Supreme Court dismisses appeal for procedural error regarding appellate court's consideration of appeal arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued the appellate court failed to consider specific arguments regarding the termination of their employment contract, claiming it resulted from a new agreement rather than a unilateral declaration. The court found the appellate court had actually examined and rejected these substantive arguments during its review of the case.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 8 of the Code of Civil Procedure; A ground for appeal under Art. 559 para. 8 is established only when the court considers unsubmitted matters or fails to consider submitted matters with significant impact, and thus does not apply when the court has examined and rejected the submitted argument.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 106 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 106/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ......, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Μιχαήλ Μανωλάς.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΧΑΡΤΟΠΟΙΪΑ Α.Ε", που εδρεύει στον ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Ιωάννης - Διονύσιος Φιλιώτης με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 09.06.2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1658/2006 του ίδιου δικαστηρίου και 5743/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13.12.2007 αίτησή του καθώς και τους από 11.09.2008 με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 30.09.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης και του δικογράφου των προσθέτων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα.
Επίσης, η διάταξη του εδαφ. β' του άρθρου 224 ΚπολΔ, κατά την οποία "με τις προτάσεις που κατατίθενται κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 237 ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, διευκρινίσει και διορθώσει τους ισχυρισμούς του αρκεί να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής", επιτρέπει στον ενάγοντα την διευκρίνιση όσων ουσιωδών γεγονότων διατυπώθηκαν ανεπαρκώς ή ασαφώς στην αγωγή του, θεραπεύοντας έτσι την πραγματική, αλλά όχι και την νομική αοριστία της ιστορικής βάσεως της αγωγής, σκοπεί δε να αποτρέψει την απόρριψη αγωγών ως αορίστων, συνεπεία της ανεπαρκούς ή ασαφούς διατυπώσεως των περιεχομένων στην αγωγή ισχυρισμών, πράγμα που αντιβαίνει στην αρχή της οικονομίας της δίκης.
Όμως η δυνατότητα αυτή του ενάγοντος δεν εξικνείται και μέχρις αναπληρώσεως ελλειπόντων ισχυρισμών, από την εκ τούτου αόριστη αγωγή, πράγμα που θα αιφνιδίαζε ανεπιτρέπτως τον εναγόμενο. Eξ' άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιώτερος χωρίς νόμιμη αιτία, από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ιδίως δε στις περιπτώσεις παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή για αιτία παράνομη ή ανήθικη, προκύπτει ότι στοιχείο της απαίτησης αποτελεί η παροχή, η αιτία για την οποία έγινε, καθώς και η ανυπαρξία της αιτίας αυτής ή η μη επακολούθηση ή λήξη της ή ο παράνομος ή ανήθικός χαρακτήρας της, με συνέπεια η περιουσιακή μετακίνηση που συντελέστηκε να εμφανίζεται ως νομικώς αδικαιολόγητη.
Ειδικότερα, για την αναζήτηση αχρεώστητης παροχής απαιτείται επίκληση της καταβολής, της αιτίας για την οποία αυτή έγινε καθώς και ότι η αιτία αυτή ήταν ανύπαρκτη. Όταν δε αυτή η παροχή έγινε σε εκτέλεση σύμβασης άκυρης ή ακυρωθείσας, πρέπει να αναφέρονται στην αγωγή τα περιστατικά που συνεπάγονται ακυρότητα της σύμβασης, ή, εφόσον πρόκειται για ακυρώσιμη και μη ακυρωθείσα σύμβαση, να συμπεριλαμβάνεται επιπλέον και αίτημα για την ακύρωσή της.
Ακόμη, επί αναζητήσεως παροχής αχρεώστητης, λόγω πλάνης περί την ύπαρξη του χρέους, καταβληθείσας, η έκδοση απόφασης περί ακύρωσης, της συνεπεία αυτής καταρτισθείσας δικαιοπραξίας, απαιτείται μόνο όταν προσβάλλεται εκείνη, για την ως άνω αιτία, πράγμα όμως, το οποίο δεν συμβαίνει προκειμένου περί απλής καταβολής χρέους υπαρκτού ή ανυπαρκτού.
Ακόμη, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δικ., αν το δικαστήριο για την κρίση του ως προς το νομικά βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα.
