Legislator Case Law & Legislation
1069/2025 AI generated

1069/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1069/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Αικατερίνη Χονδρορίζου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1069/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α' του ΚΠΔ). Η κρινόμενη αίτηση περιέχει επί πλέον σαφείς και ορισμένους αναιρετικούς λόγους (άρθρ.474 παρ.4 ΚΠΔ), για απόλυτη ακυρότητα και υπέρβαση εξουσίας, λόγω κακής σύνθεσης του Δικαστηρίου (άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ.Α' σε συνδ.με 171 παρ.1 περ.α' και δ' και Θ' του ΚΠΔ). Επομένως, η κρινόμενη αίτηση είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των λόγων της.

Keywords

AI generated
entry permit airport operating company security clearance aircraft hijacking airport procedure identity check
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1069 / 2025 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1069/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Αικατερίνη Χονδρορίζου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Σ. Τ. του Χ., δικηγόρου και κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος και μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ιωάννη Ανδρουλάκη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 46/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Α. Μ. του Ν., κάτοικο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Κουρελέα.

Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 04.12.2024 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 04.12.2024, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 8555/2024 και στους από 20.01.2025 πρόσθετους λόγους αυτής τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε

Ι)Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να επιβληθούν τα έξοδα στην αναιρεσείουσα.

ΙΙ)Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 4-12-2024 αίτηση της Σ. Τ. του Χ., Δικηγόρου Αθηνών, κατοίκου ... (οδός ...), για αναίρεση της με αριθμό 46/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, και την καταδίκασε για τα αδικήματα α)ψευδούς καταμήνυσης και β)ψευδούς κατάθεσης (άρθρ.372 παρ.1 περ.α', 2, 98 παρ.2-1 του ΠΚ), και ύστερα από την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 εδ.α' ΠΚ, επέβαλε σε αυτήν την συνολική ποινή φυλάκισης δεκατριών (13) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα, με το από 4-12-2024 δικόγραφο, που υπογράφεται από την ίδια, το οποίο επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 4-12-2024 (με αριθ.

γενικού πρωτ. της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου 8555/4-12-2024), και εμπρόθεσμα στις 4-12-2024, ήτοι εντός της προβλεπόμενης εικοσαήμερης προθεσμίας από τότε που καταχωρίστηκε η απόφαση καθαρογραμμένη, στις 15-11-2024 με αριθ.69, στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠΔ ειδικό βιβλίο, κατά τη σχετική επ'αυτής υπηρεσιακή βεβαίωση, από πρόσωπο που είχε το σχετικό έννομο συμφέρον και κατά απόφασης υποκείμενης στο συγκεκριμένο ένδικο μέσο (άρθρα 462, 464, 466 παρ.1, 473 παρ.1, 2, 3, 474 παρ.2Α, 505 παρ.1 περ.

α' του ΚΠΔ). Η κρινόμενη αίτηση περιέχει επί πλέον σαφείς και ορισμένους αναιρετικούς λόγους (άρθρ.474 παρ.4 ΚΠΔ), για απόλυτη ακυρότητα και υπέρβαση εξουσίας, λόγω κακής σύνθεσης του Δικαστηρίου (άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ.Α' σε συνδ.με 171 παρ.1 περ.α' και δ' και Θ' του ΚΠΔ). Επομένως, η κρινόμενη αίτηση είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των λόγων της.

Με την ανωτέρω αίτηση πρέπει να συνεκδικασθούν και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, που ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, με το από 20-1-2025 ιδιαίτερο δικόγραφο, που υπογράφεται από την αναιρεσείουσα και κατατέθηκε στον γραμματέα της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στις 20-1-2025, δηλαδή δέκα πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισθείσα δικάσιμο για την συζήτηση της ως άνω αναίρεσης (άρθρ.466 παρ.2, 509 ΚΠΔ), το οποίο περιέχει σαφείς και ορισμένους λόγους αναίρεσης, για ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο λόγω παραβίασης του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη και του τεκμηρίου αθωότητας, καθώς και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την καταδίκη της αναιρεσείουσας για το αδίκημα της ψευδούς καταμήνυσης (άρθρ.510 παρ.1 στοιχ.Α' σε συνδ.

με 71 ΚΠΔ και 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και Δ' του ΚΠΔ), με την παρουσία της υποστηρίζουσας την κατηγορία Α. Μ. του Ν., η οποία εκπροσωπήθηκε προσηκόντως στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της. Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχείο Α' του ΚΠΔ ως λόγος για να αναιρεθεί η απόφαση μπορεί να προταθεί η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο.

Κατά δε το άρθρο 171 παρ.1 στοιχ.α' του ίδιου Κώδικα απόλυτη ακυρότητα υπάρχει αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την σύνθεση του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργιών και του παρόντος κώδικα για ακυρότητα εξαιτίας κακής σύνθεσής του.

Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 111 παρ. 7 και 8 του ισχύοντος Κ.Ποιν.Δ. (Ν. 4620/2019) όπως αντικαταστάθηκαν δυνάμει των άρθρων 75 και 138 παρ.1 του Ν.5090/2024, και ισχύουν (πριν την αντικ. με το άρθρο 114 παρ.2 του Ν.4134/2024) από 1-5-2024 μέχρι την 16-9-2024, ορίζεται ότι: Το τριμελές εφετείο δικάζει: ....7. Τις εφέσεις κατά των αποφάσεων του μονομελούς εφετείου και του τριμελούς πλημμελειοδικείου. 8. Τις εφέσεις κατά των αποφάσεων του τριμελούς εφετείου, το οποίο συγκροτείται από πρόεδρο εφετών, αρχαιότερο από εκείνον που συμμετείχε στη σύνθεση που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση κατά τον χρόνο έναρξης εκδίκασής της και δύο (2) εφέτες, αρχαιότερους αν είναι εφικτή η συγκρότηση, από εκείνους που συμμετείχαν στη σύνθεση που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση κατά τον χρόνο έναρξης της εκδίκασής της, παρισταμένου εισαγγελέα εφετών. Στη συνέχεια η περ. 8 του άρθρου 111 του ίδιου Κώδικα, περί της αρμοδιότητας του Τριμελούς Εφετείου, αντικαταστάθηκε με το άρθρο 114 παρ.2 του Ν.4134/2024 με έναρξη ισχύος, σύμφωνα με την παρ.5 αυτού, την 16-9-2024, και ορίζεται ότι: "8. Τις εφέσεις κατά των αποφάσεων του τριμελούς εφετείου, το οποίο συγκροτείται, από πρόεδρο εφετών εκ των αρχαιότερων προέδρων εφετών που υπηρετούν στο κατά τόπο αρμόδιο εφετείο και εφέτες εκ των αρχαιότερων εφετών που υπηρετούν στο κατά τόπο αρμόδιο εφετείο, παρισταμένου πάντοτε εισαγγελέα με τον βαθμό του εισαγγελέα εφετών.".

Εξάλλου, στο άρθρο 7 παρ.1 του ΚΠΔ ορίζεται ότι : 1. Τα δικαστήρια που δικάζουν τα κακουργήματα, συγκροτούνται ως εξής: α) Το μικτό ορκωτό δικαστήριο ..........., β) Το μικτό ορκωτό εφετείο ....., γ) Το μονομελές εφετείο ...., δ) Το τριμελές εφετείο που διακρίνεται ιεραρχικά i) σε τριμελές εφετείο που δικάζει εφέσεις κατά αποφάσεων τριμελούς εφετείου, ii) σε τριμελές εφετείο που δικάζει κακουργήματα σε πρώτο βαθμό και εφέσεις κατά αποφάσεων μονομελούς εφετείου επί κακουργημάτων, iii) σε τριμελές εφετείο που δικάζει εφέσεις κατά πλημμελημάτων, ε) [Καταργείται].

Στην υποπερ. i) το τριμελές εφετείο συντίθεται σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 111. Στις υποπερ. ii) και iii) το τριμελές εφετείο συντίθεται από τον πρόεδρο εφετών ή τον αναπληρωτή του και από δύο (2) εφέτες.". Τέλος, στις διατάξεις του άρθρου 20 του Ν. 4938/2022, ορίζεται: "1. Σε όσα πρωτοδικεία, εφετεία και στις αντίστοιχες εισαγγελίες προβλέπεται οργανικός αριθμός δεκαπέντε (15) τουλάχιστον δικαστών, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση. (...) Στους πίνακες που καταρτίζονται από την ολομέλεια περιλαμβάνεται ο ανάλογος με τις ανάγκες του δικαστηρίου αριθμός δικαστών, μεταξύ των οποίων γίνεται η κλήρωση των τακτικών και αναπληρωματικών, σύμφωνα με τη διαδικασία του παρόντος, από το πρώτο τριμελές πλημμελειοδικείο ή τριμελές ποινικό εφετείο. 2.

Η κλήρωση για την κατάρτιση των συνθέσεων των ποινικών δικαστηρίων στις δικάσιμους κάθε μήνα γίνεται από το πρώτο τριμελές πλημμελειοδικείο ή τριμελές ποινικό εφετείο στην πρώτη δικάσιμο του δεύτερου δεκαήμερου του προηγούμενου μήνα και, αν αυτή δεν υπάρχει ή ματαιωθεί για οποιονδήποτε λόγο, γίνεται την επόμενη δικάσιμο ή εργάσιμη ημέρα αντίστοιχα. 3.

