Legislator Case Law & Legislation
106/2012 AI generated

106/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 106/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Εκποίηση επιχείρησης που έχει τεθεί υπό ειδική εκκαθάριση άρθ.46α παρ. 1 ν. 1892/1990: έχει χαρακτήρα δημόσιου αναγκαστικού πλειστηριασμού. Πρόσθετοι όροι δημοπρασίας αν έγιναν αποδεκτοί είναι δεσμευτικοί. Ασαφείς όροι για έξοδα εκτελέσεως. Εάν το δικαστήριο διαγνώσει ασάφεια οφείλει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173-200 ΑΚ. Απόρριψη αγωγής αδικαιολόγητου πλουτισμού γιατί επιβαρύνθηκε πλειοδότης της δημοπρασίας και με έξοδα εκτελέσεως προηγούμενων άγονων δημοπρασιών, σύμφωνα με σχετικό όρο δημοπρασίας που ενώ δέχθηκε το Εφετείο ότι ήταν ασαφής δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθ. 173-200 ΑΚ και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Λόγος αναίρεσης. Αναιρεί 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

Legislator headnote

AI generated

106/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): και έχει ως άμεση έννομη συνέπεια, μετά τη μεταγραφή της και το σχετικό αίτημα προς τον υποθηκοφύλακα, την εξάλειψη και διαγραφή των υφισταμένων υπέρ τρίτων βαρών που έχουν εγγραφεί πριν από τη θέση των επιχειρήσεων σε ειδική εκκαθάριση. Τέλος, στην §9 του ίδιου άρθρου 46α του Ν. 1892/1990 ορίζεται ότι, από της καταβολής όλου του πλειστηριάσματος, επέρχονται όλες οι έννομες συνέπειες που ορίζονται στο άρθρο 1005 ΚΠολΔ.

Keywords

AI generated
diplomatic procedure ratification of settlement amendment of the Treaties debt enforcement costs protocol to the Convention waiver of oral hearing
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 106 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Εκποίηση επιχείρησης που έχει τεθεί υπό ειδική εκκαθάριση άρθ.46α παρ. 1 ν. 1892/1990: έχει χαρακτήρα δημόσιου αναγκαστικού πλειστηριασμού. Πρόσθετοι όροι δημοπρασίας αν έγιναν αποδεκτοί είναι δεσμευτικοί. Ασαφείς όροι για έξοδα εκτελέσεως. Εάν το δικαστήριο διαγνώσει ασάφεια οφείλει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173-200 ΑΚ. Απόρριψη αγωγής αδικαιολόγητου πλουτισμού γιατί επιβαρύνθηκε πλειοδότης της δημοπρασίας και με έξοδα εκτελέσεως προηγούμενων άγονων δημοπρασιών, σύμφωνα με σχετικό όρο δημοπρασίας που ενώ δέχθηκε το Εφετείο ότι ήταν ασαφής δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθ. 173-200 ΑΚ και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Λόγος αναίρεσης. Αναιρεί 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

Αριθμός 106/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Β. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ανδρέου.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ALPHA ΑΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ (πρώην ΑΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ), με έδρα την Αθήνα νομίμως εκπροσωπούμενης, με την ιδιότητά της ως ειδικής εκκαθαρίστριας, δυνάμει της υπ' αριθ. 7445/1995 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ ΔΟΜΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΚΑΙ ΠΡΟΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, με έδρα την Αθήνα και ετέθη στην ειδική εκκαθάριση του άρθρου 46α ν. 1892/1990 δυνάμει της ως άνω αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Καμπά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13 Νοεμβρίου 1996 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11030/1997 προδικαστική, 6700/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 8158/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 3 Νοεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δυο πρώτων λόγων αναιρέσεως, όπως συμπληρώνονται με την παρούσα έκθεση και την απόρριψη του τρίτου λόγου αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στο άρθρο 46α §1 του Ν. 1892/1990 "Για τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη και άλλες διατάξεις", που προστέθηκε με το άρθρο 14 του Ν. 2000/1991 όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 181 του Ν. 3588/2007 "Πτωχευτικός Κώδικας", προβλέπεται η θέση σε ειδική εκκαθάριση της επιχείρησης, η οποία έχει αναστείλει ή διακόψει τη λειτουργία της για οικονομικούς λόγους ή είναι σε κατάσταση παύσης πληρωμών ή έχει πτωχεύσει ή τεθεί υπό τη διοίκηση και διαχείριση των πιστωτών ή υπό προσωρινή διαχείριση ή υπό εκκαθάριση οποιασδήποτε μορφής ή παρουσιάζει έκδηλη οικονομική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της.

