ΑΚ, καθώς ρυθμίζουν με διαφορετικό τρόπο, μεταξύ άλλων, και το κρίσιμο ζήτημα της τύχης της περιουσίας των Ειδικών Επιτροπών μετά τη διάλυσή τους.
Τούτο δε, γιατί με τις διατάξεις του άρθρου 53 του ν. 2725/1999 επιβάλλεται στη Διοίκηση να διαθέσει την τυχόν περιουσία των Επιτροπών αυτών μετά τη διάλυσή τους για την κάλυψη δημόσιων σκοπών, ενώ, αντίθετα με τις διατάξεις του άρθρου 77 ΑΚ το Δημόσιο, εφόσον πρόκειται να διαχειρισθεί την περιουσία διαλυθέντος νομικού προσώπου, υποχρεούται να διαθέσει την περιουσία αυτή αποκλειστικά και μόνο για την εκπλήρωση του σκοπού που επιδίωκε αυτό, περίπτωση που δεν συντρέχει στην περιουσία των Ειδικών Επιτροπών του άρθρου 53 του ν. 2725/1999, γιατί κατά κανόνα, όταν επέρχεται η διάλυσή τους, έχει ήδη επιτελεσθεί ο σκοπός για τον οποίο συγκροτήθηκαν.
Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι στην περίπτωση του άρθρου 77 ΑΚ το Δημόσιο δεν καθίσταται καθολικός διάδοχος του διαλυθέντος νομικού προσώπου, αλλά αποκτά απλό ενοχικό δικαίωμα, όπως αξιώσει από τους εκκαθαριστές την σ' αυτό μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων του νομικού προσώπου, ενώ κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισης το Δημόσιο καθίσταται δικαιούχο υπό την αναβλητική αίρεση του μέλλοντος τυχόν να προκύψει ενεργητικού υπολοίπου.
Περαιτέρω, δεν υφίσταται έδαφος εφαρμογής και της διάταξης του άρθρου 479 ΑΚ, προκειμένου να θεμελιωθεί ευθύνη του Δημοσίου έναντι των πιστωτών της Ειδικής Επιτροπής, εφόσον η εν λόγω διάταξη προϋποθέτει σύμβαση ενοχική μεταξύ του οφειλέτη που μεταβιβάζει την περιουσία, στην οποία ανήκουν τα χρέη, και του κτήτορα αυτής, ενώ, αντίθετα, στην περίπτωση των Ειδικών Επιτροπών του άρθρου 53 ν. 2725/1999 η τυχόν απομένουσα περιουσία αυτών μετά την εκκαθάριση περιέρχεται εκ του νόμου και όχι με βάση σύμβαση στο Δημόσιο, το οποίο και μέσω της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού είχε μεταβιβάσει στην εκάστοτε Ειδική Επιτροπή τους απαραίτητους πόρους για την αντιμετώπιση των πάσης φύσεως δαπανών της (ΑΠ 1735/2017).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή και εκείνες των άρθρων 297, 298, 330 ΑΚ συνάγεται ότι η αθέτηση μιας σύμβασης, καθεαυτή, δεν συνιστά αδικοπραξία. Βέβαια, αποτελεί πράξη παράνομη, όμως οι έννομες συνέπειες της παράβασης ρυθμίζονται όχι από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αλλά από τις διατάξεις για τη μη εκπλήρωση της παροχής (αδυναμία παροχής, υπερημερία του οφειλέτη, πλημμελής εκπλήρωση της σύμβασης κλπ). Όμως είναι δυνατό ένα και το αυτό βιοτικό γεγονός να συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις τόσο της αντισυμβατικής συμπεριφοράς, όσο και της αδικοπραξίας. Έτσι, η υπαίτια (από δόλο ή αμέλεια) και ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται μία σύμβαση και γεννάται ενδοσυμβατική ευθύνη του οφειλέτη, μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να θεμελιώσει ευθύνη και από αδικοπραξία, αν, και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν καθαυτή παράνομη, ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μη ζημιώνει κάποιος υπαίτια άλλον (ΟλΑΠ 967/1973, ΑΠ 1099/2021, ΑΠ 587/2020).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρ. 904 παρ.1 εδάφ. α' του ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσης είναι η ύπαρξη πλουτισμού του λήπτη χωρίς νόμιμη αιτία και η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία άλλου, δηλαδή η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του πλουτισμού του εναγομένου και της επιβάρυνσης (παροχής ή ζημίας) του ενάγοντος, έτσι ώστε το ένα να αποτελεί την αιτία του άλλου.
