Legislator Case Law & Legislation
1069/2020 AI generated

1069/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1069/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1069 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1069/2020

Legislator headnote

AI generated
1069/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1069 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1069/2020 «Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.»

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1069 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1069/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία " ..... ", που εδρεύει στο 6ο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2) εταιρίας με την επωνυμία "... " που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Παπαστεργίου, που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Φ. του Κ., και 2) Σ. Ε. του Γ., κατοίκων .... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Νιζάμη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/11/2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λάρισας, επί της οποίας εκδόθηκε η 242/2018 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητούν οι αναιρεσείουσες εταιρίες με την από 23/11/2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1, 552 και 553 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά των μη υποκειμένων σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση αποφάσεων των ειρηνοδικείων, των μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων και των εφετείων, α) εκείνων, οι οποίες παραπέμπουν λόγω αναρμοδιότητος καθ' ύλην την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο, ή έχουν εκδοθεί από το δικαστήριο της παραπομπής κατά παράβαση του άρθρου 46 ΚΠολΔ, δια του οποίου ορίζεται ότι η τελεσιδικία της αποφάσεως του παραπέ-μποντος δικαστηρίου καθιστά υποχρεωτική την αναρμοδιότητα αυτού και την αρμοδιότητα του δικαστηρίου, στο οποίο η παραπομπή, και β) των οριστικών αποφάσεων, οι οποίες περατώνουν την όλη δίκη ή μόνον την δίκη επί της αγωγής ή μόνον επί της ανταγωγής. Χρόνος, κατά τον οποίον πρέπει η προσβαλλομένη απόφαση να μην υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, είναι ο χρόνος καταθέσεως του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως στην γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου.

Συνεπώς, προσβλητή δι' αιτήσεως αναιρέσεως είναι και η κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων εκδοθείσα οριστική πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, εάν παρέλθει η προθεσμία της εφέσεως, χωρίς να ασκηθεί έφεση, ή χωρήσει παραίτηση από την ασκηθείσα έφεση ή από το δικαίωμα της εφέσεως. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 518 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, η προθεσμία της εφέσεως είναι τριάντα ημερών από της επιδόσεως της αποφάσεως, η οποία περατώνει την δίκη, εάν ο εκκαλών διαμένει στην ημεδαπή, εάν δε δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της εφέσεως είναι δύο ετών, αρχομένη από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως, η οποία περατώνει την δίκη. Το αυτό ισχύει και ως προς την προθεσμία της αναιρέσεως, η οποία, συμφώνως προς τις διατάξεις του άρθρου 564 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, είναι τριάντα ημερών από της επιδόσεως της αποφάσεως, εάν ο αναιρεσείων διαμένει στην ημεδαπή, εάν δε δεν επιδοθεί η απόφαση, είναι δύο ετών από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως, ενώ επί αναιρέσεως κατ' αποφάσεως πρωτοβαθμίου δικαστηρίου οι εν λόγω προθεσμίες άρχονται από της παρελεύσεως της προθεσμίας της εφέσεως.

