Legislator Case Law & Legislation
1069/2017 AI generated

1069/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1069/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1069 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1069/2017 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2’ Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο ΚοÎ...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1069 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1069/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 2) Ν. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Μπατουδάκη.

Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας με την επωνυμία "... ... Εταιρεία", που εδρεύει στο ..., θέση "..." και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαδάκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-4-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1054/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 3438/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-10-2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 5-3-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του παρασταθέντος αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Στην προκειμένη περίπτωση, οι επισπεύδοντες τη συζήτηση της ένδικης υποθέσεως είναι οι αναιρεσείοντες, όπως τούτο προκύπτει από τα ...-10-2014 και .../31-10-2014 πληρεξούσια των συμβολαιογράφων Αθηνών και Χαλανδρίου Ν. - Μ. Σ. και Π. Χ., αντίστοιχα, με τα οποία παρέχουν αυτοί στον Άγγελο Μπατουδάκη, δικηγόρο Αθηνών, την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να καταθέσει αίτηση αναιρέσεως και αίτηση αναστολής εκτελέσεως κατά της 3438/2014 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και κατά της αναιρεσίβλητης εταιρείας, να παραστεί κατά τη συζήτηση των ανωτέρω αιτήσεων και να προβεί σε κάθε πράξη εκπροσώπησης των εντολέων του προς περαίωση της εντολής. Περαιτέρω, από το σχετικό πινάκιο, τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου και τα στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 23-3-2015 παρέστησαν οι αναιρεσείοντες στο ακροατήριο και διά του πληρεξουσίου τους δικηγόρου ζήτησαν την αναβολή της συζητήσεως λόγω κωλύματος στο πρόσωπό του και η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 14-12-2015 με επισημείωση στο πινάκιο, που επείχε θέση κλητεύσεως όλων των διαδίκων. Κατά την τελευταία δικάσιμο παρέστη ο δεύτερος των αναιρεσειόντων και ζήτησε την αναβολή της συζητήσεως λόγω αποχής του πληρεξουσίου τους δικηγόρου από τα καθήκοντά του και η υπόθεση αναβλήθηκε εκ νέου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (12-12-2016) με επισημείωση στο πινάκιο, που επείχε θέση κλητεύσεως όλων των διαδίκων. Ωστόσο, στην ως άνω μετ’ αναβολή δικάσιμο δεν εμφανίσθηκε ο πρώτος αναιρεσείων κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο. Επομένως, πρέπει να δικασθεί ερήμην, η συζήτηση όμως θα χωρήσει ως να ήταν και αυτός παρών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν. Περαιτέρω, η έκδοση ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής, δηλαδή επιταγής η οποία κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή της στην πληρώτρια τράπεζα δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης αντίστοιχων κεφαλαίων του εκδότη, αποτελεί κατά τις διατάξεις του άρθρ. 79 του ν. 5960/1933 αξιόποινη πράξη (πλημμέλημα), όταν ο εκδότης ενήργησε από δόλο, που μπορεί να είναι και ενδεχόμενος (άρθρ. 27 παρ. 1 ΠΚ), αφού μετά την αντικατάσταση του αρχικού άρθρ. 79 του ν. 5960/1933 με το άρθρ. 1 του ν.δ/τος 1325/1972 δεν αποτελεί πλέον στοιχείο της ποινικής υπόστασης του οικείου εγκλήματος η έκδοση της επιταγής εν γνώσει του ότι δεν υπάρχουν ή δεν θα υπάρξουν κατά την εμφάνισή της προς πληρωμή αντίστοιχα κεφάλαια .Έτσι δολίως ενεργεί ο εκδότης ακάλυπτης επιταγής όχι μόνο όταν γνωρίζει ότι δεν έχει κατά την έκδοση ή δεν θα έχει κατά την πληρωμή της επιταγής αντίστοιχα κεφάλαια, αλλά και όταν γνωρίζει ότι ο λογαριασμός του κατά τους χρόνους αυτούς ενδέχεται να είναι χωρίς διαθέσιμα κεφάλαια και αποδέχεται το ενδεχόμενο αυτό (ΑΠ 1051/2012). Οι διατάξεις του άρθρ. 79 του ν. 5960/1933 έχουν θεσπισθεί για την προστασία τόσο δημόσιου όσο και του ατομικού συμφέροντος του δικαιούχου της επιταγής, και μάλιστα μετά την τροποποίηση και συμπλήρωση του παραπάνω άρθρου με το άρθρ. 4 § 1 του ν. 2408/1996 αυτό είναι το κατ’ εξοχήν έννομο συμφέρον που προστατεύεται.