Η τυχόν δε παραπέρα ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής η αναγομένη στην παράθεση στο δικόγραφο αυτής των περιστατικών τα οποία συγκεκριμενοποιούν την ασκουμένη αξίωση και το προβαλλόμενο αίτημα με βάση αυτό, ώστε αυτό να είναι, ως λογικό επακόλουθο αυτών, σαφές, ελέγχεται αντίστοιχα ως παράβαση με βάση τους από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δικ., λόγους αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο από τους λόγους του κύριου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, από τους αριθμούς 14 και 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση, και με το πρώτο μέρος του, για αοριστία της αγωγής, αιτίαση που πρότεινε και με λόγο έφεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, και η οποία συνίσταται στο ότι, α) δεν αναφέρεται σ' αυτή το υπολογισθέν και συνολικώς καταβληθέν μικτό ποσό της αποζημίωσης απόλυσης που έλαβε αυτός, β) το υπολογισθέν και καταβληθέν επιπλέον μικτό ποσό της ως άνω αποζημίωσης απόλυσης, και γ) δεν προσδιορίζεται το σφάλμα στο υπολογισμό της αποζημίωσης αυτής, στο οποίο υπέπεσε ο υπάλληλος της αναιρεσίβλητης, Α, όπως για πρώτη φορά με τις πρωτόδικες προτάσεις της, ισχυρίσθηκε απαραδέκτως η αναιρεσίβλητη διότι αν αυτό οφειλόταν σε εσφαλμένη εκτέλεση της διαβιβασθείσας εντολής του Διευθύνοντος Συμβούλου αυτής (αναιρεσίβλητης), ως προς την καταβλητέα αποζημίωση, τότε θα επρόκειτο περί εσφαλμένης διαβίβασης εντολής (άρθρο 146 ΑΚ), οπότε θα έπρεπε να εκτίθεται στην αγωγή της ότι ακυρώθηκε η επιπλέον παροχή, με τελεσίδική δικαστική απόφαση, είτε να σώρευε σ' αυτή και αίτημα ακύρωσης της δικαιοπραξίας, λόγω πλάνης, και με το δεύτερο μέρος του, λόγω του ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσης του για το νομικά βάσιμο της αγωγής, αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (άρθρο 904 ΑΚ).
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αγωγής της αναιρεσίβλητης, αυτή ιστορούσε, μεταξύ των άλλων ότι οι αποδοχές του αναιρεσείοντος, κατά την απόλυσή του, η οποία έλαβε χώρα ύστερα από συμφωνία των διαδίκων, με σχετική καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, ανέρχονταν στο ποσό των 1.835,39 Ευρώ (15 χ 1.835, 39 χ 14/12 = 32.119,33) καθώς και στο ποσό των 600 Ευρώ ως δικαιούμενο πριμ πωλήσεων, και ότι αυτός εδικαιούτο να εισπράξει το ποσό των 32.719,33 Ευρώ και μετά από αφαίρεση του φόρου 2.543, 87 Ευρώ (20% επί ποσού 12.719,30 Ευρώ) το καθαρό ποσό των 30.175,46 Ευρώ, ενώ εισέπραξε ως αποζημίωση απόλυσης και πριμ πωλήσεων το ποσό των 49.696,46 Ευρώ, καθώς και το ποσό των 1.166,36 Ευρώ, για τη μη ληφθείσα άδεια του έτους 2004, δηλαδή εισέπραξε επιπλέον χωρίς να το δικαιούται, το ποσό των 19.520 Ευρώ, από λάθος υπολογισμό του υπαλλήλου της αντιδίκου του, Α, ως προς το οποίο κατέστη αυτός πλουσιώτερος από την περιουσία της, χωρίς νόμιμη αιτία.
