1069/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1069 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generatedKeywords
AI generatedRelated Decisions
Full text
Απόφαση 1069 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1069/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Λέκκα), Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 26 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Π. του Α., 2) Χ. Τ. του Δ., 3) Δ. Τ. του Π., 4) ) Σ. χήρας Α. Γ., το γένος Φ. Π., ) Α. Γ. του Α., ) Ε. Γ. του Α., ) Χ. Γ. του Α., ως καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντος αρχικά ενάγοντος Α. Γ. του Α., που υπεισήλθαν στη δικονομική θέση αυτού ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, 5) α) Α. Τ. του Ν., ) Ν. Τ. του Α., ) Ά. Τ. του Α., ως καθολικών διαδόχων της αποβιώσασας αρχικά ενάγουσας Π. συζύγου Α. Τ., το γένος Α. Γ., που υπεισήλθαν στη δικονομική θέση αυτής ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ροδούλα Μιχαηλίδου με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Θεοδώρα Καραχάλιου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/2/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο ....
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 238/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8065/2014 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28/6/2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάννης ανέγνωσε την από 15/2/2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 8065/2014 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε και κατ’ ουσίαν την έφεση που είχε ασκήσει το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο κατά της 238/2008 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Λαγκαδά, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 25.2.2008 αγωγή των αναιρεσειόντων, με την οποία ζητούσαν την καταβολή αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση τμήματος των ακινήτων τους για το οποίο (τμήμα) δεν καταβλήθηκε αποζημίωση καθόσον θεωρήθηκε ως αυτοαποζημιούμενο, λόγω τεκμαιρόμενης ωφέλειας, ισχυριζόμενοι ότι το απομένον ακίνητο δεν ωφελείται, αλλά ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση και μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης απέρριψε την αγωγή. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά την διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για τη διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ.", όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του Ν. 947/1979 αναφορικά με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφιστάμενων οδών πραγματοποιούμενων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων, καθώς και επί των επαρχιακών οδών για το μέχρι 20 μέτρων πλάτους αυτών, προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων με την συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων. Με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες για την εφαρμογή του θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγόμενων οδών, ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου όταν οι δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 1 παράγραφοι 1, 3 και 4 του Ν. 653/1977, που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας, κρίθηκε ότι αντίκεινται στο άρθρο 1 του πρώτου (πρόσθετου) πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που, μετά την επικύρωσή της με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει κάθε άλλης διάταξης του ημεδαπού δικαίου, άρα και της πιο πάνω διάταξης του Ν. 653/1977 (άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος). Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, λόγω της αντιθέσεως στους υπερνομοθετικής ισχύος ως άνω κανόνες, αλλά εξακολουθεί να ισχύει ως μαχητό (ΟλΑΠ 7/2013), τούτο δε προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 ν. 2971/2001, που ισχύει από 19-1-2002. Η ρύθμιση, πάντως, του άρθρου 33 ν. 2971/2001, κατά το άρθρο 37 εδ. α’ του νόμου αυτού, που περιέχει κανόνα διαχρονικού δικαίου, κατά το σαφές νόημά του, καταλαμβάνει κατ’ αρχήν τις μελλοντικές απαλλοτριώσεις που κηρύσσονται μετά την έναρξη ισχύος του, καθώς επίσης επεκτείνεται αναδρομικά και σε κηρυγμένες ήδη κατά την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, μόνον όμως αν αυτές ήταν ακόμη τότε σε εξέλιξη. Αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής του τελευταίου αυτού άρθρου αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που μέχρι την έναρξη της ισχύος του είχαν συντελεστεί (ΟλΑΠ 12/2011, ΟλΑΠ 11/2011). