Legislator Case Law & Legislation
106/2011 AI generated

106/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 106/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

106/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ως άνω ουσιώδες ζήτημα, (της κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, με έκτακτη χρησικτησία), όπως ο λόγος αυτός συμπληρώθηκε, κατ' άρθρο 562 § 4 ΚΠολΔ, από τον Εισηγητή είναι βάσιμος.

Keywords

AI generated
legacy statutory rights of heir pledge holder property ownership right to know one's descendants composition agreement
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 106 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 106/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1. Ε. συζ. Δ. Μ., το γένος Α. Σ. και 2. Γ. χας Ν. Τ., το γένος Α. Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Μπαρμπάτση.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Α. Σ. του Ε., 2. Χ. Σ. του Ε., 3. Γ. Σ. του Ε. και 4. Ε. χας Ε. Σ., το γένος Χ. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Θεοδώρα Πέτρου-Πετρούλα με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-9-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 329/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 3894/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 8-1-2008 αίτησή τους και με τους από 25-8-2010 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 22-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Από το άρθρο 569 § 2 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου και ότι για το παραδεκτό αυτών απαιτείται όχι μόνο η κατάθεση, αλλά και η επίδοση του σχετικού δικογράφου στον αναιρεσίβλητο, τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση που είχε αρχικά ορισθεί, στις οποίες δεν υπολογίζονται η ημέρα κατάθεσης και επίδοσης και η ημέρα της συζήτησης. Τυχόν μη επίδοση ή μη εμπρόθεσμη επίδοση του δικογράφου καθιστά απαράδεκτους τους πρόσθετους λόγους και το απαράδεκτο αυτό λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Στην προκειμένη περίπτωση, το από 24-8-2010 δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναίρεσης κατατέθηκε μεν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 25-8-2010, ήτοι τριάντα ημέρες πριν από την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο της 6-10-2010, πλην όμως δεν προκύπτει επίδοση του δικογράφου αυτού στους αναιρεσιβλήτους, αφού οι αναιρεσείουσες δεν επικαλούνται, ούτε, άλλωστε, προσκομίζουν σχετική έκθεση επιδόσεως. Επομένως, οι ένδικοι λόγοι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης δικογράφου πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

2.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφα-σης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1045 ΑΚ για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία αρκεί η επί εικοσαετία νομή του πράγματος, δηλαδή η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση αυτού (άρθρο 974 ΑΚ). Εκείνος, που προβάλλει τη χρησικτησία, πρέπει να επικαλεσθεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα και τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το ακίνητο ως κύριος.

Επί διεκδικητικής δε της κυριότητας ακινήτου αγωγής, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία έγινε δεκτό, ότι ο διάδικος έγινε κύριος του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατά το άρθρο 1045 του Αστικού Κώδικα, γιατί νεμήθηκε αυτό με διάνοια κύριου επί είκοσι τουλάχιστον έτη, στερείται νόμιμης βάσης, εάν δεν αναφέρονται στο αιτιολογικό της συγκεκριμένες πράξεις νομής αυτού επί του επιδίκου ακινήτου, ώστε να κριθεί εάν αυτές είναι ικανές να προσπορίσουν στο διάδικο την κυριότητα του ακινήτου αυτού με έκτακτη χρησικτησία.

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 785-787, 974, 980, 981, 982, 994, 1113 και 1884 ΑΚ, συνάγεται ότι ο συγκοινωνός, όπως είναι και ο εξ αδιαθέτου συγκληρονόμος, αν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται ότι κατέχει αυτό και στο όνομα των λοιπών κοινωνών και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών κτητική (έκτακτη χρησικτησία) παραγραφή, προτού καταστήσει γνωστό σ' αυτούς ότι αποφάσισε να νέμεται το κοινό πράγμα αποκλειστικώς στο όνομά του ως κύριος και από τη γνωστοποίηση αυτήν παρέλθει η απαιτούμενη για την χρησικτησία εικοσαετία.