Ζητούσε δε, μετά απ' αυτά, η αναιρεσίβλητη-ενάγουσα, να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων-εναγόμενος, να της καταβάλλει το ως άνω ποσό, με το νόμιμο τόκο από την καταβολή, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Η αγωγή αυτή, με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα, ήταν πλήρως ορισμένη, ως περιέχουσα όλα τα στοιχεία που απαιτεί το άρθρο 216 παρ.1 Κ.Πολ.Δικ., δεν ήταν δε υποχρεωμένη αυτή(αναιρεσίβλητη) να διαλάβει στην αγωγή της, το μικτό ποσό της καταβληθείσας αποζημίωσης, (ανεξάρτητα από το ότι αναφερόταν σ' αυτή το ως άνω μικτό ποσό), καθώς και (εκείνο) μικτό ποσό της επιπλέον καταβληθείσας αποζημίωση, ούτε να εξειδικεύσει σε τι συνίστατο το σφάλμα του υπαλλήλου αυτής, ως προς τον υπολογισμό της αποζημίωσης απόλυσης, χωρίς να θεωρείται ότι επέρχεται ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής, με το να διαληφθεί για πρώτη φορά στις πρωτόδικες προτάσεις της, ότι ο ανωτέρω υπάλληλος αυτής προέβη σε λανθασμένο υπολογισμό της αποζημίωσης απόλυσης του αναιρεσείοντος, και ότι ζήτησε ο τελευταίος από την αναιρεσίβλητη να εξακολουθήσει την εργασία του στην BOLTON HELLAS ΑΕΒΕ, και ότι η τελευταία του εδήλωσε ότι, λόγω υπαναχώρησης του, τον Δεκέμβριο του 2004, δεν θα λάμβανε τα παλαιά κίνητρα που είχε ζητήσει αρχικά, όταν μπορούσε να αποχωρήσει οικειοθελώς, και ότι η μόνη παραχώρηση που μπορούσε να κάνει αυτή, ήταν να του καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του και να του καταβάλει πριμ πωλήσεων 600 Ευρώ.
Και τούτο γιατί τα ως άνω περιστατικά δεν είναι στοιχεία της αγωγής του αδικαιολογήτου πλουτισμού, απλώς εκτέθηκαν με τις πρωτόδικες προτάσεις της αναιρεσίβλητης, προκειμένου να διευκρινισθούν οι αγωγικοί ισχυρισμοί της. Ούτε ήταν αναγκαίο να αναφερθεί στην αγωγή, ότι ο εκ πλάνης του οργάνου της αναιρεσίβλητης, εσφαλμένος προσδιορισμός της ως άνω αποζημίωσης, και συνακόλουθα ότι η παροχή αυτής, κατά το επιπλέον ποσό, είχε ακυρωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, ή να σωρευθεί σ' αυτή και αίτημα ακύρωσης της, καθόσον ο εσφαλμένος προσδιορισμός της αποζημίωσης και η αχρεώστητη καταβολή του επιπλέον ποσού της αποζημίωσης, δεν συνιστούν δικαιοπραξία, αλλά απλή υλική πράξη, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις περί ακυρωσίμων δικαιοπραξιών.
Επομένως, το Εφετείο, με το να κρίνει την αγωγή ορισμένη, δεν έσφαλε, ούτε παρά το νόμο δεν κήρυξε την ακυρότητα αυτής, και συνακόλουθα ο πρώτος λόγος του κύριου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, και κατά το μέρος του από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Η κρίση δε αυτή του Εφετείου δεν αναφέρεται στη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ενόψει του ότι δεν αξίωσε αυτό λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για την θεμελίωση του ενδίκου δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί ως παραβίαση από τον επικαλούμενο από τον αναιρεσείοντα αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., αλλά αναφέρεται στην επάρκεια των στοιχείων αυτών, η έλλειψη της οποίας καθιστά την αγωγή απαράδεκτη.
Επομένως, ο ίδιος λόγος του κύριου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, και κατά το δεύτερο μέρος του, είναι απαράδεκτος και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως τέτοιος.