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, προκύπτει ότι τα στοιχεία, για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου, διευρύνονται και, εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού που προέβλεπε ο νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή στα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου κατά τις διατάξεις που ισχύουν (ΑΠ 423/2016, ΑΠ 318/2016). Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο ισχυριζόμενος παρόδιος ιδιοκτήτης ακινήτου, ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρομένης ωφέλειας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του και ανατρέποντας το ως άνω μαχητό τεκμήριο, να διεκδικήσει την αντίστοιχη αποζημίωση και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του και να ζητήσει τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και γι’ αυτή (ΑΠ 1055/2017, ΑΠ 423/2016). Περαιτέρω, στην περίπτωση που, λόγω απαλλοτρίωσης μέρους του ακινήτου, το απομένον τμήμα αυτού, που εξακολουθεί να αποτελεί στοιχείο της περιουσίας του ιδιοκτήτη, υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, το αναγνωριζόμενο από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/ 2001 δικαίωμα αποζημιώσεως ικανοποιείται πλήρως και εντεύθεν διασφαλίζεται ο σεβασμός της περιουσίας του ιδιοκτήτη, όταν η αποζημίωση καλύπτει όχι μόνο την εκ της απομειώσεως της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχτηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου. Διότι, άλλως, κατά την τελευταία αυτή ζημία το παραμένον στον ιδιοκτήτη μέρος του ακινήτου του και, επομένως, η περιουσία του θα παρέμενε χωρίς αποκατάσταση (ΟλΑΠ 31/2005, ΑΠ 1215/ 2012). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, κατά δε τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου, έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό αυτής, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, σχετικώς με το υποβληθέν αίτημα της αγωγής των αναιρεσειόντων περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της υπ’ αριθμόν 1124308/8768/0010/23.12.1997 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο ΦΕΚ Δ’ 12/21.1.1998, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας
ωφέλειας και ειδικότερα για τη διάνοιξη της Εγνατίας Οδού, υποτμήμα ..., παραλλαγή Δερβενίου και ανισόπεδου κόμβου Δερβενίου - Σερρών χ.θ.0+000 έως χ.θ. 4+565, υποτμήματος Π1, συνολικής εκτάσεως 683.016 τ.μ., μετά των επ’ αυτού επικειμένων, που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή των δ.δ. ... και Λητής δήμου (πρώην) ..., πλέον Ωραιοκάστρου Ν.θεσσαλονίκης και απεικονίζεται με κλίμακα 1:500 στον από Μαΐου 1996 (αριθμοί σχεδίων ...) κτηματολογικό διάγραμμα και τους αντίστοιχους κτηματολογικούς πίνακες, που έχει συντάξει ο Δ.Κ. και έχει θεωρήσει στις 12.2.1997 ο Διευθυντής Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης κ.Δ.. Η απαλλοτρίωση αυτή κηρύχθηκε υπέρ του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνες αυτού και των παρόδιων ιδιοκτητών που ωφελούνται με τις προϋποθέσεις του νόμου από το σύνολο του έργου. Ο αυτοκινητόδρομος για τη διάνοιξη του οποίου κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση αποτελεί τμήμα του οδικού άξονα της Εγνατίας οδού, μεταξύ δε των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν περιλαμβάνονται και τα αριθμό κτηματολογικού πίνακα ... κινητά. Με την υπ’ αριθ. 503/17.2.2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδος ενός εκάστου εκ των με ακπ ... απαλλοτριούμενων ακινήτων στο ποσό των 50 ευρώ/τ.μ. και 95ευρώ/τ.μ. για το με ... ακίνητο, και ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα εδαφικά τμήματα του τελευταίου σε ποσοστό 50% εξαιτίας της μείωσης της αξίας του. Η παρακατάθεση της αποζημίωσης έλαβε χώρα στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων στις 30.12.1998, όπως προκύπτει από το αναφερόμενο υπ’ αριθ. ...12.1998 γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης εντός του υπ’ αριθ. 49 ΦΕΚ Δ’ /2.2.1999, και συνεπώς η αγωγή των εναγόντων - εφεσιβλήτων, που έχει επιδοθεί στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο στις 5.3.2008 (βλ. την υπ’ αριθ. ... /5.3.2008 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Κ., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες), έχει ασκηθεί εμπροθέσμως, τούτου ελεγχομένου αυτεπαγγέλτως. Επιπλέον και η συντέλεση της ένδικης απαλλοτρίωσης πραγματοποιήθηκε στο χρόνο παρακατάθεσης της αποζημίωσης (30.12.1998) προ της έναρξης ισχύος του άρθρου 33 Ν.2971/2001, οπότε και η ισχύς αυτού, κατ’ άρθρο 37 του αυτού νομού, δεν καταλαμβάνει συντελεσθείσες απαλλοτριώσεις, όπως η επίδικη, κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του, σύμφωνα με όσα αναλυτικά εκτέθηκαν στη σχετική μείζονα σκέψη, με συνέπεια η υπό κρίση διαφορά να υπάγεται λόγω ποσού στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου απορριπτομένου του υπό στοιχείο β’ λόγου εφέσεως περί καθ’ ύλην αναρμοδιότητός του. Τα ως άνω ακίνητα βρίσκονται στην κτηματική περιοχή του δ.