Όμως, η παραπάνω γνωστοποίηση δεν απαιτείται όταν οι λοιποί συγκύριοι-συγκοινωνοί έχουν λάβει γνώση, με οποιοδήποτε τρόπο, της αποφάσεως που εκδήλωσε ο κοινωνός ότι κατέχει ολόκληρο το κοινό και ότι εφεξής νέμεται αυτό ως αποκλειστικός κύριος και περάσει από τη γνώση αυτή η προθεσμία της αποσβεστικής ή κτητικής παραγραφής.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, με αυτήν το Εφετείο, δέχθηκε τ' ακόλουθα: "Ο πατέρας των εναγουσών και του δικαιοπαρόχου των εναγομένων, Α. Σ. του Ε., απεβίωσε τον Ιανουάριο του έτους 1944 στον ..., χωρίς να αφήσει διαθήκη. Τα τότε ανήλικα τέκνα του (ενάγουσες και ο δικαιοπάροχος των εναγομένων Ε.

Σ.), ως συγκληρονόμοι αυτού, κατέστη-σαν συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος, των εξής ακινήτων, ευρισκομένων (των υπ' αριθμ. 1-12) στην κτηματική περιφέρεια του δημοτικού διαμερίσματος ... του δήμου ..., 1) ενός αγρού, εκτάσεως δεκαέξι (16) στρεμμάτων περίπου, στη θέση "...", συνορεύοντος ανατολικώς με Μ.

Κ., δυτικώς με Ι. Δ. Α., βορείως με Ε. Σ. και νοτίως με αγροτική οδό, 2) ενός αγρού, εκτάσεως δύο (2) στρεμμάτων περίπου, στην θέση "...", συνορεύοντος ανατολικώς με Ι. Σ., δυτικώς με αγροτική οδό, βορείως με σιδηροδρομική γραμμή και νοτίως με επαρχιακή οδό ...-..., 3) ενός αγρού, εκτάσεως ενός (1) στρέμματος περίπου, στην θέση "...", με τα εντός αυτού εννέα (9) ελαιόδεντρα, συνορεύοντος ανατολικώς με Β.

Σ., δυτικώς με αγροτική οδό, βορείως με Σ. Σ. του Β. και νοτίως με Ι. Σ., 4) ενός αγρού, εκτάσεως έξι (6) στρεμμάτων περίπου, στη θέση "...", συνορεύοντος ανατολι-κώς με Ι. Σ., δυτικώς με εργοστάσιο, βορείως με Π. Κ. και νοτίως με αγροτική οδό, 5) ενός αγρού, εκτάσεως τριών (3) στρεμμάτων περίπου, στη θέση "...", συνορεύοντος ανατολικώς με Α.

Σ., δυτικώς με κληρονόμους Ι. Π., βορείως με κανάλι και νοτίως με κληρονόμους Ι. Π., 6) ενός αγρού, εκτάσεως έξι (6) στρεμμάτων περίπου, στη θέση "...", συνορεύοντος ανατολικώς με Γ. Α., δυτικώς με Ο. Κ., βορείως με Ε. Σ. και νοτίως με κληρονόμους Ι. Π., 7) ενός αγρού, εκτάσεως δεκαέξι (16) στρεμμάτων περίπου, στη θέση "...", συνορεύοντος ανατολικώς με Γ.

Κ., δυτικώς με Δ. Ι. Α. και Α. Χ., βορείως με καλαμίτη και νοτίως με Ε. Σ., 8) ενός αγρού, εκτάσεως τριών (3) στρεμμάτων περίπου, στη θέση "...", συνορεύοντος ανατολικώς με Χ. Ι. Κ., δυτικώς με εργοστάσιο, βορείως με επαρχιακή οδό ...-... και νοτίως με εργοστάσιο, 9) ενός ελαιοτόπου, εκτάσεως ενός (1) στρέμματος περίπου, στη θέση "...", με τα εντός αυτού δέκα (10) ελαιόδεντρα, συνορεύοντος ανατολικώς με Ι.

Κ., με κληρονόμους Σ. Σ., βορείως με οδό και νοτίως με πουρνάρια, 10) ενός αγρού, τριάντα (30) στρεμμάτων περίπου, στη θέση "...", συνορεύοντος ανατολικώς με Π. Α. Σ., δυτικώς με Σ. Β., βορείως με κληρονόμους Χ. Σ. Σ. και νοτίως με βουνό, 11) ενός αγρού, εκτάσεως 2.250 τ.μ. περίπου, στη θέση "...", συνορεύοντος ανατολικώς με Κ.