Επειδή, ο αναιρεσείων, με το δεύτερο λόγο του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, προβάλλει πλημμέλειες της προσβαλλομένης απόφασης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. Συγκεκριμένα, μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για το ότι, ενώ το Εφετείο δέχθηκε ότι ο υπάλληλος της αναιρεσίβλητης, υπολαμβάνοντας εσφαλμένα ότι:
α) έπρεπε να συνυπολογίσει στις μηνιαίες αποδοχές του αναιρεσείοντος επιπλέον και το άνω ποσό των 600 Ευρώ και δη άπαξ, αλλά κάθε μήνα και ότι ως εκ τούτου ο μηνιαίος μισθός αυτού ανέρχεται στο ποσό των 2.435, 39 Ευρώ και β) ότι έπρεπε να καταβάλει στον εναγόμενο την επιπλέον πρόσθετη αποζημίωση, που είχαν εισπράξει οι αποχωρήσαντες, με βάση δήλωση τους υποβληθείσα πριν από την 23-9-2004, προσδιόρισε αυτός την καταβλητέα αποζημίωση στο ποσό των 57.119,33 Ευρώ και μετ' αφαίρεση του αναλογούντος φόρου στο ποσό των 49.695,46 Ευρώ, το οποίο και κατέβαλε στον αναιρεσείοντα την 31-12-2004, με την παράδοση σ' εκείνο ισόποσης επιταγής, έκδοσης της αναιρεσίβλητης, πληρωτέας σε διαταγή του, παραδοχές που προκύπτουν και από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, παρά ταύτα, έκρινε περαιτέρω ότι το επιπλέον ποσό της αποζημίωσης απόλυσης που καταβλήθηκε σ' αυτόν, από 19.520 Ευρώ, καταβλήθηκε χωρίς νόμιμη αιτία και ακολούθως απέρριψε την έφεση που άσκησε ο αναιρεσείων κατά της υπ' αριθμ. 1658/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη κατ' αυτού και υποχρεώθηκε να της καταβάλει το ανωτέρω ποσό, των 19.520 Ευρώ, ως αχρεωστήτως καταβληθέν, παραβλέψαν όμως ότι ανεξαρτήτως της, εκ πλάνης του προαναφερθέντος υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης εσφαλμένης διαβίβασης της δήλωσης αυτής ως προς τον ορθό υπολογισμό της αποζημίωσης απόλυσης, που εδικαιούτο εκείνος (αναιρεσείων), προκυψάσης ακυρωσίας της παροχής του εσφαλμένως καταβληθέντος ποσού της ως άνω αποζημίωσης, δεν εξέλειπε η νόμιμη αιτία της ανωτέρω παροχής, αφού δεν ακυρώθηκε αυτή (ως άνω παροχή) με τελεσίδικη δικαστική απόφαση.
Το Εφετείο, ως προς το άνω ζήτημα δέχθηκε τα εξής: Δυνάμει συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου ... ο αναιρεσείων προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη ως υπάλληλος του τμήματος πωλήσεων, και υπό την ιδιότητα αυτή υπηρέτησε έκτοτε ... μέχρι της κατά την 31-12-2004 καταγγελίας της συμβάσεώς του. Κατά μήνα Νοέμβριο 2002, η διοίκηση της αναιρεσίβλητης, προκειμένου να καταστήσει την εταιρία βιώσιμη, παραγωγική και ανταγωνιστική, αποφάσισε την αναδιοργάνωση της επιχείρησης της και την μείωση του προσωπικού της και με την από 26-11-2002 ανακοίνωσή της, παρεσχέθη η δυνατότητα σ' αυτό να ενταχθεί σε πρόγραμμα ελεγχόμενης οικειοθελούς αποχώρησης, κατόπιν σχετικής αιτήσεως, υποβαλλομένης από τους ενδιαφερομένους μέχρι την 20-12-2002 και μετά από παράταση, μέχρι την 17-1-2003, με κίνητρα μεταξύ άλλων την καταβολή στους απολυομένους, βάσει της ανακοινώσεως αυτής, που έχουν συμπληρώσει προϋπηρεσία 11 έως 17 ετών, πέραν της νομίμου αποζημιώσεως ποσού 14.500 Ευρώ, προσαυξανόμενης κατά 3.500 Ευρώ για άνδρες άνω των 48 ετών και για γυναίκες άνω των 43 ετών.
Στη συνέχεια, στις 15-9-2004 η διοίκηση της αναιρεσίβλητης απεφάσισε τον περιορισμό των δραστηριοτήτων της στο βιομηχανικό κλάδο κα ι την ανάθεση των πωλήσεων κα ι των διοικητικών και οικονομικών υπηρεσιών της στην εταιρία με την επωνυμία "BOLTON ELLAΣ ΑΒΕΕ". . .Προς διευκόλυνση των τελευταίων, η διοίκηση της αναιρεσίβλητης με την από 15-9-2004 ανακοίνωση της, παρέσχε στους εργαζομένους στα ως άνω τμήματα, σε εκτέλεση σχετικού σχεδίου της, την δυνατότητα να επιλέξουν ή να αποχωρήσουν οικειοθελώς από την υπηρεσία τους λαμβάνοντες την νόμιμη αποζημίωση τους, χωρίς οποιοδήποτε άλλο κίνητρο και να προσληφθούν στη συνέχεια από την εταιρία "BOLTON ELLAΣ ΑΒΕΕ" ή να αποχωρήσουν, λαμβάνοντες τα παλαιά κίνητρα, όπως αυτά ίσχυαν για τους μέχρι τότε, δηλαδή μέχρι το έτος 2004 αποχωρήσαντες.