Εν προκειμένω, οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν κατά των αναιρεσειουσών εταιριών ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λαρίσης την από 29ης Νοεμβρίου 2017 αγωγή, εξεδόθη δε αντιμωλία των διαδίκων η υπ' αρ. 242/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λαρίσης, δια της οποίας η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή. Η εν λόγω απόφαση έχει επιδοθεί στις αναιρεσείουσες την 2α Οκτωβρίου 2018, όπως προκύπτει από τις υπ' αρ. 2162 και 2164 από της ιδίας ημερομηνίας εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού της περιφερείας του Εφετείου Λαρίσης Δ.... Κ... , κατ' αυτής δε, ως ισχυρίζονται οι αναιρεσείουσες και συνομολογείται από τους αναιρεσιβλήτους, δεν έχει ασκηθεί έφεση. Εν συνεχεία, την 26η Νοεμβρίου 2018, οι αναιρεσείουσες άσκησαν κατά της ως άνω αποφάσεως την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις προαναφερθείσες διατάξεις ως και εκείνες των άρθρων 556, 558 και 566 ΚΠολΔ, πρέπει συνεπώς κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 1 και 16 αρ. 3 ΚΠολΔ, ως έχουν αντικατασταθεί δια των άρθρων 2 παρ. 1 και 3 παρ. 1 Ν. 3994/2011, προκύπτει ότι αγωγές κατατιθέμενες μετά την 25η Ιουλίου 2011 αφορώσες εργατικές διαφορές αντικειμένου αξίας μέχρι 20000 ευρώ υπάγονται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων, ενώ επί αξίας άνω των 20000 ευρώ ή διαφορών μη αποτιμητών χρηματικώς υπάγονται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων. Κατά την διάταξη του άρθρου 9 ΚΠολΔ, ως έχει αντικατασταθεί δια του άρθρου 1 Ν. 3994/2011, η εκτίμηση του αντικειμένου της διαφοράς γίνεται βάσει του αιτήματος της αγωγής, συνυπολογίζονται δε περισσότερες απαιτήσεις επιδιωκόμενες δια της ιδίας αγωγής, όχι όμως και οι παρεπόμενες απαιτήσεις περί καρπών, τόκων και εξόδων, ενώ επί ομοδικίας, εάν το ασκούμενο δικαίωμα είναι διαιρετό, λαμβάνεται υπ' όψιν το αίτημα εκάστου ενάγοντος ή το αιτούμενο από έκαστο εναγόμενο και εάν οι απαιτήσεις υπάγονται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα διαφόρων δικαστηρίων, αρμόδιο είναι το ανώτερο δικαστήριο, επί επικουρικής δε σωρεύσεως αγωγών, η αξία του αντικειμένου της διαφοράς προσδιορίζεται από το κατ' αξίαν ανώτερο αίτημα, κύριο ή επικουρικό. Αίτημα αγωγής να κηρυχθεί άκυρο έγγραφο συμφωνητικό περί μεταβιβάσεως της εργασιακής σχέσεως μισθωτού σε τρίτον εισάγει διαφορά μη χρηματικώς αποτιμητή, υπαγομένη συμφώνως προς τα ανωτέρω στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 45 και 46 εδ. α' ΚΠολΔ προκύπτει ότι το κατά την άσκηση της αγωγής καθ' ύλην ή κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο παραμένει αρμόδιο μέχρι περατώσεως της δίκης και εάν μεταβληθούν κατά την διάρκεια της δίκης τα καθορίζοντα την αρμοδιότητα πραγματικά περιστατικά και ότι, εάν το δικαστήριο είναι καθ' ύλην ή κατά τόπον αναρμόδιο, αποφαίνεται περί τούτου αυτεπαγγέλτως και καθορίζει το αρμόδιο δικαστήριο, στο οποίο παραπέμπει την υπόθεση. Εξαιρέσεις εν τούτοις από την ως άνω ρύθμιση δύνανται να κατισχύουν κατά περίπτωση, υπαγορευόμενες από την γενικώς ισχύουσα αρχή της οικονομίας της δίκης. Την εν λόγω αρχή άλλωστε απηχεί, όπως προκύπτει και από την οικεία αιτιολογική έκθεση, και η κατατείνουσα στην αποφυγή της παρελκύσεως της διαδικασίας διάταξη του άρθρου 47 ΚΠολΔ, ως έχει αντικατασταθεί δια του άρθρου πρώτου του άρθρου 1 Ν. 4335/2015, κατά την οποία, απόφαση πολυμελούς ή μονομελούς πρωτοδικείου δεν προσβάλλεται δι' ενδίκου μέσου εκ του λόγου ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα κατωτέρου δικαστηρίου, το αυτό δε εφαρμόζεται αναλόγως και επί αποφάσεως κατωτέρου δικαστηρίου, το οποίο παραπέμπει την υπόθεση σε ανώτερο δικαστήριο. Προς τούτοις, εάν αγωγή, περιέχουσα κύριο και επικουρικό αίτημα, εκ των οποίων το ένα υπάγεται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του δικαστη-ρίου, ενώπιον του οποίου έχει ασκηθεί η αγωγή, ενώ το άλλο στην αρμοδιότητα ανωτέρου δικαστηρίου, εκδικασθεί αναρμοδίως από το κατώτερο δικαστήριο, εν συνεχεία δε ασκηθεί ένδικο μέσον μόνον κατά του κεφαλαίου της αποφάσεως του αφορώντος το αίτημα, ως προς το οποίο υφίστατο καθ' ύλην αρμοδιότης του δικαστηρίου, δεν ιδρύεται παραδεκτός λόγος του ασκηθέντος ενδίκου μέσου εκ του ότι βάσει των διατάξεων των άρθρων 9 και 46 εδ. α' ΚΠολΔ η υπόθεση έπρεπε να παραπεμφθεί στο ανώτερο δικαστήριο, αφού τούτο θα αντέβαινε στην αρχή της οικονομίας της δίκης εν όψει του δικαιολογητικού λόγου της ως άνω ρυθμίσεως του άρθρου 9 ΚΠολΔ περί του προσδιορισμού της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς επί επικουρικής σωρεύσεως αγωγών, συνισταμένου στην αποφυγή της διασπάσεως της διαδικασίας και την ενιαία εκδίκαση της αγωγής, ο οποίος όμως λόγος εκλείπει πλέον εκ του πράγματος στην συγκεκριμένη περίπτωση. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αρ. 3 εδ. β' ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων ως και των αποφάσεων των πρωτοδικείων των εκδιδομένων επί εφέσεων κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων συγχωρείται αναίρεση, εάν το δικαστήριο υπερέβη την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα.