Απαιτείται, δηλαδή, να υπάρχει άμεση περιουσιακή μετακίνηση μεταξύ του πλουτισμού του λήπτη και της ζημίας του άλλου. Τέτοια, όμως, μετακίνηση δεν υφίσταται στην περίπτωση που παρεμβάλλεται και άλλη, τρίτη, περιουσία, υπό την έννοια ότι η περιουσιακή μετακίνηση πρέπει να πραγματοποιείται από την περιουσία του ζημιωθέντος στην περιουσία εκείνου που πλουτίζει, χωρίς την παρεμβολή τρίτου προσώπου που να ενεργεί για δικό του λογαριασμό.
Στερείται νόμιμης αιτίας και, ως εκ τούτου, είναι αδικαιολόγητος ο πλουτισμός που δεν καλύπτεται από έγκυρη βούληση του ζημιωθέντος ή κατ' εξαίρεση από τη θέληση του νομοθέτη, συναγόμενη σαφώς από συγκεκριμένες διατάξεις ή και από το γενικότερο πνεύμα του νόμου, όπως επί αποσβεστικής προθεσμίας ή παραγραφής, ενώ νόμιμη αιτία δικαιολόγησης του πλουτισμού, εκτός από τη βούληση του ζημιωθέντος ή του νομοθέτη, είναι και το αντάλλαγμα που τυχόν παρέχει ο λήπτης του πλουτισμού, δηλαδή η οικονομική θυσία του έναντι του αποκτώμενου πλουτισμού, η οποία, αν είναι ισάξια με αυτόν, ανταποκρίνεται πλήρως στην εξισωτική αποστολή του θεσμού του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 702/2020, ΑΠ 849/2019, ΑΠ 1524/2017).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή του κανόνα δικαίου, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης (ΟλΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011, ΟλΑΠ 2/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης από 26-12-2016 αγωγής, προκύπτει ότι οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες εξέθεταν στην ένδικη αγωγή ότι η δεύτερη, η τρίτη και η τέταρτη από αυτές δραστηριοποιούνται στον ξενοδοχειακό τομέα ως γραφεία γενικού τουρισμού.
Ότι κατόπιν ανοικτού διεθνούς διαγωνισμού και της από 23.5.2011 σύμβασης έργου μεταξύ των ως άνω εναγουσών εταιρειών, που συνέστησαν μεταξύ τους την πρώτη ενάγουσα κοινοπραξία για το σκοπό αυτό, και της "ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ Παγκοσμίων Αγώνων Special Οlympics - Αθήνα 2011", η οποία αποτελούσε, με τη μορφή νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, επιτροπή του άρθρου 53 του ν. 2725/1995, νόμιμα εκπροσωπούμενης, ανέλαβαν την εκτέλεση του έργου της παροχής διαμονής και σίτισης σε συμμετέχοντες στους παγκόσμιους Αγώνες Special ΟΙympics - Αθήνα 2011, διάρκειας από 25 Ιουνίου έως 4 Ιουλίου 2011, που διοργάνωνε η ανωτέρω Οργανωτική Επιτροπή, με τους ειδικότερους όρους που αναφέρονται στην αγωγή.
Ότι, στο πλαίσιο της ανωτέρω σύμβασης, η εργοδότρια Επιτροπή έκανε χρήση του προβλεπόμενου δικαιώματος να αυξομειώσει το αντικείμενο της σύμβασης σε ποσοστό 20%, με αντίστοιχη αυξομείωση της αμοιβής του αναδόχου, σύμφωνα με τις τιμές της οικονομικής του προσφοράς, γεγονός που έπραξε, κατ' επέκταση του συμβατικού αντικειμένου και του προϋπολογισμού, μετά από έγκρισή του, καθώς προέκυψε ανάγκη για παροχή επιπλέον γευμάτων.