Ο δικαστής ή ο πρόεδρος του συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο και ο εισαγγελέας που διευθύνει την εισαγγελία, καταρτίζουν πίνακες, οι οποίοι περιλαμβάνουν κατ' αρχαιότητα και με αριθμητική σειρά τα ονόματα:............... 10. Η μη τήρηση των παρ. 2 έως 8 συνεπάγεται ακυρότητα, που θεραπεύεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης." (Α.Π. 835/2022, Α.Π. 442/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση της με αριθ.46/2024 προσβαλλόμενης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (β' βαθμού), που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, και των πρακτικών της, της πρωτοβάθμιας με αριθ. 958/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και των πρακτικών της, καθώς και των περιλαμβανομένων στη δικογραφία εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα:

Η προσβαλλόμενη με αριθ. 46/2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (β' βαθμού), εκδόθηκε επί έφεσης της κατηγορούμενης ήδη αναιρεσείουσας κατά της με αριθ.958/2021 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο λόγω της ειδικής δωσιδικίας της κατηγορουμένης ως εκ της δικηγορικής ιδιότητάς της.

Το εν λόγω πρωτοβάθμιο δικαστήριο, Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που εξέδωσε την προμνημονευθείσα 958/2021 απόφασή του, συγκροτήθηκε από την Πρόεδρο Εφετών Ευαγγελία Τουπαδάκη και τους Εφέτες Χαράλαμπο Μαυρίδη και Ανθία Τσαφίτσα, το δε δευτεροβάθμιο δικαστήριο, Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης (β' βαθμού), που συνεδρίασε σε δύο δημόσιες συνεδριάσεις στις 24 και 25 Σεπτεμβρίου 2024, εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του 46/2024, συγκροτήθηκε από την Πρόεδρο Εφετών Παρθένα Ιωαννίδου και τις Εφέτες Μαρία Προσφιλίδου και Γεωργία Στεφανίδου.

Η συγκρότηση του εν λόγω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ήτοι του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (β' βαθμού) για την αρχική συνεδρίασή του στις 24-9-2024 και την σε συνέχεια αυτής, κατόπιν διακοπής, στις 25-9-2024, από τους ως άνω Δικαστές ήταν νόμιμη κατόπιν κλήρωσης, η οποία έγινε βάσει των υπηρετούντων στο Ποινικό Τμήμα του εν λόγω Δικαστηρίου κατά το δικαστικό έτος 2024-2025 (με έναρξη δικαστικού έτους 16-9-2024), και σύμφωνη με τις ανωτέρω διατάξεις που ορίζουν τη συγκρότηση του Τριμελούς Εφετείου β' βαθμού, ως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ενόψει του ότι δεν ήταν εφικτή η συγκρότησή του, από αρχαιότερους Δικαστές από εκείνους που συμμετείχαν στη σύνθεση που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση κατά τον χρόνο έναρξης της εκδίκασής της (24-9-2024), όπως όριζαν οι διατάξεις του άρθρου 111 παρ. 7 και 8 του Κ.Ποιν.Δ., μετά την αντικ.

με τα άρθρ.75 και 138 παρ.1 του ν.5090/2024 με έναρξη ισχύος από την 1η-5-2024, οι οποίες ίσχυαν κατά το χρόνο της κλήρωσης, όπως αυτός ορίζεται σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη. Ειδικότερα η Παρθένα Ιωαννίδου ήταν η αρχαιότερη υπηρετούσα ως Πρόεδρος Εφετών στο Ποινικό Τμήμα κατά το δικαστικό έτος 2024-2025 (με σειρά 1 επί υπηρετούντων συνολικά 22 Προέδρων Εφετών στο Ποινικό Τμήμα), οι δε εφέτες Μαρία Προσφιλίδου και Γεωργία Στεφανίδου, ήταν από τους αρχαιότερους εφέτες που υπηρετούσαν το ίδιο δικαστικό έτος (2024-2025) στο Εφετείο Θεσσαλονίκης (με σειρά 16 και 35, αντίστοιχα, επί υπηρετούντων συνολικά 54 εφετών) σύμφωνα με τον πίνακα Δικαστικών Λειτουργών 2024-2025 και το με αριθμ.πρωτ.314/22-1-2025 έγγραφο της Προέδρου Εφετών Θεσσαλονίκης Σοφίας Μαντζακίδου, σημειουμένου ότι κατά το χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης από το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης (β' βαθμού) στις 24-9-2024, από τους δικαστές που συμμετείχαν στην πρωτόδικη με αριθ. 958/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η μεν Πρόεδρος Εφετών Ευαγγελία Τουπαδάκη κατά το άνω δικαστικό έτος (2024-2025) υπηρετούσε στο πολιτικό τμήμα, οι δε Εφέτες Χαράλαμπος Μαυρίδης και Ανθία Τσαφίτσα, είχαν ήδη προαχθεί σε Προέδρους Εφετών και είχαν τοποθετηθεί και υπηρετούσαν σε άλλα Εφετεία.

Αλλά και μετά την ισχύ του άρθρου 114 παρ.2 του Ν.5134/2024, που αντικατέστησε την περ. 8 του άρθρου 111 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, περί της αρμοδιότητας του Τριμελούς Εφετείου, με έναρξη ισχύος, σύμφωνα με την παρ. 5 του αυτού άρθρου, από τις 16-9-2024, δηλαδή ίσχυε κατά την εκδίκαση της προκείμενης υπόθεσης την 24η και 25η -09-2024, η συμμετοχή των άνω Δικαστών στη σύνθεση του προμνημονευθέντος Δικαστηρίου, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ήτοι στη σύνθεση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (Β' Βαθμού) που συγκροτήθηκε από τους προαναφερόμενους δικαστές και δη την Πρόεδρο Εφετών Παρθένα Ιωαννίδου και τις Εφέτες Μαρία Προσφιλίδου και Γεωργία Στεφανίδου που υπηρετούσαν στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, ήταν νόμιμη και σύμφωνη με τις προεκτεθείσες διατάξεις.

Και τούτο καθόσον, πρόκειται για αρχαιότερους δικαστές που υπηρετούσαν στο Εφετείο Θεσσαλονίκης κατά το επίδικο δικαστικό έτος 2024-2025, λαμβανομένου υπόψη ότι, όπως προεκτέθηκε, οι Εφέτες Χαράλαμπος Μαυρίδης και Ανθία Τσαφίτσα, που συμμετείχαν στην πρωτόδικη υπ' αριθ. 958/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, είχαν ήδη προαχθεί σε Προέδρους Εφετών και είχαν τοποθετηθεί και υπηρετούσαν σε άλλα δικαστήρια, οι Εφέτες Μαρία Προσφιλίδου και Γεωργία Στεφανίδου ήταν από τους αρχαιότερους δικαστές που υπηρετούσαν το εν λόγω δικαστικό έτος στο Εφετείο Θεσσαλονίκης με σειρά 16 και 35, η δε Παρθένα Ιωαννίδου ήταν αρχαιότερη ως Πρόεδρος Εφετών στο Ποινικό Τμήμα το άνω δικαστικό έτος, ενώ η Πρόεδρος Εφετών Ευαγγελία Τουπαδάκη υπηρετούσε στο πολιτικό τμήμα (βλ.

πίνακα Δικαστικών Λειτουργών 2024-2025 και το με αριθμ.πρωτ.314/22-1-2025 έγγραφο της Προέδρου Εφετών Θεσσαλονίκης Σοφίας Μαντζακίδου). Επομένως, δεν υπήρξε κακή σύνθεση του ανωτέρω Δικαστηρίου Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (β' βαθμού), που εκδίκασε την επίδικη υπόθεση ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφασή του, και συνακόλουθα ουδεμία ακυρότητα προκλήθηκε, λόγω κακής σύνθεσής του, όπως αβασίμως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα.

Επιπροσθέτως από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης 46/2024 απόφασης, προκύπτει ότι δεν προβλήθηκε από την αναιρεσείουσα ο ανωτέρω λόγος περί κακής σύνθεσης του Δικαστηρίου, ούτε πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ούτε σε άλλο στάδιο της δίκης, ούτε άλλωστε η τελευταία επικαλείται τούτο.

Έτσι, πέραν των ανωτέρω, ακόμη και να υπήρχε ακυρότητα λόγω κακής σύνθεσης, αυτή καλύφθηκε.

Περαιτέρω, ουδεμία παραβίαση του άρθρου 2 παρ. 1 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με τον ν. 1705/1987, και ορίζει ότι "κάθε πρόσωπο που καταδικάστηκε για αξιόποινη πράξη από δικαστήριο, έχει το δικαίωμα της επανεξέτασης από ανώτερο δικαστήριο της απόφασης με την οποία κηρύχθηκε ένοχος ή της απόφασης με την οποία του επιβλήθηκε ποινή" καθώς και το άρθρο 14 παρ. 5 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ), που κυρώθηκε με τον ν. 2462/1997, και ορίζει ότι "κάθε πρόσωπο που κρίνεται ένοχο για παράβαση έχει δικαίωμα η απόφαση περί ενοχής και καταδίκης του να εξεταστεί από ανώτερο δικαστήριο" επήλθε εκ του ότι άσκησαν καθήκοντα μέλους της σύνθεσης του ανωτέρω Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση οι προαναφερόμενοι τακτικοί δικαστές (Πρόεδρος Εφετών και Εφέτες), οι οποίοι είχαν κληρωθεί νόμιμα για να ασκήσουν τα παραπάνω καθήκοντα στο ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον η συμμετοχή τους στη σύνθεσή του ρητά προβλέπεται από το νόμο, το Δικαστήριο δε αυτό, συγκεκριμένα το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης (Β' Βαθμού), που δίκασε ύστερα από έφεσή της αναιρεσείουσας- κατηγορούμενης, είναι ανώτερο in abstracto από εκείνο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη με την έφεσή της απόφαση δηλαδή από το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης κατ' άρθρο 111 παρ.8 ΚΠΔ, ανεξαρτήτως του ότι στη σύνθεση του πρώτου (Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (Β' Βαθμού) συμμετείχαν και δικαστές ιεραρχικώς κατώτεροι του δεύτερου (Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης), αφού ήσαν από τους αρχαιότερους που υπηρετούσαν στο εν λόγω Δικαστήριο και πιο συγκεκριμένα από τους αρχαιότερους που υπηρετούσαν στο ποινικό τμήμα του εν λόγω δικαστηρίου κατά το επίδικο δικαστικό έτος οι οποίοι μπορούσαν κατόπιν κλήρωσης να συμμετέχουν στην σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού.