Εν προκειμένω, δια του πρώτου λόγου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται η αιτίαση ότι το Ειρηνοδικείο Λαρίσης αναρμοδίως καθ' ύλην προέβη στην εκδίκαση της ως άνω αγωγής των αναιρεσιβλήτων, ενώ έπρεπε να παραπέμψει την υπόθεση στο αρμόδιο καθ' ύλην δικαστήριο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαρίσης. Από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ χάριν των αναγκών του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των οικείων διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής. Οι αναιρεσίβλητοι, επικαλούμενοι ότι προσελήφθησαν ο Α. Φ. την 16η Νοεμβρίου 1998 ως τεχνολόγος γεωπόνος και η Σ. Ε. την 1η Μαρτίου 2002 ως βοηθός λογιστού στην εταιρία "...", η οποία αντικείμενο έχει την εμπορία γεωργικών εφοδίων, σπόρων, ειδών κήπου κλπ, και ότι παρείχαν την εργασία τους στην εν λόγω εταιρία αντί μηνιαίου μικτού μισθού 1395,90 και 1438,58 ευρώ αντιστοίχως μέχρι της 1ης Σεπτεμβρίου 2017, οπότε εξαπατηθέντες από την νόμιμη εκπρόσωπο της ως άνω εταιρίας υπέγραψαν τα από της αυτής ημερομηνίας ιδιωτικά συμφωνητικά περί μεταβιβάσεως των εργασιακών τους σχέσεων στην στερουμένη περιουσιακών στοιχείων εταιρία " ...", η οποία εν συνεχεία την 20ή Οκτωβρίου 2013 κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας αυτών, χωρίς να τους καταβάλει αποζημίωση απολύσεως, άσκησαν την από 29ης Νοεμβρίου 2017 αγωγή κατά των εν λόγω εταιριών ως ευθυνομένων εις ολόκληρον, με την οποία εζήτησαν την επιδίκαση αποζημιώσεως απολύσεως ποσού 19542,60 ευρώ, ο Α. Φ., και 18461,78 ευρώ, η Σ. Ε., άλλως, την κήρυξη της ακυρότητος των ως άνω ιδιωτικών συμφω-νητικών περί μεταβιβάσεως της εργασιακής σχέσεως αυτών στην αναιρεσείουσα εταιρία "..." ως και την επιδίκαση των αυτών ποσών ως αποζημίωση εξ αδικοπραξίας, άλλως ως αποζημίωση εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού. Εξεδόθη η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, δια της οποίας έγινε δεκτό το κύριο αίτημα της αγωγής καθ' ολοκληρίαν ως προς τον Α. Φ. και εν μέρει ως προς την Σ. Ε., ενώ απερρίφθησαν τα επικουρικά αιτήματα ως μη νόμιμα, κατά της εν λόγω δε αποφάσεως οι εναγόμενες εταιρίες άσκησαν την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, με την οποία προσβάλλεται μόνον το κεφάλαιο της εκκαλουμένης αποφάσεως το αφορών το κύριο αίτημα της αγωγής. Το Ειρηνοδικείο Λαρίσης εστερείτο μεν καθ' ύλην αρμοδιότητος, εφ' όσον με το πρώτο επικουρικό αίτημα, εκτός από την επιδίκαση του ποσού της αποζημιώσεως απολύσεως εδιώκετο και η αναγνώριση της ακυρότητος των ως άνω ιδιωτικών συμφωνητικών, η οποία συνιστά διαφορά μη χρηματικώς αποτιμητή, και επομένως έπρεπε να παραπεμφθεί η υπόθεση ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης, όμως, εφ' όσον δια της αιτήσεως αναιρέσεως προσβάλλονται μόνον τα κεφάλαια της αναιρεσιβαλ-λομένης αποφάσεως τα αφορώντα το κύριο αίτημα της αγωγής, ως προς το οποίο αυτοτελώς λαμβανόμενο υφίστατο καθ' ύλην αρμοδιότης του Ειρηνοδικείου, δεν ιδρύεται συμφώνως προς τα ανωτέρω λόγος αναιρέσεως λόγω παραβιάσεως της καθ' ύλην αρμοδιότητος.