δ. ... (τα με ακπ ...) και του δ.δ. Λητής πρώην Δήμου ... (Καποδίστριας) και πλέον Δήμου Ωραιοκάστρου Ν.Θεσσαλονίκης (Καλλικράτης) εκτός σχεδίου πόλεως, πλησίον των ορίων της διανοιχθείσης Εγνατίας Οδού, πλησίον της λίμνης Κορώνειας, μεταξύ της διανοιχθείσης Εγνατίας και της Παλαιάς Εθνικής Οδού ... τα με ακπ ... και στο όριο της συμβολής της παλαιάς και της νέας εθνικής οδού (Εγνατίας) το με .... Άπαντα τα επίδικα απαλλοτριούμενα ακίνητα αποτελούν τμήματα αγροτεμαχίων σε περιοχή που στο σύνολο της, πεδινή, αποτελεί ενιαίο γεωμορφολογικό και αναπτυξιακό σύνολο, το οποίο ωστόσο δεν παρουσιάζει οικιστικό ενδιαφέρον, ενώ η όποια ανοικοδόμηση περιορίζεται σε κτηνοτροφικές και γεωργικές εγκαταστάσεις. Επιπλέον, με κοινή υπουργική απόφαση (ΚΥΑ) 6919/2004 των υπουργών Ανάπτυξης - Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και Μακεδονίας - Θράκης (ΦΕΚ Δ’ 248/5.3.2004) καθορίστηκαν ζώνες προστασίας του υδροβιότοπων του συστήματος λιμνών Βόλβης και Κορώνειας με βάση τη διεθνή συνθήκη ...), το δε σύνολο των επιδίκων ακινήτων εμπίπτουν εντός των ζωνών προστασίας Α, όπου δεν επιτρέπεται η δόμηση, και Β, με την οποία επιτρέπεται η δόμηση επιφανείας 200 τ.μ, κατά τα ειδικότερα ως έκαστο αυτών κατωτέρω. Όλα τα επίδικα προ της απαλλοτριώσεως ήταν αγροτεμάχια και κύρια χρήση τους ήταν και παραμένουν οι αγροτικές εργασίες. Οι ζώνες προστασίας εκ της σύμβασης ... δεν επηρέασαν θετικά ή αρνητικά την οικοδομησιμότητα των επίδικων ακινήτων διότι οι περιορισμοί που τέθηκαν με αυτή παρέμειναν στο πλαίσιο της ένδικης απαλλοτρίωσης και του κατασκευασθέντος έργου, ως εγκεκριμένοι περιβαλλοντικοί όροι. Επιπλέον, η Εθνική Οδός είναι κλειστός αυτοκινητόδρομος μονής κατευθύνσεως με 2 και 3 λωρίδες κυκλοφορίας, έμπροσθεν της οποίας, ως οδού ταχείας κυκλοφορίας, επί της κύριας αρτηρίας της Εγνατίας οδού είναι κατασκευασμένο διπλό μεταλλικό στηθαίο, με τσιμεντοπασσάλους και τσιμενταύλακα συλλογής ομβρίων υδάτων, ενώ υπάρχει υψομετρική διαφορά, που έχει κατασκευαστεί με επίχωση, περί τα 6μ. μεταξύ του φυσικού εδάφους και του οδοστρώματος της κύριας οδικής αρτηρίας της Εγνατίας οδού. Ειδικότερα : (Α) το με ..., αποκλειστικής ιδιοκτησίας του πρώτου εφεσιβλήτου, συνολικού εμβαδού 1.222,00 τ.μ., βρίσκεται στο ανατολικό όριο της Εγνατίας οδού, εκ του οποίου απαλλοτριώθηκε εδαφικό τμήμα εμβαδού 236,00 τ.μ., εκτός δε απαλλοτρίωσης παραμένει έκταση 986,00 τ.μ. Με τη με αριθμό 22627/5.9.2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (ειδική διαδικασία) αναγνωρίστηκε αποκλειστικός δικαιούχος της αποζημίωσης για το επίδικο ακίνητο. Ωστόσο εκ της απαλλοτριωθείσης έκτασης των 236,00 τ.μ., ο ως άνω ενάγων - πρώτος εφεσίβλητος αποζημιώθηκε μόνο για έκταση 5,00 τ.μ., ενώ το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο θεώρησε ότι η υπόλοιπη έκταση, εμβαδού 231,00 τ.μ., με στοιχεία κτηματολογικού διαγράμματος ... είναι αυτοαποζημιούμενη, ήτοι αυτός ως παρόδιος ιδιοκτήτης ωφελείται από τη διάνοιξη της Εγνατίας οδού, με αποτέλεσμα το εκκαλούν - εναγόμενο να παρακρατήσει ποσό 11.550,00 ευρώ, στο σύνολο της ιδιοκτησίας (231,00 τ.μ. Χ 50,00 ευρώ/τ.μ. εκ της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης). Επιπλέον παρακρατήθηκε ποσό 150€ για υποχρέωση της με ... ιδιοκτησίας τριών (3) τ.μ. προς την με ... ιδιοκτησία. Η επίδικη ιδιοκτησία (...) δεν έχει άμεση προσπέλαση στην Εγνατία Οδό, αλλά επί νέας παράπλευρης οδού (...), χωρίς να εμποδίζεται ως προς την προσπέλαση σ’ αυτήν από την ύπαρξη στηθαίου ή υψομετρικής διαφοράς, δια της οποίας και μέσω του κόμβου των Σερρών αλλά και της παλαιάς επαρχιακής οδού ..., επικοινωνεί με την διανοιχθείσα εθνική οδό. Επρόκειτο για αγροτεμάχιο, μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο προ της απαλλοτριώσεως, εκτός του εγκεκριμένο ρυμοτομικού σχεδίου, με ομαλό τραπέζιο σχήμα, το οποίο δεν επηρεάστηκε ως προς τη δόμηση θετικά ή αρνητικά από την ένδικη απαλλοτρίωση σύμφωνα με τα πολεοδομικά κριτήρια, η δε πρόσβαση στην Εγνατία Οδό είναι σύντομη, νόμιμη και ασφαλής, και η χρήση δεν επηρεάστηκε αρνητικά ως προς την κατά προορισμό γεωργική εκμετάλλευση, αλλά αντιθέτως βελτιώθηκε η δυνατότητα άμεσης και γρήγορης μεταφοράς των αγροτικών προϊόντων μέσω ενός σύγχρονου οδικού δικτύου, στοιχείο που αφορά ατομικά τη συγκεκριμένη ιδιοκτησία λόγω της αποκλειστικής γεωργικής χρήσης. (Β) το με ..., αποκλειστικής ιδιοκτησίας του δευτέρου εφεσιβλήτου, συνολικού εμβαδού 1.546,00 τ.