Δ., δυτικώς με Ι. Σ., βορείως με Χ. Κ. και νοτίως με κληρονόμους Κ., 12) ενός αγρού, εκτάσεως 2.300 τ.μ. περίπου, στη θέση "...", συνορεύοντος ανατολικώς με ρέμα, δυτικώς με αγροτική οδό, βορείως με Ι. Σ. και νοτίως με ρέμα και αγροτική οδό, 13) ενός οικοπέδου, αρτίου και οικοδομήσιμου, εκτάσεως 300 τ.μ. περίπου, μετά της επ' αυτού οικίας, εντός του οικισμού του δημοτικού διαμερίσματος ...

του δήμου ..., συνορεύοντος ανατολικώς με Γ. Τ., δυτικώς με Σ. Γ. Σ., βορείως με Κ. Κ. και νοτίως με κοινοτική οδό και 14) ενός αγρού, εκτάσεως σαράντα (40) στρεμμάτων περίπου, στη θέση "...", του δημοτικού διαμερίσματος Υπάτου του δήμου ..., συνορεύοντος ανατολικώς με Α. Δ. Λ., δυτικώς και βορείως με αγροτική οδό και νοτίως με Σ.

Ν. και Α. Δ. Λ.. Τα επίδικα ακίνητα αρχικώς καλλιεργούντο από τον παππού και την γιαγιά των ανηλίκων τότε τριών συγκληρονόμων (εγκαταλειφθέντων υπό της μητρός τους Ε., ολίγον μετά τον θάνατο του Α. Σ.), βοηθούντων των τελευταίων στην καλλιέργεια και συγκομιδή των καρπών τους. Τα έτη 1966 και 1969 οι ενάγουσες τέλεσαν γάμο με τους Ν.

Τ. και Δ. Μ., αντιστοίχως, οι οποίοι έλαβαν λόγω προικός εκ μέρους του δικαιοπαρόχου των εναγομένων, Ε. Σ., το ποσό των τριακοσίων (300) χρυσών λιρών Αγγλίας έκαστος, παραιτηθεισών των εναγουσών των δικαιωμάτων τους επί των ανωτέρω ακινήτων. Περί αυτών βεβαιώνει εξ ιδίας αντιλήψεως ο Α. Π. του Σ., συνταξιούχος ΟΓΑ, γεννηθείς το έτος 1929 και κάτοικος ..., σύζυγος της αδελφής της μητέρας των εναγουσών, λέγοντας συγκεκριμένα ότι "Ήμουνα μπροστά όταν παντρεύτηκαν και έφυγαν από το σπίτι, η Γ.

το 1966 και η Ε. το 1969, που συμφώνησε με τις ενάγουσες να κρατήσει τα κτήματα ο Ε. και να τους δώσει χρήματα. Συγκεκριμένα παραμονές του γάμου της Γ.ς στο μαγαζί του Α. του Κ. στη ... που ήταν ο προξενητής και γαμπρός του άντρα της από αδελφή, ο άνδρας της ζήτησε 300 λίρες, ποσό που ο Λ. του έδωσε. Το ίδιο έγινε και τις παραμονές του γάμου της Β.

που παντρεύτηκε ένα πρώτο εξάδελφο μου τον Δ. Μ., που και αυτός πήρε χρήματα από τον Λ.. Πέρα από τα χρήματα έδωσε στις αδελφές του και ότι άλλο ήταν απαραίτητο για το γάμο (έπιπλα, σκεύη κλπ) και τούτο γιατί ο πατέρας τους σκοτώθηκε το 1944 και η μάνα τους, τους εγκατέλειψε μικρούς και τους μεγάλωσε η γυναίκα μου, η πεθερά μου και η κουνιάδα μου Β.

Α.". Η βεβαίωση αυτή ενισχύεται από την επ' ακροατηρίου κατάθεση του μάρτυρος ανταποδείξεως Α. Α., ο οποίος λέγει ότι "Όταν παντρεύτηκαν, ο Λ. τους έδωσε από 300 λίρες στην κάθε μια. Το 1966 ο Λ. ήταν 24 χρονών. Δούλευε από 14 χρονών, είχε πάρει καρότσι, άλογο, με χρέη και όργωνε.... Η αντιδικία άρχισε μετά τον θάνατο του Λ....