Επομένως, δεν παραβιάστηκε το άρθρο 2 παρ.1 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που καθιερώνει την αρχή της επανεξέτασης σε δεύτερο βαθμό της υπόθεσης από ανώτερο δικαστήριο, ούτε η από το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ καθιερούμενη αρχή της δίκαιης δίκης, αφού σύμφωνα με τα πρακτικά και το προαναφερθέν αιτιολογικό, έγινε επανεξέταση της υπόθεσης από δικαστήριο in abstracto ανώτερο ως συγκροτούμενο κατά τα οριζόμενα ανωτέρω από πρόεδρο εφετών εκ των αρχαιότερων προέδρων εφετών που υπηρετούσαν στο ως άνω Δικαστήριο Β' βαθμού και εφέτες εκ των αρχαιότερων εφετών που υπηρετούσαν στο ίδιο δικαστήριο. Αυτά ίσχυαν τόσο κατά το χρόνο που διενεργήθηκε η κλήρωση, όσο και κατά το χρόνο συγκρότησης του δικαστηρίου και εκδίκασης της υπόθεσης, κατά τα προεκτεθέντα.

Συνακόλουθα, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. A' και Θ' σε συνδ. με άρθρ.171 παρ.1 περ.α' και δ' Κ.Π.Δ. πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι αναίρεσης που προβάλλονται με το κύριο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την καταδίκη της για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και ψευδορκίας μάρτυρα ήδη ψευδούς κατάθεσης, επικαλούμενη τις αναιρετικές πλημμέλειες της απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, και της υπέρβασης εξουσίας, με την αιτίαση ότι δεν συγκροτήθηκε νομίμως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, στη σύνθεση του οποίου δεν έπρεπε να συμμετάσχουν οι ανωτέρω Δικαστικοί Λειτουργοί, Πρόεδρος Εφετών και Εφέτες, διότι δεν ήταν αρχαιότεροι αυτών που συμμετείχαν στη σύνθεση του δικαστηρίου που εξέδωσε την πρωτόδικη απόφαση, και με τον τρόπο αυτό παραβιάστηκαν οι διατάξεις του Κώδικα Οργανισμού και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών και του Κ.Ποιν.Δ., καθώς και του άρθρου 2 παρ. 1 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με τον Ν. 1705/1987" και το άρθρο 14 παρ. 5 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ), που κυρώθηκε με τον Ν. 2462/1997, είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του προϊσχύσαντος μέχρι 30-6-2019 Π.Κ. ορίζεται ότι: "Όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους".

Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτήν εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης, απαιτείται να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση, με οποιονδήποτε τρόπο, σε αρχή, ότι τελέστηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, το περιεχόμενο της μήνυσης ή ανακοίνωσης να είναι αντικειμενικώς ψευδές, να υπέβαλε δε τη μήνυση ή προέβη στην ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμηνύεται, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού.

Το έγκλημα είναι τελειωμένο μόλις περιέλθει η μήνυση ή η έγκληση στην αρχή ή γίνει ανακοίνωση σ' αυτήν, ανεξάρτητα, αν στη συνέχεια ασκήθηκε ή όχι ποινική δίωξη κατά του μηνυόμενου -εγκαλούμενου. Για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση, και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής και τον σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος του καταμηνυόμενου.

Δεν είναι αναγκαία όμως η παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή περιστατικών, αν ο δράστης γνώριζε την πραγματική κατάσταση από προσωπική του αντίληψη (Α.Π. 1705/2020, Α.Π. 487/2019).

Εξάλλου, στη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του νέου, ήδη ισχύοντος από 1-7-2019 Π.Κ. [(Ν. 4619/2019 (Φ.Ε.Κ. 95/11-6-2019)] ορίζεται ότι: "Όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή". Η νεότερη αυτή διάταξη του Π.Κ. είναι δυσμενέστερη σε σχέση με την προηγούμενη, αφενός μεν διότι η προηγούμενη διάταξη απαιτούσε και την επί σκοπώ πρόκλησης καταδίωξης τέλεση της πράξης, στοιχείο που δεν προβλέπεται στη νέα νομοτυπική μορφή της εν λόγω διάταξης, αφετέρου δε διότι η προηγούμενη διάταξη προέβλεπε ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους, ενώ η νεότερη προβλέπει ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών και χρηματική ποινή.

Συνεπώς, στην κρινόμενη υπόθεση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ., εφαρμοστέα τυγχάνει η προγενέστερη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του Π.Κ., όπως αυτή ίσχυε μέχρι 30-6-2019, ως ισχύουσα κατά τον χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης της ψευδούς καταμήνυσης (14-6-2016), που αποδίδεται στην κατηγορουμένη, καθόσον οδηγεί για τους προαναφερθέντες λόγους στην ευμενέστερη μεταχείριση της τελευταίας, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα νομική σκέψη (Α.Π. 1340/2020).

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, στην περίπτωση που το διατακτικό, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της (ΑΠ 510/2021, ΑΠ 2056/2019, ΑΠ 1556/2019, ΑΠ 342/2019).

Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία, του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά.

Πρέπει, όμως, να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο, για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Σε περίπτωση δε που εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, εφόσον δεν εξαιρέθηκαν ρητά (ΑΠ 682/2020, ΑΠ 1556/2019, ΑΠ 94/2017). Επίσης, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής για την ως άνω πράξη απόφασης πρέπει, εκτός άλλων, να αναφέρονται σ' αυτήν, για την ψευδή καταμήνυση ότι η καταμήνυση ή ανακοίνωση ή αναφορά, είτε με τον τύπο του άρθρου 42 του Κ.Ποιν.Δ.

είτε με κάθε τύπο προφορικής ή γραπτής καταγγελίας, έγινε ενώπιον αρμόδιας αρχής, αναφέρεται σε τέλεση από άλλον αξιόποινης πράξης ή πειθαρχικής παράβασης, αφορά άλλον που μπορεί να τιμωρηθεί από το ποινικό δικαστήριο ή να διωχθεί πειθαρχικά, είναι δε ψευδής, δηλαδή αντικειμενικά αναληθής, ο δε δόλος του δράστη συνίσταται, στη γνώση του, κατά το χρόνο της καταμήνυσης, ότι το περιεχόμενο της καταγγελίας του είναι αναληθές και ότι αφορά αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, καθώς και στη θέληση να περιέλθει η αναφορά στην αρχή και στο σκοπό του (υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση) να κινηθεί η ποινική ή πειθαρχική διαδικασία, είναι δε αδιάφορο, αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε.

Ενδεχόμενος δόλος δεν αρκεί, σχετικά με το ψευδές των καταμηνυθέντων πραγματικών περιστατικών. Ο δράστης αρκεί να γνωρίζει και να θέλει να καταμηνύσει ενώπιον αρχής ψευδή πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ' αρχάς, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών.

Όταν όμως, όπως συμβαίνει επί του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης, αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης ή η τέλεση της πράξης με τον "σκοπό" πρόκλησης ορισμένου αποτελέσματος, δηλαδή άμεσος δόλος, η ύπαρξη αυτού πρέπει να αιτιολογείται ειδικά, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν, ότι υπήρχε το στοιχείο της γνώσης.

Τούτο δε διότι η γνώση, ως ενδιάθετη βούληση, επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστη εις τρόπον ώστε να συνάγεται με σαφήνεια, ότι το περιεχόμενο της ψευδούς καταμήνυσης ήταν αποτέλεσμα της ενσυνείδητης ενέργειάς του, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.

Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη, θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών (Α.Π. 564/2019).

Αν λείπει τέτοια αιτιολογία, τότε ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναίρεσης για έλλειψη από την καταδικαστική απόφαση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ειδικότερα δε η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά, καθώς και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται ανεπιτρέπτως η, αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ.

Α.Π. 1/2005, ΑΠ 713/2023, ΑΠ 1530/2022, Α.Π. 999/2020).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., "απόλυτη ακυρότητα υπάρχει: 1. αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν: α) ... δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και το Χάρτη Θεμελιωδών Ελευθεριών της ΕΕ". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου (Α.Π.1205/2023, Α.Π.681/2023, Α.Π.1175/2022, Α.Π.302/2020).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, "παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", σύμφωνα δε με το άρθρο 14 παρ. 2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (Δ.Σ.Α.Π.Δ.), που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 2462/1997, "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο".

Με τις ως άνω διατάξεις σε συνδυασμό με το άρθρο 71 του Κ.Π.Δ., στα πλαίσια της έννοιας της "δίκαιης δίκης" επί ποινικών υποθέσεων, καθιερώνεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου καθ' όλα τα διαδικαστικά στάδια μέχρι να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί της δίωξης που ασκήθηκε εις βάρος του, κατοχυρώνεται, δηλαδή, το δικαίωμα κάθε κατηγορουμένου να θεωρείται (τεκμαίρεται) αθώος, εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί νομίμως.

Κατ' αυτό, η Πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου και όχι ο κατηγορούμενος την αθωότητά του και μέσω των οργάνων της οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου και να εξετάζονται αυτά κατά τρόπο πραγματικό από το Δικαστήριο, δηλαδή το Δικαστήριο να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι.