Συνεπώς η έκδοση ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής αποτελεί για τον εκδότη της, που ενήργησε δολίως κατά την ανωτέρω έννοια, αδικοπραξία, που τον υποχρεώνει κατά τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ σε ισόποση κατ’ αρχήν με το ποσό της επιταγής αποζημίωση και εύλογη λόγω ηθικής βλάβης χρηματική ικανοποίηση του νόμιμου κομιστή της, ο οποίος μάλιστα δεν είναι αναγκαίο να είναι αυτός που την εμφάνισε στην πληρώτρια τράπεζα, αλλά μπορεί να είναι και προηγούμενος οπισθογράφος που πλήρωσε την επιταγή και έγινε κομιστής με δικαίωμα αναγωγής, αφού αυτός υφίσταται τελικά τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, με την έννοια ότι η ζημία του είναι απότοκη της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή (Ολ ΑΠ 29/2007, ΑΠ 1008/2010). Ο εκδότης ακάλυπτης επιταγής είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει τον κομιστή της, ακόμη και αν αυτή είναι μεταχρονολογημένη, οπότε ευθύνεται κατά τα άρθρ. 28, 29 §§ 1 & 4 και 56 του ν. 5960/1933, αν η επιταγή εμφανισθεί προς πληρωμή οποτεδήποτε εντός του χρονικού διαστήματος που αρχίζει από την επομένη της ημέρας που πραγματικά εκδόθηκε και λήγει την όγδοη ημέρα μετά την αναγραφόμενη στο σώμα της επιταγής ημεροχρονολογία έκδοσης (ΑΠ 705/2007). Περαιτέρω, την αδικοπρακτική ευθύνη του εκδότη ακάλυπτης επιταγής δεν αποκλείει το γεγονός ότι την υπέγραψε αυτός ως νόμιμος εκπρόσωπος εταιρείας και απλώς στην περίπτωση αυτή ευθύνεται κατά το άρθρ. 71 ΑΚ εις ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο της εταιρείας και μάλιστα ανεξάρτητα από τη μορφή της εταιρείας ως προσωπικής ή κεφαλαιουχικής, αφού και στην περίπτωση των κεφαλαιουχικών εταιρειών ο νόμιμος εκπρόσωπός τους ναι μεν δεν ευθύνεται ατομικά για τα εταιρικά χρέη, ευθύνεται όμως κατά τις γενικές διατάξεις για τις αδικοπραξίες του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, επομένως και για την έκδοση ακάλυπτης επιταγής (AΠ 1083/2008, 1051/2012). Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999). Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Τέλος, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ ΑΠ 20/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υποθέσεως και τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα ... εταιρεία (ήδη αναιρεσίβλητη)... παρασκευάζει έτοιμο σκυρόδεμα στις μονάδες παραγωγής της, ... το οποίο μεταφέρει και παραδίδει στους πελάτες της η ίδια με ειδικά προς τούτο οχήματα ... Στο πλαίσιο της δραστηριότητάς της αυτής εντός του έτους 2009 πώλησε και παρέδωσε στην εταιρεία "...", ... διάφορες ποσότητες σκυροδέματος. Χάριν δε καταβολής του τιμήματος των ποσοτήτων αυτών καθένας από τους εναγομένους (ήδη αναιρεσείοντες), ... που τότε είχαν την ιδιότητα του Προέδρου του Δ.Σ. και του Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρείας αυτής ο πρώτος και του Αντιπροέδρου του Δ.Σ. και του Διευθύνοντος Συμβούλου ο δεύτερος, ... ενεργώντας υπό την ανωτέρω κατά περίπτωση, ιδιότητά του, εξέδωσε υπό την επωνυμία της εν λόγω εταιρείας και εις διαταγήν της ενάγουσας και παρέδωσε στην τελευταία τις μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές, που παρακάτω αναφέρονται. Ακολούθως το Εφετείο αναφέρει λεπτομερώς τα στοιχεία των επιταγών αυτών (αναγραφόμενες ημερομηνίες εκδόσεως, ποσά, πληρώτριες τράπεζες), την εμπρόθεσμη εμφάνισή τους και την μη πληρωμή αυτών λόγω ελλείψεως επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό της εκδότριας και την βεβαίωση επ’ αυτών της πληρώτριας τράπεζας κάθε επιταγής περί μη πληρωμής για την ανωτέρω αιτία. Και συνεχίζει: "Οι εναγόμενοι, ενεργώντας ο καθένας από αυτούς υπό την ιδιότητα που ανωτέρω αναφέρεται, προέβησαν στην έκδοση των επιταγών, γνωρίζοντας ότι δεν υπήρχαν κατά την έκδοση και ότι δεν θα υπήρχαν κατά την πληρωμή των παραπάνω επιταγών διαθέσιμα, για την πληρωμή τους, κεφάλαια στους αντίστοιχους λογαριασμούς της εκδότριας εταιρείας. Με