Με την ίδια ανακοίνωση της αναιρεσίβλητης, τέθηκε ως καταληκτική προθεσμία για την υποβολή των σχετικών δηλώσεων αποχωρήσεων η 23 Σεπτεμβρίου 2004 και ώρα 15:00. Περαιτέρω, ... ο αναιρεσείων, που υπηρετούσε στο τμήμα πωλήσεων, ποιούμενος χρήση της ως άνω ... παρασχεθείσης δυνατότητας επιλογής, με την από 16-9-2004, προς τη διοίκηση της αναιρεσίβλητης υποβληθείσα αίτησή του, εδήλωσε ότι επιθυμεί να αποχωρήσει οικειοθελώς από την υπηρεσία της, υπό τον όρο καταβολής σ' αυτόν της νομίμου αποζημιώσεως και της προσλήψεώς του από την εταιρία "ΒΟLΤΟΝ ΕΛΛΑΣ ΑΒΕΕ".
Στη συνέχεια αυτός μετέβαλε γνώμη και κατά μήνα Δεκέμβριο 2004 εζήτησε ν' αποχωρήσει από την αναιρεσίβλητη χωρίς να προσληφθεί από την ανωτέρω εταιρία και να λάβει την αποζημίωση που ε[χαν εισπράξει οι συνάδελφοί του, οι οποίοι είχαν δηλώσει μέχρι την ως άνω καταληκτική ημερομηνία ότι δεν επιθυμούν να προσληφθούν από την "BOLTON ELLAΣ ΑΒΕΕ".
Το αίτημά του όμως αυτό δεν έγινε δεκτό από τα αρμόδια όργανα της διοίκησης της αναιρεσίβλητης, τα οποία του εδήλωσαν ότι, εάν δεν ήθελε πλέον να εργασθεί στην ανωτέρω εταιρία ... θα έπρεπε να παραιτηθεί και ότι αυτή προτίθετο να του καταβάλει την νόμιμη αποζημίωση απολύσεως του, χωρίς όμως τα ιδιαίτερα κίνητρα που ίσχυαν μέχρι την 23-9-2004, ήτοι την ως άνω πρόσθετη αποζημίωση, με συνυπολογισμό όμως σ' αυτή (νόμιμη αποζημίωση) του επιδόματος παραγωγικότητας (πριμ πωλήσεων), ανερχομένου στο ποσό των 600 Ευρώ.
Κατόπιν της αρνήσεως της αναιρεσίβλητης να αποδεχθεί το ως άνω αίτημα του αναιρεσείόντος, ο τελευταίος στις 31-12-2004 υπέβαλε την ταυτόχρονη δήλωση του οικειοθελούς αποχωρήσεως, η οποία αυθημερόν εγένετο δεκτή από την αναιρεσίβλητη, η οποία με την υπό ιδία χρονολογία δήλωση της κατήγγειλε την μετ' αυτού υφισταμένη εργασιακή σύμβαση προκειμένου να εισπράξει αυτός την κατά του νόμο οφειλομένη σ' αυτόν αποζημίωση απολύσεως, αν ερχόμενη, επί τη βάσει της μέχρι τότε υπηρεσίας του, σε 15 μηνιαίους μισθούς, ποσού εκάστου 1.835,39 Ευρώ και μετά της προσαυξήσεως δι' αναλογία δώρου εορτών και επιδόματος αδείας στο ποσό των ... 32.719,33 Ευρώ, εκ του οποίου έδει να αφαιρεθεί ποσό 2.543,87 Ευρώ λόγω φόρου εισοδήματος ...