Αλλά και κατά τη διάταξη του άρθρου 178 παρ. 2 εδαφ. γ του Κ.Π.Δ. οι δικαστές και οι εισαγγελείς είναι υποχρεωμένοι να ερευνούν με επιμέλεια κάθε στοιχείο ή αποδεικτικό μέσο που επικαλέσθηκε υπέρ αυτού ο κατηγορούμενος, αν αυτό είναι χρήσιμο για να εξακριβωθεί η αλήθεια. Απόρροια του τεκμηρίου αθωότητας είναι η αρχή της επιείκειας προς τον κατηγορούμενο, η οποία επιβάλλει στο δικαστήριο εν αμφιβολία να αποφανθεί υπέρ του κατηγορουμένου (in dubio pro reo).

Η παραβίαση του τεκμηρίου αυτού επάγεται, πέραν της αναίρεσης της απόφασης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, οπότε ιδρύεται και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', σε συνδυασμό με το προπαρατεθέν άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ', ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1205/2023, ΑΠ 294/2022, ΑΠ 861/2022, ΑΠ 1363/2020, ΑΠ 1289/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης με αριθ.46/2024 καταδικαστικής απόφασής του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά την παράθεση σχετικής νομικής σκέψης, αυτολεξεί, τα ακόλουθα: "...Από την χωρίς όρκο κατάθεση της παρισταμένης για την υποστήριξη της κατηγορίας και τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων στο ακροατήριο μαρτύρων της κατηγορίας, που περιλαμβάνονται στα πρακτικά της παρούσης αποφάσεως, την ανάγνωση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, που περιέχονται στη δικογραφία και καταχωρίσθηκαν στα ίδια πρακτικά, από την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και γενικά από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως, καθώς και από την αξιολογική εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 177 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.

αρχή της ηθικής αποδείξεως, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Η κατηγορουμένη, δικηγόρος του Δικηγορικού συλλόγου Αθηνών με ΑΜ 34900, τις πρωινές ώρες της 9ης Ιουλίου 2017 μετέβη στον Κρατικό Αερολιμένα Θεσσαλονίκης "ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ", προκειμένου να ταξιδέψει με την πτήση ΟΑ 109 της αεροπορικής εταιρίας OLYMPIC AIR, με προορισμό την Αθήνα και ώρα αναχώρησης 10.20 π.μ.

Ειδικότερα περί ώρα 09.30 π.μ. της ημέρας εκείνης η κατηγορουμένη προσήλθε στο χώρο του αεροδρομίου και κατευθύνθηκε προς το κεντρικό χώρο ελέγχου ασφαλείας , όπου αφού διενεργήθηκε ο έλεγχος των χειραποσκευών της , η ίδια κλήθηκε να διέλθει από τη μαγνητική πύλη ανίχνευσης μεταλλικών αντικειμένων, όπως όλοι οι επιβάτες που πρόκειται να ταξιδεύσουν και οι οποίοι θέλουν να κατευθυνθούν προς τις πύλες εξόδου.

Κατά τη διέλευση της από την μαγνητική πύλη , αυτή ενεργοποιήθηκε τόσο ηχητικά, με ηχητική προειδοποίηση , όσο και οπτικά, με φωτεινή ένδειξη, σε όλη την επιφάνεια της, γεγονός που υποδείκνυε ότι η κατηγορουμένη επιλέχθηκε για δειγματοληπτικό έλεγχο (random), ο οποίος (έλεγχος) εφαρμόζεται σε επιβάτες που επιλέγονται σε συνεχή τυχαία δειγματοληπτική βάση (τεχνική οδηγία Ασφαλείας 2 (άρθρο 4.1.1.3).

Για το λόγο αυτό της ζητήθηκε από την ελεγκτή ασφαλείας (screener) της εταιρείας Esa Security, που εργαζόταν στο σημείο ελέγχου των χειραποσκευών, Ε. Σ., να υποβληθεί σε σωματικό έλεγχο, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανονισμούς ασφαλείας του αερολιμένα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ. Η κατηγορουμένη όμως αρνήθηκε να υποβληθεί στον έλεγχο, επειδή αυτός ήταν δειγματοληπτικός και η ίδια δεν έφερε κάποιο απαγορευμένο αντικείμενο, όπως κατέθεσε η προαναφερθείσα μάρτυρας, αν και εν συνεχεία η κατηγορουμένη προσπάθησε εντελώς ανεπιτυχώς να ισχυρισθεί, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ότι δεν αντιλήφθηκε ότι επιλέχθηκε για δειγματοληπτικό έλεγχο (random).

Λόγω της άρνησης της κατηγορουμένης, αμέσως στο σημείο κλήθηκε και μετέβη ο υπεύθυνος βάρδιας της εταιρίας ESA security, Α. Α., ο οποίος, όπως κατέθεσε με κατηγορηματικότητα στο ακροατήριο, εξήγησε στην κατηγορουμένη ότι ο έλεγχος είναι υποχρεωτικός και ότι πρέπει να γίνει αποκλειστικά από τους υπαλλήλους της εταιρίας ESA security, που είναι πιστοποιημένη από την πολιτική αεροπορία, πλην όμως και πάλι η κατηγορουμένη αρνήθηκε τον έλεγχο.

Στη συνέχεια ενημερώθηκε για το περιστατικό η παρισταμένη για την υποστήριξη της κατηγορίας, Α. Μ., η οποία ως duty manager της εταιρείας FRAPORT, η οποία από τις 11-4-2017 είχε εγκατασταθεί νομίμως, μεταξύ άλλων 14 περιφερειακών αεροδρομίων της Ελλάδος και στο αεροδρόμιο ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, έχοντας αναλάβει τη συντήρηση, λειτουργία, διαχείριση, βελτίωση και ανάπτυξη αυτού και η οποία (FRAPORT) έφερε έκτοτε την αποκλειστική ευθύνη για την εφαρμογής των μέτρων ασφαλείας στον αερολιμένα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, η οποία και μετέβη στο σημείο και ενημέρωσε την κατηγορουμένη για την κείμενη νομοθεσία επί των ελέγχων ασφαλείας καθώς και ότι αυτός (έλεγχος) διενεργείται αποκλειστικά από τους υπαλλήλους ελεγκτές της εταιρίας ESA SECURITY, που είναι πιστοποιημένη και αδειοδοτημένη εταιρία και το προσωπικό της εκπαιδευμένο και αδειοδοτημένο από την Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας.

Ειδικότερα την ενημέρωσε ότι, δυνάμει της από 24-2-2017 με αριθμό πρωτ. Δ15/Β/Ε.9/Ε.25 απόφασης του Διοικητή της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, διεύθυνση ασφαλείας πολιτικής αεροπορίας, είχε εγκριθεί το πρόγραμμα ασφαλείας του αερολιμένα Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με το οποίο η ιδιωτική εταιρία παροχής υπηρεσιών ασφαλείας αερομεταφορών με την επωνυμία ESA Security ανέλαβε την άσκηση όλων των προβλεπόμενων μέτρων ασφαλείας για λογαριασμό του αερολιμένα Θεσσαλονίκης.

Πλην όμως, η κατηγορουμένη συνέχισε να αρνείται τον έλεγχο, δηλώνοντας ότι δεν θέλει να ελεγχθεί από ιδιώτη και στο σημείο κλήθηκαν και προσήλθαν εν συνεχεία και οι υπάλληλοι της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, Κ. Γ. και Δ. Ρ., οι οποίες με τη σειρά τους επανέλαβαν στην κατηγορουμένη ότι ο έλεγχος πρέπει να γίνει αποκλειστικά από τους αρμόδιους υπάλληλους-ελεγκτές της εταιρίας ESA security και ότι σύμφωνα με τον Εθνικό Κανονισμό Ασφαλείας Πολιτικής Αεροπορίας (ΕΚΑΠΑ) και την Τεχνική Οδηγία Ασφαλείας 1 (ΤΟΑ 1) απαγορεύεται να εισέλθει σε ελεγχόμενο χώρο του αερολιμένα επιβάτης, ο οποίος δεν έχει υποβληθεί σε έλεγχο ασφαλείας, πλην όμως η κατηγορουμένη αρνήθηκε και πάλι να δεχθεί σωματικό έλεγχο από υπαλλήλους της εταιρείας security, επαναλαμβάνοντας ότι δεν δέχεται έλεγχο από ιδιώτη, προσθέτοντας ότι "δεν θα κάνω το σώμα μου πειραματόζωο", όπως κατέθεσε με γλαφυρότητα η εξετασθείσα μάρτυρας Κ.

Γ. Εν τω μεταξύ στο σημείο ελέγχου προσήλθε, κατόπιν αιτήματος της κατηγορουμένης προκειμένου να μη λάβει χώρα ο σωματικός έλεγχος της από τους υπαλλήλους της ιδιωτικής εταιρίας παροχής υπηρεσιών ασφαλείας, ο υπηρετών στο τμήμα ασφαλείας του αεροδρομίου αστυνομικός Κ.-Η. Κ., ο οποίος με τη σειρά του ζήτησε τη συνδρομή τη συνάδελφο του Σ.

Π., προκειμένου ο σωματικός έλεγχος να γίνει από αστυνομικό του ίδιου φύλου με την κατηγορουμένη. Εν τέλει έγινε σωματικός έλεγχος της κατηγορουμένης από την αστυνομικό Σ. Π., αν και δεν είχε αυτή αρμοδιότητα να προβεί σε τέτοιο έλεγχο, ο οποίος ανήκει αποκλειστικά στους υπαλλήλους της εταιρίας ESA SECURITY, όπως προαναφέρθηκε και επανειλημμένα δηλώθηκε και στην ίδια την κατηγορουμένη τόσο από την παριστάμενη για την υποστήριξή της κατηγορίας όσο και από τις υπαλλήλους της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, όπως αυτές κατέθεσαν εξεταζόμενες ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, διενεργήθηκε δε ο έλεγχος αυτός αποκλειστικά και μόνο προκειμένου να εκτονωθεί η κατάσταση που είχε δημιουργηθεί στο χώρο και να αποτραπούν οι διαμαρτυρίες των λοιπών επιβατών που προτίθεντο να ταξιδέψουν, οι οποίοι λόγω του επεισοδίου χρονοτριβούσαν και δυσανασχετούσαν.

