106/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 3924/1998 προδικαστική, 1326/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2676/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18 Αυγούστου 2004 αίτησή του και τους από 19 Απριλίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος ανέγνωσε την από 28 Απριλίου 2006 έκθεση του αποχωρήσαντος ήδη από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ιωάννη Βερέτσου, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated106/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): και αριθμό κυκλοφορίας ΔΧ .... . Δυνάμει δε του 40679/13-3-1984 προσυμφώνου πωλήσεως αυτοκινήτου του Συμβολαιογράφου Αθηνών, Παναγιώτη Σταυρόπουλου, που καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντος ως αγοραστή και του εναγομένου, με την ιδιότητα του πληρεξουσίου, δυνάμει του 40657/8-3-1984 πληρεξουσίου του ιδίου, ως άνω, Συμβολαιογράφου, της εταιρίας με την επωνυμία "...X...
Full text
Απόφαση 106 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 106/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : ....., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Έρτσο.
Του αναιρεσιβλήτου : ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Μαυρολέοντα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 3924/1998 προδικαστική, 1326/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2676/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18 Αυγούστου 2004 αίτησή του και τους από 19 Απριλίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος ανέγνωσε την από 28 Απριλίου 2006 έκθεση του αποχωρήσαντος ήδη από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ιωάννη Βερέτσου, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την προσβαλλομένη απόφαση, κρίθηκε, ότι είναι ουσιαστικά αβάσιμη και απορρίφθηκε η από 10-4-1997 αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός, επικαλούμενος ότι ο εναγόμενος (αναιρεσίβλητος) τον εξηπάτησε, ζήτησε αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 914, 297, 298, 346 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 386 ΠΚ. Οι παραδοχές του Εφετείου με βάση τις οποίες αυτό οδηγήθηκε στην απόρριψη της αγωγής, είναι οι ακόλουθες:
Τον Μάρτιο του 1984 ο ενάγων θέλησε να αγοράσει ένα τουριστικό λεωφορείο προς εξυπηρέτηση των αναγκών του γραφείου εσωτερικού τουρισμού, που διατηρούσε στο .... . Έτσι, απευθύνθηκε στον εναγόμενο έμπορο μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, στην Αθήνα, ο οποίος του πρότεινε να αγοράσει το ευρισκόμενο στην κατοχή του προς πώληση λεωφορείο κατασκευής εργοστασίου ΦΙΑΤ (τύπου 370), πετρελαιοκίνητο, με αριθμό πλαισίου ΦΙΑΤ ..., αριθμό κινητήρα ΦΙΑΤ ...
και αριθμό κυκλοφορίας ΔΧ .... . Δυνάμει δε του 40679/13-3-1984 προσυμφώνου πωλήσεως αυτοκινήτου του Συμβολαιογράφου Αθηνών, Παναγιώτη Σταυρόπουλου, που καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντος ως αγοραστή και του εναγομένου, με την ιδιότητα του πληρεξουσίου, δυνάμει του 40657/8-3-1984 πληρεξουσίου του ιδίου, ως άνω, Συμβολαιογράφου, της εταιρίας με την επωνυμία "...X...
Ο.Ε.", προσυμφωνήθηκε η έναντι τιμήματος πώληση του, ως άνω, αυτοκινήτου μετά της δημοσίας χρήσης αδείας κυκλοφορίας του, ενώ το οριστικό συμβόλαιο συμφωνήθηκε να καταρτιστεί "εντός 3 μηνών και υπό την προϋπόθεση της λήψης της κυριότητας επ' ονόματι του πωλητού ή της συναινέσεως του αρχικού πωλητού", ενόψει του ότι κατά τον χρόνο αυτό θα συμπληρωνόταν πενταετία, αφ' ότου αυτό κυκλοφόρησε και, βάσει της κείμενης νομοθεσίας, από τότε ήταν επιτρεπτή η πώλησή του.
Η κυριότητα του άνω αυτοκινήτου ανήκε, δυνάμει του 14937/1979 συμβολαίου πώλησης, στην εταιρία με την επωνυμία "...Ψ... Ο.Ε.". Η ιδιοκτήτρια εταιρία, δυνάμει του 31979/2-4-1980 προσυμφώνου πωλήσεως αυτοκινήτου του ίδιου, ως άνω, συμβολαιογράφου, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και της εταιρίας "...X... Ο. Ε.", προσυμφώνησε την πώληση του αυτοκινήτου στην τελευταία, και ενόψει του ότι δεν ήταν δυνατή η μεταβίβαση της κυριότητας, κατά τα προεκτεθέντα, παρασχέθηκε, δυνάμει του 33861/2-12-1980 συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, στην αγοράστρια εταιρία ανέκκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα να προβαίνει σε όλες τις εξουσίες που αποτελούν το περιεχόμενο του δικαιώματος της κυριότητας, ώστε να έχει την πλήρη εκμετάλλευση του αυτοκινήτου.
