Legislator Case Law & Legislation
106/2018 AI generated

106/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 106/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

106/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την από 17-9-2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 215/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ναυπλίου (διαδικασίας μικροδιαφορών), με την οποία έγινε δεκτή η από 30-12-2014 αγωγή του αναιρεσίβλητου. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθρ. 552, 553, 556, 558,560 αριθμ.3,564, 566§1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 106 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 106/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Αναστασία Περιστεράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε.) Ν.Π.Ι.Δ., που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρόεδρο αυτού. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Επαμεινώνδα Μπέρδο.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Σ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ναυπλίου.

Εκδόθηκε η απόφαση 215/2015 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-9-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αναστασία Περιστεράκη ανέγνωσε την από 12-4-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Γεωργίου Κοντού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη ως απαραδέκτου, άλλως δε (αν κριθεί παραδεκτή) την παραδοχή της από 17 Σεπτεμβρίου 2015 αιτήσεως του Οργανισμού Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε.), για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 215/2015 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ναυπλίου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β, 309 εδ. α’ , 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (Ολ. ΑΠ 5/2001 και 9/1996). Εξάλλου κατά την παρ. 1 του άρθρου 503 ΚΠολΔ η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι δέκα πέντε ημέρες, αν ο διάδικος που δικάσθηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.

Συνεπώς η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 αρ. 1β ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, η δήλωση για παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση ενδίκου μέσου είναι έγκυρη και χωρίς να τηρηθεί ο διαδικαστικός τύπος του άρθρου 297 ΚΠολΔ, διότι ο τύπος αυτός αφορά αποκλειστικά την παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα ασκηθέντος ήδη ενδίκου μέσου (ΑΕΔ 42/1980, Ολ.ΑΠ 626/1980). Ενόψει τούτου η παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς από το ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος άσκησε αναίρεση χωρίς να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας.

Για το κύρος μιας τέτοιας παραίτησης απαιτείται ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα του υπογράφοντος την αίτηση αναίρεσης δικηγόρου (άρθρο 98 περ.β ΚΠολΔ), η έλλειψη, όμως, της οποίας μπορεί να καλυφθεί με έγκριση εκ των υστέρων του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, με συνέπεια, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της έγκρισης που αφορά την παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, να ισχυροποιείται αναδρομικά η παραίτηση από το χρόνο ασκήσεως της αναίρεσης και να θεωρείται η απόφαση τελεσίδικη από τότε και ως εκ τούτου να υπόκειται σε αναίρεση από το ίδιο χρονικό σημείο (Ολ.ΑΠ.17/2013, 9/1996 και 626/1980).

Υπό τα δεδομένα αυτά η νομοτύπως ασκηθείσα στις 17-9-2015 από τον ερημοδικασθέντα εναγόμενο ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αριθ.215/2015 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ναυπλίου (διαδικασία μικροδιαφορών), που υπογράφεται από τον πληρεξούσιο αυτού δικηγόρο Αθηνών Επαμεινώνδα Μπέρδο, είναι παραδεκτή κατά το άρθρο 577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ, αφού από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τον αναιρεσείοντα υπ’ αριθ. 1501/12-5- 2015 και .../26-7-2016 .... ειδικά πληρεξούσια της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Α. προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, εκτός από τη χορήγηση της πληρεξουσιότητας προς τον άνω δικηγόρο να παραστεί κατά τη συζήτηση της αναίρεσης και να τον εκπροσωπήσει ενώπιον του Αρείου Πάγου, εγκρίνει και τη συναγόμενη από την απευθείας άσκηση της αίτησης αναίρεσης σιωπηρή παραίτησή του από το δικαίωμα αυτού για άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης του Ειρηνοδικείου. Η έγκριση δε αυτή, ενεργώντας, ισχυροποίησε την παραίτηση από το χρόνο κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης και κατέστησε την προσβαλλόμενη απόφαση τελεσίδικη και υποκείμενη έκτοτε, κατά τα προαναφερόμενα, σε αναίρεση.

Από δε τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2 και 4, 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ’ αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 1061/2010, ΑΠ 407/2004).

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. β’ και γ’ ΚΠολΔ, που έχουν γενική εφαρμογή, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Ωστόσο, κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ’ αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε σε κάθε περίπτωση νόμιμα παραστεί κατ’ αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο.

Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί και δεν παραστάθηκε, ή δεν παραστάθηκε νομίμως, η από το πινάκιο αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ’ αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του (ΑΠ109/2013,ΑΠ 12/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση ,από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 13-11-2017 και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου ,δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ο αναιρεσίβλητος ,ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠοΛΔ. Περαιτέρω, προκύπτει, ότι τη συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 30-5-2015, είχε επισπεύσει ο αναιρεσείων οπότε η υπόθεση αναβλήθηκε με αίτηση του πληρεξουσίου του, ερήμην και πάλι του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος είχε νόμιμα κλητευθεί για την αρχική αυτή δικάσιμο ως αποδεικνύεται από την ...8-12- 2015 έκθεση επίδοσης της Δικ Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Ναυπλίου Α. Μ.. Όφειλε λοιπόν, κατά τα προεκτεθέντα να παραστεί ο αναιρεσίβλητος κατά την δικάσιμο αυτή χωρίς άλλη κλήση ,όμως δεν παρέστη κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι’ αυτό πρέπει να δικαστεί ερήμην ,αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτός παρών (αρθρ576παρ2ΚΠολΔ).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 αριθμ. 3 του Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ’ ύλην αρμοδιότητα. Υπέρβαση δικαιοδοσίας , κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως , υπάρχει στην περίπτωση που το Ειρηνοδικείο επελήφθη υποθέσεως, η οποία κατά το νόμο υπόκειται στην δικαιοδοσία άλλου δικαιοδοτικού οργάνου (ποινικού ή διοικητικού) ή των διοικητικών αρχών (Ολ.ΑΠ 5/1995). Ο λόγος δε αυτός αναιρέσεως αφορά τη δημοσία τάξη και συνεπώς δύναται, κατ’ άρθρο 562 παρ. 2 γ’ Κ.Πολ.Δ., να προταθεί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου (Ολ. Α.Π. 20/2008).

Με την από 17-9-2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 215/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ναυπλίου (διαδικασίας μικροδιαφορών), με την οποία έγινε δεκτή η από 30-12-2014 αγωγή του αναιρεσίβλητου. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθρ. 552, 553, 556, 558,560 αριθμ.3,564, 566§1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

Περαιτέρω, το άρθρο 94 του Συντάγματος ορίζει στην μεν παράγραφο 1 ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, στη δε παράγραφο 2 ότι στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται, μεταξύ άλλων, και όλες οι ιδιωτικές διαφορές. Το άρθρο 95 προβλέπει την ακυρωτική αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικράτειας και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων επί των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών.

Οι ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις χαράσσουν το όριο μεταξύ των ακυρωτικών και των διοικητικών διαφορών ουσίας, καθώς επίσης και μεταξύ της ακυρωτικής αρμοδιότητος του ΣτΕ και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων αφ’ ενός, και της γενικής αρμοδιότητος των πολιτικών δικαστηρίων αφ’ ετέρου. Από το συνδυασμό τους δε συνάγεται ότι διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, είναι εκείνες που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις ή από ενέργειες διοικητικών οργάνων οι οποίες δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση η αιτουμένη δικαστική προστασία αφορά την καταψήφιση σε παροχή ή την αναγνώριση δικαιώματος ή εννόμου σχέσεως που ανάγεται στο δημόσιο δίκαιο.

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 1 παρ. 2 περ. η’ του ν. 1406/1983, στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται, πλην άλλων, και οι διαφορές οι οποίες αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά την ευθύνη του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ν.π.δ.δ. προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ.

Παρά δε τη συσταλτική διατύπωση του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, που αναφέρεται σε πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση δημοσίας εξουσίας, η έννοια της διατάξεως αυτής είναι ότι η αγωγή αποζημιώσεως κατά του Δημοσίου, των ΟΤΑ ή άλλων ν.π.δ.δ. για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων τους παρέχεται όχι μόνο στις περιπτώσεις ευθύνης από την έκδοση ή την παράλειψη εκδόσεως εκτελεστών διοικητικών πράξεων, αλλά και από υλικές ενέργειες που τελέσθηκαν σε συνάρτηση προς την οργάνωση και λειτουργία της δημοσίας υπηρεσίας ή εξ αιτίας αυτής και δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας των ως άνω προσώπων, ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου, που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων (ΑΕΔ 53/1995,ΑΠ123/2005).