Συνεπώς, ο ως άνω πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του αριθμού 3 εδ. β' του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αρ. 5 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται και εάν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα προταθέντα και ασκούντα ουσιώδη επιρροή ως προς την έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως θεωρούνται οι ισχυρισμοί, οι οποίοι έχοντες αυτοτελή υπόσταση τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως. Αφ' ετέρου, από την διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955, όπως έχει αντικατα-σταθεί με την διάταξη του άρθρου 2 παρ.4 Ν. 2556/1997, προκύπτει ότι η καταγγελία της σχέσεως εργασίας θεωρείται έγκυρη, εφ' όσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλομένη αποζημίωση, η οποία καθορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 Ν. 2112/1920. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 εδ. α', β', 3 παρ. 1 εδ. α', β', δ' και 2, 4 παρ. 1, 2 Π.Δ. 178/2002 "Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκατα-στάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου" (Φ.Ε.Κ. Α' 162/12 Ιουλίου 2002), εκδοθέντος δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 4 παρ. 1 Ν. 1338/1983, όπως ετροποποιήθη δια του άρθρου 6 παρ. 4 Ν. 1440/1984, ορίζονται τα εξής: "2. Πεδίο Εφαρμογής. 1. α) Οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων σε άλλον εργοδότη. β) Υπό την επιφύλαξη του προηγούμενου εδαφίου και των ακολούθων διατάξεων του παρόντος άρθρου, ως μεταβίβαση, κατά την έννοια του παρόντος Π. Δ/τος, θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας", "3. Ορισμοί. 1. Για την εφαρμογή του παρόντος Προεδρικού Διατάγματος: α) Μεταβιβάζων νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 1, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης. β) Διάδοχος νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 1, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης. δ) Εργαζόμενος νοείται κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο συνδέεται με σχέση εξαρτημένης εργασίας με επιχείρηση, που υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Προεδρικού Διατάγματος. 2. Στο πεδίο εφαρμογής του διατάγματος εμπίπτουν: α) συμβάσεις εργασίας ή εργασιακές σχέσεις ανεξαρτήτως του αριθμού των ωρών εργασίας που πραγματοποιήθηκαν ή θα πραγματο-ποιηθούν, β) εργασιακές σχέσεις που διέπονται από σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, σύμφωνα με τις διατάξεις που έχουν τεθεί σε συμμόρφωση προς το άρθρο 1 παρ. 1 της οδηγίας 91/383/ΕΟΚ και γ) πρόσκαιρες εργασιακές σχέσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις που έχουν τεθεί σε συμμόρφωση προς το άρθρο 1 παρ. 2 της οδηγίας 91/383/ΕΟΚ" και "4. Διατήρηση δικαιωμάτων των εργαζομένων. 1. Δια της μεταβιβάσεως και από την ημερομη-νία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβά-ζονται στο διάδοχο. Ο μεταβιβάζων και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διάδοχο για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος. 2. Με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου, μετά τη μεταβίβαση, ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας". Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι ως μεταβίβαση επιχειρήσεως νοείται η ανάληψη και συνέχιση της επιχειρησιακής δραστηριότητος από τρίτον, εφ' όσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότης της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, και ότι από του χρονικού σημείου της μεταβιβάσεως όλες οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα, τα οποία έχει ο μεταβιβάζων ως εργοδότης, μεταβιβάζονται στον διάδοχο, ευθύνεται δε ο μεταβιβάζων εις ολόκληρον με τον νέο εργοδότη ως προς υποχρεώσεις γεννηθείσες μέχρι του χρόνου της μεταβιβάσεως (ΑΠ444/2019). Ο εν λόγω ισχυρισμός περί μεταβιβάσεως επιχει-ρήσεως συνιστά πράγμα κατά την προαναφερομένη έννοια. Εξ άλλου, η αναίρεση αφορά τα προσβληθέντα κεφάλαια αλλά και τα τελούντα σε σχέση ουσιαστικής συναφείας προς αυτά κατά τρόπον ώστε να μην είναι δυνατό να αποχωρισθούν, όπως είναι το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, το οποίο έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα, οπότε συναναιρούνται και αυτά. Εάν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση εξ οιουδήποτε άλλου λόγου εκτός της υπερβάσεως δικαιοδοσίας και της παραβιάσεως των περί αρμοδιότητος διατάξεων, δύναται συμφώνως προς τις διατάξεις του άρθρου 580 παρ. 1 - 3 ΚΠολΔ, να κρατήσει την υπόθεση και να επιληφθεί της εκδικάσεως αυτής, εάν κατά την κρίση του η υπόθεση δεν χρήζει περαιτέρω διευκρινίσεως, άλλως παραπέμπει την υπόθεση, προκειμένου να συζητηθεί σε νέα δικάσιμο, και προκειμένου περί των υπ' αριθμ. 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ - και αντιστοίχως, 1, 2, 4, 5, 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγων, δύναται να παραπέμψει την υπόθεση ενώπιον άλλου δικαστηρίου ισοβάθμου και ομοειδούς προς το εκδώσαν την αναιρεθείσα απόφαση ή ενώπιον του ιδίου, εάν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός των εκδωσάντων την αναιρεθείσα απόφαση.

Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Ειρηνοδικείο εδέχθη τα εξής: "... Η πρώτη εναγομένη, προσέλαβε τον μεν πρώτο των εναγόντων, στις 16-11-1998, τη δε δεύτερη των εναγόντων, την 1-3-2002, με αντίστοιχες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκαν στη Λάρισα, προφορικώς, μεταξύ των εναγόντων και του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης αντίστοιχα, προκειμένου να εργαστούν στην επιχείρησή της, ο μεν πρώτος ενάγων, ως τεχνολόγος γεωπόνος, η δε δεύτερη ενάγουσα, ως βοηθός λογιστού. Σε εκτέλεση των ως άνω εργασιακών συμβάσεων και με τις ανωτέρω αντίστοιχες ιδιότητες, οι ενάγοντες εργάστηκαν στην επιχείρηση της πρώτης εναγομένης, με καθεστώς πλήρους απασχόλησης, ο μεν πρώτος από τις 16-11-1998, η δε δεύτερη από την 1-3-2002 μέχρι τις 31-8-2017, οι δε μηνιαίες αποδοχές των ανέρχονταν του μεν πρώτου ενάγοντος στο ποσό των 1.395,90 ευρώ, της δε δεύτερης ενάγουσας στο ποσό των 1.381,04 ευρώ ... Από την 1-9-2017 οι ενάγοντες συνέχισαν να εργάζονται με την ίδια ως άνω ειδικότητα, έκαστος τούτων και συγκεκριμένα ο μεν πρώτος, ως τεχνολόγος γεωπόνος, η δε δεύτερη, ως βοηθός λογιστού, στον ίδιο εργασιακό χώρο και συγκεκριμένα ο μεν πρώτος ενάγων στην έδρα της πρώτης; εναγομένης, που βρίσκεται στο 5° χιλ. Π.Ε.Ο. Λάρισας-Βόλου, η δε δεύτερη των εναγόντων στο 6° χιλ. Π.Ε.Ο. Λάρισας-Τρικάλων, παρέχοντας την εργασία τους στην, υποκαθιστάμενη στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της πρώτης εναγομένης. δεύτερη των εναγομένων, στην οποία είχαν μεταβιβαστεί επί μέρους στοιχεία της ως άνω επιχείρησης πρώτης των εναγομένων, με τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και υπό τον νέο φορέα (εργοδότη), ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο σκοπό, καθόσον η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχει-ρηματικής δραστηριότητας από τη δεύτερη εναγομένη δεν μετέβαλε την ταυτότητα της επιχείρησης της πρώτης εναγομένης. Όσον αφορά τους ενάγοντες, ως εργαζομένους, η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, στην περίπτωση αυτή, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου εργοδότη για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα. Το αποτέλεσμα αυτό επήλθε, κατόπιν συμφωνίας μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των από 1-9-2017 ιδιωτικών συμφωνητικών, τα οποία χρησιμεύουν στην παρούσα δίκη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από το περιεχόμενο των οποίων καθίσταται εμφανές, ότι η δεύτερη των εναγομένων, ως νέα εργοδότης, συμφώνησε και αποδέχθηκε, όπως αναλάβει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, που απορρέουν από τις προεκτεθείσες αρχικές συμβάσεις εξαρτη-μένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, οπότε υπεισήλθε σε όλες τις υποχρεώσεις, που απέρρεαν από τις προϋφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, χωρίς αυτές και τα εν γένει δικαιώματα των εναγόντων εργαζομένων να επηρεάζονται από τη μεταβίβαση, καθόσον η πρώτη εναγομένη συνεχίστηκε ως οικονομική μονάδα και διατήρησε την ταυτότητά της με το νέο φορέα, επιδιώκοντας τον ίδιο σκοπό, όπως προκύπτει από τη σύγκριση των σκοπών των δύο καταστατικών των εναγομένων. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης και συγκεκριμένα από το βαθμό ομοιότητας των δραστηριοτήτων, που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση, από την απασχόληση μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης-πρώτης εναγομένης από τον νέο επιχειρηματία-δεύτερη εναγομένη, ιδιαίτερα δε από τη μη μετακίνηση των εναγόντων σε διαφορετικό κτίριο-χώρο εργασίας. Συνεπεία της μεταβίβασης της ως άνω επιχείρησης, ... μεταβιβάστηκε το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ενοχικών και διαπλαστικών, καθώς και των προσδοκιών των εναγόντων από τον παλαιό στον νέο εργοδότη, ο δε προηγούμενος εργοδότης-πρώτη εναγομένη, ακόμη και μετά τη μεταβίβαση, ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον νέο εργοδότη-δεύτερη εναγομένη, για τις υποχρεώσεις, που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο, που ανέλαβε η διάδοχος-δεύτερη εναγομένη. Στη συνέχεια η δεύτερη των εναγομένων - νέα εργοδότρια στις 20-10-2017 κοινοποίησε σε καθένα από τους ενάγοντες έγγραφα καταγγελίας της αντίστοιχης σύμβασης εργασίας των, αορίστου χρόνου, χωρίς προειδοποίηση-άτακτη καταγγελία, όπως προκύπτει από την επί εκάστου των σχετικών εγγράφων καταγγελίας, σφραγίδα της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Λάρισας Ρ. Π., με τα οποία τους ανακοίνωσε τη λύση της μεταξύ αυτών αντιστοίχου συμβάσεως, λόγω καταγγελίας αυτής. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η δεύτερη εναγόμενη δεν προέβη στην κατά την απόλυση άμεσο καταβολή της αποζημίωσης σε καθένα από τους ενάγοντες. ... Επομένως, οι ενάγοντες δικαιούνται για την παραπάνω αιτία ο μεν πρώτος εξ αυτών το ποσό των ... 19.542,60 ευρώ, η δε δεύτερη εξ αυτών το ποσό των ... 17.723,34 ευρώ, ως αποζημίωση απόλυσής των ...". Υπό τις ως άνω παραδοχές το Ειρηνοδικείο εδέχθη ότι συνετελέσθη μεταβίβαση επιχειρήσεως κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων του Π.Δ. 178/2002 μεταξύ της προηγουμένης εργοδότιδος των εναγόντων εταιρίας "..." (μεταβιβάζουσα) και της νέας εργοδότιδος αυτών εταιρίας "..." (διάδοχος) και βάσει της εν λόγω παραδοχής προέβη στην καταδίκη αυτών εις ολόκληρον στην πληρωμή της αποζημιώσεως απολύσεως των εναγόντων ποσού 19542,60 και 17723,34 ευρώ αντιστοίχως. Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της αγωγής, επί της οποίας εξεδόθη η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, οι αναιρεσίβλητοι δεν έχουν προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό περί μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως, επομένως το Ειρηνοδικείο έλαβε υπ' όψιν πράγματα μη προταθέντα.

Συνεπώς, ο δεύτερος και τελευταίος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του αριθμού 5 εδ. α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίον προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η εν λόγω αναιρετική πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, κατά τα κεφάλαια αυτής τα αφορώντα το κύριο αίτημα - κυρία βάση της αγωγής ως και κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλον Δικαστή εκτός του εκδώσαντος την εν λόγω απόφαση.

Επειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτών, ως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμόν 242/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λαρίσης, καθ' ο μέρος αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, συντιθεμένου από άλλον Δικαστή εκτός του εκδώσαντος την εν λόγω απόφαση. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών ποσού δύο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαΐου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Οκτωβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