κατά τον προσδιορισμό της καταβλητέας στον αναιρεσείοντά νομίμου αποζημιώσεως, γενόμενον κατ' εντολήν του Διευθύνοντος Συμβούλου της αναιρεσείούσας από τον προϊστάμενο του προσωπικού της Α, υπολαμβάνων αυτός εσφαλμένως ότι: α) έπρεπε να συνυπολογίσει στις μηνιαίες αποδοχές του αναιρεσείοντος επιπλέον και το άνω ποσό των 600 Ευρώ και δη όχι άπαξ, αλλά κάθε μήνα και ότι ως εκ τούτου ο μηνιαίος μισθός αυτού ανέρχεται στο ποσό των 2.435,39 Ευρώ και β) ότι έπρεπε να καταβάλει στον αναιρεσείοντα την επιπλέον πρόσθετη αποζημίωση που είχαν εισπράξει οι αποχωρήσαντες, με βάση δήλωση τους υποβληθείσα πριν από την 23-9-2004, προσδιόρισε ούτος την καταβλητέα σ' αυτόν αποζημίωση στο ποσό των ... 57.119,33 Ευρώ και μετ' αφαίρεση του αναλογούντος φόρου στο ποσό των 49.695,46 Ευρώ, το οποίο και κατέβαλε στον αναιρεσείοντα την 31-12-2004 με την παράδοση ισόποσου επιταγής εκδόσεως της αναιρεσίβλήτης ... .
Ο ως άνω όμως γενόμενος προσδιορισμός της καταβλητέας στον αναιρεσείοντα αποζημιώσεως, δεν ήταν σύννομος, αφού, κατά τα προεκτεθέντα στις μηνιαίες αποδοχές τούτου συνυπολογίσθηκε επί σταθεράς μηνιαίας βάσεως το ως άνω ποσό του επιδόματος παραγωγικότητος, ενώ επί πλέον προσετέθη στο σύνολο των καταβλητέων μηνιαίων μισθών και το ποσό της επιπλέον προσθέτου αποζημιώσεως, την οποία όμως ελλείψει των ως άνω προϋποθέσεων δεν εδικαιούτο να λάβει ούτος, με συνέπεια να καταβληθεί εις αυτόν ως αποζημίωσή του, χωρίς αντίστοιχη νόμιμη υποχρέωση της αναιρεσίβλητης επιπλέον εκείνου που εδικαιούτο ούτος δια την άνω αιτία το ποσό των ... 19.520 Ευρώ ...
με αποτέλεσμα να καταστεί ούτος αδικαιολογήτως πλουσιώτερος εις βάρος της περί ουσίας της αναιρεσίβλητης. Από τις ανωτέρω εκτεθείσες παραδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι δεν δέχθηκε ότι καταρτίσθηκε καμία δικαιοπραξία μεταξύ των διαδίκων, ώστε να τεθεί ζήτημα ακυρωσίας αυτής λόγω πλάνης. Επομένως οι ανωτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, γι' αυτό και ο εκτεθείς λόγος αναίρεσης και κατά τα δύο μέρη του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης είναι και τα θεμελιωτικά της αγωγής γεγονότα, τα οποία αν ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο μολονότι δεν προτάθηκαν, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, πλήττει ο αναιρεσείων την προσβαλλομένη απόφαση για το ότι, παρά το νόμο έλαβε υπόψη, το εκδόσαν αυτή δικαστήριο, περιστατικά τα οποία δεν διαλαμβάνονταν στο δικόγράφο της αγωγής της αναιρεσίβλητης, αλλά το πρώτο αναφέρθηκαν απαραδέκτως, με τις πρωτόδικες προτάσεις της, είχαν δε ουσιώδη επί δράση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα ότι ο υπάλληλος της αναιρεσίβλητης, Α, προέβη σε λανθασμένο υπολογισμό της αποζημίωσης απόλυσης αυτού, υπολογίζοντας το πριμ πωλήσεων όχι άπαξ, αλλά σε μηνιαία βάση, και ότι έπρεπε να του καταβάλει και την πρόσθετη αποζημίωση που είχαν λάβει και οι αποχωρήσαντες συνάδελφοι του πριν από την 23-9-2004, και ότι ζήτησε ο τελευταίος από την πρώτη να εξακολουθήσει την εργασία του στην εταιρεία "BOLTON ELLAΣ ΑΒΕΕ", και ότι εκείνη (αναιρεσίβλητη) του εδήλωσε ότι, λόγω της υπαναχώρησής του, τον Δεκέμβριο του 2004, δεν θα λάμβανε τα παλαιά κίνητρα που είχε ζητήσει αρχικά, όταν μπορούσε να αποχωρήσει οικειοθελώς, και ότι η μόνη παραχώρηση που μπορούσε να κάνει αυτή, ήταν να του καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του και να του καταβάλει, πλέον της νόμιμης αποζημίωσης, και πριμ πωλήσεων 600 Ευρώ.