Η θέση σε ειδική εκκαθάριση των επιχειρήσεων αυτών διατάσσεται με απόφαση του εφετείου της έδρας της επιχείρησης, μετά από αίτηση πιστωτών που εκπροσωπούν το 51% τουλάχιστον του συνόλου των κατά της επιχείρησης απαιτήσεων. Εκκαθαριστής διορίζεται υποχρεωτικώς τράπεζα, που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα ή θυγατρική επιχείρηση τέτοιας τράπεζας που υποχρεούνται να υποδείξουν οι αιτούντες πιστωτές, συνυποβάλλοντες στο εφετείο δήλωσή της ότι αποδέχεται την υπόδειξή της ως εκκαθαριστή.

Στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι, μετά τη δημοσίευση της απόφασης του εφετείου, ο εκκαθαριστής υποχρεούται να προβεί στη λεπτομερή καταγραφή και την εν συνεχεία πώληση, με δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό, όλου του ενεργητικού της επιχείρησης ως συνόλου, είτε η επιχείρηση βρίσκεται σε λειτουργία είτε όχι.

Στην παράγραφο 7 του ίδιου άρθρου, ορίζεται, σχετικά με τη διαδικασία μεταβίβασης του ενεργητικού, ότι ο εκκαθαριστής συνάπτει με τον πλειοδότη, ενώπιον του επί του πλειοδοτικού διαγωνισμού συμβολαιογράφου, τη σύμβαση μεταβίβασης του ενεργητικού της επιχείρησης, βάσει των όρων της προσφοράς και των τυχόν άλλων επί τα βελτίω όρων, που υποδείχθηκαν από τους παραπάνω πιστωτές.

Η σύμβαση αυτή επέχει θέση τελεσίδικης κατακύρωσης του άρθρου 1003 επ. Κ.Πολ.Δ. Η παράγραφος 8 του ίδιου άρθρου ορίζει ότι το συνολικό ποσό, το οποίο πρέπει να καταβάλει σύμφωνα με τη σύμβαση στον εκκαθαριστή ο πλειοδότης, επέχει θέση πλειστηριάσματος του άρθρου 1004 επ. Κ.Πολ.Δ. Μετά την καταβολή του συμφωνηθέντος πλειστηριάσματος ή του συμφωνηθέντος ως αμέσως καταβλητέου ποσού και εφόσον τηρήθηκαν στην τελευταία περίπτωση οι συμφωνηθέντες όροι εξασφάλισης πληρωμής του υπολοίπου, ο εκκαθαριστής συντάσσει αμελλητί, ενώπιον του επί του πλειοδοτικού διαγωνισμού συμβολαιογράφου, αντιστοίχως, είτε πράξη εξόφλησης, είτε πράξη πιστοποίησης εκπλήρωσης των παραπάνω υποχρεώσεων του πλειοδότη.

Η πράξη αυτή, στην οποία προσαρτάται η σύμβαση μεταβίβασης, επέχει θέση περίληψης έκθεσης κατακύρωσης του άρθρου 1005 Κ.Πολ.Δ. και εφαρμόζονται επ' αυτής αναλόγως όσα ισχύουν επί της τελευταίας. Εξ άλλου, η διάταξη του άρθρου 9§3 του Ν. 2244/1994 ορίζει ότι η κατά το άρθρο 46α§8 του Ν. 1892/1990 πράξη πιστοποίησης εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του αγοραστή επέχει, κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, θέση περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης του άρθρου 1005 του Κ.Πολ.Δ.

και έχει ως άμεση έννομη συνέπεια, μετά τη μεταγραφή της και το σχετικό αίτημα προς τον υποθηκοφύλακα, την εξάλειψη και διαγραφή των υφισταμένων υπέρ τρίτων βαρών που έχουν εγγραφεί πριν από τη θέση των επιχειρήσεων σε ειδική εκκαθάριση. Τέλος, στην §9 του ίδιου άρθρου 46α του Ν. 1892/1990 ορίζεται ότι, από της καταβολής όλου του πλειστηριάσματος, επέρχονται όλες οι έννομες συνέπειες που ορίζονται στο άρθρο 1005 ΚΠολΔ.

