Legislator Case Law & Legislation
106/2020 AI generated

106/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 106/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

106/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σύμφωνα με τη διάταξη της § 5 του άρθρου 33 ΝΔ 2961/1954 "περί συστάσεως Οργανισμού Απασχολήσεως και Ανεργίας" (ΦΕΚ Α' 197), όπως αντικαταστάθηκε με τη διάταξη της § 1 του άρθρου 6 Ν. 3252/1955 (ΦΕΚ Α' 142), "αι διατάξεις των άρθρων 19, 26 και 27 του Α.Ν. 1846/1951 ως τροποποιήθηκαν μεταγενεστέρως εφαρμόζονται αναλόγως και επί του Οργανισμού Απασχολήσεως και Ασφαλίσεως Ανεργίας".

Keywords

AI generated
educational contract school fee contribution benefit for course attendance right to primary education educational training allowances child-raising credit
AI generated
885/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
270/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Γεωργία Κατσιμαγκλή και Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αρεοπαγίτες.
1389/2024
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.
25/2018
Η από 24-5-2016 και με αριθμό κατάθεσης …/24-5-2016 αίτηση αναίρεσης κατά της 440/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από τον ενάγοντα έφεσης κατά της 101/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 25-2-2010 (με αριθμό κατάθεσης …/25-2-2010) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144).
712/2018
Υπόκεινται προς κρίση η από 24-5-2016 με αριθμό κατάθεσης ...-5-2016 αίτηση αναίρεσης του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και η από 9-6-2016 με αριθμό κατάθεσης ...-6-2016 αίτηση αναίρεσης των εναγόντων Μ. Ά. και λοιπών (81 συνολικά), κατά της 5040/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από τους ενάγοντες από 3-2-2014 εφέσεως κατά της 316/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 10-4-2010 με αριθμό κατάθεσης ...9-2-2011 αγωγής.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 106 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 106/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού" (Ο.Α.Ε.Δ.), που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Γεώργιο Λουκά, με δηλώσεις του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων - αναιρεσειόντων: 1.Μ. Χ. του Γ., κατοίκου ... 2.Κ. Χ. του Ν., κατοίκου ..., 3.Κ. Ε. του Δ., κατοίκου ... 4.Γ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 5.Π. Δ. του Α., κατοίκου ..., 6.Β. Α. του Σ., κατοίκου ... 7.Γ. Α. του Φ., κατοίκου .... 8.Γ. Ι. του Χ., κατοίκου ..., 9.Κ. Κ. του Δ., κατοίκου ... 10.Κ. Ε. του Α., κατοίκου ..., 11. Λ. Μ. του Η.. κατοίκου ....12.Π.

Χ. του Κ., κατοίκου ...,13.Κ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 14.Λ. Ν. του Κ., κατοίκου ..., 15.Σ. Γ. του Χ., κατοίκου ... 16.Κ. Ε. του Α., κατοίκου ..., 17.Σ. Κ. του Η.. κατοίκου ... 18.Ο. Α. του Α., κατοίκου ... 19.Μ. Γ. του Σ., κατοίκου ..., 20.Β. Α. του Ο., κατοίκου ..., 21.Ι. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 22.Β. Ε. του Χ., κατοίκου ..., 23. Δ. Α. του Β., κατοίκου ..., 24.Τ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., 25.

Μ. Δ. του Χ., κατοίκου ..., 26. Π. Μ. του Π., κατοίκου ..., 27.Κ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 28.Κ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 29...., κατοίκου ..., 30.Α. Σ. του Λ., κατοίκου ..., 31.Γ. Δ. του Κ., κατοίκου ..., 32. Α. Ε. του Σ., κατοίκου ..., 33.Τ. Α. του Χ., κατοίκου ..., 34.Χ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 35.Ρ. Ε. του Θ., κατοίκου ..., 36.Ψ. Α. του Χ., κατοίκου ... 37.Α. Μ. του Α., κατοίκου ... 38.Δ.

Σ. του Α., κατοίκου ..., 39. ..., κατοίκου ..., 40. Π. Ε. του Ε., κατοίκου ..., κατοίκου ..., 41. Μ. Β. του Χ., κατοίκου ..., 42.Ζ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., 43. Α. Α. του Β., κατοίκου ... 44.Π. Δ. του Κ., κατοίκου ..., 45.Κ. Ι. του Σ., κατοίκου ..., 46.Γ. Δ. του Π., κατοίκου ..., 47. Κ. Δ. του Κ., κατοίκου ..., 48.Γ. Η. του Θ., κατοίκου ..., 49.Μ. Β. του Ι., κατοίκου ..., 50.Β. Ά.

του Θ., κατοίκου ..., 51.Α. Π. του Γ., κατοίκου ... 52.Ε. του Δ., κατοίκου ..., 53.Μ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 54.Λ. Ε. του Ι., κατοίκου ..., 55.Σ. Ι. του Β., κατοίκου ..., 56.Τ. Ι. του Η., κατοίκου ... 57.Μ. Δ. του Ι., κατοίκου ... Αττικής, 58.Α. Γ. του Ε., κατοίκου ..., 59.Κ. Ν. του Α., κατοίκου ..., 60.Μ. Ε. του Χ., κατοίκου ..., 61.Τ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., και 62.Π.