Ότι η πρώτη ενάγουσα εκτέλεσε και παρέδωσε το συμφωνημένο έργο στην αντισυμβαλλόμενη Ειδική Επιτροπή, η τελευταία όμως εξακολουθεί να της οφείλει υπόλοιπο της συμφωνημένης αμοιβής της, ποσού 693.448,56 €, το οποίο παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των εναγουσών αρνήθηκε αντισυμβατικά και παράνομα να καταβάλει.
Ότι επιπρόσθετα η επιτροπή "Αθήνα 2011" με την προεκτεθείσα, δια των προστηθέντων της, παράνομη, ενάντια στα χρηστά ήθη και υπαίτια παραβίαση των συμβατικών της υποχρεώσεων, ζημίωσε τις ενάγουσες κατά το προαναφερθέν ανεξόφλητο ποσό της αμοιβής τους, άλλως κατέστη πλουσιότερη κατά το άνω ποσό, σε βάρος της περιουσίας της πρώτης εξ αυτών, διότι απέφυγε ισόποση δαπάνη για τις ίδιες υπηρεσίες σε έτερο φυσικό ή νομικό πρόσωπο.
Ότι ακολούθως, δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-2012 απόφασης διαλύθηκε η επιτροπή "Αθήνα 2011" και τέθηκε σε εκκαθάριση, η οποία ολοκληρώθηκε στις 25-9-2012, το δε εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος αυτής στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της και οφείλει αυτό να τους καταβάλει την υπόλοιπη αμοιβή τους από τη σύμβαση κατά τις διατάξεις των άρθρων 70-77 ΑΚ, από δε την επικαλούμενη ως τελεσθείσα σε βάρος τους αδικοπραξία από τους προστηθέντες της, ήτοι τα μέλη της Επιτροπής ΑΘΗΝΑ 2011 κατά τις διατάξεις των άρθρων 334, 922, 914 και 919 ΑΚ και επικουρικά κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ), καθόσον το παραπάνω ποσό κατά το οποίο κατέστη πλουσιότερη η Επιτροπή, περιήλθε ως πλουτισμός στο εναγόμενο, ως καθολικού διαδόχου της Επιτροπής και ο πλουτισμός σώζεται.
Ότι σε κάθε περίπτωση, η ανωτέρω Επιτροπή κατά τη λειτουργία της υποκαθιστούσε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ως όργανό του στην άσκηση δημόσιας εξουσίας του, ιδρυομένης αστικής ευθύνης του εναγομένου προς αποζημίωση για παράνομη πράξη ή παράλειψη του ανωτέρω οργάνου του, κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ. Ότι το εναγόμενο παρά την ύπαρξη της προεκτεθείσας ευθύνης του, παρανόμως αρνείται να εξοφλήσει την επίδικη απαίτηση των εναγουσών ποσού 693.448,55 ευρώ.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούσαν, μετά από παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ως καθολικός διάδοχος της Επιτροπής ΑΘΗΝΑ 2011, υποχρεούται να τους καταβάλει το οφειλόμενο ποσό των 693.448,55 ευρώ από την ανωτέρω αιτία (σύμβαση έργου), άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξίας, άλλως ως ευθυνόμενο αστικώς κατ' άρθρα 104 ΕισΝΑΚ και 105 ΕισΝΑΚ, άλλως σύμφωνα με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, νομιμοτόκως.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθ.1306/2019 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και κατόπιν της από 15-1-2020 έφεσης των εναγουσών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθ. 2204/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία το Εφετείο έκρινε μη νόμιμη την αγωγή, όπως και πρωτοδίκως, και εντεύθεν απέρριψε την έφεσή τους ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Ειδικότερα από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο έκρινε μη νόμιμη την ένδικη αγωγή δεχθέν, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα:: ".......Η εν γένει δράση των ειδικών επιτροπών του άρθρου 53 του ν. 2725/1999, στην οποία εμπίπτει και η εκ μέρους τους σύναψη συμβάσεων ή ανάληψη υποχρεώσεων, δεν δεσμεύει το Δημόσιο, ούτε θεμελιώνει ευθύνη του έναντι των συμβληθέντων με αυτές.