O έλεγχος της κατηγορουμένης απέβη αρνητικός μια και δεν βρέθηκε κάποιο απαγορευμένο αντικείμενο σ' αυτήν. Μετά τον έλεγχο αυτό, η κατηγορουμένη ενημερώθηκε τόσο από τους υπαλλήλους της πολιτικής αεροπορίας που προσέτρεξαν στο χώρο, όσο και από την υποστηρίζουσα την κατηγορία ότι δεν μπορεί να της επιτραπεί να κατευθυνθεί προς τις πύλες εξόδου και να ταξιδέψει εάν δεν υποβληθεί εν συνεχεία σε έλεγχο από τους αρμόδιους υπαλλήλους της εταιρίας ESA SECURITY, την ενημέρωσαν δε παράλληλα ότι ο σωματικός έλεγχος που υποβλήθηκε από την αστυνομικό σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τον έλεγχο ασφαλείας δια χειρός, που έπρεπε να διεξαχθεί από τους ελεγκτές ασφαλείας της εταιρίας ESA SECURITY και τούτο διότι δεν υφίστατο παράλληλη συντρέχουσα αρμοδιότητα των αστυνομικών αρχών για έλεγχο των επιβατών, αλλά αυτός (έλεγχος) όσον αφορά το αεροδρόμιο ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ανήκε στην αποκλειστική αρμοδιότητα της εταιρίας ESA SECURITY, πλην όμως η κατηγορουμένη αρνήθηκε τον έλεγχο.

Η συνεχιζόμενη αυτή άρνηση της κατηγορουμένης στην υποβολή ελέγχου από τους υπαλλήλους της εταιρίας ESA SECURITY είχε ως αναγκαία συνέπεια το να μη της επιτραπεί η είσοδός της προς την πύλη εξόδου και την απώλεια της πτήσης της, πιθανότητα που, επανειλημμένα, της είχε επισημανθεί ότι μπορεί να επέλθει ως αποτέλεσμα λόγω της άρνησης της να υποβληθεί σε νόμιμο έλεγχο, τόσο από την υποστηρίζουσα την κατηγορία όσο και από την Κ.

Γ. Εν συνεχεία, όλα τα εμπλεκόμενα μέρη κατευθύνθηκαν στη Διεύθυνση Αστυνόμευσης Κρατικού Αερολιμένα Θεσσαλονίκης, που είναι η αρμόδια αρχή για την προανάκριση αυτόφωρων αδικημάτων που τελούνται εντός του χώρου του αεροδρομίου και τούτο διότι η κατηγορουμένη δήλωσε την πρόθεση της να υποβάλει μήνυση.

Στο γραφείο του αξιωματικού υπηρεσίας όπου μετέβησαν, δόθηκαν και πάλι διευκρινίσεις στην κατηγορουμένη επί της εφαρμοζόμενης διαδικασίας ελέγχου επιβατών και της επιδείχθηκε η σχετική νομοθεσία, πλην η τελευταία (κατηγορουμένη) προχώρησε στην υποβολή μηνύσεως (με την από 9-7-2017 ένορκη εξέταση της ως μάρτυρας ενώπιον της Ανθ/μου Ε.

Κ. της ΔΑΚΑΘ/Τμ. Αστυνόμευσης, παρουσία της αστυν. Β' Ε. Χ. ) σε βάρος της παρισταμένης για την υποστήριξη της κατηγορίας, καταμηνύοντάς την για την πράξη της παράνομης κατακράτησης, επικαλούμενη ειδικότερα ότι παρανόμως της απαγόρευσε την ίδια ημέρα (9-7-2017) να προσεγγίσει την πύλη εξόδου του αεροδρομίου , με αποτέλεσμα να χάσει την πτήση της.

Πλην όμως η καταγγελόμενη σε βάρος της παρισταμένης για την υποστήριξη της κατηγορίας ενέργεια ήταν απολύτως νόμιμη, καθόσον η εκπροσωπούμενη από αυτήν εταιρία FRAPORT, έφερε την αποκλειστική ευθύνη για την εφαρμογή των μέτρων ασφαλείας στον αερολιμένα, επιπλέον δε, σύμφωνα με το άρθρο 7.3.1 του ΕΚΕΠΑ, σύμφωνα δε με το άρθρο 4.1.1.

παρ. 8 της Τεχνικής Οδηγίας Ασφαλείας Αριθ 1-1 ΤΟΑ (Απόφαση Δ15/Α/17413/1505 Διοικητή ΥΠΑ (ΦΕΚ Β 2607/24- 8-2016) " Ο έλεγχος ασφαλείας γίνεται με τη συναίνεση του επιβάτη από το εξουσιοδοτημένο σε κάθε αερολιμένα για την εργασία αυτή προσωπικό, σε περίπτωση δε που επιβάτες αρνούνται να υποστούν τον προβλεπόμενο έλεγχο ασφαλείας δεν τους επιτρέπεται η είσοδος στην αυστηρά ελεγχόμενη περιοχή ασφαλείας του αερολιμένα και η επιβίβαση στο αεροσκάφος...", ενώ όπως προαναφέρθηκε, δυνάμει της υπ' αριθμ πρωτ.

Δ15/Β/Ε.91/Ε.25 από 24-2-2017 απόφασης του Διοικητή Διεύθυνσης Ασφαλείας Πολιτικής Αεροπορίας από έκνομες ενέργειες, εγκρίθηκε το υποβληθέν από την εταιρία FRAPORT πρόγραμμα ασφαλείας του αερολιμένα Θεσσαλονίκης, βάσει του οποίου η ιδιωτική εταιρία ESA SECURITY αναλαμβάνει την άσκηση όλων των προβλεπόμενων μέτρων ασφαλείας (βλ υπ' αριθμ πρωτ.

Δ15/2322/4-12-2017 έγγραφο της Διεύθυνσης Ασφαλείας Πολιτικής Αεροπορίας).

Συνεπώς η διενέργεια των προβλεπομένων ελέγχων στους επιβάτες στον αερολιμένα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, μεταξύ των οποίων και ο έλεγχος random, διενεργείται από τους εξουσιοδοτημένους υπάλληλους της εταιρίας ESA SECURITY και σε περίπτωση άρνησης του επιβάτη να υποβληθεί στον ανωτέρω έλεγχο, νομίμως απαγορεύεται η είσοδός του στο χώρο αναχωρήσεως και η εν συνεχεία επιβίβασή του στο αεροπλάνο, όπως χαρακτηριστικά επισημαίνεται στο πιο πάνω έγγραφο της Διεύθυνσης Ασφάλειας Πολιτικής Αεροπορίας.

Ειδικότερα, ο δειγματοληπτικός έλεγχος (random) είναι υποχρεωτικός για τους επιβάτες που επιλέγονται κατ' αυτόν σε συνεχή τυχαία δειγματοληπτική βάση και όχι προαιρετικός. Οποιαδήποτε παραβίαση της πιο πάνω διαδικασίας επισύρει ποινές στην εταιρία security και τους υπαλλήλους της, τυχόν δε είσοδος επιβάτη που δεν υποβλήθηκε σε έλεγχο ασφαλείας σε ελεγχόμενο χώρο και ανάμειξή του με επιβάτες ελεγμένους, απαιτεί την άμεση λήψη επανορθωτικών μέτρων προκειμένου να εξασφαλισθεί η καθαρότητα του χώρου και η προστασία των επιβατών και των αερομεταφορών.

Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, βάσει της υποβληθείσας από την κατηγορουμένη μηνύσεως, η υποστηρίζουσα την κατηγορία συνελήφθη αρχικά και μετά από προφορική εντολή της Εισαγγελέως ποινικής δίωξης αφέθηκε ελεύθερη, χωρίς να μεταχθεί στην ΥΕΕΒΕ για λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων πλην όμως ακολούθως δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος της, καθόσον η από 9-7-2017 έγκληση της κατηγορουμένης, μετά τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη με την υπ' αριθ. 148/20-2-2018 Διάταξη του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, επιβλήθηκαν δε τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της κατηγορουμένης, καθόσον "προέκυψε ότι η έγκληση ήταν ψευδής και έγινε με δόλο", χωρίς να ασκηθεί κατ' αυτής προσφυγή, παρήλθε δε η νόμιμη προθεσμία για άσκηση της (βλ από 26-11-2019 πιστοποιητικό της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης).

Βάσει των αποδειχθέντων ως άνω πραγματικών περιστατικών προέκυψε ότι, τα καταγγελλόμενα στην από 9-7-2017 μήνυση (με τη μορφή της ένορκης εξέτασης ως μάρτυρος), που υπέβαλε η κατηγορουμένη σε βάρος της υποστηρίζουσας την κατηγορία, ήταν εξ ολοκλήρου ψευδή, η δε κατηγορουμένη τελούσε εν γνώσει του ψεύδους αυτών.