Πλην ο λόγος αυτός (πρώτος πρόσθετος), είναι αβάσιμος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί, καθόσον και σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν σε προηγούμενη σκέψη για την έρευνα άλλου αναιρετικού λόγου, τα ανωτέρω περιστατικά δεν είναι στοιχεία θεμελιωτικά της αγωγής του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αλλά απλώς εκτέθηκαν με τις πρωτόδικες προτάσεις της αναιρεσίβλητης, προ κειμένου να διευκρινισθούν οι αγωγικοί ισχυρισμοί της, και συνεπώς με το να τα λάβει υπόψη του το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συνακόλουθα δεν υπέπεσε στην πλημμέλεία του αριθμού 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ..
Λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, δεν ανακύπτει η πλημμέλεία αυτή, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό. "Πράγμα", υπό την ανωτέρω έννοια, είναι και ο λόγος της εφέσεως.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο που την εξέδωσε, ερευνώντας κατ' ουσία την υπόθεση εξ' υπαρχής, έλαβε υπόψη το δεύτερο λόγο της έφεσης κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, τον οποίο απέρριψε κατ ' ουσία, όπως ρητά αναφέρεται σ' αυτή (προσβαλλομένη απόφαση), χωρίς η ορθότητα της απορριπτικής αυτής κρίσεως να μπορεί να ελεγχθεί μέσω του αναιρετικού λόγου του εδαφίου 8.
Συνεπώς, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος που καταλογίζει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια της ανωτέρω διατάξέως, συνιστάμενης στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον δεύτερο λόγο της εφέσεως, είναι αβάσιμος, και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων προβάλλεται η αιτίαση, με επίκληση του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα πρωτοδίκως και στο Εφετείο, με σχετικό λόγο έφεσης ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η καταγγελία της σύμβασής του από την αντί δικό του και η καταβολή σ' αυτόν των παλαιών κινήτρων, δεν ήταν αποτέλεσμα μιας μονομερούς δήλωσης ή απόφασης από πλευράς της αντιδίκου του, αλλά ήταν αποτέλεσμα νεότερης συμφωνίας μεταξύ των δύο πλευρών για τη λύση της σύμβασης εργασίας (άρθρο 361 ΑΚ) και επομένως δεν μπορούσε να έχει οποιαδήποτε ισχύ η από 20-9-2004 δήλωσή του, για την πρόσληψή του από την εταιρεία "BOLTON ELLAΣ ΑΒΕΕ", και ότι η από 31-12-2004 δήλωση του περί οικειοθελούς αποχώρησης έγινε υπό τον όρο ότι θα καταγγέλονταν η σύμβαση εργασίας του και ότι θα λάμβανε τα παλαιά κίνητρα, με αυτή δε τη δήλωση του και ύστερα από την αποδοχή της από την αναιρεσίβλητη, ως μεταγενέστερη, καταργήθηκε η προηγούμενη από 20-9-2004 δήλωση του και η αποδοχή της από αυτή (αναιρεσίβλητη) .Πλην όμως από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτόν, τον οποίο και απέρριψε εκ του πράγματος, εφόσον δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων κατέστη πλουσιότερος από την περιουσία της αναιρεσίβλητης χωρίς νόμιμη αιτία, απορρίπτοντας την έφεση που άσκησε αυτή κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή αυτής ως βάσιμης στην ουσία της.
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί και ο λόγος αυτός του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναίρεσης ως αβάσιμος και συνακόλουθα και το κύριο δικόγραφο καθώς και αυτό των προσθέτων λόγων της αναίρεσης στο σύνολο τους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-12-2007 αίτηση και το δικόγραφο των προσθέτων λόγων αυτής, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5743/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