Χ. του Α., κατοίκου .... Όλοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Παυλάτο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και οι 1η, 2η, 12η, 13η, 16η, 26η, 30η, 31η, 33ος, 35η, 40η, 41η, 51η, 53η και 59η εκπροσωπήθηκαν και από τον Δημήτριο Περπατάρη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/11/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων - αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3287/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1652/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 10/12/2017 αίτησή του και οι αναιρεσείοντες με την από 11/12/2017 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων - αναιρεσειόντων ζήτησαν την απόρριψη της από 10/12/2017 αίτησης και την παραδοχή της από 11/12/2017 αίτησης, καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

. Με τις από 11-12-2017 (αρ. καταθ. 9554/13-12-2017 αρ. πιν. 7) και από 10-12-2017 (αρ. καταθ. 9562/13-12-2017, αρ. πιν. 8) αιτήσεις αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 1652/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να ενωθούν και συνεκδικαστούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ, το οποίο, κατά το άρθρο 573 § 1 του ίδιου Κώδικα εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, καθόσον στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και αφορούν τους ίδιους διαδίκους, με τη συνεκδίκασή τους δε, διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων. Οι αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτές (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων τους (ΚΠολΔ 577 § 3).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με αυτόν τον λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 §§ 7 & 8 του Συντάγματος, που άρχισαν να ισχύουν από 17-4-2001 και προσέδωσαν συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη (Ν. 2190/1994), το προσωπικό που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή από νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένης χρονικής διάρκειας (και κατά μείζονα λόγο με σύμβαση έργου), δεν είναι δυνατόν στη συνέχεια, χωρίς να υποβληθεί σε κάποια άλλη νόμιμη διαδικασία, ούτε να εξακολουθήσει να υπηρετεί σε οργανική θέση δημοσίου δικαίου (να "μονιμοποιηθεί") ούτε να αποκτήσει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (κατά "μετατροπή" της αρχικής σύμβασης ορισμένου χρόνου).

Συνεπώς, διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 §§ 7 & 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 17-4-2001 και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη.

Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος (Ν. 2190/1994) για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού.

Δηλαδή, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με τις οποίες καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου (ΟλομΑΠ 19, 20/2007).

Συνεπώς στις συναφθείσες μετά τις 17-4-2001 συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο ή σε φορείς του δημοσίου τομέα, δεν είναι πλέον δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 §§ 1 & 3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 ΑΚ και 25 §§ 1 & 3 του Συντάγματος, από τις οποίες προκύπτει, ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1 και 3 Ν. 2112/1920 και 1, 3, 5 ΒΔ 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα αυτών ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου, χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΟλομΑΠ 19 και 20/2007).

Περαιτέρω, με το άρθρο 20 § 1 (όπως η § 1 συμπληρ. με την § 8 του άρθρου 6 Ν. 2956/2001) και 15 του Ν. 2639/1998, ορίσθηκαν με την πρώτη ότι ο Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε ΝΠΙΔ, σε πιστοποιημένα ΚΕΚ, σε ΑΕΙ-ΤΕΙ και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής, την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό του προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης Ανέργων και ότι η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (§ 1) και με τη δεύτερη ότι ο ΟΑΕΔ μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου και ότι με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του ΔΣ του ΟΑΕΔ, καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου (§ 15 εδ.

α' και β'). Εξάλλου, με το ΠΔ 164/2004, που αφορά τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες, υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

Με το άρθρο 5 του εν λόγω διατάγματος απαγορεύθηκε κατ' αρχήν η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ' εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις. Στο άρθρο 2 § 2 δε του ίδιου ΠΔ (164/2004) ορίσθηκε ρητώς ότι το εν λόγω διάταγμα δεν εφαρμόζεται α) στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και τη σύμβαση ή σχέση μαθητείας, β) στις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ και γ) στις συμβάσεις προσωρινής απασχόλησης των άρθρων 20 έως 26 Ν. 2956/2001 (τα τελευταία καταργήθηκαν με το άρθρο 133 § 2 Ν. 4052/2012).

Την ίδια εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής της προβλέπει για τα προγράμματα αυτά και η 1999/70/ΕΚ Οδηγία στην § 2 της ρήτρας 2 του Παραρτήματος αυτής. Ενώ, με το άρθρο 20 § 4 Ν. 2738/1999 είχε εισαχθεί συγκεκριμένη ρύθμιση και δη είχε προστεθεί ως περίπτωση κα' στο άρθρο 14 § 2 Ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού [η εν λόγω εξαίρεση καταργήθηκε μετά την αντικατάσταση των §§ 1 & 2 του άρθρου 14 Ν. 2190/1994 με το άρθρο 1 Ν. 3812/2009 (ΦΕΚ Α' 234/28-12-2009)], η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, η οποία έχει συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας.

Ειδικότερα ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά. Πράγμα που σημαίνει ότι οι συμβάσεις μαθητείας, ακόμη και αν κατά την εκτέλεσή τους παρέχεται εξαρτημένη εργασία που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα, στον οποίο τοποθετήθηκαν οι μαθητευόμενοι, δεν μπορούν ούτε κατ' εξαίρεση να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΑΠ 186/2019, ΑΠ 1052/2018).

Εάν η απασχόληση από τον οικείο δημόσιο φορέα του προσλαμβανόμενου βάσει των προπαρατιθέμενων διατάξεων σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος του ΟΑΕΔ προς κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργου δεν αποβλέπει κατά κύριο λόγο στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και εξειδικεύσεως αλλά στην εκτέλεση παραγωγικού έργου, δεδομένου ότι η σύμβαση αυτή δεν μπορεί κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό να κριθεί ως έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη του μισθωτού, υφίσταται άκυρη σύμβαση εργασίας.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 904 § 1 εδ. α' και 908 εδ. α' ΑΚ, κατά τις οποίες αντιστοίχως, "Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια" και "Ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ' αυτό", συνάγεται ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη σύμβαση, ο εργοδότης, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, υποχρεούται στην απόδοση της ωφελείας, την οποία απεκόμισε από την εργασία του μισθωτού, συνισταμένη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε σε άλλον εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπ' όψιν παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού.