Επί της μεταβιβάσεως του συνόλου του ενεργητικού της επιχείρησης του παρόντος άρθρου δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ. Από το σύνολο των ανωτέρων διατάξεων του άρθρου 46α του Ν. 1892/1990 προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτές δημόσιος πλειοδοτικός διαγωνισμός, με τον οποίο γίνεται η πώληση της επιχείρησης που έχει τεθεί στη ρυθμιζόμενη από το ίδιο άρθρο ειδική εκκαθάριση, δεν αποτελεί περίπτωση σύμβασης πώλησης του αστικού δικαίου, που καταρτίζεται απλώς με βάση ορισμένες προϋποθέσεις που τάσσονται στο νόμο και με την επιτήρηση της δημόσιας αρχής, αλλά έχει το χαρακτήρα δημόσιου πλειστηριασμού και μάλιστα αναγκαστικού, αφού αποβλέπει, όπως και ο αναγκαστικός πλειστηριασμός, στην εκποίηση της περιουσίας του οφειλέτη για την ικανοποίηση των χρηματικών απαιτήσεων των αναγγελλόμενων προς τούτο πιστωτών του, με μια συλλογική διαδικασία, η οποία είναι συντομότερη από εκείνη που προβλέπεται στον Κ.Πολ.Δ.

Τούτο σαφώς συνάγεται από τους προπαρατεθέντες ορισμούς του νόμου αυτού, όπου ορίζεται ρητά ότι το "τίμημα" εξομοιώνεται με το "πλειστηρίασμα" του αναγκαστικού πλειστηριασμού, η "πράξη εξόφλησης του" ή, κατά περίπτωση, η "πράξη πιστοποίησης εκπλήρωσης των αναληφθεισών υποχρεώσεων" με την περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης, η "σύμβαση μεταβίβασης" με την έκθεση κατακύρωσης του αναγκαστικού πλειστηριασμού και ο "αποκτών πλειοδότης" με υπερθεματιστή που έχει τα δικαιώματα και τις εξουσίες που του παρέχονται από το άρθρο 1005 Κ.Πολ.Δ., με απόσβεση έτσι και των εμπράγματων βαρών που έχουν εγγραφεί στα περιουσιακά αντικείμενα της αποκτώμενης από αυτόν επιχείρησης, όπως συμβαίνει και στο δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό (Ολ. \ΑΠ 10/2006).

Περαιτέρω, η κατά τη διακήρυξη της πλειοδοτικής δημοπρασίας, για την εκποίηση της περιουσίας της υπό ειδική εκκαθάριση επιχειρήσεως, διατύπωση πρόσθετων όρων, που έγιναν αποδεκτοί από εκείνον που προσέφερε το μεγαλύτερο τίμημα, να επιβαρύνεται ο τελευταίος με το σύνολο των δαπανών διενέργειας όχι μόνον της τελικής δημοπρασίας, αλλά και προηγούμενων άγονων δημοπρασιών και γενικά δαπανών που δεν έγιναν προς το κοινό συμφέρον όλων των δανειστών, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 Κ.Πολ.Δ., αποτελεί επιτρεπτή συμβατική ρύθμιση, εφόσον έτσι δεν καταστρατηγούνται βασικές διατάξεις των άρθρων 46α και 46β του Ν. 1892/1990 και δεν παρακωλύεται ο ελεύθερος ανταγωνισμός (ΑΠ 628/1994).

Κατά δε το άρθρο 904 § 1 εδ.α' του ΑΚ, "Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια". Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (Ολ.ΑΠ 18/1998).

Τέλος, όταν το δικαστήριο διαπιστώνει την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών και δεν προσφεύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, η κρίση του υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 215/2009, 258/2003).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντος προκύπτει ότι σ' αυτή εκτίθεται, ότι η διορισθείσα με την 7445/1995 απόφαση του Εφετείου Αθηνών αναιρεσίβλητη ως ειδική εκκαθαρίστρια της επιχειρήσεως "Β. Δομικά Προϊόντα και Προκατασκευή Α.Β.Ε.Ε.", κατά τις 19-4-1996, διενήργησε τον τρίτο κατά σειρά πλειοδοτικό διαγωνισμό πωλήσεως των περιουσιακών στοιχείων της υπό εκκαθάριση επιχειρήσεως, κατά τον οποίο πλειοδότησε ο αναιρεσείων, η προσφορά του (180.000.000 δραχμές) εγκρίθηκε από την πιστώτρια ΑLΡΗΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε.