Με τις ίδιες προϋποθέσεις γεννώνται διοικητικές διαφορές και από πράξεις οργάνων ν.π.ι.δ. στα οποία έχει εκ του νόμου ανατεθεί η άσκηση δημοσίας εξουσίας, καθόσον αυτά, κατά την άσκηση της εν λόγω εξουσίας, λειτουργούν ως ν.π.δ.δ. Τέτοιο νομικό πρόσωπο είναι και ο "Οργανισμός Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων, Προσανατολισμού και Εγγυήσεων" (ΟΠΕΚΕΠΕ), που συνεστήθη με το άρθρο 13 του ν. 2637/1998.

Ο εν λόγω Οργανισμός αρχικώς είχε την μορφή ν.π.δ.δ. Με το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 2732/1999 μετασχηματίσθηκε σε ν.π.ι.δ, ορίσθηκε όμως ότι "λειτουργεί χάριν του δημόσιου συμφέροντος, κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και τελεί υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του Υπουργού Γεωργίας". Κατά το άρθρο 14 του ιδρυτικού του νόμου, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 παρ. 2 του ν. 2732/1999 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε από το άρθρο 24 παρ. 2 του ν. 2945/2001, σκοπός του ΟΠΕΚΕΠΕ είναι η διαχείριση των πιστώσεων του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου, μέσα από ένα σύστημα ελέγχου που διασφαλίζει τη νομιμότητα των πληρωμών, η πρόληψη και η πάταξη κάθε ατασθαλίας σε βάρος των ανωτέρω πιστώσεων, καθώς και η ανάκτηση των χρηματικών ποσών που έχουν καταβληθεί παρανόμως ή αχρεωστήτως.

Κατά το αυτό ως άνω άρθρο 14 παρ. 2 περ. ζ’ και ιγ’ , στις αρμοδιότητες του ΟΠΕΚΕΠΕ εμπίπτει, πλην άλλων, η αγορά και εκποίηση προϊόντων της αγοραστικής παρέμβασης, την οποία ασκεί ως εντολοδόχος του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και η σύναψη διοικητικών συμβάσεων, ενώ κατά την περίπτωση ιδ’ υποχρεούται σε αποστολή μηνιαίων καταστάσεων με τα οικεία παραστατικά στην αρμόδια Υπηρεσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου, για την άσκηση κατασταλτικού ελέγχου του άρθρου 27 του ν. 992/1979.

Κατά την παράγραφο 5 του άρθρου 17, που προστέθηκε με το άρθρο 19 παρ. 4 του ν. 3170/2003, ο ΟΠΕΚΕΠΕ απολαμβάνει των εν γένει οικονομικών προνομίων και ατελειών του Δημοσίου, και στις δικαστικές υποθέσεις του εφαρμόζεται ο Κώδικας περί δικών του Δημοσίου. Κατά τα άρθρα 19 και 20, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 παρ. 6 του ν. 2732/1999 και στη συνέχεια με το άρθρο 29 παρ. 3 του ν. 3147/2003, ο ΟΠΕΚΕΠΕ διοικείται από Διοικητικό Συμβούλιο, στις αρμοδιότητες του οποίου ανήκει, πλην άλλων, και η κατάρτιση των κανονισμών οργανωτικής διάρθρωσης και λειτουργίας του ΟΠΕΚΕΠΕ, κατάστασης προσωπικού, οικονομικής διαχείρισης κλπ, που εγκρίνονται με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού και δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Κατά το άρθρο 22, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 παρ. 18 εδάφ. γ’ του ν. 2732/1999 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 29 παρ. 4 του ν. 3147/2003, πόροι του ΟΠΕΚΕΠΕ είναι, εκτός των άλλων, και η ετήσια επιχορήγηση από τον τακτικό προϋπολογισμό του Υπουργείου Γεωργίας, καθώς και επιχορηγήσεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Στο άρθρο 26 του αυτού ως άνω ιδρυτικού νόμου ορίζεται ότι οι ελεγκτές του ΟΠΕΚΕΠΕ ασκούν - δημόσιο λειτούργημα κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