μ., βρίσκεται στο ανατολικό όριο της Εγνατίας οδού, όμορο των με ακττ ... (βρίσκεται ανάμεσά τους) εκ του οποίου απαλλοτριώθηκε εδαφικό τμήμα εμβαδού 164,00 τ.μ., εκτός δε απαλλοτρίωσης παραμένει έκταση 1.382,00 τ.μ. Με τη με αριθμό 22627/5.9.2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (ειδική διαδικασία) αναγνωρίστηκε αποκλειστικός δικαιούχος της αποζημίωσης για το επίδικο ακίνητο. Ωστόσο εκ της απαλλοτριωθείσης έκτασης των 164,00 τ.μ., ο ως άνω ενάγων - δεύτερος εφεσίβλητος αποζημιώθηκε μόνο για έκταση 3,00 τ.μ., εκ της παρακρατηθείσης υποχρέωσης από την με ... ιδιοκτησία, καθώς και τα επικείμενα, που αναφέρονται στον κτηματολογικό πίνακα, ενώ το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο θεώρηοε ότι η υπόλοιπη έκταση, εμβαδού 161,00 τ.μ., με στοιχεία κτηματολογικού διαγράμματος ... είναι αυτοαποζημιούμενη, ήτοι αυτός ως παρόδιος ιδιοκτήτης ωφελείται από τη διάνοιξη της Εγνατίας οδού, με αποτέλεσμα το εκκαλούν - εναγόμενο να παρακρατήσει ποσό 8.050,00 ευρώ, στο σύνολο της ιδιοκτησίας (161,00 τ.μ. Χ 50,00 ευρώ/τ.μ. εκ της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης). Η επίδικη ιδιοκτησία (κπ 68) δεν έχει άμεση προσπέλαση στην Εγνατία Οδό, αλλά επί νέας παράπλευρης ασφαλτοστρωμένης οδού (...), χωρίς να εμποδίζεται ως προς την προσπέλαση σ’ αυτήν από την ύπαρξη στηθαίου ή υψομετρικής διαφοράς, δια της οποίας και μέσω του κόμβου των Σερρών αλλά και της παλαιάς επαρχιακής οδού ..., επικοινωνεί με την διανοιχθείσα εθνική οδό. Επρόκειτο για αγροτεμάχιο, μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο προ της απαλλοτριώσεως, εκτός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού, σχεδίου, με ομαλό ορθογώνιο σχήμα, το οποίο δεν επηρεάστηκε ως προς τη δόμηση θετικά ή αρνητικά από την ένδικη απαλλοτρίωση σύμφωνα με τα πολεοδομικά κριτήρια, η δε πρόσβαση στην Εγνατία είναι πλέον σύντομη, νόμιμη και ασφαλής, και η χρήση δεν επηρεάστηκε αρνητικά ως προς την κατά προορισμό γεωργική εκμετάλλευση, αλλά αντιθέτως βελτιώθηκε η δυνατότητα άμεσης και γρήγορης μεταφοράς των αγροτικών προϊόντων μέσω ενός σύγχρονου οδικού δικτύου στοιχείο που αφορά ατομικά τη συγκεκριμένη ιδιοκτησία λόγω της αποκλειστικής γεωργικής χρήσης. (Γ) το με ακπ 69, αποκλειστικής ιδιοκτησίας του τρίτου εφεσιβλήτου, συνολικού εμβαδού 1.713,00 τ.μ., βρίσκεται στο ανατολικό όριο της Εγνατίας οδού, στο βόρειο άκρο του με ... ακινήτου, εκ του οποίου απαλλοτριώθηκε εδαφικό τμήμα εμβαδού 207,00 τ.μ., εκτός δε απαλλοτρίωσης παραμένει έκταση 1.504,00 τ.μ. Με τη με αριθμό 22627/5.9.2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (ειδική διαδικασία) αναγνωρίστηκε αποκλειστικός δικαιούχος της αποζημίωσης για το επίδικο ακίνητο. Ωστόσο εκ της απαλλοτριωθείσης έκτασης των 207,00 τ.μ., ο ως άνω ενάγων - τρίτος εφεσίβλητος ουδόλως αποζημιώθηκε ενώ το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο θεώρησε ότι η απαλλοτριούμενη έκταση στο σύνολο της, εμβαδού 207,00 τ.μ., με στοιχεία κτηματολογικού διαγράμματος ... είναι αυτοαποζημιούμενη, ήτοι αυτός ως παρόδιος ιδιοκτήτης ωφελείται από τη διάνοιξη της Εγνατίας οδού, με αποτέλεσμα το εκκαλούν - εναγόμενο να παρακρατήσει ποσό 10.350,00 ευρώ, στο σύνολο της ιδιοκτησίας (207,00 τ.μ. Χ 50,00 ευρώ/τ.μ. εκ της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης). Η επίδικη ιδιοκτησία (... δεν έχει άμεση προσπέλαση στην Εγνατία Οδό, αλλά επί νέας παράπλευρης οδού (...), χωρίς να εμποδίζεται ως προς την προσπέλαση σ’ αυτήν από την ύπαρξη στηθαίου ή υψομετρικής διαφοράς δια της οποίας και μέσω του κόμβου των Σερρών αλλά και της παλαιάς επαρχιακής οδού ..., επικοινωνεί με την διανοιχθείσα εθνική οδό. Επρόκειτο για αγροτεμάχιο, μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο προ της απαλλοτριώσεως, εκτός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, με ομαλό ορθογώνιο σχήμα, το οποίο δεν επηρεάστηκε ως προς τη δόμηση θετικά ή αρνητικά από την ένδικη απαλλοτρίωση σύμφωνα με τα πολεοδομικά κριτήρια, η δε πρόσβαση στην Εγνατία είναι σύντομη, νόμιμη και ασφαλής, και η χρήση δεν επηρεάστηκε αρνητικά ως προς την κατά προορισμό γεωργική εκμετάλλευση, αλλά αντιθέτως βελτιώθηκε η δυνατότητα άμεσης και γρήγορης μεταφοράς των αγροτικών προϊόντων μέσω ενός σύγχρονου οδικού δικτύου, στοιχείο που αφορά ατομικά τη συγκεκριμένη ιδιοκτησία λόγω της αποκλειστικής γεωργικής χρήσης. (Δ) το με ..., αποκλειστικής συνιδιοκτησίας του υπό στοιχείο (4) αρχικών εφεσιβλήτων σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, των οποίων τη δίκη μετά το θάνατο ενός εκάστου συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι τους, συνολικού εμβαδού 954,00 τ.