Supreme Court dismisses appeal against divorce property division ruling due to defendant's absence and procedural default.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal regarding property division following a divorce, ruling that the appeal was inadmissible due to the appellant's failure to appear in court. The appellant had previously won a partial claim against the respondent, but the court found the appeal procedurally defective because the appellant did not submit a representation declaration or appear at the scheduled hearing. Consequently, the appeal was rejected in absentia, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs and a fine for potential default judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 581(1), 183, 189(1), 191(2), 501, 502(1), 505(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal filed in absentia without a valid representation declaration is inadmissible and must be dismissed, resulting in the appellant bearing the opposing party's costs and a default judgment fine.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 106 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 106/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της καλούσας - εκκαλούσας: Α. Δ. του Γ. , κατοίκου ... Θεσσαλονίκης, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του καθ' ου η κλήση εφεσίβλητου: Δ. Τ. του Σ. , κατοίκου Νεοχωρούδας … Θεσσαλονίκης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Κατσιάφα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-07-2006 αγωγή της ήδη καλούσας - εκκαλούσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24106/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 867/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ως άνω διάδικοι με τις από 07-02-2013 και 30-03-2013 αιτήσεις τους επί των οποίων εκδόθηκε η 1280/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 867/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς την κρίση της επί της εφέσεως της ενάγουσας και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατ' αυτό το μέρος της στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 419/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η ήδη καλούσα - εκκαλούσα με την από 24-04-2017 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 1550/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 419/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και διέταξε την διακράτηση της υπόθεσης προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιόν του. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η ήδη καλούσα - εκκαλούσα με την από 17-12-2019 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επί της από 15-7-2006 αγωγής της ενάγουσας Α. Δ. κατά του εναγομένου Δ. Τ. , με αντικείμενο την αξίωση συμμετοχής της στα αποκτήματα του εναγομένου κατά τη διάρκεια του ήδη λυθέντος γάμου τους, εκδόθηκε η 24106/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε ως αόριστη την κύρια βάση της αγωγής, την στηριζόμενη σε πραγματική συμβολή της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του αντιδίκου της κατά 1/2, και δέχθηκε την αγωγή ως προς την επικουρική της βάση, τη στηριζόμενη στην τεκμαρτή συμβολή της στην επαύξησή της κατά 1/3, επιδικάζοντας στην ενάγουσα 35.000 ευρώ. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν αμφότεροι οι διάδικοι αντίθετες εφέσεις και συγκεκριμένα ο μεν εναγόμενος τη με αριθμό κατάθεσης 3720/16-9-2009 έφεσή του, η δε ενάγουσα την από 29-10-2009 και με αριθμό κατάθεσης 4434/29-10-2009 έφεσή της, επί των οποίων εκδόθηκε η 867/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε τις εφέσεις ως αβάσιμες κατ' ουσίαν.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε η εκκαλούσα- εφεσίβλητη-ενάγουσα και ο εκκαλών- εφεσίβλητος- εναγόμενος τις από 30-03-2012 και από 07-02-2013 αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης αντιστοίχως, επί των οποίων εκδόθηκε η 1280/2014 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου. Με αυτήν απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης του Δ. Τ. και, κατά (μερική) παραδοχή της αίτησης της αντιδίκου του, αναιρέθηκε μερικώς, ήτοι μόνον κατά το κεφάλαιό της, με το οποίο κρίθηκε αόριστη η κύρια βάση της αγωγής, η προσβληθείσα απόφαση (ενώ απορρίφθηκε ο λόγος της αιτήσεώς της, που αναφερόταν στην εκτίμηση της αξίας της περιουσίας, που απέκτησε ο εναγόμενος κατά τη διάρκεια του γάμου τους), παραπέμφθηκε δε η εκδίκαση της υποθέσεως κατ' αυτό το κεφάλαιό της μόνον, που αφορούσε τη δική της έφεση, στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Το Εφετείο Θεσσαλονίκης με την 419/2016 απόφασή του, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση της ενάγουσας κατά το μέρος της, κατά το οποίο αυτή ήταν ερευνητέα εκ νέου μετά την προαναφερόμενη αναιρετική απόφαση, δεχόμενο ότι δεν αποδείχθηκε πραγματική συμβολή της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του αντιδίκου της ανερχόμενη σε ύψος μεγαλύτερο του 1/3 αυτής.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε η εκκαλούσα- ενάγουσα την από 24-4-2017 αίτησή της για αναίρεση της 419/2016 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία έγινε δεκτή με τη 1550/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου κατά παραδοχή λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ. Με την ίδια απόφαση κρατήθηκε, κατ'άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, η υπόθεση προκειμένου να δικασθεί πλέον ενώπιον του ίδιου αναιρετικού τμήματος σε νέα συζήτηση, ορισθησόμενη με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων, η έφεση της εκκαλούσας- ενάγουσας κατά τον λόγο της, με τον οποίο παραπονείτο η εκκαλούσα για την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής της περί πραγματικής συμβολής της στην αύξηση της περιουσίας του αντιδίκου της κατά τη διάρκεια του γάμου τους.
Σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 1, ένατο άρθρο παρ. 2 του νόμου 4335/2015 οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από τις 01-01-2016 ένδικα μέσα και αγωγές. Σύμφωνα δε με το άρθρο 592 παρ. περ. δ' ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1, τέταρτο άρθρο του ως άνω νόμου, στις οικογενειακές διαφορές, που εκδικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών των επίσης αντικατασταθέντων άρθρων 593 επ.
ΚΠολΔ, εντάχθηκαν, πέραν των προβλεπομένων στις προηγούμενες παραγράφους διαφορών, και κάθε περιουσιακού δικαίου διαφορές, που απορρέουν από τη σχέση των συζύγων ή των γονέων και των τέκνων. Έτσι οι αγωγές με αντικείμενο τις αξιώσεις συμμετοχής στα αποκτήματα του 1400 ΑΚ ως περιουσιακού δικαίου διαφορές, που απορρέουν από τη σχέση των συζύγων, εφόσον κατατίθενται μετά την 01-01-2016 εκδικάζονται πλέον κατά την ως άνω ειδική διαδικασία, ενώ οι αγωγές με το αντικείμενο αυτό, που είχαν κατατεθεί προηγουμένως, εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία, διότι υπό το προϊσχύσαν άρθρο 592 ΚΠολΔ, αυτές δεν εντάσσονταν στις διαφορές τις υπαγόμενες στην ειδική διαδικασία των γαμικών διαφορών (πρβλ ΑΠ 2134/2007).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 524 παρ. 1 και 3 εδ. α' ΚΠολΔ, όπως οι παράγραφοι αυτές ίσχυαν μετά την αντικατάστασή τους με τον νόμο 3994/2011 και πριν την αντικατάστασή τους με τον νόμο 4335/2015 και εφαρμόζονται επί εφέσεων, που ασκήθηκαν πριν την 01-01-2016, η διαδικασία διεξάγεται κατά τα αναφερόμενα στην πρώτη από αυτές τις παραγράφους άρθρα (εκτός εάν η υπόθεση υπάγεται σε ειδική διαδικασία και γι' αυτήν υφίστατο διαφορετική ρύθμιση), σε περίπτωση δε ερημοδικίας του εκκαλούντος εφαρμόζονται ως προς την έφεση οι διατάξεις για την ερημοδικία του ενάγοντος, που προβλέπουν ότι, αν η συζήτηση γίνεται με επιμέλεια του ενάγοντος και αυτός δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση κανονικά, το δικαστήριο συζητεί την υπόθεση χωρίς αυτόν και απορρίπτει την αγωγή (άρθ. 272 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 1 ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το ν. 4335/2015).
Επομένως επί υποθέσεων εκδικαζομένων κατά την τακτική διαδικασία η ερημοδικία του επισπεύδοντος τη συζήτησή της εκκαλούντος έχει ως συνέπεια την απόρριψη της έφεσής του σύμφωνα με την ανωτέρω ρύθμιση, ενώ όμοια συνέπεια επέφερε η ερημοδικία του και υπό τη μορφή που είχε το άρθρο 524 παρ. 3 εδ. α' ΚΠολΔ πριν την αντικατάστασή του με τον ν. 3994/2011 αλλά και υπό την ισχύουσα μετά την έναρξη ισχύος του νόμου 4335/2015 μορφή του.
Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, εάν δηλαδή ο λόγος αναίρεσης, που έγινε δεκτός, αφορά ορισμένο κεφάλαιο της προσβληθείσας απόφασης, αυτή αποβάλλει αναδρομικώς ως προς αυτό το κεφάλαιο κάθε ισχύ (πρβλ ΟλΑΠ 27/2007). Οι διάδικοι επανέρχονται, ως προς το συγκεκριμένο κεφάλαιο, στην προηγούμενη κατάσταση, με συνέπεια την αναβίωση της εκκρεμοδικίας της αίτησης παροχής έννομης προστασίας, ήτοι της έφεσης, αγωγής κ.λπ., κατά το αναφερόμενο σ' αυτό κεφάλαιο μέρος τους (πρβλ ΟλΑΠ 15/2011).
Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 581 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, όπως η τελευταία ίσχυε μέχρι τις 31-12-2015, μετά την αναίρεση απόφασης η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο δικαστήριο της παραπομπής και συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237 ΚΠολΔ, ταυτόσημη είναι δε και η νέα διάταξη της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου με μόνη διαφοροποίηση την κατάθεση προτάσεων κατά το νέο άρθρο 524 παρ. 1 εδ.