Περαιτέρω, με το ΠΔ 1022/1977 (ΦΕΚ Α' 343) ο ΟΑΕΔ εξαιρέθηκε από την εφαρμογή των διατάξεων του ΝΔ 496/1974 "περί Λογιστικού των ΝΠΔΔ" (ΦΕΚ Α' 204), επομένως και από εκείνες που αφορούν την παραγραφή απαιτήσεων κατά του Οργανισμού (δηλ. των άρθρ. 46-54 του ΝΔ 496/1974). [Με το άρθρο μόνο του ΠΔ 314/1987 (ΦΕΚ Α' 149) ορίστηκε ότι: "Οι διατάξεις των άρθρ. 4, 8, 17, 18 και 19 του ΝΔ 496/1974 "περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου", όπως διαμορφώθηκαν με το Ν. 369/1976, καθώς και οι διατάξεις του ΠΔ 470/1975 (που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρ. 19 του ανωτέρω Ν.Δ/τος) εφαρμόζονται και για τον Οργανισμό Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ), καταργουμένης της εξαίρεσης που θεσπίστηκε για τα θέματα αυτά με το ΠΔ 1022/1977"].

Σύμφωνα με τη διάταξη της § 5 του άρθρου 33 ΝΔ 2961/1954 "περί συστάσεως Οργανισμού Απασχολήσεως και Ανεργίας" (ΦΕΚ Α' 197), όπως αντικαταστάθηκε με τη διάταξη της § 1 του άρθρου 6 Ν. 3252/1955 (ΦΕΚ Α' 142), "αι διατάξεις των άρθρων 19, 26 και 27 του Α.Ν. 1846/1951 ως τροποποιήθηκαν μεταγενεστέρως εφαρμόζονται αναλόγως και επί του Οργανισμού Απασχολήσεως και Ασφαλίσεως Ανεργίας".

Σύμφωνα δε με τη διάταξη του πρώτου εδαφίου της § 1 του άρθρου 19 ΑΝ 1846/1951 (ΦΕΚ Α' 179), "το Ι.Κ.Α. απαλλάσσεται παντός δημοσίου, δημοτικού, κοινοτικού ή λιμενικού φόρου, αμέσου ή εμμέσου, παντός τέλους ταχυδρομικού ως και δικαστικού εις πάσαν δίκην του και απολαύει ανεξαιρέτως απασών των ατελειών και προνομίων δικαστικών και οικονομικών, ως εάν είναι αυτό το Δημόσιον".

Επανάληψη των ως άνω ρυθμίσεων συνιστά η διάταξη της § 1 του άρθρου 14 Ν. 1545/1985 "Εθνικό σύστημα προστασίας από την ανεργία και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 91), σύμφωνα με την οποία "ο Ο.Α.Ε.Δ. απαλλάσσεται από κάθε άμεσο ή έμμεσο φόρο, τέλος δασμό ή εισφορά υπέρ του δημοσίου, καθώς και από τα δικαστικά τέλη και έχει όλες ανεξαίρετα τις ατέλειες και τα δικαστικά, διοικητικά και οικονομικά προνόμια που ισχύουν κάθε φορά για το δημόσιο".

Από την όλη διατύπωση των διατάξεων αυτών, παρά την ατέλειά τους, εκτιμάται ότι στην εξομοίωση του ΟΑΕΔ και του ΙΚΑ με το Δημόσιο περιλαμβάνονται και τα ουσιαστικού περιεχομένου προνόμια αυτού, στα οποία εντάσσεται και η προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 90 § 3, 93, 94 εδ. τελ. Ν. 2362/1995 διετής παραγραφή (ΟλομΑΠ 21/2008).

Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 90 § 3 Ν. 2362/1995 "περί δημοσίου λογιστικού και ελέγχου δαπανών του κράτους", η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από τη γένεσή της.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 93 περ. α' του ως άνω Ν. 2362/1995, με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται, μεταξύ άλλων, και με την υποβολή της υπόθεσης στο δικαστήριο και, κατά τη διάταξη του άρθρου 94 εδ. δ' (τελευταίο) αυτού, "Η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια".

Η ως άνω διάταξη του άρθρου 90 § 3 Ν 2362/1885, με την οποία ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου πολιτικών ή στρατιωτικών υπαλλήλων του Δημοσίου κατ' αυτού που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και ορίζεται ότι οι αξιώσεις αυτές παραγράφονται μετά διετία με χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής τη γένεση κάθε αντίστοιχης αξιώσεως, η οποία, όπως προελέχθη εφαρμόζεται και επί των αξιώσεων των υπαλλήλων του ΟΑΕΔ κατ' αυτού είναι ειδική σε σχέση με εκείνη του άρθρου 16 εδ.

α' Ν. 3762/2009 "Αναδιοργάνωση Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠΕ), ρύθμιση θεμάτων Οργανισμών εποπτευόμενων από το Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας και άλλες διατάξεις", σύμφωνα με την οποία "Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Ο.Α.Ε.Δ. παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής", με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα της παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του ΟΑΕΔ, όπως αυτό σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη, ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, που διατυπώνεται στο άρθρο 16 Ν. 3762/2009, και επομένως κατισχύει αυτής.