Έτσι, η κατά το άρθρο 53 v. 2725/1999 εκκαθάριση του ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "Οργανωτική - Εκτελεστική Επιτροπή Παγκόσμιων Αγώνων Special Olympics - Αθήνα 2011" αποκλείει την εφαρμογή των γενικών διατάξεων των άρθρων 77 και 479 ΑΚ, καθώς το Δημόσιο ούτε καθολικός διάδοχος της ως Ειδικής Επιτροπής είναι, ούτε απέκτησε την περιουσία αυτής με σύμβαση, αλλά με βάση τη ρητή διάταξη του ως άνω άρθρου ρυθμίζεται με διαφορετικό τρόπο, μεταξύ άλλων, και το κρίσιμο ζήτημα της τύχης της περιουσίας των Ειδικών Επιτροπών μετά τη διάλυσή τους.
Ειδικότερα, δεν θεμελιώνεται ευθύνη του Δημοσίου από τη λειτουργία του εν λόγω ν.π.ι.δ. (της Επιτροπής των συγκεκριμένων αγώνων), διότι, αφενός, δεν προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 53 του ν. 2725/1999 και των ΥΑ συγκρότησης, ανασυγκρότησης της Επιτροπής (αριθμοί ....2008 [ΦΕΚ ....2009], ....2009, [ΦΕΚ ....2009], ....2010 [ΦΕΚ ....2010], ....2010 [ΦΕΚ ....2010], ....2011 [ΦΕΚ ....2011], ....2011 [ΦΕΚ ....2011]) τέτοια σχέση μεταξύ του Δημοσίου και της Επιτροπής των αγώνων, ενόψει της αυτόνομης λειτουργίας της ως ν.π.ι.δ.
με ίδια περιουσία και προϋπολογισμό, επιχορηγούμενο μάλιστα από τη Γ.Γ.Α (όπως με το π.δ. .../2010 [ΦΕΚ ...-2010] μεταφέρθηκαν οι Δ/νσεις Ανάπτυξης Αθλητισμού και Άθλησης για Όλους της Γ.Γ.Α. στο Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης) με κονδύλια/κεφάλαια προερχόμενα ωστόσο από τον ΟΠΑΠ (και όχι το Δημόσιο) και λειτουργούντος του ν.π.ι.δ.
στο πλαίσιο του άρθρου 53 του ν. 2725/1999 και των ως άνω ΥΑ συγκρότησης και ανασυγκρότησης των μελών της, όπου προβλέπεται η αυτόνομη χάραξη της πολιτικής και του προϋπολογισμού της στο πλαίσιο του ιδιωτικού δικαίου και με αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του κ.ν. 2190/1920, περί ανωνύμων εταιρειών, για τη συγκρότηση και λειτουργία του Δ.Σ.
Περαιτέρω, κατά τα εκτιθέμενα στην μείζονα σκέψη, το Δημόσιο δεν καθίσταται καθολικός διάδοχος του διαλυθέντος νομικού προσώπου, αλλά, (στην περίπτωση του άρθρου 77 ΑΚ), αποκτά απλό ενοχικό δικαίωμα να αξιώσει από τους εκκαθαριστές την μεταβίβαση σ' αυτό των περιουσιακών στοιχείων του νομικού προσώπου, κατά την διάρκεια δε της εκκαθάρισης το Δημόσιο καθίσταται δικαιούχο υπό την αναβλητική αίρεση του μέλλοντος τυχόν να προκύψει ενεργητικού υπολοίπου, ούτε, άλλωστε, υφίσταται έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 479 ΑΚ, προκειμένου να θεμελιωθεί ευθύνη του Δημοσίου έναντι των πιστωτών της Ειδικής Επιτροπής, εφόσον η εν λόγω διάταξη προϋποθέτει σύμβαση ενοχική μεταξύ του οφειλέτη, που μεταβιβάζει την περιουσία, στην οποία ανήκουν χρέη και του κτήτορα αυτής, ενώ, αντίθετα, στην περίπτωση των Ειδικών Επιτροπών του άρθρου 53 του ν. 2725/1999 η τυχόν απομένουσα περιουσία αυτών, μετά την εκκαθάριση, περιέρχεται εκ του νόμου και όχι με βάση σύμβαση στο Δημόσιο, το οποίο και μέσω