Τα κτήματα τα δούλευε ο Λ.. Όταν ήταν να παντρευτούν οι αδελφές είχαν πει ότι θα παραιτηθούν από τα χωράφια αν πάρουν λεφτά... Δεν ξέρω αν παραιτήθηκαν, ξέρω όμως ότι δεν ζήτησαν ποτέ τίποτα από τα χωράφια... Πάντα τις βοηθούσε ο Λ. όταν είχαν ανάγκη...Η Γ. είχε πάρει το πατρικό σπίτι στο χωριό, πάνω από 300 μέτρα.

Της παραχώρησε και το μερίδιο του εκεί ο Λ.,... Το 1966 είχε μαζέψει λεφτά για να παντρέψει τις αδελφές του" (βλ. στα παραπάνω πρακτικά). Οι μαρτυρίες αυτές κρίνονται ως αληθείς, δεν ανατρέπονται από τις αντίστοιχες καταθέσεις των μαρτύρων των εναγουσών και στηρίζουν την ουσιαστική βασιμότητα του πρωτοδίκως προβληθέντος ισχυρισμού των εναγομένων περί ιδίας κυριότητος με έκτακτη χρησικτησία, διότι από των ετών 1966 και 1969 μέχρι του επισυμβάντος στις 15-1-2003 θανάτου του ο δικαιοπάροχος αυτών Ε.

Σ., κατά κύριο επάγγελμα αγρότης, ενέμετο αδιαλείπτως τα επίδικα ακίνητα διάνοια κυρίου (1045 ΑΚ), εν συνεχεία δε οι ίδιοι, απορριπτόμενης μετά ταύτα της αγωγής ως κατ' ουσίαν αβασίμου". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την ένδικη διεκδικητική αγωγή των αναιρεσειουσών ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κατά παραδοχή της ένστασης ιδίας κυριότητας των αναιρεσιβλήτων και εν συνεχεία απέρριψε την έφεση των αναιρεσειουσών κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με το ως άνω ουσιώδες ζήτημα της κτήσης της κυριότητας των επίδικων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία εκ μέρους του άμεσου δικαιοπαρόχου των εναγομένων Ε. Σ. καθώς και των ιδίων, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 785-787, 974, 980, 981, 982, 994, 1045, 1113 και 1884 ΑΚ, τις οποίες, έτσι, παραβίασε εκ πλαγίου.

Ειδικότερα, δεν προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο τρόπος με τον οποίο έγινε η προαναφερόμενη "παραίτηση" εκ μέρους των εναγουσών - αναιρεσειουσών (ρητά ή σιωπηρά) και ως προς ποιον, καθώς και ποια δικαιώματα των τελευταίων επί των επίδικων ακινήτων αυτή (παραίτηση) αφορούσε, ενώ δεν αναφέρονται στο αιτιολογικό της συγκεκριμένες (με χρονολογικό προσδιορισμό) πράξεις νομής του άμεσου δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων Ε.

Σ., που να φανερώνουν μάλιστα την απόφασή του να κατέχει, εν γνώσει των αναιρεσειουσών, ολόκληρα τα κοινά (κληρονομιαία) επίδικα ακίνητα και να τα νέμεται ως αποκλειστικός κύριος, ώστε να κριθεί εάν αυτές είναι ικανές να προσπορίσουν σ' αυτόν την κυριότητα των επίδικων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία. Επίσης δεν αναφέρεται (στην προσβαλλόμενη απόφαση), καμία πράξη νομής εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων στα επίδικα ακίνητα από το χρόνο θανάτου του δικαιοπαρόχου τους (2003) και εφεξής μέχρι το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής (22-9-2004).

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ως άνω ουσιώδες ζήτημα, (της κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, με έκτακτη χρησικτησία), όπως ο λόγος αυτός συμπληρώθηκε, κατ' άρθρο 562 § 4 ΚΠολΔ, από τον Εισηγητή είναι βάσιμος.

3.- Κατ' ακολουθίαν, πρέπει, κατά παραδοχή του ως άνω λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τους από 24-8-2010 πρόσθετους λόγους αναίρεσης.

ΑΝΑΙΡΕΙ την 3894/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιανουαρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