Η γνώση του ψεύδους των καταγγελλόμενων προκύπτει από το γεγονός ότι η κατηγορουμένη, καίτοι νομικός στο επάγγελμα (δικηγόρος) και συνεπώς με αυξημένη αντιληπτική ικανότητα και κατάρτιση, αν και επανειλημμένως της γνωστοποιήθηκαν τα ισχύοντα μέτρα ασφαλείας στο αεροδρόμιο random καθώς και ποιοι είναι οι υπεύθυνοι για την διενέργεια των ελέγχων στους επιβάτες καθώς και ότι επιλέχθηκε για έλεγχο random, προχώρησε στην υποβολή της μηνύσεως της σε βάρος της υποστηρίζουσας την κατηγορία, με την οποία είχε ως σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη της υποστηρίζουσας την κατηγορία, για το αδίκημα της παράνομης κατακράτησης, αν και γνώριζε ότι η τελευταία ενεργούσε νόμιμα, στα πλαίσια των καθηκόντων της και όπως υποχρεούτο, έχοντας για το λόγο αυτό και κατά λογική αναγκαιότητα η κατηγορουμένη άμεση αντίληψη της αναλήθειάς της σε βάρος της υποστηρίζουσας την κατηγορία, μήνυσης που υπέβαλε, ζητώντας επιπλέον και την αυτόφωρη σύλληψή της.

Για τους παραπάνω λόγους γνώριζε επιπλέον η κατηγορουμένη ότι όσα κατέθεσε στην ίδια από 9-7-2017 έκθεση ενόρκου (με πολιτικό όρκο) εξέτασής της ενώπιον των ανακριτικών υπαλλήλων της Δ/νσης Αστυνόμευσης Κρατικού Αερολιμένα Θεσσαλονίκης, ότι δηλαδή η υποστηρίζουσα την κατηγορία παράνομα της απαγόρευσε την 9-7-2017 να προσεγγίσει την πύλη εξόδου του αεροδρομίου με αποτέλεσμα να χάσει την πτήση της, ήταν ψευδή, ενώ η ίδια γνώριζε, όπως προαναφέρθηκε ότι η υποστηρίζουσα την κατηγορία, ως υπάλληλος της εταιρίας FRAPORT, ενεργούσε σύμφωνα με τις εντολές της υπηρεσίας της, η απαγόρευση δε να προσεγγίσει την πύλη ήταν απόρροια του γεγονότος ότι η ίδια (κατηγορουμένη) είχε προηγουμένως αρνηθεί νόμιμο δειγματοληπτικό σωματικό έλεγχο, όπως προαναφέρθηκε. Είναι χαρακτηριστικό ότι αμέσως μετά την υποβολή της μήνυσης από πλευράς της κατηγορουμένης, την 11-7-2017, ο Προϊστάμενος της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, ζήτησε να εξαχθούν αντίγραφα της δικογραφίας προς σχηματισμό αυτοτελούς δικογραφίας προς διερεύνηση ευθυνών της νυν κατηγορουμένης, παραγγελία που προκάλεσε εν συνεχεία την άσκηση ποινικής δίωξης κατά της κατηγορουμένης για τις κρινόμενες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και ψευδορκίας μάρτυρα (ήδη ψευδούς καταμήνυσης).

Συνεπώς βάσει των παραπάνω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών πληρούται η υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση των αποδιδόμενων στην κατηγορουμένη αξιοποίνων πράξεων της α) ψευδούς καταμήνυσης και β) ψευδορκίας μάρτυρα (ήδη ψευδούς κατάθεσης), για τις οποίες πρέπει να κηρυχθεί ένοχη, κατά το διατακτικό. Τέλος, από την ανάγνωση της εκκαλουμένης αποφάσεως προκύπτει ότι, ήδη στην κατηγορουμένη έχει αναγνωρισθεί η προβλεπόμενη από το άρθρο 84 παρ 2 εδ. α' ΠΚ ελαφρυντική περίσταση και γι' αυτό πρέπει και πάλι να αναγνωριστεί σε αυτήν η ανωτέρω ελαφρυντική περίσταση, καθόσον, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 470 ΚΠΔ, συνιστά χειροτέρευση της θέσεως του κατηγορουμένου η ανάκληση ευεργετήματος που δόθηκε με την απόφαση που προσβάλλεται.".

Στη συνέχεια, το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη για τις αξιόποινες πράξεις: α) ψευδούς καταμήνυσης και β) ψευδούς κατάθεσης, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 εδ.α' Π.Κ., που της είχε αναγνωρισθεί πρωτοδίκως, και την καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλάκισης δεκατριών (13) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό:

"ΚΗΡΥΣΣΕΙ την κατηγορουμένη ένοχη των πράξεων α) της ψευδούς καταμήνυσης και β) της ψευδορκίας μάρτυρα (και ήδη ψευδούς κατάθεσης), ήτοι του ότι στη Θεσσαλονίκη, την 9.7.2017, τέλεσε τα παρακάτω εγκλήματα, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τον νόμο: 1.Εν γνώσει της καταμήνυσε άλλον ψευδώς ενώπιον της Αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν και ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο και εντός του κρατικού αερολιμένα Θεσσαλονίκης, υπέβαλε ενώπιον των αρμοδίων ανακριτικών υπαλλήλων της Δ/σης Αστυνόμευσης Κρατικού Αερολιμένα Θεσσαλονίκης, που είναι αρμόδια αρχή για την προανάκριση αυτόφωρων αδικημάτων που τελούνται εντός του χώρου του αεροδρομίου, δι' ενόρκου εξετάσεώς της, εν γνώσει της, ψευδή μήνυση σε βάρος της υπαλλήλου της υπηρεσίας ασφαλείας "FRAPORT" του αεροδρομίου, Μ.

Α., την οποία καταμήνυσε, εν γνώσει της, ψευδώς, ότι δήθεν παρανόμως της απαγόρευσε την να προσεγγίσει την πύλη εξόδου του αεροδρομίου, με αποτέλεσμα να χάσει την πτήση της, σκοπεύοντας έτσι να προκαλέσει την ποινική της δίωξη για το αδίκημα της παράνομης κατακράτησης (325 του Π.Κ.), ενώ η αλήθεια, που γνώριζε, ήταν ότι η υπάλληλος ενεργούσε σύμφωνα με τις εντολές της υπηρεσίας της, διότι η κατηγορουμένη αρνήθηκε να υποστεί νόμιμο δειγματοληπτικό σωματικό έλεγχο. 2.

Εξετασθείσα ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει της κατέθεσε ψέματα και ειδικότερα, διά της από 9-7-2017 έκθεσης ενόρκου εξετάσεώς της, διά της οποίας υπέβαλε έγκληση κατά της Μ. Α. του Ν., υπαλλήλου υπηρεσίας ασφαλείας του αεροδρομίου, κατέθεσε, δίνοντας πολιτικό όρκο, ενώπιον των ανακριτικών υπαλλήλων της Δ/σης Αστυνόμευσης Κρατικού Αερολιμένα Θεσσαλονίκης, που είναι αρμόδια αρχή για την προανάκριση αυτόφωρων αδικημάτων, ότι δήθεν η Μ.

Α. παρανόμως της απαγόρευσε την 9.7.2017 να προσεγγίσει την πύλη εξόδου του αεροδρομίου, με αποτέλεσμα να χάσει την πτήση της, ενώ η αλήθεια, που γνώριζε η κατηγορουμένη, ήταν ότι η υπάλληλος ενεργούσε σύμφωνα με τις εντολές της υπηρεσίας της, διότι η κατηγορουμένη αρνήθηκε να υποστεί νόμιμο δειγματοληπτικό σωματικό έλεγχο.".

Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης, όπως η έννοιά του εκτέθηκε στην προηγηθείσα σχετική νομική σκέψη, για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος αυτού, οι αποδείξεις, που το θεμελιώνουν, καθώς και οι συλλογισμοί και οι σκέψεις, με βάση τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 229 παρ. 1 του Π.Κ., όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το Ν. 4619/2019, ως ευμενέστερες για την αναιρεσείουσα, καθώς και στις γενικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27 του Ποινικού Κώδικα, όπως ισχύουν με τις μεταβολές που επήλθαν με το Ν. 4619/2019, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, για την κατάφαση της ενοχής της αναιρεσείουσας για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης για την οποία η τελευταία παραπονείται με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης.

Ειδικότερα, επί των αιτιάσεων της αναιρεσείουσας, διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την προσήκουσα αιτιολογική επάρκεια, σαφήνεια και πληρότητα όλες οι ουσιώδεις και αναγκαίες παραδοχές για την κατάφαση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του ανωτέρω αδικήματος της ψευδούς καταμήνυσης κατά τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις.

Ακόμη παρατίθενται τα όσα εν γνώσει της καταμήνυσε σε βάρος της Α. Μ., υποστηρίζουσας την κατηγορία, υπαλλήλου της υπηρεσίας ασφαλείας "FRAPORT" του αεροδρομίου ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, ενώπιον των αρμοδίων ανακριτικών υπαλλήλων της Δ/σης Αστυνόμευσης Κρατικού Αερολιμένα Θεσσαλονίκης, που είναι αρμόδια αρχή για την προανάκριση αυτόφωρων αδικημάτων που τελούνται εντός του χώρου του αεροδρομίου, με την από 9-7-2017 ένορκη εξέτασή της ως μάρτυρας ενώπιον της Ανθ/μου Ε.

Κ. της ΔΑΚΑΘ/Τμ. Αστυνόμευσης, παρουσία της αστυνόμου Β' Ε. Χ., ότι παρανόμως της απαγόρευσε να προσεγγίσει την πύλη εξόδου του αεροδρομίου, με αποτέλεσμα να χάσει την πτήση της, σκοπεύοντας έτσι να προκαλέσει την ποινική της δίωξη για το αδίκημα της παράνομης κατακράτησης (325 του Π.Κ.), ενώ η αλήθεια, που γνώριζε, ήταν ότι η υπάλληλος ενεργούσε σύμφωνα με τις εντολές της υπηρεσίας της, διότι η κατηγορουμένη αρνήθηκε να υποστεί νόμιμο δειγματοληπτικό σωματικό έλεγχο ως επιλεγείσα για έλεγχο random.