που εκπροσωπούσε άνω του 51% του συνόλου των απαιτήσεων κατά της υπό εκκαθάριση εταιρίας και υπογράφηκε η συμβολαιογραφική σύμβαση μεταβιβάσεως του ενεργητικού της επιχειρήσεως και η συναφής πράξη εξοφλήσεως του πλειστηριάσματος, πλην όμως η αναιρεσίβλητη απήτησε παρανόμως για έξοδα εκτελέσεως και τις γενόμενες από αυτή δαπάνες των δύο προηγούμενων άγονων δημοπρασιών, στις οποίες δεν μετείχε ο αναιρεσείων, ο οποίος προέβαλε (και προβάλλει με την αγωγή) υπέρ των απόψεών του το ότι ο σχετικός όρος της δημοπρασίας (που εκείνος αποδέχθηκε) αναφέρει τα εξής: "Όλες οι δαπάνες για την συμμετοχή στο διαγωνισμό και τη, μεταβίβαση (φόροι, χαρτόσημο, αμοιβή συμβολαιογράφου, υποθηκοφύλακα, ΦΠΑ, δημοσιεύσεις κ.λ.π.) βαρύνουν αποκλειστικώς τους ενδιαφερομένους αγοραστές και τον πλειοδότη κατά περίπτωση".

Ζητείται δε, ενόψει του ότι υποχρεώθηκε να συμμορφωθεί ο αναιρεσείων με την ως άνω παράνομη αξίωση της αναιρεσίβλητης, λόγω του ότι η τελευταία εξήρτησε την υπογραφή της πράξης μεταβιβάσεως της δημοπρατηθείσης περιουσίας από την καταβολή και της δαπάνης των διακηρύξεων των δύο πρώτων άγονων δημοπρασιών, να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να αποδώσει στον αναιρεσείοντα το επί πλέον αχρεωστήτως καταβληθέν από αυτόν ποσό των 13.571.440 δραχμών, κατά το οποίο κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη η αναιρεσίβλητη σε βάρος της περιουσίας του.

Υπό τα εκτιθέμενα ως άνω περιστατικά γίνεται επίκληση μη νόμιμης αιτίας πλουτισμού της αναιρεσίβλητης-εναγομένης, αφού η κατάρτιση έγκυρης συμβάσεως με τη γενόμενη από τον αναιρεσείοντα αποδοχή της περιλαμβανόμενης στη δημοπρασία, με τον επίμαχο όρο, προτάσεως της αναιρεσίβλητης αφορούσε, κατά το περιεχόμενο της αγωγής, τις δαπάνες συμμετοχής στο διεξαγόμενο με τη δημοπρασία διαγωνισμό, χωρίς να συσχετίζεται με τις δαπάνες για προηγούμενες άγονες δημοπρασίες της περιουσίας της υπό εκκαθάριση επιχειρήσεως.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, στη διακήρυξη διενέργειας του ένδικου πλειοδοτικού διαγωνισμού είχε περιληφθεί όρος, σύμφωνα με τον οποίο "όλες οι δαπάνες για τη συμμετοχή στο διαγωνισμό και τη μεταβίβαση (φόροι, χαρτόσημο, αμοιβή συμβολαιογράφου, υποθηκοφύλακα, Φ.Π.Α., δημοσιεύσεις, κ.λ.π.) βαρύνουν αποκλειστικώς τους ενδιαφερόμενους αγοραστές και τον πλειοδότη κατά περίπτωση".

Ό όρος αυτός έχει την έννοια ότι οι δαπάνες για τη συμμετοχή στο διαγωνισμό, όπως είναι οι δαπάνες εκδόσεως εγγυητικής επιστολής, διενέργειας ελέγχου κ.λ.π., βαρύνουν κάθε ενδιαφερόμενο αγοραστή, ενώ οι δαπάνες για τη μεταβίβαση (όπως φόροι, αμοιβή συμβολαιογράφου, υποθηκοφύλακα, δημοσιεύσεις κ.λ.π.) βαρύνουν τον πλειοδότη.