Η προβλεπόμενη από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 90 § 3 Ν. 2362/1995, για τις πιο πάνω αξιώσεις υπαλλήλων του Δημοσίου, ισχύουσα κατά τα άνω και για τους υπαλλήλους του ΟΑΕΔ, βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας (διετία) είναι μικρότερος όχι μόνο από το χρόνο παραγραφής (πενταετία) των παρόμοιων αξιώσεων των υπαλλήλων ή εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων (άρθρο 250 αρ. 6 και 17 ΑΚ) αλλά και από το χρόνο παραγραφής (επίσης πενταετία) όλων των άλλων χρηματικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου (άρθρο 90 § 1 Ν. 2362/1995), καθώς και (πενταετία ή εικοσαετία) των χρηματικών απαιτήσεων του Δημοσίου κατά τρίτων (άρθρο 86 §§ 2 & 3 Ν. 2362/1995), έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των αξιώσεων που απορρέουν από περιοδικές (κατά μήνα) παροχές και των αντίστοιχων υποχρεώσεων του Δημοσίου, πράγμα απαραίτητο για τη λειτουργία της υπηρεσίας του, καθώς και την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής καταστάσεως αυτού, στην οποία συμβάλλουν οι πολίτες με την καταβολή φόρων, σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από το διαφορετικό νομικό καθεστώς το οποίο διέπει αντίστοιχα τις σχέσεις των εν λόγω δύο κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες αυτών και το οποίο προστατεύει περισσότερο αποτελεσματικά τους υπαλλήλους του Δημοσίου σε περίπτωση διεκδικήσεως των δικαιωμάτων τους.

Ως εκ τούτου η διάταξη αυτή δεν αντίκειται: α) στην κατά το άρθρο 4 § 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας ούτε στις συναφείς συνταγματικές αρχές του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου και της προστασίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων, που καθιερώνονται αντίστοιχα με τα άρθρα 2 § 1 και 25 § 1 αυτού, β) στις διατάξεις των άρθρων 6, 13 και 14 της ΕΣΔΑ, αφού οι εν λόγω διατάξεις εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να έχει έννομη προστασία από τα δικαστήρια και να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια, αμερόληπτα και χωρίς διακρίσεις, αλλά δεν απαγορεύουν τη θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων και γ) στις διατάξεις του άρθρου 1 § 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 2 § 3, 14 και 26 του Ν. 2462/1997 (ΑΕΔ 1/2012, ΑΠ 796/2018, ΑΠ 1408/2017).

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, με την από 9-11-2010 αγωγή τους, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες -αναιρεσίβλητοι ισχυρίστηκαν, ότι δυνάμει συμβάσεων, που καταρτίστηκαν από το έτος 2004 έως το έτος 2007, όπως ειδικότερα για καθένα αναφέρεται στην αγωγή ως προς την ημερομηνία κατάρτισης της σύμβασης, και ονομάστηκαν συμβάσεις εργασιακής εμπειρίας ανέργων του ΟΑΕΔ (stage), απασχολήθηκαν για την εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου -αναιρεσείοντος, στις υπηρεσίες που αυτό καθόρισε ως "φορείς υλοποίησης" του άνω προγράμματος, υπό τις αναφερόμενες αναλυτικά στην αγωγή ειδικότητες και θέσεις στις αναφερόμενες, επίσης, ημεροχρονολογίες.

Ότι οι αρχικές συμβάσεις, που ήταν για δεκαοκτώ (18) μήνες, παρατάθηκαν έως τα έτη 2009-2010, όπως αναλυτικά αναφέρουν για καθένα στο αγωγικό δικόγραφο, και με αμοιβή, που οριζόταν στις εν λόγω συμβάσεις. Ότι στην πραγματικότητα δεν προσλήφθηκαν για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, ούτε η σύμβασή τους ήταν σύμβαση μαθητείας, αλλά απασχολούνταν με πλήρες ωράριο, όπως και το τακτικό προσωπικό, με τα καθήκοντα που καθένας εξ αυτών ειδικότερα περιγράφει, έφερε δε η σύμβασή τους τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Ότι η πρόσληψη τους για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας δεν δικαιολογούνταν από τη φύση, το είδος και το σκοπό της εργασίας τους, ούτε υπαγορευόταν από άλλο ειδικό λόγο, αναγόμενο στις ιδιαίτερες συνθήκες των υπηρεσιών του εναγομένου, αλλά αυτή έγινε προς καταστρατήγηση των διατάξεων περί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον οι συμβάσεις τους εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου αποτελούσαν μία ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, διότι από την πρόσληψη τους απασχολούνταν συνεχώς για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών αυτού, κατά τα στην αγωγή ιστορούμενα.

Ότι, ενόψει του ότι παρείχαν εργασία αντίστοιχη με αυτή των τακτικών υπαλλήλων του εναγομένου, έπρεπε να αμείβονται και με τους αντίστοιχους μισθούς που προβλέπονται από το Ν. 3205/2003, δηλαδή με το μισθολόγιο που εφαρμόζεται στους υπαλλήλους του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ. Και ότι το εναγόμενο τους κατέβαλλε, για το χρονικό διάστημα που καθένας απασχολήθηκε, αποδοχές κατώτερες από τις νόμιμες, ενώ επίσης δεν τους κατέβαλλε επιδόματα εορτών και αποδοχές -επιδόματα αδείας, καθώς και αποζημίωση λόγω μη χορήγησης της ετήσιας αδείας αναψυχής.