Επίσης, προσδιορίζεται με την προσήκουσα αιτιολογική επάρκεια και η υποκειμενική δόλια προαίρεση της αναιρεσείουσας και δη η γνώση αυτής ως προς την αναλήθεια των όσων κατήγγειλε με την προμνημονευθείσα μήνυσή της-από 9-7-2017 ένορκη εξέτασή της, θεμελιούμενη όπως συνάγεται από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλομένης σε προσωπική και άμεση αντίληψη της ιδίας, έτσι ώστε να μην απαιτείται παράθεση και άλλων σχετικά με τη γνώση περιστατικών.

Πιο συγκεκριμένα αιτιολογείται με επάρκεια η γνώση του ψεύδους των καταγγελλόμενων από το γεγονός ότι η κατηγορουμένη, καίτοι δικηγόρος και εκ της ιδιότητάς της αυτής πρόσωπο με αυξημένη αντιληπτική ικανότητα και κατάρτιση, αν και επανειλημμένως της γνωστοποιήθηκαν τα ισχύοντα μέτρα ασφαλείας στο αεροδρόμιο ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ καθώς και ποιοι είναι οι υπεύθυνοι για την διενέργεια των ελέγχων στους επιβάτες καθώς και ότι επιλέχθηκε για έλεγχο random, προχώρησε στην υποβολή της μήνυσης σε βάρος της υποστηρίζουσας την κατηγορία.

Ακόμη, αιτιολογείται με σαφήνεια και πληρότητα ο σκοπός της πρόκλησης ποινικής δίωξης της εγκαλούσας - ότι δηλαδή η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη είχε ως σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξή της για το αδίκημα της παράνομης κατακράτησης, αν και γνώριζε ότι η τελευταία ενεργούσε νόμιμα, στα πλαίσια των καθηκόντων της και όπως υποχρεούτο, έχοντας για το λόγο αυτό και κατά λογική αναγκαιότητα η αναιρεσείουσα άμεση αντίληψη της αναλήθειας της σε βάρος της υποστηρίζουσας την κατηγορία, μήνυσης που υπέβαλε, ζητώντας επιπλέον και την αυτόφωρη σύλληψή της.

Οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις της αναιρεσείουσας περί ελλιπούς και μη ειδικής αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με την γνώση της ως προς το ψευδές του περιεχομένου της μήνυσής της και ως προς τον σκοπό καταδίωξής της σε βάρος της εγκαλούσας υποστηρίζουσας την κατηγορία είναι αβάσιμες, αφού, κατά τα προεκτεθένα το δικάσαν Δικαστήριο της ουσίας θεμελίωσε την σχετική κρίση του ως προς τα ως άνω απαιτούμενα στοιχεία στις προαναφερόμενες παραδοχές με επαρκή και σαφή αιτιολογία.

Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ δεύτερος πρόσθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογία για την καταδίκη της αναιρεσείουσας για το αδίκημα της ψευδούς καταμήνυσης είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, οι ως άνω παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας σχετικά με την κατάφαση της ενοχής της αναιρεσείουσας για τα αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδούς κατάθεσης, ουδόλως αποτελούν παραβίαση του κατοχυρωμένου, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, τεκμηρίου αθωότητας αυτής, αφού από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας, αξιολογώντας και συνεκτιμώντας ανελέγκτως το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, κατέληξε στην κρίση περί της ενοχής αυτής με την προεκτεθείσα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ενώ από τις σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ουδόλως προκύπτει ότι παρέμεινε στο Δικαστήριο οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την ενοχή της αναιρεσείουσας, η οποία (αμφιβολία) θα έπρεπε να ερμηνευθεί υπέρ αυτής, κατ' εφαρμογή της αρχής "in dubio pro reo".

Επιπροσθέτως, οι ως άνω παρατεθείσες στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας δεν συνιστούν αντιστροφή της υποχρέωσής του προς απόδειξη της ενοχής ούτε μετακύλιση στην κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα του βάρους απόδειξης της αθωότητάς της και ουδόλως αποτελούν παραβίαση του κατοχυρωμένου, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, τεκμηρίου αθωότητας αυτής, αφού από το σύνολο των παραδοχών της προκύπτει, ότι το Δικαστήριο, αξιολογώντας και συνεκτιμώντας ανελέγκτως το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, κατέληξε στην κρίση περί της ενοχής της με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.

Άλλωστε, σαφώς προκύπτει από το αιτιολογικό της παραπάνω απόφασης, ότι η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε, διότι αποδείχθηκε η ενοχή της και όχι, διότι αυτή δεν κατόρθωσε να αποδείξει την αθωότητά της, ενώ από τις παραδοχές της απόφασης ουδόλως προκύπτει, όπως προελέχθη, ότι παρέμεινε στο Δικαστήριο οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την ενοχή της αναιρεσείουσας, που θα έπρεπε να ερμηνευθεί υπέρ αυτής κατ' εφαρμογή της αρχής "in dubio pro reo".

Επίσης, από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση του συνόλου των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης, τα οποία σημειωτέον δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά και επομένως αποδεικνύουν σύμφωνα με τα άρθρα 140 και 141 ΚΠΔ, όλα όσα αναγράφονται σ'αυτά (Α.Π.1205/2023, Α.Π.1386/2017), δεν προκύπτει ότι παραβιάστηκε οποιοδήποτε υπερασπιστικό δικαίωμα της αναιρεσείουσας, ούτε παρεμποδίστηκε στην άσκηση του δικαιώματος προβολής υπερασπιστικών ισχυρισμών και επίκλησης αποδεικτικών στοιχείων, που τους θεμελίωναν, ούτε καταστρατηγήθηκε το τεκμήριο αθωότητάς της και οι αρχές της δίκαιης δίκης.

Αντίθετα, προκύπτει ότι έλαβε χώρα μία ακροαματική διαδικασία δύο ημερών, με την τήρηση πολυσέλιδων πρακτικών, στα οποία αποτυπώνονται με κάθε λεπτομέρεια τα λαβόντα χώρα κατά την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο, αναφέρονται αναλυτικά οι ισχυρισμοί που υπέβαλε η αναιρεσείουσα η οποία ως δικηγόρος παρίστατο και με την ιδιότητά της αυτή ακόμη και οι μη αυτοτελείς (αρνητικοί της κατηγορίας) ισχυρισμοί και τα αιτήματά της που στο σύνολό τους απαντήθηκαν με αιτιολογημένη επάρκεια από το Δικαστήριο, της δινόταν ο λόγος σε κάθε στάση της δίκης, με τήρηση της προβλεπόμενη δικονομικής διαδικασίας από τα άρθρα 331, 332, 333 Κ.Π.Δ., ενώ δεν προκύπτει καθ'οιονδήποτε τρόπο παρεμπόδιση του υπερασπιστικού δικαιώματος της και δη παρεμπόδιση εξέτασης των μαρτύρων και αξιολόγησης των καταθέσεων των μαρτύρων κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ μετά την ολοκλήρωση των καταθέσεών τους, ούτε επίσης προκύπτει ότι από ερωτήσεις της Προέδρου του Δικαστηρίου προς τους μάρτυρες και από την διεύθυνση της διαδικασίας δημιούργησε κλίμα ενοχής σε βάρος της αναιρεσείουσας, ούτε ότι παραβιάστηκε οποιοδήποτε υπερασπιστικό δικαίωμα της τελευταίας.

Ειδικότερα, η ίδια εμφανίστηκε στο ακροατήριο του ως άνω δικάσαντος Δικαστηρίου κατά την δημόσια συνεδρίαση της 24ης-9-2024-πρώτη ημέρα συνεδρίασης- και μετά την εκφώνηση του ονόματος της ως εκκαλούσας κατηγορουμένης, βρέθηκε παρούσα, δήλωσε δε σε ερώτηση της Προέδρου ότι θα υπερασπιστεί η ίδια τον εαυτό της υπό την ιδιότητά της, ως Δικηγόρος, όπως αναφέρεται στη σελ.1 των πρακτικών.

Στη συνέχεια, αναφέρονται στα πρακτικά αναλυτικά οι ισχυρισμοί που υπέβαλε η αναιρεσείουσα η οποία ως δικηγόρος παρίστατο και με την ιδιότητά της αυτή, όπως προελέχθη, ακόμη και οι μη αυτοτελείς (αρνητικοί της κατηγορίας) ισχυρισμοί και τα αιτήματά της που στο σύνολό τους απαντήθηκαν με αιτιολογημένη επάρκεια από το Δικαστήριο, της δινόταν ο λόγος σε κάθε στάση της δίκης, με τήρηση της προβλεπόμενη δικονομικής διαδικασίας από τα άρθρα 331, 332, 333 Κ.Π.Δ., ενώ δεν προκύπτει καθ'οιονδήποτε τρόπο παρεμπόδιση του υπερασπιστικού δικαιώματός της και δη παρεμπόδιση εξέτασης των μαρτύρων και δη της παρισταμένης προς υποστήριξη της κατηγορίας Α.

Μ. και των μαρτύρων κατηγορίας Α. Α., Η. Κ., Ε. Σ., Κ. Γ. και αξιολόγησης των καταθέσεων των μαρτύρων κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ μετά την ολοκλήρωση των καταθέσεών τους, ούτε επίσης προκύπτει ότι οι ερωτήσεις της Προέδρου του Δικαστηρίου προς τους μάρτυρες και οι παρατηρήσεις της προς την κατηγορουμένη στα πλαίσια της διεύθυνσης της διαδικασίας και της ευταξίας, και του Εισαγγελέα στα πλαίσια ερωτήσεων διευκρίνησης προς την κατηγορουμένη, δημιούργησαν κλίμα ενοχής σε βάρος της, ούτε παραβιάστηκε οποιοδήποτε δικαίωμα υπεράσπισής της, όπως η ίδια υποστηρίζει με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, ενώ δημιουργήθηκαν από το Δικαστήριο όλες οι προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων υπεράσπισής της.