μ., βρίσκεται στο ανατολικό όριο της Εγνατίας οδού, εκ του οποίου απαλλοτριώθηκε εδαφικό τμήμα εμβαδού 538,00 τ.μ., εκτός δε απαλλοτρίωσης παραμένει έκταση 416,00 τ.μ. Με τη με αριθμό 16727/28.6.2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (ειδική διαδικασία) αναγνωρίστηκαν αποκλειστικοί δικαιούχοι της αποζημίωσης σε ποσοστό έκαστος των αποβιωσάντων αρχικών διαδίκων για με ... επίδικο ακίνητο. Ωστόσο εκ της απαλλοτριωθείσης έκτασης των 538,00 τ.μ., οι ως άνω αρχικοί διάδικοι αποζημιώθηκαν μόνο για έκταση 330,00 τ.μ., ενώ το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο θεώρησε ότι η υπόλοιπη έκταση, εμβαδού 208,00 τ.μ., με στοιχεία κτηματολογικού διαγράμματος ... είναι αυτοαποζημιούμενη, ήτοι αυτοί ως παρόδιοι ιδιοκτήτες ωφελούνται από τη διάνοιξη της Εγνατίας οδού, με αποτέλεσμα το εκκαλούν - εναγόμενο να παρακρατήσει ποσό 19.760,00 ευρώ, στο σύνολο της ιδιοκτησίας (208,00 τ.μ. Χ 95,00 ευρώ/τ.μ. εκ της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης). Η επίδικη ιδιοκτησία (...) δεν έχει άμεση προσπέλαση στην Εγνατία Οδό, αλλά επί νέας παράπλευρης οδού (SR), χωρίς να εμποδίζεται ως προς την προσπέλαση σ’ αυτήν από την ύπαρξη στηθαίου ή υψομετρικής διαφοράς, δια της οποίας και μέσω της επαρχιακής οδού ..., επικοινωνεί με την διανοιχθείσα εθνική οδό. Επρόκειτο για αγροτεμάχιο, μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο προ της απαλλοτριώσεως, εκτός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, με ομαλό ορθογώνιο σχήμα, το οποίο δεν επηρεάστηκε ως προς τη δόμηση θετικά ή αρνητικά από την ένδικη απαλλοτρίωση σύμφωνα με τα πολεοδομικά κριτήρια, η δε πρόσβαση στην Εγνατία είναι σύντομη, νόμιμη και ασφαλής, και η χρήση δεν επηρεάστηκε αρνητικά ως προς την κατά προορισμό γεωργική εκμετάλλευση, αλλά αντιθέτως βελτιώθηκε η δυνατότητα άμεσης και γρήγορης μεταφοράς των αγροτικών προϊόντων μέσω ενός σύγχρονου οδικού δικτύου, στοιχείο που αφορά ατομικά τη συγκεκριμένη ιδιοκτησία λόγω της αποκλειστικής γεωργικής χρήσης. Επιπλέον πρέπει να σημειωθεί ότι η Εγνατία οδός είναι κλειστός αυτοκινητόδρομος μονής κατευθύνσεως με 2 και 3 λωρίδες κυκλοφορίας με προστατευτικά στηθαία ύψους 0,70 μ. και περιγραγμένη καθ’ όλο το Μήκος της με δικτυωτό συρματόπλεγμα, τόσο για λόγους ασφάλειας της κίνησης των οχημάτων, όσο και των πέριξ αυτών κτημάτων και κτισμάτων. Τα επίδικα ακίνητα εντός του ευρύτερου (παλαιού) αγροκτήματος ..., σε απόσταση περί τα 15 χλμ. από^ το κέντρο της Θεσσαλονίκης, χωρίς σημαντική κλίση εδάφους, δεν επηρεάζονται αρνητικά εκ της υψομετρικής διαφοράς μεταξύ του οδοστρώματος και των επιδίκων. Η περιοχή που βρίσκονται τα επίδικα στο χρόνο προ της απαλλοτριώσεως παρουσίαζε αραιή εμπορική κίνηση, κυρίως δε βιοτεχνική, με οδικό δίκτυο που εξυπηρετούνταν από την παλαιά Εθνική Οδό ... και το γειτνιάζον επαρχιακό, δίκτυο (... ...). Από τα παραπάνω αναλυτικά δεδομένα έχει προκύψει ότι τα αναλυτικά περιγραφόμενα παραπάνω εναπομείναντα εδαφικά τμήματα ουδόλως στερήθηκαν της δυνατότητας της ίδιας εκμετάλλευσης, ως προγενεστέρως, καθώς, παραμένουν εκμεταλλεύσιμα, ως προς την κύρια χρήση τους (αγροτικές καλλιέργειες), εμφανώς οι μεγάλες εκτάσεις που υπερβαίνουν τα 1.000 τ.μ., αλλά και οι μικρότερες που δύνανται να εκμισθωθούν ή πωληθούν σε όμορα ακίνητα, όμοιας χρήσης, και δη σε μεγαλύτερη τιμή, λόγω της ασφαλούς και νόμιμης πλέον πρόσβασης στο εναπομείναν κάθε φορά ακίνητο. Θα πρέπει επιπλέον να σημειωθεί ότι όσον αφορά το με ... που έχει ήδη λάβει ιδιαίτερη αποζημίωση, ως μείωση αξίας της αρχικής ιδιοκτησίας συνδεόμενη με την απομειωτική επιρροή που άσκησε η απότμηση του απαλλοτριωθέντος τμήματος, τούτο αποτέλεσε ήδη αντικείμενο στη δίκη καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης και έχει ήδη κριθεί στη διαδικασία ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, οπότε και τα ίδια κριτήρια δε δύνανται να χρησιμοποιηθούν ως επιχειρήματα, για τη λήψη διπλής αποζημιώσεως για το κάθε εναπομείναν. Άλλωστε η εξασφάλιση δια της νέας οδού ασφαλέστερης και ταχύτερης κυκλοφορίας των οχημάτων εξυπηρετεί την εκμεταλλευσιμότητα των επιδίκων ακινήτων και είναι επωφελής για τους ενάγοντες, καθότι κατ’ αντικειμενική κρίση η ταχεία, ασφαλής και από