Κατά το άρθρο 29 παρ. 1, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 19, 20 και 21 του ν. 2732/1999 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 24 παρ. 18 και 19 του ν. 2945/2001, από την έναρξη λειτουργίας του ΟΠΕΚΕΠΕ καταργούνται η Γενική Διεύθυνση Διαχείρισης Αγορών Γεωργικών Προϊόντων (ΓΕΔΙΔΑΓΕΠ) του Υπουργείου Γεωργίας, καθώς και οι οργανικές της μονάδες που ασκούν τις αντίστοιχες αρμοδιότητες, τα δε δικαιώματα, προνόμια και υποχρεώσεις που ασκούσαν υπέρ του Δημοσίου οι καταργούμενες οργανικές μονάδες της ΓΕΔΙΔΑΓΕΠ περιέρχονται αυτοδικαίως στον ΟΠΕΚΕΠΕ, ως καθολικό διάδοχο αυτών, χωρίς άλλη διατύπωση.

Τέλος, στο άρθρο 29 παρ. 7 του ν. 3147/2003 ορίζεται ότι για αστικές διαφορές που δημιουργούνται από την άσκηση των αρμοδιοτήτων που έχουν ανατεθεί στον ΟΠΕΚΕΠΕ έναντι τρίτων ευθύνεται μόνο το νομικό πρόσωπο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Η χρήση του όρου "αστικές διαφορές" στη ανωτέρω διάταξη δεν έχει στόχο να καθορίσει τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων στα οποία υπάγεται η εκδίκαση των διαφορών αυτών, δοθέντος ότι η εν λόγω δικαιοδοσία είναι εκ του Συντάγματος δεδομένη, αλλά κατατείνει στο να αποκλείσει την εκ του άρθρου 71 εδάφιο β’ Α.Κ.

αστική ευθύνη των υπαλλήλων του ΟΠΕΚΕΠΕ έναντι τρίτων, θεσπίζοντας ρύθμιση ανάλογη με εκείνη του άρθρου 85 παρ. 1 εδάφ. β’ του Υπαλληλικού Κώδικα, που κωδικοποιήθηκε με το π.δ. 61 1/1977. Από τις ανωτέρω διατάξεις σαφώς συνάγεται ο ΟΠΕΚΕΠΕ, από την άποψη του σκοπού που επιδιώκει, του δημοσίου συμφέροντος που υπηρετεί, της οργανωτικής δομής και των αρμοδιοτήτων του, καθώς επίσης της εποπτείας και του ελέγχου που υφίσταται, είναι φορέας δημοσίας διοίκησης υπό λειτουργική έννοια (ΑΕΔ 21/2012, 1/2015ΑΠ123/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσίβλητος εκθέτει στην ένδικη αγωγή συνοπτικώς τα εξής: ότι είναι αγρότης-παραγωγός εσπεριδοειδών, μεταξύ των οποίων και πορτοκαλιών ποικιλίας ΜΕΡΛΙΝ, που καλλιεργεί σε ιδιόκτητα κτήματά του, στην περιφέρεια του ... του Νομού Αργολίδος, δηλώνει δε κατ’ έτος, όπως προβλέπεται, το φυτικό του κεφάλαιο, συμπεριλμβανομένων και των εσπεριδοειδών, υποβάλλοντας στον εναγόμενο, ήδη αναιρεσείοντα Οργανισμό Πληρωμών Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων, Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε.) Ενιαία Δήλωση εκμετάλλευσης-Αίτηση ενιαίας ενίσχυσης και λοιπών καθεστώτων στήριξης στα πλαίσια του ΚΑΝ(ΕΚ) 1782/2003, προκειμένου να λάβει τις νόμιμες ενισχύσεις.