Κατόπιν των ανωτέρω ζήτησαν, μετά από παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε εν μέρει αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί, ότι το εναγόμενο οφείλει να τους καταβάλει, για τις προαναφερόμενες αιτίες, τα αναφερόμενα στην αγωγή για καθένα χρηματικά ποσά, με βάση τη σύμβαση εργασίας, που τους συνέδεε, και τις αρχές της ίσης μεταχείρισης, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, άλλως κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, καθόσον ωφελήθηκε το εναγόμενο, με το να αποφύγει να καταβάλει τα ως άνω χρηματικά ποσά σε μόνιμους υπαλλήλους, που, διαφορετικά, θα ήταν υποχρεωμένο να προσλάβει, με τον νόμιμο τόκο, όπως αναφέρουν στην αγωγή.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, η 3287/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη, ως προς όλες τις βάσεις της. Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες άσκησαν την από 7-5-2015 έφεση και το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του έκανε τυπικά δεκτή αυτή και την απέρριψε κατ' ουσίαν ως προς την κύρια και εξ αδικοπραξίας βάση της, ενώ την έκανε δεκτή εν μέρει κατά την επικουρική εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της και ως προς τα οφειλόμενα απευθείας εκ του νόμου δώρα εορτών και αποδοχές -επιδόματα αδειών για το μετά την 1-1-2008 χρονικό διάστημα (κρίνοντας τις αξιώσεις του προηγούμενου χρονικού διαστήματος ως παραγεγραμμένες) και κατά το μέρος τούτο (που έκανε δεκτό) εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και επιδίκασε στους ενάγοντες τα αναφερόμενα στην απόφαση χρηματικά ποσά.

Ειδικότερα, το Εφετείο, ως προς την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής, η οποία ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο έκρινε ως εξής: "... Αντίθετα, οι επίδικες συμβάσεις έχουν συναφθεί υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης, ως συμβάσεις αορίστου χρόνου ή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένων, ακόμα και στην περίπτωση που κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, διότι το εναγόμενο ν.π.δ.δ., στο οποίο πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους οι ενάγοντες, ως εμπίπτον στο πεδίο εφαρμογής του ανωτέρω νόμου, δεν έχει πλέον τη νομική δυνατότητα να συνάπτει συμβάσεις αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων του νόμου αυτού και, συγκεκριμένα, κατά παρέκκλιση της θεσπιζόμενης από το νόμο αξιοκρατικής διαδικασίας επιλογής προσωπικού από την ανεξάρτητη διοικητική αρχή του ΑΣΕΠ.

Συνεπώς, οι ενάγοντες δεν δικαιούνται, με βάση την αρχή της μη διάκρισης, τις αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων, αφού δεν συνδέονταν, κατά τα προαναφερόμενα, με το εναγόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, αλλά με σύμβαση μαθητείας. Περαιτέρω, απορριπτέα ως μη νόμιμη είναι η αγωγή και ως προς τη βάση της, για παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, αφού αυτή προϋποθέτει, εκτός των άλλων και παροχή εργασίας υπό το αυτό νομικό καθεστώς, πράγμα το οποίο δεν συνέβαινε εν προκειμένω, εφόσον οι ενάγοντες είχαν προσληφθεί, όπως αναφέρθηκε, ως μαθητευόμενοι και με σκοπό την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, αφενός και αφετέρου, δεν υπήρχε έγκυρη σχέσης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, κατά τα ανωτέρω...".

Με αυτά που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής, με την οποία οι αναιρεσείοντες αιτούντο διαφορές αποδοχών εξ εγκύρων συμβάσεων εργασίας, άλλως βάσει της Συνταγματικής αρχής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ εργαζομένων που παρέχουν ίσης αξίας εργασία, ορθά, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη, ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και δεν παραβίασε ευθέως αυτές και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης της συνεκδικαζόμενης από 11-12-2017 αίτησης, με τον οποίο ο αναιρεσείοντες αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι παραβίασε τον εφαρμοστέο Ν. 2112/1920 με εσφαλμένη κρίση και υιοθέτηση απαγορεύσεων που θέτει το άρθρο 103 §§ 2, 7 & 8 του Συντάγματος, αλλά και η μη αφορώσα και ισχύουσα στην περίπτωσή τους διάταξη του άρθρου 21 Ν. 2190/1994, καθώς και τη συνταγματική αρχή της ίσης αμοιβής για ίση παρεχόμενη εργασία των άρθρων 4 και 22 Σ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Με το δεύτερο λόγο της από 11-12-2017 αίτησης οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεχόμενη μόνο την επικουρική βάση της αγωγής περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΚ 904), τους επιδίκασε εσφαλμένα μόνο το ανά μήνα βασικό νόμιμο μισθό του 18ου μ.κ., το κίνητρο απόδοσης και τα δώρα εορτών και επιδόματα άδειας, υπολογιζόμενα επί του βασικού μισθού, απορρίπτοντας όλα τα διεκδικούμενα περαιτέρω ποσά (για τριετίες, επιδόματα, προσαυξήσεις), ενώ όφειλε να τους επιδικάσει αμοιβή ίδια με τις πλήρεις αποδοχές των εργαζομένων με έγκυρη σύμβαση εργασίας μονίμων και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του αντιδίκου (είτε με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, είτε αορίστου, είτε μονίμων), παραβιάζοντας έτσι ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 22 § 1α Σ, 20 § 15 Ν. 2638/1998, 648 επ. και 905 επ. ΑΚ.

Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "... Ως εκ τούτου, οι ενάγοντες συνδέονταν με το εναγόμενο με απλή σχέση εργασίας και όχι με γνήσια σύμβαση μαθητείας, όπως εσφαλμένα έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, γενομένου δεκτού του σχετικού λόγου έφεσης των εναγόντων. Ακολούθως, το εναγόμενο ενέχεται έναντι αυτών για την ωφέλεια, που αποκόμισε από την αποδοχή και αξιοποίηση της εργασίας τους με τη μη πρόσληψη άλλων μισθωτών, που θα εκτελούσαν την ίδια εργασία με τους ίδιους όρους και που ισούται με τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών που κατέβαλλε στους διοικητικούς υπαλλήλους του, που υπηρετούσαν με σύμβαση αορίστου χρόνου και κατείχαν το εισαγωγικό κλιμάκιο χωρίς προϋπηρεσία, επιδόματα οικογενειακής κατάστασης και την ειδική παροχή των 176 ευρώ, κατά τα προαναφερθέντα, και των αποδοχών που λάμβαναν οι ενάγοντες με βάση τα συμφωνητικά συνεργασίας, και συγκεκριμένα 20 ευρώ ημερησίως για τους ανήκοντες στον κλάδο ΔΕ και 30 ευρώ ημερησίως για τους ανήκοντες στους κλάδους ΤΕ και ΠΕ (άρθρο 904 ΑΚ).

Επομένως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3, 7, 8 του ν. 3205/2003 'Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς', η ρύθμιση των οποίων επεκτάθηκε, με την Κ.Υ.Α. 2/7093/0022/2004 (ΦΕΚ Β' 215/2004), στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου, που υπηρετεί στο Δημόσια, στα ΝΠΔΔ και στους ΟΤΑ, οι ενάγοντες δικαιούνται α) το βασικό μισθό με βάση το 18° μισθολογικό κλιμάκιο, δηλαδή το ποσό του κατώτερου νόμιμου μισθού μηνιαίως αναλόγως της κατηγορίας που καθένας ανήκει (άρθρα 3, 7 ν. 3205/2003, 6 παρ. 1 ν. 3670/2008, 1 παρ. 5 ν. 3833/2010), και β) το κίνητρο απόδοσης (άρθρα 12 παρ. 1 ν. 3205/2003, 6 παρ. 1 ν. 3670/2008, 1 παρ. 5 ν. 3855/2010), που θα κατέβαλλε το εναγόμενο σε άλλον υπάλληλο, που θα απασχολούσε στην ίδια εργασία και κάτω από τις ίδιες συνθήκες, μηνιαίως αναλόγως της κατηγορίας αυτών.

Επίσης οι ενάγοντες δικαιούνται τα επιδόματα εορτών και αδείας και τις αποδοχές αδείας (άρθρο 9 ν. 3205/2003, παρ. 1 του άρθρου 2 του α.ν. 539/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν. 3302/2004), που οφείλονται στους απασχολούμενους και με απλή σχέση εργασίας...". Με αυτά που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο την επικουρική βάση της αγωγής εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού [ανεξαρτήτως της ορθότητας ή μη της παραδοχής αυτής (βλ.

ΑΠ 1063/2019), η οποία κατά το μέρος τούτο δεν αποτελεί αντικείμενο αναιρετικού ελέγχου ελλείψει προτάσεως σχετικού αναιρετικού λόγου], κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 904 επ. ΑΚ, όπως αναφέρεται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες δικαιούνται τα αναφερόμενα στην απόφαση ποσά ως ωφέλεια, την οποία απεκόμισε από την εργασία τους το αναιρεσίβλητο, συνισταμένη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε σε άλλον εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπ' όψιν παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού (όπως είναι οι αιτούμενες με το λόγο αναίρεσης προσαυξήσεις), καθώς και ευθέως εκ του νόμου (ότι δικαιούνται) τα αντίστοιχα ποσά για δώρα εορτών και αποδοχές -επιδόματα αδειών και δεν παραβίασε ευθέως τις άνω διατάξεις και ο περί του αντιθέτου λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Με τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους της από 11-12-2017 αίτησης, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ των αρ. 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι κατά παράβαση του άρθρου 16 Ν. 3762/2009 που ισχύει για τον ΟΑΕΔ και προβλέπει 5ετή παραγραφή των επίδικων αξιώσεων, και προηγουμένως, ένεκα του γεγονότος ότι δεν υφίσταται άλλη ειδική διάταξη που να αφορά σε παραγραφή αξιώσεων κατά του ΟΑΕΔ, του άρθρου 937 ΑΚ (3ος λόγος αναίρεσης), των άρθρων 249 και επικουρικά 250 ΑΚ, όπου ορίζεται ο κανόνας της 20ετούς παραγραφής, ενώ σε κάθε άλλη περίπτωση η παραγραφή είναι 5ετής και εφαρμόζονται εν γένει επί των αξιώσεων εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού (4ος λόγος αναίρεσης) και των άρθρων 250 και 937 ΑΚ, που θεσπίζουν την 5ετή παραγραφή και εφαρμόζονται κατά του Δημοσίου, λόγω αντιθέσεως του άρθρου 90 § 3 Ν. 2362/1995 προς τα άρθρα 2 § 1, 4 § 1, 25 § 1 του Συντάγματος, 6, 13, 14 της ΕΣΔΑ (ΝΔ 53/1974) και 2 § 3, 14 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (Ν. 2462/1997) (5ος λόγος αναίρεσης), τα οποία εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, έκρινε τις επίδικες αξιώσεις εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού και απευθείας εκ του νόμου ως προς τα δώρα εορτών και αποδοχές -επιδόματα άδειας για το προ της 1-1-2008 χρονικό διάστημα ως υποκύψασες στη διετή παραγραφή από του τέλους του έτους που γεννήθηκαν, σύμφωνα με τα άρθρα 48 § 3 και 49 του ΝΔ 496/1974, που δεν εφαρμόζονται εν προκειμένω, ενώ αν είχε εφαρμόσει τις πιο πάνω διατάξεις, θα έπρεπε να κρίνει ότι οι αξιώσεις αυτές υπάγονται σε εικοσαετή ή πενταετή παραγραφή και επομένως δεν έχουν παραγραφεί, απορρίπτοντας ούτω τους σχετικούς ισχυρισμούς τους.