πλήρως διαμορφωμένο δρόμο πρόσβαση τόσο σε εμπορικά όσο και αγροτικά ακίνητα συνδέεται άμεσα με την επικερδέστερη εκμετάλλευση των και το μειωμένο κόστος της γεωργικής παραγωγής και της εμπορικής αξίας εκποίησης ή εκμίσθωσης. Συγκεκριμένα με την κατασκευή της παράπλευρης οδού, έστω προς εξυπηρέτηση του παλαιού αγροτικού, δικτύου και για την καλλιέργεια των αγροτεμαχίων, δημιουργήθηκαν, ως προαναφέρθηκε, θετικές προϋποθέσεις και ευνοϊκές συνθήκες για την ανάπτυξη της υπάρχουσας στο εμπορικής δραστηριότητας και τη διευκόλυνση της μεταφοράς γεωργικών μηχανημάτων. Ειδικά, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής λογικής και πείρας και τις συνήθειες των εν λόγω συναλλαγών, έχουν επηρεαστεί θετικά τα προσδιοριστικά της αξίας τους στοιχεία, παρά την από τετραετίας οικονομική κρίση, και κατά συνέπεια θα είναι μεγαλύτερη η εμπορική αξία τόσο των αγρών, όσο και σε περίπτωση συνένωσης και μεταβολής της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας των απαλλοτριούμενων, των τυχόν κτισμάτων που θα ανεγερθούν. Εξάλλου το επιχείρημα ότι οι παράπλευροι βοηθητικοί οδοί εξυπηρετούν αποκλειστικά τις ανάγκες των αγροκτημάτων, που κατασκευάστηκαν επί παλαιού αγροτικού δικτύου οπότε και δε δύνανται να θεωρηθούν παράπλευρο οδικό δίκτυο της Εγνατίας οδού καταρρίπτεται άμεσα και από την ίδια τη διατύπωση, διότι αυτός είναι ακριβώς ο σκοπός κατασκευής των βοηθητικών αρτηριών, ήτοι η εξυπηρέτηση των παρόδιων ιδιοκτητών και των κατοίκων της περιοχής, προς διευκόλυνση της πρόσβασης και της χρήσης των ακινήτων τους, με κύριο σκοπό την ευχερέστερη εκμετάλλευσή τους. Άλλωστε ακόμη και το γεγονός ότι η χάραξη των παράπλευρων οδών πραγματοποιήθηκε επί προϋπάρχοντος αγροτικού δικτύου δεν καθιστά νωρίς άλλο λόγο ανύπαρκτο το παράπλευρο, ασφαλοστρωμένο πλέον και μετά διαπλάτυνση, οδικό δίκτυο που συνδέεται στο εξής, άμεσα και γρήγορα με κόμβους (εν προκειμένω των Σερρών, π.ε.ο. Θεσσαλονίκης Καβάλας, επαρχιακή οδό ...) με πρόσβαση στο έργο της απαλλοτρίωσης Τέλος, ως προς τη φερόμενη ρύπανση λόγω του κονιορτού και της ηχορύπανσης θα πρέπει να επισημανθεί ότι αφενός το σύνολο του έργου της Εγνατίας οδού έχει κατασκευαστεί κατόπιν σύνταξης μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, αρμοδίως εγκεκριμένη και σύμφωνη με το νομοθετικό πλαίσιο που κατ’ επιταγή των οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης έγινε τμήμα της εθνικής νομοθεσίας, αφετέρου δεν προέκυψε ότι οι παρόδιοι ιδιοκτήτες αντιτάχθηκαν στην κατασκευή του έργου υποβάλλοντας αίτηση ακυρώσεως, τη στιγμή που αντικειμενικά κρίνοντας οι ρύποι και η ηχορύπανση σε οδό ταχείας κυκλοφορίας είναι ασφαλώς μικρότεροι και λιγότεροι σε σχέση με οδό μέτριας κυκλοφορίας, εντός κατοικημένης ζώνης. Εξάλλου τα επίδικα ακίνητα δεν παραβλάπτονται επ’ ουδενί εκ του λόγου αυτού, διότι η περιοχή δεν παρουσιάζει οικιστικό ενδιαφέρον, ώστε να επηρεάζεται ο ανθρώπινος παράγοντας στη διαβίωσή του (ρύπανση και ηχορύπανση), τα δε επίδικα δεν ήταν και δεν είναι οικοδομήσιμα. Τα ανωτέρω προκύπτουν τόσο από την ελεύθερη εκτίμηση της από 10.6.2008 τεχνικής έκθεσης του αγρονόμου - τοπογράφου - μηχανικού Α. Π., που μετ’ επικλήσεως προσκομίζουν οι ενάγοντες, την από 30.9.2008 τεχνική έκθεση του αγρονόμου - τοπογράφου - μηχανικού Α. Κ., που μετ’ επικλήσεως προσκομίζει το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες φωτογραφίες των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, όσο και από τις καταθέσεις των μαρτύρων, οι οποίοι αμφότεροι επιβεβαίωσαν το περιεχόμενο της εκπονηθείσης μελέτης εκάστου, ο δε δεύτερος διενήργησε πρόσφατη αυτοψία στα επίδικα.
Συνεπώς, έχει αποδειχθεί ότι τα επίδικα εναπομείναντα εκτός απαλλοτριώσεως τμήματα ακινήτων έχοντας αποκτήσει πρόσοψη στο έργο της επίμαχης απαλλοτρίωσης, την Εγνατία Οδό και ακολούθως σε παράπλευρη ασφαλτοστρωμένη οδό, όπως αναλυτικά αναφέρθηκε για το καθένα, χωρίς να επηρεαστεί η οικοδομησιμότητά τους ή η χρήση τους, ωστόσο συντέλεσε στην επαύξηση της εμπορικής αξίας των επιδίκων. Ως εκ τούτου η ένδικη απαλλοτρίωση δημιούργησε συνθήκες επωφελέστερης και αποδοτικότερης γεωργικής (στο σύνολο των επιδίκων) εκμετάλλευσης σε σχέση με τις αντίστοιχες συνθήκες προ της απαλλοτριώσεως και, κατά συνέπεια, λόγω της ως άνω ωφέλειας, οι ενάγοντες - αποκλειστικοί κύριοι και συγκύριοι έχουν υποχρέωση συμμετοχής στις δαπάνες αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου ενός εκάστου για τη διάνοιξη της Εγνατίας Οδού, που αποκτούν πρόσοψη επί της Εγνατίας Οδού, κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 3 του Ν. 653/1977.