της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού και με κεφάλαια του ΟΠΑΠ (και όχι το ίδιου του Δημοσίου) είχε μεταβιβάσει στην εκάστοτε Ειδική Επιτροπή τους απαραίτητους πόρους για την αντιμετώπιση των πάσης φύσεως δαπανών της. (...) Ακόμη, όμως, και μετά την λήξη των εργασιών της εκκαθάρισης, σύμφωνα και με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, αν διαπιστωθεί ότι υπάρχει εκκρεμότητα, όπως απαίτηση ή χρέος, αναβιώνει η εκκαθάριση, δηλαδή επαναλαμβάνονται και πάλι οι εργασίες αυτής, διότι, στην πραγματικότητα, δεν έχει πραγματοποιηθεί ο σκοπός της, η οποία (εκκαθάριση) αναβιώνει μόνο για τις ανάγκες της, οπότε αναβιώνει, μαζί με την εκκαθάριση, κατά πλάσμα δικαίου, και το νομικό πρόσωπο για τις ανάγκες της συγκεκριμένης εκκαθάρισης, εκπροσωπούμενο από τον εκκαθαριστή (άρθρο 72 ΑΚ....).
Επιπροσθέτως, στο πλαίσιο του δυνάμενου να ασκηθεί, ως από την φύση και τον σκοπό της ρύθμισης, οριακού ελέγχου συνταγματικότητας, το ανωτέρω άρθρο δεν εμφανίζεται ως μέτρο, το οποίο υπερβαίνει το αναγκαίο όριο για την επίτευξη του στόχου της περάτωσης της εκκαθάρισης σε σύντομο χρόνο, η οποία θα είχε απρόβλεπτες κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες και θα έθετε σε σοβαρότατο κίνδυνο την απόλαυση των δικαιωμάτων όλων των φυσικών και νομικών προσώπων.
Η ως άνω σχετική νομοθετική ρύθμιση αποβλέπει, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, στην εξυπηρέτηση σκοπού δημόσιου συμφέροντος, συνισταμένου στην προστασία της δημοσιονομικής ισορροπίας και της περιουσίας του Κράτους υπό ευρεία έννοια. Η δε επιβάρυνση των (...) εναγουσών να προσφύγουν άμεσα στα πολιτικά δικαστήρια (...) δεν είναι τέτοιας έκτασης, ώστε να θίγει τον πυρήνα της αξίωσης (........) αφού, όπως προεκτέθηκε, εξακολουθεί να υφίσταται αγώγιμη αξίωση (σε βάρος του νομικού προσώπου, που αναβιώνει για τις ανάγκες της εκκαθάρισης) και ως εκ τούτου, δεν διαταράσσει την τήρηση της αρχής της δίκαιης ισορροπίας μεταξύ γενικού συμφέροντος, που αφορά το κοινωνικό σύνολο και των αξιώσεων για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου (....), ώστε να κριθεί απαγορευμένη από το άρθρο 1 του ΠΠΠ ΕΣΔΑ, της αρχής της προστασίας της περιουσίας και της ασφάλειας του δικαίου (άρθρα 2 παρ. 1, 17 και 25 παρ. 1 εδ.
α' Σ). .....Κατ'αποτέλεσμα, εκκαλουμένη που απέρριψε στο σύνολό της την αγωγή ως μη νόμιμη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο.
Συνεπώς, πρέπει η έφεση στο σύνολό της να απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμη". Με το να κρίνει το Εφετείο την αγωγή ως μη νόμιμη και συνακόλουθα να απορρίψει την έφεση ως αβάσιμη, ορθά ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 53 παρ. 1 - 4 του ν. 2725/1999 και εκείνες των άρθρων 77 και 479, 914, 919 και 904 του ΑΚ και 105 ΕισΝΑΚ και δεν εφάρμοσε τις τελευταίες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη.