Επί των λόγων αυτών λεκτέα τα ακόλουθα. Ως προς την επίκληση της πενταετούς παραγραφής του άρθρου 937 ΑΚ, η οποία μόνο επί της εξ αδικοπραξίας βάση της αγωγής αρμόζει, η οποία, ωστόσο, απορριφθείσα ως μη νόμιμη δεν βάλλεται με λόγο αναιρέσεως, οι λόγοι αυτοί, καθό μέρος αναφέρονται στο άρθρο αυτό (ΑΚ 937), αλυσιτελώς προβάλλονται.

Περαιτέρω, επί του ζητήματος της παραγραφής, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "... Ωστόσο, οι εν λόγω ένδικες αξιώσεις των εναγόντων, που έχουν βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και αφορούν το χρονικό διάστημα από 19.10.2004 έως 31.12.2007, υπέκυψαν στη διετή παραγραφή, σύμφωνα με τα άρθρα 48 παρ. 3 και 49 του Ν.Δ. 496/1974, αφού από το τέλος κάθε έτους, κατά το οποίο γεννήθηκαν και ήταν καταβλητέες οι αξιώσεις των ως άνω ετών, μέχρι τις 26.11.2010, οπότε ασκήθηκε η ένδικη αγωγή ..., παρήλθε διετία, η παραγραφή δε λαμβάνεται υπόψη (και) αυτεπαγγέλτως (άρθρο 52 Ν.Δ. 496/1974 ...), Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των εναγόντων περί διακοπής της παραγραφής (άρθρο 50 Ν.Δ. 496/1974), τον οποίο πρότειναν καθ' υποφορά με την αγωγή τους, αφού δεν προσκόμισαν οποιοδήποτε έγγραφο αίτησης προς το εναγόμενο περί πληρωμής των ένδικων απαιτήσεων...".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε, δεδομένου ότι στην προκειμένη περίπτωση με εναγόμενο τον αναιρεσίβλητο ΟΑΕΔ, όπως αναπτύχθηκε στη μείζονα σκέψη, δεν τυγχάνουν εφαρμογής τα άρθρα 48 § 3 και 49 του ΝΔ 496/1974, τα οποία δεν εφαρμόζονται επί του ΝΠΔΔ ΟΑΕΔ σύμφωνα με το ΠΔ 1022/1977, αλλά, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 33 § 5 ΝΔ 2961/1954, 19 § 1 ΑΝ 1846/1951 και 14 § 1 Ν 1545/1985, εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις των άρθρων 90 § 3 και 94 Ν. 2362/1995 "περί δημοσίου λογιστικού κλπ", με την πρώτη των οποίων ορίζεται ότι οι αξιώσεις αυτές παραγράφονται μετά διετία και μάλιστα με χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής τη γένεση κάθε αντίστοιχης αξιώσεως.

Η ως άνω διάταξη του άρθρου 90 § 3 Ν 2362/1995 έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος, όπως αναπτύχθηκε παραπάνω και δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και το Ενωσιακό δίκαιο και τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Επομένως, πράγματι οι ένδικες αξιώσεις των αναιρεσειόντων, που έχουν βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και αφορούν το χρονικό διάστημα από 19-10-2004 έως 31-12-2007, υπέκυψαν στη διετή παραγραφή, σύμφωνα με το εφαρμοστέο άρθρο 90 § 3 Ν. 2362/1995, η οποία λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως κατά τη διάταξη του άρθρου 94 ίδ.ν., αφού από τότε που γεννήθηκαν και ήταν καταβλητέες οι αξιώσεις των ως άνω ετών, μέχρι τις 26-11-2010 οπότε ασκήθηκε η ένδικη αγωγή παρήλθε διετία (σημειώνεται ότι δεν αποτελεί αντικείμενο της αναιρετικής δίκης ελλείψει σχετικού αναιρετικού λόγου, η παραγραφή των μετά την 1-1-2008 αξιώσεων).

Εν τέλει, από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με τη διετή παραγραφή των επίδικων αξιώσεων για το προ της 1-1-2008 χρονικό διάστημα κρίνεται εσφαλμένο, διότι γίνεται δεκτό με εφαρμογή του μη εφαρμοστέου εν προκειμένω ΝΔ 496/1974. Ωστόσο, το διατακτικό της είναι κατά τα προαναφερόμενα ορθό.

Κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Επομένως, οι ελεγχόμενοι λόγος αναίρεσης (3ος, 4ος & 5ος), κατά το μέρος τούτο (πλην της ΑΚ 937) ερειδόμενοι στον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθούν κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ διότι οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, προϋπόθεση αναγκαία για να αναιρεθεί η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.