Συνεπώς δικαιολογείται η εξ ολοκλήρου επιβάρυνση των επίδικων εναπομεινασών ιδιοκτησιών τους με την αναγραφόμενη κάθε φορά στον κτηματολογικό πίνακα αυτοαποζημίωση. Επομένως, εφόσον για έκαστο των προαναφερομένων επίδικο εναπομείναν εκτός απαλλοτριώσεως εδαφικό τμήμα δεν αποδείχθηκε η συνδρομή των στοιχείων εκείνων που ανατρέπουν το καθοριζόμενο από το άρθρο 33 παρ. 1 του Ν. 2971/2001 μαχητό τεκμήριο ωφέλειας, αλλά αντίθετα αποδείχθηκε ότι από το εκτελούμενο έργο της απαλλοτρίωσης υφίσταται την προαναφερόμενη ωφέλεια έκαστο επίδικο τμήμα και συνεπώς ωφελούνται οι ενάγοντες, δε διατηρούν δικαίωμα να διώκουν την καταβολή της αιτούμενης αποζημιώσεως και ούτε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο έχει αντίστοιχη υποχρέωση καταβολής αυτής". Ακολούθως το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη οριστική απόφαση που είχε δεχθεί αντίθετα, ότι, δηλαδή, τα τμήματα των ακινήτων των αναιρεσειόντων που απέμειναν από την απαλλοτρίωση δεν ωφελήθηκαν, αλλά, ζημιώθηκαν από αυτή και υποχρέωσε το αναιρεσίβλητο να καταβάλει στους αναιρεσείοντες τα αιτούμενα χρηματικά ποσά, απέρριψε την αγωγή. Με τις ανωτέρω παραδοχές του το Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 του ισχύοντος Συντάγματος, 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 1 παρ. 1, 3 του ν. 653/1977, 11 παρ. 3, 13 του Ν. 2882/2001, 33 του ν. 2971/2001, 13 του ν.δ. 797/1971, οι οποίες είχαν εφαρμογή στην προκείμενη απαλλοτρίωση, η οποία, κατά τη μη προσβαλλόμενη παραδοχή, συντελέστηκε πριν την έναρξη ισχύος του ν. 2882/2001 (7.5.2001), η αναιρεσιβαλλόμενη δε απόφαση περιέχει πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο αυτής και δεν στερούν την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα: α) Σαφώς δέχεται η προσβαλλόμενη ότι η κατά προορισμό χρήση των επίδικων ακινήτων ήταν αγροτική πριν από την απαλλοτρίωση και τέτοια παρέμεινε μετά από αυτήν, καθώς και ότι η γεωργική εκμετάλλευσή τους δεν επηρεάστηκε από την εκτέλεση του έργου, δεν στερήθηκαν της δυνατότητας της ίδιας εκμετάλλευσης που είχαν πριν την απαλλοτρίωση και παραμένουν εκμεταλλεύσιμα ως προς την κύρια αυτή χρήση τους. β) Ότι τα επίδικα ακίνητα βρίσκονται εκτός σχεδίου πόλης, σε καθαρά αγροτική περιοχή, ήταν δε πριν από την απαλλοτρίωση μη άρτια και μη οικοδομήσιμα, υπαγόμενα στις συγκεκριμένες ζώνες προστασίας και προϋποθέσεις δόμησης, καθώς και ότι δεν επηρεάστηκαν ως προς τη δόμηση θετικά ή αρνητικά από την απαλλοτρίωση.
Συνεπώς, το Δικαστήριο ερεύνησε όλα τα στοιχεία προσδιορισμού ή μη της ωφέλειας με βάση τη μορφή των επίδικων ακινήτων, ως αγροτικών, αλλά και ως προς την οικοδομησιμότητα αυτών και τις επιπτώσεις της απαλλοτρίωσης στα σταχεία αυτά. γ) Δέχεται ότι τα επίδικα πριν από την απαλλοτρίωση εξυπηρετούνταν από αγροτικούς δρόμους, χωματόδρομους, για την επικοινωνία τους με επαρχιακές οδούς (... Λυτής, Καβαλαρίου, Περιβολακίου) και την Ε.Ο. Θεσσαλονίκης-Καβάλας, ενώ μετά την εκτέλεση του έργου και εντός της απαλλοτριωθείσας ζώνης κατασκευάστηκαν δρόμοι παράπλευροι της ΕΓΝΑΤΙΑΣ οδού, ασφαλτοστρωμένοι στους οποίους έχουν απευθείας πρόσβαση, μέσω των οποίων έγινε ευχερέστερη, ταχύτερη και με ασφάλεια η επικοινωνία των ακινήτων και δια των κόμβων που έχουν δημιουργηθεί σε κοντινή απόσταση με την ΕΓΝΑΤΙΑ οδό, με τον τρόπο δε αυτό και της συγκεκριμένης πρόσβασης που απέκτησαν, αφενός βελτιώθηκε η δυνατότητα εκμετάλλευσής τους, αναφορικά με την κίνηση των γεωργικών μηχανημάτων και τη μεταφορά των προϊόντων και τη μείωση του κόστους παραγωγής, αφετέρου αυξήθηκε η εμπορική αξία τους, αφού μπορούν να εκμισθωθούν ή να πωληθούν σε ιδιοκτήτες όμορων ακινήτων και με μεγαλύτερο μίσθωμα ή τιμή, λόγω της ευχερέστερης χρήσης, δ) Δέχεται ότι οι βοηθητικοί παράπλευροι δρόμοι, που δημιουργήθηκαν ακριβώς, κατά το νοηματικό περιεχόμενο της απόφασης, λόγω της απαλλοτρίωσης για την κατασκευή της ΕΓΝΑΤΙΑΣ οδού, κατασκευάστηκαν για την εξυπηρέτηση και των επίδικων ακινήτων και με αυτό τον τρόπο έχουν επηρεαστεί θετικά τα προσδιοριστικά στοιχεία της αξίας των επίδικων ακινήτων, έτσι ώστε να είναι μεγαλύτερη η εμπορική αξία αυτών, τόσο ως αυτοτελών τμημάτων όσο και σε περίπτωση συνένωσής τους και μεταβολής των όρων αρτιότητας και οικοδομησιμότητας αυτών. ε) Δεν αποτελεί παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι το γεγονός μόνον της απόκτησης πρόσβασης των επίδικων ακινήτων στον παράπλευρο δρόμο, έχει αποτέλεσμα να θεωρείται ότι τούτο ωφελείται και δεν υφίσταται ζημία, αλλά δέχθηκε την ύπαρξη ωφέλειας των επίδικων ακινήτων με συνεκτίμηση του γεγονότος αυτού και των άλλων στοιχείων που προαναφέρθηκαν, η σχετική δε αιτίαση, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. στ) Δεν αποτελεί παραδοχή της απόφασης ότι ειδικά στο εδαφικό τμήμα με ... δεν υφίσταται δικαίωμα ανατροπής του τεκμηρίου αυτοαποζημίωσης επειδή ήδη έχει κριθεί ότι τούτο ως απομένον της απαλλοτρίωσης τμήμα του ακινήτου υπέστη μείωση της αξίας, αλλά