Και τούτο διότι, κατά τα διαλαμβανόμενα στην ένδικη αγωγή, η συμβληθείσα με την πρώτη αναιρεσείουσα κοινοπραξία, που συστήθηκε από τις λοιπές δύο αναιρεσείουσες, Ειδική Επιτροπή με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ Παγκοσμίων Αγώνων Special Οlympics- Αθήνα 2011", συστήθηκε και λειτούργησε ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου του άρθρου 53 του ν. 2725/1999, με ίδια περιουσία και προϋπολογισμό, επιχορηγούμενο μάλιστα από τη Γ.Γ.Α με κονδύλια/κεφάλαια, προερχόμενα, όμως, από τον ΟΠΑΠ (και όχι το Δημόσιο) και αυτόνομη λειτουργία, με σκοπό την προετοιμασία, οργάνωση και διεξαγωγή των Παγκοσμίων Αγώνων Special Οlympics στη χώρα μας, διάρκειας από 25 Ιουνίου έως 4 Ιουλίου 2011 και, στο πλαίσιο επίτευξης του σκοπού της, συνήψε την επίμαχη σύμβαση έργου με την πρώτη αναιρεσείουσα, με αντικείμενο το προεκτεθέν σε συμμετέχοντες στους ως άνω Παγκόσμιους Αγώνες, και η εκκαθάριση του εν λόγω νπιδ της Επιτροπής των αγώνων κατ' εφαρμογή των ειδικών διατάξεων του ως άνω άρθρου 53 του ν. 2725/1999 αποκλείει την εφαρμογή της γενικής διάταξης του άρθρου 77 ΑΚ, της οποίας κατισχύουν στην προκείμενη περίπτωση, μετά την διάλυση της Ειδικής Επιτροπής, καθώς ρυθμίζουν με διαφορετικό τρόπο το κρίσιμο ζήτημα της τύχης της περιουσίας της, ήτοι, επιβάλλεται στη Διοίκηση να διαθέσει την τυχόν περιουσία της Επιτροπής αυτής μετά τη διάλυσή της για την κάλυψη δημόσιων σκοπών, ενώ, κατά τις διατάξεις του άρθρου 77 ΑΚ το Δημόσιο, εφόσον πρόκειται να διαχειρισθεί την περιουσία διαλυθέντος νομικού προσώπου, υποχρεούται να διαθέσει την περιουσία αυτή αποκλειστικά και μόνο για την εκπλήρωση του σκοπού που επιδίωκε αυτό, περίπτωση που δεν συντρέχει στην περιουσία της προκείμενης Ειδικής Επιτροπής του άρθρου 53 του ν. 2725/1999, καθόσον, όταν επήλθε η διάλυσή της, είχε πλέον επιτελεσθεί ο σκοπός για τον οποίο συγκροτήθηκε.
Άλλωστε, στην περίπτωση του άρθρου 77 ΑΚ το Δημόσιο δεν καθίσταται καθολικός διάδοχος του διαλυθέντος νομικού προσώπου, αλλά αποκτά απλό ενοχικό δικαίωμα, όπως αξιώσει από τους εκκαθαριστές την σ' αυτό μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων του νομικού προσώπου, ενώ κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισης το Δημόσιο καθίσταται δικαιούχο υπό την αναβλητική αίρεση του μέλλοντος τυχόν να προκύψει ενεργητικού υπολοίπου.
Περαιτέρω, δεν υφίσταται έδαφος εφαρμογής ούτε της διάταξης του άρθρου 479 ΑΚ, προκειμένου να θεμελιωθεί ευθύνη του Δημοσίου έναντι των πιστωτών και δη των αναιρεσειουσών της ένδικης Ειδικής Επιτροπής, εφόσον η εν λόγω διάταξη προϋποθέτει σύμβαση ενοχική μεταξύ του οφειλέτη που μεταβιβάζει την περιουσία, στην οποία ανήκουν τα χρέη, και του κτήτορα αυτής, ενώ, αντίθετα, στην περίπτωση της προκείμενης Ειδικής Επιτροπής του άρθρου 53 ν. 2725/1999 η τυχόν απομένουσα περιουσία αυτής μετά την εκκαθάριση περιέρχεται εκ του νόμου και όχι με βάση σύμβαση στο Δημόσιο, το οποίο και μέσω της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού και μάλιστα με κεφάλαια του ΟΠΑΠ (και όχι του Δημοσίου) είχε μεταβιβάσει σ' αυτήν τους απαραίτητους πόρους για την αντιμετώπιση των πάσης φύσεως δαπανών της.