Με βάση τον ανωτέρω όρο, διατυπώνεται σαφής βούληση ότι το πλειστηρίασμα που θα επιτευχθεί, θα περιέλθει "καθαρό" προς διάθεση στους πιστωτές, ενώ οι δαπάνες βαρύνουν τους ενδιαφερόμενους αγοραστές και τον πλειοδότη. Από τη διατύπωση του όρου δεν προκύπτει σαφώς, αν βαρύνουν τον πλειοδότη και οι δαπάνες δημοσίευσης των διακηρύξεων των προηγούμενων διαγωνισμών, συνάγεται όμως ότι τα έξοδα των εν λόγω δημοσιεύσεων βαρύνουν αυτόν στο σύνολο τους, αφού και τα έξοδα αυτά ήταν αναγκαία, προκειμένου να διέλθει η ειδική εκκαθάριση τα προηγούμενα στάδια μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας με τη μεταβίβαση του ενεργητικού της υπό εκκαθάριση εταιρείας, η οποία (διαδικασία) έχει ενιαίο χαρακτήρα.

Περαιτέρω, με βάση τα εκτιθέμενα, ο ενάγων έλαβε γνώση του ως άνω όρου και συνεπώς με τη συμμετοχή του στον πλειοδοτικό διαγωνισμό αποδέχτηκε αυτόν, ενώ ο ίδιος μπορούσε να ζητήσει να λάβει γνώση του ύψους των δαπανών από την εναγομένη ειδική εκκαθαρίστρια πριν καταθέσει τη σφραγισμένη, δεσμευτική προσφορά του.

Κατόπιν αυτών το γεγονός ότι υποχρεώθηκε να καταβάλει το σύνολο των δαπανών για τις δημοσιεύσεις της διακήρυξης των προηγούμενων διαγωνισμών δεν συνιστά παράνομη πράξη, αντίθετα η πληρωμή αυτών συνιστά εκπλήρωση υποχρέωσης, που ανέλαβε με τη συνομολόγηση του παραπάνω όρου. Επομένως, η εκκαλουμένη οριστική απόφαση και η συνεκκαλουμένη προδικαστική απόφαση, που έκριναν νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή ως προς την από αδικοπραξία βάση της έσφαλαν, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, όπως βάσιμα παραπονείται η εναγομένη-εκκαλούσα".

Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, δεχόμενο την έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, αξίωσε για την εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 904 §1 εδ.α' του ΑΚ, περισσότερα από τα απαιτούμενα και επικαλούμενα με την ένδικη αγωγή στοιχεία, αφού έκρινε ότι δεν αρκούσε η από τον αναιρεσείοντα-ενάγοντα επίκληση με την αγωγή του της ελλείψεως νόμιμης αιτίας πλουτισμού της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με τον αναφερόμενο σαφή όρο της διακηρύξεως της δημοπρασίας καθεαυτό, αλλά ότι έπρεπε, κατά την εξέταση της νομιμότητας και του ορισμένου της αγωγής, αφενός μεν να προβεί σε ερμηνεία του εκτιμηθέντος ως ασαφούς ως άνω όρου, χωρίς μάλιστα να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 ΑΚ), τους οποίους με τον τρόπο αυτό επίσης ευθέως παραβίασε, αφετέρου δε να θεωρήσει εσφαλμένως ως αναλογικά εφαρμοζόμενη και τη διάταξη του άρθρου 932 Κ.Πολ.Δ., η οποία (σε συνδυασμό με το άρθρο 975 Κ.Πολ.Δ.) αναφέρεται στα αναγκαία προς διεξαγωγή της αναγκαστικής εκτελέσεως δικαστικά έξοδα, που προαφαιρούνται από το πλειστηρίασμα, ενώ ο επίμαχος συμβατικός όρος αφορούσε το εύρος της πρόσθετης υποχρεώσεως του αναιρεσείοντος πλειοδότη, πέρα από την καταβολή του τιμήματος (αντίστοιχου με το πλειστηρίασμα) να επιβαρύνεται και με έξοδα εκτελέσεως.

Επομένως οι δύο πρώτοι από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολ.Δικ. λόγοι αναιρέσεως, όπως συμπληρώνονται από τον Εισηγητή - Αρεοπαγίτη (άρθρο 562 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ.) είναι βάσιμοι, ενώ παρέλκει η εξέταση του τρίτου λόγου αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 8158/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 5880 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δικ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 8158/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.-

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