Κατά το έτος 2009 υπέβαλε προς τον εναγόμενο μέσω και της Ενώσεως Αγροτικών Συνεταιρισμών Αργολίδος και της Διευθύνσεως Αγροτικής Αναπτύξεως Αργολίδος την Ενιαία ως άνω Δήλωση-Αίτηση, αιτούμενος τη χορήγηση συνδεδεμένης ενισχύσεως για την καλλιέργεια εσπεριδοειδών προς μεταποίηση κατά την καλλιεργητική περίοδο του έτους 2009, κατά την οποία, με βάση τη ρηθείσα δήλωσή του είχε δεσμεύσει εκ του συνόλου των καλλιεργουμένων με εσπεριδοειδή κτημάτων του, δύο αγροτεμάχιά του εκτάσεως 5 και 4 στρεμμάτων αντιστοίχως με πορτοκαλιές μεταποιήσεως επιλέξιμες τόσο για το καθεστώς της Ενιαίας Εκτατικής Ενίσχυσης όσο και για το ειδικό καθεστώς του ΚΑΝ(ΕΚ) 1782/2003 για τη χορήγηση συνδεδεμένης ενίσχυσης για την καλλιέργεια των άνω εσπεριδοειδών προς μεταποίηση για το έτος 2009.

Κατά το έτος αυτό, από τις ανωτέρω καλλιέργειες πορτοκαλιών προς μεταποίηση ως παραγωγός και μέσω της ομάδας παραγωγών της Αργολικής Κοινοπραξίας Αγροτικών Συνεταιρισμών ... διακίνησε- πώλησε- οδήγησε προς μεταποίηση 24.165 κιλά πρώτης ύλης (πορτοκάλια) προς χυμοποίηση, όπως αναλυτικά περιγράφονται στην ένδικη αγωγή, και όλα τα σχετικά παραστατικά υπεβλήθησαν το έτος 2010 νομίμως από την Ε.Α.Σ.

Αργολίδος στον εναγόμενο, που όφειλε να του καταβάλει, ως συνδεδεμένη ενίσχυση για τις ανωτέρω ποσότητες πορτοκαλιών που οδήγησε εν έτει 2009 προς μεταποίηση-χυμοποίηση, το συνολικό ποσό των 3.427,20 ευρώ. Ο εναγόμενος, μολονότι έχει αναγνωρίσει την προς αυτόν οφειλή του και έχει περιλάβει το ποσό των 3.427,20 ευρώ στις εξατομικευμένες καταστάσεις υπολογισμού πληρωμής για το έτος 2009 με δικαιούχο τον ίδιο και αιτιολογία τη συνδεδεμένη ενίσχυση για πορτοκαλιές μεταποίησης, επί πλέον δε του έχει ήδη καταβάλει εκ του ποσού τούτου 1.713,60 ευρώ , αρνείται, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του, να του καταβάλει το εναπομείναν υπόλοιπο των 1.713,60 ευρώ.

Με βάση δε το ως άνω ιστορικό αιτείται με την αγωγή να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει νομιμοτόκως το οφειλόμενο ποσό των 1.713,60 ευρώ και να καταδικασθεί επί πλέον στην δικαστική του δαπάνη.

Υπό το ως άνω περιεχόμενό της η αγωγή εισάγει προς διάγνωση αξίωση κατά του αναιρεσείοντος για καταβολή κοινοτικών ενισχύσεων, η οποία, σύμφωνα με τα νομικά δεδομένα που εκτέθηκαν ανωτέρω, εντάσσεται σε σύστημα κανόνων δικαίου που αποσκοπούν στην εξυπηρέτηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος, και ως τοιαύτη συνιστά διοικητική διαφορά ουσίας , υπαγομένη στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Επομένως ο μοναδικός από το άρθρο 560 αριθ.3 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο παραδεκτώς προβάλλεται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, ως αφορώσα τη δημοσία τάξη (άρθρο 562 παρ.2 γ’ Κ.Πολ.Δ.), η αιτίαση ότι το Ειρηνοδικείο Ναυπλίου, εκδικάζοντας την ένδικη αγωγή, υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση.

Επειδή κατά τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔικ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.2 του ίδιου κώδικα σαφώς προκύπτει, ότι εάν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση λόγω υπερβάσεως της δικαιοδοσίας, πρέπει περαιτέρω να απορρίψει την αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας, ως απαράδεκτη (ΑΠ 178 172005,796/1980, 83/1978).

Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί η επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρούμενη απόφαση αγωγή του αναιρεσίβλητου και να συμψηφισθεί η δικαστική δαπάνη του εναγόμενου -αναιρεσείοντος λόγω του δυσερμήνευτου των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν (άρθρ. 179 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθ. 215/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ναυπλίου και απορρίπτει την από 30-12-2014 αγωγή του αναιρεσίβλητου ως απαράδεκτη.

Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