Ακόμη, η νομότυπη ολοκλήρωση της διαδικασίας στο ακροατήριο χωρίς την παρουσία της αναιρεσείουσας στη δεύτερη συνεδρίαση του Δικαστηρίου της 25ης-9-2024, κατά την οποία ήταν και το στάδιο της απολογίας της, λόγω μη εμφάνισης και παράστασής της στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά την συνεδρίαση αυτή της 25-9-2024 ώρα 9.00- μετά από διακοπή κατά την συνεδρίαση της προτεραίας 24-9-2025 λόγω παρέλευσης του ωραρίου της γραμματέα της έδρας χωρίς να προβληθεί αντίρρηση από οποιονδήποτε ούτε και από την κατηγορουμένη ήδη αναιρεσείουσα που παρίστατο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου- χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση περί κωλύματός της, όπως διαπίστωσε το δικαστήριο μετά από διακοπή δεκαπέντε λεπτών, για διερεύνηση τυχόν ειδοποίησης για κώλυμα εμφάνισής της, δεν παραβιάζει το δικαίωμα υπεράσπισής της και το δικαίωμά της σε δίκαιη δίκη, καθόσον δημιουργήθηκαν από το Δικαστήριο όλες οι προϋποθέσεις που καθιστούσαν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων της.

Πιο συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται στα πρακτικά, μετά την ολοκλήρωση και της ανάγνωσης των εγγράφων, η οποία έγινε χωρίς να προβληθεί αντίρρηση από οποιονδήποτε ούτε από την κατηγορουμένη που ρωτήθηκε ειδικά για τούτο από την Πρόεδρο "...αφού η ώρα ήταν 15.00, λόγω παρέλευσης του ωραρίου της γραμματέως της έδρας, η Πρόεδρος ανακοίνωσε, χωρίς να προβληθεί αντίρρηση από οιονδήποτε, σε όλους τους παράγοντες της δίκης ότι η συνεδρίαση διακόπτεται για την 25η Σεπτεμβρίου και ώρα 09.00, ορίζοντας ως αίθουσα συνεδριάσεως την αίθουσα 360 του Δικαστικού Μεγάρου Θεσσαλονίκης (σελ.118 πρακτικών).

Την 25η Σεπτεμβρίου 2024 ημέρα Τετάρτη και ώρα 9.00 στην αίθουσα 360 του Δικαστικού Μεγάρου Θεσσαλονίκης, επαναλήφθηκε νομότυπα η διακοπείσα την 24η Σεπτεμβρίου 2024 συνεδρίαση του Δικαστηρίου, παρόντος του πληρεξουσίου δικηγόρου της παρισταμένης προς υποστήριξη της κατηγορίας. Η Πρόεδρος εκφώνησε το όνομα της κατηγορουμένης, η οποία όμως δεν εμφανίσθηκε, ενώ εμφανίσθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της παρισταμένης προς υποστήριξη των κατηγοριών.

Κατόπιν αυτού η Πρόεδρος διέκοψε τη συνεδρίαση του Δικαστηρίου για δεκαπέντε λεπτά, προκειμένου να διερευνηθεί αν η κατηγορουμένη απέστειλε τόσο στο Εφετείο Θεσσαλονίκης όσο και στην Εισαγγελία Εφετών Θεσσαλονίκης, κάποιο έγγραφο με το οποίο να δικαιολογεί την απουσία της ή να υποβάλλει κάποιο αίτημα προς το Δικαστήριο.

Μετά την παρέλευση δεκαπέντε λεπτών της ώρας, επαναλήφθηκε η διακοπείσα συνεδρίαση και η Πρόεδρος, ανακοίνωσε ότι, όπως προέκυψε από τη διενεργηθείσα προφορική έρευνα προς τη Γραμματεία του Εφετείου τόσο του Διοικητικού όσο και του Ποινικού τμήματος του Εφετείου Θεσσαλονίκης καθώς και της Εισαγγελίας Εφετών, η κατηγορουμένη δεν ενημέρωσε προφορικώς ή εγγράφως με αποστολή μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, το Εφετείο Θεσσαλονίκης ή την Εισαγγελία Εφετών Θεσσαλονίκης, σχετικά με την απουσία της και το λόγο αυτής.

Στη συνέχεια η Πρόεδρος διέταξε την πρόοδο της δίκης διότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 346 του Κ.Ποιν.Δ. η αποχώρηση του κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια της δίκης δεν κωλύει την πρόοδο της διαδικασίας και το Δικαστήριο πρέπει να θεωρήσει την κατηγορουμένη παρούσα κατά τη σημερινή συνεδρίαση, δεσμευόμενο από την αρχική εμφάνιση αυτής.".

Επίσης, η στιχομυθία της Προέδρου του Δικαστηρίου και του Εισαγγελέα, κατά την ακροαματική διαδικασία, με την κατηγορουμένη με τις φράσεις: "Κατ: - Να μου κάνετε αναφορά κυρία Πρόεδρε. Πρ.: " Όχι, δεν θα κάνω αναφορά, θα κάνω κάτι άλλο....", (σελ.29 πρακτ.), Εισ. ".....Ουδείς μπορούσε και μπορεί να αρνηθεί τον έλεγχο. Ουαί κι αλίμονο. Ουδείς. Η μοναδική που δεν τον δέχτηκε, έκανε ψευδή καταμήνυση.....", (σελ.54 πρακτ.), έγινε στα πλαίσια της διεύθυνσης της διαδικασίας και της ευταξίας, και ερωτήσεων διευκρίνησης προς την κατηγορουμένη και η ανωτέρω αποστροφή ουδεμία υπόνοια μεροληψίας των προαναφερομένων προσώπων και του δικάσαντος Δικαστηρίου ενέχει ούτε συνιστά παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας της και του δικαιώματος υπεράσπισής της, που προβλέπουν τα άρθρα 171 παρ.1 δ', 71, 177 και 178 του ΚΠΔ και 6 της ΕΣΔΑ. Αντίθετα από όλη τη διαδικασία προκύπτει ότι το Δικαστήριο δημιούργησε οίκοθεν όλες εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων της κατηγορουμένης ήδη αναιρεσείουσας για την υπεράσπισή της, η οποία πρέπει να νοηθεί υπό ευρεία έννοια και σ' αυτήν υπάγονται όλες οι διατάξεις που συμβάλλουν με οποιονδήποτε τρόπο στην υπεράσπισή της ως κατηγορουμένης.

Συνεπώς, με βάση τα προαναφερόμενα, σε συνδυασμό με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα νομική σκέψη, δεν προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας και της δίκαιης δίκης, των διατάξεων των άρθρων 6 ΕΣΔΑ, 14 παρ. 2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (Δ.Σ.Α.Π.Δ.), 71 και 171 παρ.1δ' , 177 και 178 του Κ.Ποιν.Δ. Κατόπιν τούτων ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' σε συνδ.με άρθρ.171 παρ.1 δ' και 71 ΚΠΔ και 6 ΕΣΔΑ, πρώτος πρόσθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα από την αναιρεσείουσα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητάς της και της δίκαιης δίκης για την καταδίκη της για τα αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδούς κατάθεσης, είναι αβάσιμος.

Μετά από αυτά, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 του Κ.Ποιν.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το ν.5090/2024), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα. Σημειώνεται ότι δεν επιδικάζεται δικαστική δαπάνη υπέρ της υποστηρίζουσας την κατηγορία η οποία εκπροσωπήθηκε νομοτύπως από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, ελλείψει νομοθετικής πρόβλεψης για την επιδίκασή της στον ισχύοντα Κ.Ποιν.Δ.

Τέλος, το Δικαστήριο τούτο του Αρείου Πάγου κρίνει ότι δεν οφείλει να απευθύνει προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ, όπως ζητεί η αναιρεσείουσα με το έγγραφο υπόμνημά της, σχετικά με την ορθή ερμηνεία των ενωσιακών διατάξεων της Οδηγίας 2016/343 του ΕΕ και του Συμβουλίου της 9ης Μαρτίου 2016, που αφορούν στο τεκμήριο αθωότητας, κατά την ποινική διαδικασία, στο δικαίωμα παράστασης του κατηγορουμένου στη δίκη του κατά την ποινική διαδικασία και στο δικαίωμα σιωπής του κατηγορουμένου και μη αυτοενοχοποίησής του, αφού έχουν ήδη ερμηνευθεί από το ΔΕΕ και δεν υφίσταται εύλογη αμφιβολία ως προς την ορθή ερμηνεία των σχετικών ενωσιακών διατάξεων, όπως αυτές έχουν καταγραφεί στα άρθρα 5, 6, 7, 8 και 9 του ν.4596/2019, που έχουν ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη και συγκεκριμένα, στα άρθρα 72Α, 103Α, 155 παρ.2, 177Α, 340 παρ.3 του προισχύσαντος ΚΠΔ και ήδη 71, 104, 155 παρ.2, 178 παρ.2,3, 340 παρ.4 του ισχύοντος ΚΠΔ, ούτε εξάλλου, τίθεται θέμα παραβίασης των ως άνω δικαιωμάτων της κατηγορουμένης και εφαρμογής της αρχής της αποτελεσματικότητας του ενωσιακού δικαίου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-12-2024 αίτηση και τους από 20-1-2025 πρόσθετους λόγους αυτής της Σ. Τ. του Χ., κατοίκου ... (οδός ...), για αναίρεση της με αριθμ. 46/2024 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (β' βαθμού).

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Αυγούστου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