Οι ίδιες ακριβώς εξουσίες μεταβιβάστηκαν στη συνέχεια, κατά τα προεκτεθέντα, και στον εναγόμενο έμπορο από την τελευταία εταιρία "...X... Ο.Ε.". Έτσι, ο ενάγων από την κατάρτιση του προσυμφώνου είχε την πλήρη εκμετάλλευση του αυτοκινήτου, όπως πριν από αυτόν την είχε ο εναγόμενος. Το Εφετείο δέχθηκε, περαιτέρω, ότι μετά την εξόφληση των δόσεων του οφειλομένου τιμήματος του αυτοκινήτου, από τον ενάγοντα στον εναγόμενο, συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Ελευσίνας Ευσταθίας Κυριακού το υπ' αριθμ. 27923/2-2-1993 οριστικό συμβόλαιο μεταβιβάσεως του αυτοκινήτου στον ενάγοντα, στο οποίο συμβλήθηκε ο ...., ως πληρεξούσιος της πραγματικής αρχικής ιδιοκτήτριας του αυτοκινήτου εταιρείας "...Ψ...
Ο.Ε." δυνάμει του υπ' αριθμ. 33861/1980 πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Παν. Σταυροπούλου. Η σύνταξη του οριστικού αυτού συμβολαίου ήταν κατάληξη του υπ' αριθμ. 40674/13-3-1984 προσυμφώνου και κατά το χρόνο σύνταξης του οριστικού συμβολαίου δεν έγινε νέα διαπραγμάτευση, ώστε να τίθεται ζήτημα απάτης, διαπραχθείσας από τον εναγόμενο κατά το χρόνο αυτό.
Αλλ' ούτε και κατά το χρόνο που έγιναν οι διαπραγματεύσεις για τη σύναψη της σύμβασης, ήτοι τον Μάρτιο του 1984 ο εναγόμενος διέπραξε απάτη, αφού σαφώς δήλωσε στο άνω προσύμφωνο ότι δεν είχε την κυριότητα του αυτοκινήτου, την μεταβίβαση της οποίας εξήρτησαν από την απόκτηση αυτής από την εταιρεία "...X... Ο.Ε." και από την αποπληρωμή του τιμήματος από τον ενάγοντα.
Εφόσον, συνεπώς., η ανάκληση της αδείας κυκλοφορίας του αυτοκινήτου, ως τουριστικού λεωφορείου, έγινε, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, τον Οκτώβριο του 1984, ο εναγόμενος κατά τον χρόνο σύναψης του προσυμφώνου δεν προέβη σε ψευδείς παραστάσεις προς τον ενάγοντα, σχετικά με την ύπαρξη ή όχι ενεργού αδείας λειτουργίας του αυτοκινήτου ως τουριστικού.
Το Εφετείο δέχθηκε περαιτέρω ότι το αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε με πράξη της Οικονομικής Εφορίας Κέρκυρας από 1-1-1994, μέχρι τον Μάρτιο του 1997, οπότε ο ενάγων έλαβε νέα άδεια στο όνομά του, η εντεύθεν όμως, αποθετική ζημία του ενάγοντος δεν μπορεί να αποδοθεί στον εναγόμενο, ο οποίος δεν τέλεσε, κατά τα προεκτεθέντα, αδικοπραξία σε βάρος αυτού.
Κατόπιν των άνω παραδοχών και εκτιμήσεων το Εφετείο απέρριψε την από 10-4-1997 αγωγή του αναιρεσείοντος, αφού συνεκτίμησε, ως δικαστικό τεκμήριο και την αδιαμφισβήτητης γνησιότητας από 2-2-1993 επιστολή του ενάγοντος, συνταχθείσα την ίδια ημερομηνία συντάξεως του οριστικού συμβολαίου, στην οποία αυτός δηλώνει, ότι δεν διατηρεί οποιαδήποτε απαίτηση κατά του εναγομένου από το προσύμφωνο και ότι η καθυστερημένη υπογραφή του οριστικού συμβολαίου οφείλεται στο γεγονός της μη εμπρόθεσμης αποπληρωμής των δόσεων του τιμήματος από αυτόν.