β', που ισχύει επί εφέσεων ασκουμένων από 01-01-2016 και μετά. Tο Εφετείο ή ο Άρειος Πάγος, όταν λειτουργούν ως δικαστήρια παραπομπής (ο Άρειος Πάγος στην περίπτωση που είχε λάβει χώρα ήδη παραπομπή κατόπιν αναιρέσεως και εχώρησε εκ νέου αναίρεση της απόφασης του δικαστηρίου της πρώτης παραπομπής: άρθρο 580 αρ. 3 ΚΠολΔ), επανεκδικάζει την έφεση ως προς το κεφάλαιο, στο οποίο αναφέρεται η παράβαση, για την οποία εχώρησε η αναίρεση, χωρίς να περιορίζεται στο νομικό ζήτημα, για το οποίο έγινε δεκτός ο λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1708/2014).
Επομένως η έφεση επανακρίνεται ως προς το κεφάλαιο αυτό (ΑΠ 629/2010, ΑΠ 479/2009), ως προς το οποίο καταργείται και η προηγηθείσα συζήτηση, βάσει της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα μερικώς απόφαση (πρβλ ΑΠ 337/2016). Εάν κατά την νέα αυτή συζήτηση της υπόθεσης δεν εμφανισθεί ο εκκαλών ή δεν μετέχει κανονικά στη δίκη, μη καταθέτοντας προτάσεις, παρότι ο ίδιος επισπεύδει τη συζήτηση ή παρότι κλητεύθηκε νομίμως από τον αντίδικό του, η έφεση, επί των υποθέσεων τουλάχιστον που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία, απορρίπτεται, κατά τα προεκτιθέμενα, ως ανυποστήρικτη κατά το αντίστοιχο με το αναιρεθέν κεφάλαιο της μέρος της (βλ.
και ΑΠ 337/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση παραδεκτώς κατ'άρθρο 581 παρ. 1 ΚΠολΔ εισάγεται, μετά την έκδοση της 1550/2018 αναιρετικής απόφασης του Αρείου Πάγου, προς συζήτηση η υπόθεση ενώπιον του Αρείου Πάγου με την από 17-12-2019 κλήση της εκκαλούσας- ενάγουσας, προκειμένου να ερευνηθεί η έφεση της ως προς τον προαναφερόμενο λόγο της, με τον οποίο, στο πλαίσιο της τακτικής διαδικασίας, κατά την οποία εκδόθηκε και η εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση, επιδιώκεται η εξαφάνιση της απόφασης αυτής κατά το αντίστοιχο κεφάλαιό της, ώστε ακολούθως η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή και κατά την κύρια βάση της.
Τη συζήτηση της εφέσεώς της κατά το ως άνω μέρος της επέσπευσε η εκκαλούσα - ενάγουσα (βλ. το προσκομιζόμενο από τον εφεσίβλητο- εναγόμενο αντίγραφο της 88/2020 πράξης της προέδρου του Α1 πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία επαναπροσδιορίσθηκε, κατόπιν της από 25-02-2020 αιτήσεως της εκκαλούσας, η συζήτηση της από 17-12-2019 κλήσης της για τις 02-11-2020, με την κάτω απ' αυτό παραγγελία του πληρεξουσίου, βάσει του ευρισκόμενου στη δικογραφία ... /16-12-2019 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιφιγένειας Βασιλείου Λιμπονά, δικηγόρου της εκκαλούσας Γεωργίου Διονά προς επίδοσή του στον εφεσίβλητο και κλήτευση του τελευταίου να παραστεί όπου και όταν ορίζεται σ'αυτή την πράξη, ήτοι ενώπιον του Α1 πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου, στο πινάκιο υποθέσεων παραπομπής του οποίου η υπόθεση αναγράφηκε με αριθμό πινακίου 2, και με την από 28-08-2020 επισημείωση επ'αυτού του αντιγράφου του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης Ιωάννη Δ.
Καλοκίδη περί της γενομένης στον εφεσίβλητο επιδόσεως). Εφόσον δε αυτή, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατέθεσε δήλωση παράστασης κατ` άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο κατά την αναγραφόμενη στην αρχή της αποφάσεως δικάσιμο, πρέπει η έφεσή της να απορριφθεί κατά το ερευνώμενο από το παρόν δικαστήριο μέρος της, ως προς το οποίο η υπόθεση κρατήθηκε να δικασθεί στην ουσία της από τον Άρειο Πάγο μετά την έκδοση της 1550/2018 αναιρετικής απόφασής του.
Η εκκαλούσα πρέπει, εξάλλου, κατά το σχετικό αίτημα του εφεσιβλήτου, να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη, στην οποία ο αντίδικός της υποβλήθηκε στο πλαίσιο της παρούσας δίκης (άρθρ. 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ) και να ορισθεί εις βάρος της προκαταβλητέο παράβολο για την περίπτωση άσκησης εκ μέρους της αιτιολογημένης ανακοπής ερημοδικίας κατ'αυτής της απόφασης (άρθρ. 501, 502§1, 505§2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει ερήμην της εκκαλούσας.
Ορίζει σε βάρος της εκκαλούσας προκαταβλητέο παράβολο, για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, ποσού διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Απορρίπτει την από 29-10-2009 έφεση της εκκαλούσας κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Καταδικάζει την εκκαλούσα στη δικαστική δαπάνη του εφεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