Εξάλλου, με βάση την, κατά τα ανωτέρω, αυτόνομη λειτουργία και την εν γένει δράση των ειδικών επιτροπών του άρθρου 53 του ν. 2725/1999 προς επίτευξη του σκοπού τους, το επίδικο συσταθέν ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ Παγκοσμίων Αγώνων Special Οlympics- Αθήνα 2011", προς εκπλήρωση του σκοπού της οργάνωσης των αγώνων των Special Οlympics- Αθήνα 2011, προέβη στη σύναψη της επίμαχης σύμβασης με αντισυμβαλλόμενη την πρώτη αναιρεσείουσα καθώς και την ανάληψη υποχρεώσεων από αυτήν, νομική πράξη που όμως εμπίπτει και εντάσσεται στην αυτόνομη δράση-λειτουργία της εν λόγω Επιτροπής προς επίτευξη του σκοπού της στο πλαίσιο του ιδιωτικού δικαίου που τη διέπει.
Ενόψει τούτου και δοθέντος ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 53 του ν. 2725/1999 δεν υφίσταται σχέση πρόστησης μεταξύ του αναιρεσιβλήτου (Ελληνικού Δημοσίου) και της εν λόγω Επιτροπής, δεν δύναται να θεμελιωθεί αδικοπρακτική του ευθύνη έναντι των αναιρεσειουσών από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των μελών της Επιτροπής ΑΘΗΝΑ 2011, η οποία, ως προελέχθη, κατά τον χρόνο σύναψης της άνω σύμβασης λειτούργησε ως αυτόνομο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου προς επίτευξη του σκοπού της και ως εκ τούτου τα μέλη της Επιτροπής δεν ενεργούσαν ως όργανα του Δημοσίου.
Τέλος, δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι όροι για την εφαρμογή των διατάξεων για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, διότι αφενός ελλείπει βασική προϋπόθεση για την απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ήτοι αυτή της άμεσης περιουσιακής μετακίνησης μεταξύ του πλουτισμού του αναιρεσιβλήτου και της ζημίας της πρώτης αναιρεσείουσας, λόγω της παρεμβολής και άλλης τρίτης περιουσίας, εκείνης της οργανωτικής-εκτελεστικής Επιτροπής, η οποία, κατά τα ανωτέρω, συστάθηκε και λειτούργησε ως αυτοτελές και αυτόνομο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και αφετέρου, διότι σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το Δημόσιο δεν καθίσταται καθολικός διάδοχος του διαλυθέντος νομικού προσώπου, αλλά αποκτά απλό ενοχικό δικαίωμα, όπως αξιώσει από τους εκκαθαριστές την σ' αυτό μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων του νομικού προσώπου, ενώ κατά την διάρκεια της εκκαθάρισης το Δημόσιο καθίσταται δικαιούχο υπό την αναβλητική αίρεση του μέλλοντος τυχόν να προκύψει ενεργητικού υπολοίπου.
Κατά συνέπεια, δεν δεσμεύεται το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, ούτε θεμελιώνεται ευθύνη του έναντι της συμβληθείσας πιστώτριας - πρώτης αναιρεσείουσας της ως άνω Ειδικής Επιτροπής, αφού, από καμιά διάταξη νόμου δεν προκύπτει ότι μπορούσε να καταστεί καθολικός διάδοχος και εν γένει να υπεισέλθει στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της Επιτροπής μετά την διάλυση και εκκαθάριση αυτής, ούτε στοιχειοθετείται οποιαδήποτε αστική ευθύνη του.
Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (αληθώς κατά το νοηματικό τους περιεχόμενο), με τους οποίους οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείουσες για την άσκηση αυτής, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ δεν θα περιληφθεί διάταξη επιβολής δικαστικών εξόδων σε βάρος τους ελλείψει αιτήματος του αναιρεσιβλήτου λόγω της απουσίας του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-10-2022 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθ. 2204/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείουσες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