Από τα παραπάνω εξάλλου προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τους άνω ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων περί πενταετούς ή εικοσαετούς παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων, που προέβαλαν με λόγους εφέσεως, τους οποίους ορθά και απέρριψε, αν και σιγή, ως νόμω αβάσιμους. Σε κάθε περίπτωση, δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει, καθόσον πρόκειται περί ισχυρισμών νομικά αβάσιμων (ΟλομΑΠ 14/2004).

Επομένως και οι ερειδόμενοι στον αρ. 8 β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελεγχόμενοι λόγοι αναιρέσεως (3ος, 4ος & 5ος), κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει να απορριφθεί. Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 § 1, 577 § 3 και 578 ΚΠολΔ, για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αρ. 1α), δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο η εκδοχή του αναιρεσείοντος για την έννοια της διατάξεως που φέρεται, ότι παραβιάστηκε, ούτε το κατά την άποψη του τελευταίου πραγματικό μέρος της υποθέσεως και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει να αναφέρονται σαφώς και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής.

Διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται όχι από την ορθότητα του αιτιολογικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, αλλά από εκείνη του διατακτικού της (ΚΠολΔ 578), τούτο δε συνάπτεται, σε σχέση λογικής ακολουθίας, προς τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, έτσι ώστε η έκθεση των τελευταίων στο αναιρετήριο να είναι απαραίτητη, προκειμένου να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναίρεσης δε μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλομΑΠ 27/1998, ΟλομΑΠ 32/1996).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους λόγους της από 10-12-2017 αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον ΝΠΔΔ ΟΑΕΔ αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, α) αποφαινόμενο ότι οι ενάγοντες που είχαν ενταχθεί σε προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας δήθεν συνδέονταν με το αναιρεσείον με συμβάσεις απλής σχέσης εργασίας, ανεπίτρεπτα, κατά παράβαση των διατάξεων της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μετάλλαξε το χαρακτήρα των Ευρωπαϊκών προγραμμάτων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας τα οποία εισήχθησαν στην Ελλάδα με το άρθρο 20 § 15 Ν 2639/1998 (1ος λόγος αναίρεσης), β) κρίνοντας ότι η υπαγωγή των αναιρεσιβλήτων σε προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας δεν συνιστά μέτρο διευκόλυνσης για την ένταξη αυτών στην αγορά εργασίας εν γένει, όπως πρότεινε το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τις δυνάμει του άρθρου 148 § 2 της Συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ εκδοθείσες κατευθυντήριες γραμμές για την απασχόληση, όπως τούτο έγινε αποδεκτό από το Ελληνικό Κράτος με το άρθρο 20 § 15 Ν. 2639/1998, εξέδωσε απόφαση ικανή να θέσει σε κίνδυνο την υλοποίηση της Ευρωπαϊκής στρατηγικής για την απασχόληση, άρα κοινοτικού στόχου υπό την έννοια του άρθρου 4 § 3 της Συνθ.ΕΕ (2ος λόγος αναίρεσης).

Και γ) κρίνοντας ότι "οι ενάγοντες συνδέονταν με το εναγόμενο νπδδ με την έννομη σχέση της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου ... Κατ' επέκταση οι προαναφερόμενες συμβάσεις στις οποίες προέχει το στοιχείο της παροχής εργασίας, δεν δύνανται να εξαιρεθούν από την Οδηγία 1999/707ΕΚ" έσφαλε διότι η Οδηγία αυτή δεν είναι δυνατόν να αποτελέσει εφαρμοστέο δίκαιο αλλά μόνο εργαλείο ερμηνείας, ενώ όσον αφορά τις διατάξεις του Ν. 2112/1920, ο χαρακτήρας των επίδικων συμβάσεων ως "συμβάσεων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας" τις εξαιρεί οπωσδήποτε από το πεδίο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 § 1 Ν. 2112/1920 (3ος λόγος αναίρεσης).

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αρ. 1), εκ της μη εφαρμογής διατάξεων που ήταν κατά το αναιρεσείον εφαρμοστέες, είναι αόριστοι και πρέπει να απορριφθούν, καθόσον δεν καθορίζεται στο αναιρετήριο η νομική πλημμέλεια του δικαστηρίου, δηλαδή σε τί συνίσταται ακριβώς το σφάλμα που αποδίδεται στο Εφετείο, ούτε και αναφέρονται, πλην ελαχίστων κατ' επιλογή αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης, το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά, με τις κρίσιμες παραδοχές του Εφετείου, υπό τις οποίες συντελέσθηκαν οι προβαλλόμενες παραβιάσεις των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, με συνέπεια να μην καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος.

Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν οι ένδικες αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικαστεί το αναιρεσείον της από 10-12-2017 αιτήσεως λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν και προτάσεις και αιτούνται την καταδίκη αυτή (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό, δοθέντος ότι η δικαστική δαπάνη δεν θα επιδικαστεί μειωμένη γιατί η νομική υπηρεσία του αναιρεσείοντος δεν διεξάγεται από το ΝΣΚ. Επί της από 11-12-2017 αιτήσεως που απορρίπτεται, έξοδα υπέρ του νικητή αναιρεσίβλητου δεν θα επιδικασθούν ελλείψει αιτήματος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από 11-12-2017 (αρ. καταθ. 9554/13-12-2017) και από 10-12-2017 (αρ. καταθ. 9562/13-12-2017) αιτήσεις για αναίρεση της υπ' αριθ. 1652/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει αυτές. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον της από 10-12-2017 αιτήσεως στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων(1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Δεκεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