κατά το νοηματικό περιεχόμενο της σχετικής περικοπής, η μείωση αυτή της αξίας δεν μπορεί να αποτελέσει κριτήριο ότι το απομένον τμήμα ακινήτου, παρόδιο της κατασκευασθείσας οδού, δεν υφίσταται ωφέλεια αλλά ζημία. ζ) Δεν παραβίασε τα ως διδάγματα κοινής πείρας επικαλούμενα, ότι η υψομετρική διαφορά του αυτοκινητόδρομου επιφέρει μείωση της αξίας των χαμηλότερων ακινήτων, ότι η ρύπανση από την κυκλοφορία οχημάτων επηρεάζει και μολύνει τόσο τα οικοδομήσιμα όσο και τα αγροτικά ακίνητα και ότι η ηχορύπανση σε οδό ταχείας κυκλοφορίας είναι μεγαλύτερη και περισσότερη σε σχέση με οδό μέτριας κυκλοφορίας εντός κατοικημένης ζώνης, καθόσον όλα τα επικαλούμενα στοιχεία έλαβε υπόψη ως κριτήρια που μπορούν να επιδράσουν στην ωφέλεια ή ζημία των επιδίκων, έκρινε και αξιολόγησε αυτά και κατέληξε στο συγκεκριμένο πόρισμα, χωρίς να αποκλείσει ότι η υψομετρική διαφορά από το οδόστρωμα της οδού, η ρύπανση και ηχορύπανση, μπορούν να επιδράσουν αρνητικά στην αξία κάποιου ακινήτου, ειδικότερα δε αγροτικού και να αποκλείσει την εφαρμογή τους, τα επικαλούμενα δε στοιχεία χρησιμοποιούνται στην προκείμενη περίπτωση για τη διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων της ωφέλειας ή μη των παρόδιων ακινήτων και τη στήριξη έμμεσης απόδειξης για την ωφέλεια αυτή και όχι την ερμηνεία ουσιαστικής διάταξης. η) Επαρκώς αιτιολογεί την εξυπηρέτηση των ακινήτων με τους κατασκευασθέντες παράπλευρους βοηθητικούς δρόμους (αναφέρεται ειδικά η ...), ασφαλτοστρωμένους, μέσω των οποίων η πρόσβαση στην Εγνατία Οδό είναι σύντομη, νόμιμη και ασφαλής, δια του κόμβου των Σερρών αλλά και της παλαιάς επαρχιακής οδού ... - Λυτής, που συνδέεται άμεσα και γρήγορα με τους αναφερόμενους κόμβους, δεν απαιτούνταν δε η αναφορά επιπλέον στοιχείων για τον προσδιορισμό της ωφέλειας ή μη τούτων των επίδικων ακινήτων εξ αυτού του λόγου. θ) Αναφέρεται στους λόγους που η πρόσβαση των επιδίκων στους κατασκευασθέντες παράπλευρους δρόμους οδηγεί στο πόρισμα ότι με τη συνεκτίμηση και αυτού του στοιχείου δεν επήλθε ζημία στα ακίνητα αυτά. ι) Έκρινε, ορθά, ότι συνέτρεχε η βασική προϋπόθεση εφαρμογής των ανωτέρω περί αυτοαποζημίωσης διατάξεων, δεχθέν ότι τα επίδικα απέκτησαν πρόσωπο, ήτοι ήταν παρόδια, στην Εγνατία Οδό και εμπίπτουν στην εφαρμογή των άνω διατάξεων περί αυτοαποζημίωσης, ανεξάρτητα από την περιγραφόμενη αδυναμία απευθείας πρόσβασης σ’ αυτή, λόγω του ότι αποτελεί περίκλειστο αυτοκινητόδρομο, υπερυψωμένο σε σχέση με τα επίπεδα των επίδικων ακινήτων, με προστατευτικά στηθαία και περιφραγμένη σε όλο το μήκος της με δικτυωτό συρματόπλεγμα. ια) Έκρινε το αίτημα των αναιρεσειόντων περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας, με βάση όλα τα στοιχεία που εκθέτει και δεν δέχθηκε τούτο ως αμάχητο, όπως ορίζονταν στις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 2, 3 και 4 του ν. 653/1977. ιβ) Τέλος, με τις παραδοχές ότι τα επίδικα ακίνητα έχουν αποκτήσει πρόσοψη στην Εγνατία Οδό και ωφελήθηκαν εξ αιτίας της υλοποιήσεως του έργου για το οποίο συντελέστηκε η απαλλοτρίωση, κατέληξε ότι οι κύριοι και συγκύριοι αυτών των επίδικων ιδιοκτησιών έχουν υποχρέωση συμμετοχής στη δαπάνη απαλλοτρίωσης του εν λόγω έργου με τη μορφή της αυτοαποζημίωσης και η εξ ολοκλήρου επιβάρυνση αυτών με την αναγραφόμενη στο σχετικό κτηματολογικό πίνακα αυτοαποζημίωση για καθένα, δεν απαιτούνταν δε να καθορίσει ποσοστό ωφέλειας, αφού δεν δέχεται μερική ωφέλεια των ιδιοκτησιών. Στην κρίση του αυτή το Δικαστήριο εφάρμοσε τις διατάξεις περί αυτοαποζημίωσης που δεν έχουν καταργηθεί, και της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων του τεκμηρίου ωφέλειας, ως μαχητού, στη συγκεκριμένη περίπτωση που η απαλλοτρίωση είχε συντελεστεί πριν από την ισχύ του ν. 2882/2001. Κατά τα λοιπά οι αιτιάσεις της αναίρεσης προσβάλλουν την αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) επί των πραγματικών περιστατικών κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και είναι απαράδεκτες. Επομένως, οι λόγοι της αναίρεσης με τους οποίους οι αναιρεσείοντες, υποστηρίζοντες τα αντίθετα, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι. Κατ’ ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 28.6.2015 αίτηση για αναίρεση της 8065/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν από τον αναιρεσείοντα υπέρ του Δημοσίου και του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκαν στη σχετική 2436/ 8.7.2015 έκθεση κατάθεσης της Γραμματέα του ως άνω Δικαστηρίου. Εξάλλου, οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά το άρθρ. 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28.6.2015 αίτηση των Β. Π., Χ. Τ., Δ. Τ., Σ. χήρας Α. Γ. το γένος Φ. Π., Α. Γ., Ε. Γ., Χ. Γ., Α. Τ., Ν. Τ. και Ά. Τ. για αναίρεση της 8065/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων υπέρ του Δημοσίου και υπέρ του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. που κατατέθηκαν κατά την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