Κατά το άρθρο 457 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Εκείνος κατά του οποίου προσάγεται ιδιωτικό έγγραφο οφείλει να δηλώσει αμέσως αν αναγνωρίζει ή αρνείται τη γνησιότητα της υπογραφής, διαφορετικά το έγγραφο θεωρείται αναγνωρισμένο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει σαφώς ότι η άρνηση της γνησιότητας ιδιωτικού εγγράφου πρέπει να είναι ρητή, σαφής και ειδική, χωρίς ενδοιαστικές ή υποθετικές εκφράσεις και να γίνει κατ' αυτή τη συζήτηση κατά την οποία προσκομίζεται το έγγραφο, εάν δε αυτό δεν γίνει, θεωρείται ότι αναγνωρίστηκε σιωπηρώς η γνησιότητα του ιδιωτικού εγγράφου και τυχόν αμφισβήτηση της γνησιότητας αυτού σε μεταγενέστερη συζήτηση είναι απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων παραπονείται, ότι κακώς το Εφετείο δέχθηκε ως γνησία την άνω από 2-2-1993 επιστολή χωρίς να διατάξει απόδειξη περί τούτου, αφού αυτός αμφισβήτησε την γνησιότητα αυτής. Από την επισκόπηση, όμως, των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), και ειδικότερα των ενώπιον του Εφετείου προτάσεων των διαδίκων, δεδομένου ότι οι πρωτόδικες προτάσεις αυτών δεν προσκομίζονται, συνάγεται, ότι η άνω επιστολή προσκομίστηκε με επίκληση από τον ενάγοντα και πρωτοδίκως, ως αναφέρεται στο τρίτο φύλλο σελ.
β' των από 8-1-2003 προτάσεων αυτού (ως εκκαλούντος) στο Εφετείο, προσκομίστηκε δε πάλιν με επίκληση στο Εφετείο. Όμως, ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, αμφισβήτησε την γνησιότητα της επιστολής αυτής μόνον στο Εφετείο, και μάλιστα με την από 10-1-2003 προσθήκη των προτάσεών του στο Εφετείο με την ακόλουθη ουχί ρητή σαφή και ειδική φράση: "Ο αντίδικος προβάλλει κάποια δήθεν επιστολή που δήθεν του υπέγραψα και ότι δήθεν με αυτήν τον απαλλάσσω από κάθε ευθύνην.
Πέραν του ότι η επιστολή και η υπογραφή αυτής είναι πλαστά κατασκευάσματα του αντιδίκου, από τα οποία είμαι απολύτως ξένος, ερωτώ: Γιατί άραγε θα μου ζητούσε να του υπογράψω πλήρη απαλλαγήν...;". Ενόψει τούτων, αφού η αμφισβήτηση της γνησιότητας της επιστολής δεν έγινε κατά τη συζήτηση, κατά την οποία το πρώτον προσκομίστηκε με επίκληση αυτή με ρητή σαφή και ειδική δήλωση, ήταν απαράδεκτη η αμφισβήτηση αυτής στην ενώπιον του Εφετείου συζήτηση και συνεπώς το Εφετείο που εκτίμησε αυτήν ως γνήσια δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες των αρ. 10 και 11 εδ.
α' του άρθρου 559 ΚΠολ.Δικ., οι δε πρώτος λόγος αναιρέσεως και τρίτος πρόσθετος λόγος, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι, ενώ ειδικώς ως προς την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολ.Δικ. που προβάλλεται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολ.Δικ. η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Αντιθέτως αν η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας γίνεται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση, ότι με την προσβαλλομένη απόφαση παραβιάστηκαν τα διδάγματα της κοινής πείρας, γιατί δεν έγινε δεκτό ότι ο εναγόμενος εμφανίστηκε ως πραγματικός κύριος του αυτοκινήτου, εξαπατήσας εντεύθεν τον ενάγοντα. Τούτο, όμως, και τα λοιπά διαλαμβανόμενα στον λόγο αυτό αναιρέσεως, αναφέρονται στις αποδείξεις και αποτελούν απλά επιχειρήματα προς στήριξη των απόψεων του αναιρεσείοντος.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
Από την προσβαλλομένη απόφαση συνάγεται, ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο άνω σαφές πόρισμά τoυ, έλαβε υπόψη του, και τις καταθέσεις των μαρτύρων, που διαλαμβάνονται στην υπ' αριθμ. 8/1998 έκθεση του Ειρηνοδίκη Κερκύρας ως εντεταλμένου δικαστού.
Συνεπώς, ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις προσκομισθείσες και επικληθείσες από αυτόν καταθέσεις των μαρτύρων του ..... και ....., που διαλαμβάνονται στην άνω εισηγητική έκθεση (πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 11 εδ. γ' ΚΠολ.Δικ.), είναι αβάσιμος. Ο αυτός λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που πλήσσει την ουσιαστική κρίση του Εφετείου κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολ.Δικ.). Ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια των αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολ.Δικ.) είναι απαράδεκτος, γιατί οι ελλείψεις. που διαλαμβάνονται στον λόγο αυτό δεν αναφέρονται στα πραγματικά γεγονότα, επί των οποίων το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, αλλά αφορούν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του σαφούς πορίσματος που εξάγεται από αυτές (Ολ. ΑΠ 24/1992). Ενόψει των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου (αναιρέσεως) προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-Απορρίπτει την από 18.8.2004 αίτηση και τους από 9.4.2000 προσθέτους λόγους του ..... για αναίρεση της 2676/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
-Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία καθορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2007. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιανουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