τον τρόπο αυτό καθένας από αυτούς (εναγομένους) προέβη σε έκδοση ακάλυπτων επιταγών, δηλαδή τέλεσε πράξη, η οποία είναι αξιόποινη, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 79 ν. 5960/1933. Συνακόλουθα διέπραξαν σε βάρος της ενάγουσας και αδικοπραξία, κατά την έννοια της ΑΚ 914, αφού οι διατάξεις του άρθρ. 79 ν. 5960/1933 προστατεύουν και το ατομικό συμφέρον της ενάγουσας ως δικαιούχου των εν λόγω επιταγών, και δη αφενός ως τελευταίας νόμιμης κομίστριας της υπό στοιχ. β’ επιταγής που εξέδωσε ο πρώτος των εναγομένων και της υπό στοιχ. α’ επιταγής που εξέδωσε ο δεύτερος, και ως εξ αναγωγής κομίστριας των λοιπών επιταγών που οι εναγόμενοι, κατά περίπτωση, εξέδωσαν. Από την παράνομη και υπαίτια αυτή πράξη καθενός των εναγομένων, εξάλλου, προξενήθηκε σε βάρος της ενάγουσας περιουσιακή ζημία ισόποση με το συνολικό ποσό που καθένας από αυτούς ... εξέδωσε. Δηλαδή ο πρώτος των εναγομένων προκάλεσε σε βάρος της ενάγουσας ζημία ύψους ... 79.110,29 ευρώ ... και ο δεύτερος ζημία ύψους ... 36.759,65 ευρώ ". Το Εφετείο στη συνέχεια, αντέκρουσε τους ισχυρισμούς των εναγομένων, το μεν ότι δεν γνώριζαν και δεν μπορούσαν να γνωρίζουν ότι κατά το χρόνο πληρωμής των επιταγών δεν θα υπήρχαν τα διαθέσιμα κεφάλαια που απαιτούνταν για την πληρωμή τους, το δε ότι η συμπεριφορά τους ουδεμία ζημία προκάλεσε σε βάρος της ενάγουσας, γιατί η έκδοση των επιταγών δεν προκάλεσε οποιαδήποτε περιουσιακή διάθεση εκ μέρους της τελευταίας, η μόνη δε περιουσιακή διάθεση στην οποία είχε προβεί αυτή, και μάλιστα σε πολύ προγενέστερο της έκδοσης και παράδοσης των επιταγών χρόνο, ήταν η εκτέλεση και παράδοση του έργου στην εταιρεία "...", και συγκεκριμένα δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η εταιρεία ... κατά το (επίδικο) χρονικό διάστημα ... παρουσίαζε φθίνουσα οικονομική πορεία, η δε πληρωμή των άλλων υποχρεώσεών της σε τρίτους ή το ενδεχόμενο απλώς, χωρίς περαιτέρω προς τούτο εχέγγυα, είσπραξης απαιτήσεών της από το Ελληνικό Δημόσιο για έργα που είχε εκτελέσει ή εκτελούσε για το τελευταίο ως εργολάβος ή υπεργολάβος, δεν αναιρεί το δόλο των εναγομένων περί ανυπαρξίας των απαιτούμενων για την πληρωμή των επίμαχων επιταγών διαθεσίμων κεφαλαίων στους λογαριασμούς της εταιρείας αυτής κατά το χρόνο έκδοσης και πληρωμής των εν λόγω επιταγών. Κατόπιν επιδείνωσης της φθίνουσας οικονομικής πορείας της η εταιρεία ... ... υπέβαλε ... αίτηση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών περί υπαγωγής της στη διαδικασία της συνδιαλλαγής του άρθρου 99 ν. 3588/2007, η οποία και έγινε δεκτή Σε διαφορετική κρίση ... δεν οδηγεί το γεγονός ότι οι επίμαχες τραπεζικές επιταγές ήταν μεταχρονολογημένες, καθώς ... αυτές μπορούσαν να εμφανιστούν προς πληρωμή οποτεδήποτε εντός του χρονικού διαστήματος που άρχισε από την επομένη της ημέρας που πραγματικά εκδόθηκαν. ... Εξάλλου, ... από τη μη πληρωμή των εν λόγω ακάλυπτων επιταγών ... η ενάγουσα, ... είτε ως κομίστρια που εμφάνισε τις επιταγές, ... είτε ως κομίστρια που απέκτησε αυτές εξ αναγωγής, πληρώνοντας το ποσό τους ως προηγούμενη οπισθογράφος, ... υπέστη ισόποση ... ζημία. Η επέλευση δε της ζημίας αυτής οφείλεται στην ίδια την έκδοση των ακάλυπτων επιταγών, ως παράνομο και υπαίτιο ζημιογόνο γεγονός, μέσω του οποίου εθίγη προεχόντως το ατομικό συμφέρον της ενάγουσας ως δικαιούχου των επιταγών. Με τις επιταγές αυτές, άλλωστε, έναντι της τελευταίας η εταιρεία ... ... ανέλαβε νέα υποχρέωση, που δεν σχετίζεται με την προϋφισταμένη, από την μεταξύ των δύο αυτών εταιρειών συμβατική σχέση, αρχική υποχρέωση της εταιρείας ... ... να καταβάλει το τίμημα για τις ποσότητες σκυροδέματος που αγόρασε από την ενάγουσα". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης και υποχρέωσε τους εναγομένους - αναιρεσείοντες να της καταβάλουν νομιμοτόκως ο μεν πρώτος 79.066,29 ευρώ, ο δε δεύτερος 36.715,65 ευρώ, με την απειλή προσωπικής κρατήσεως σε βάρος τους τεσσάρων και δύο μηνών, αντίστοιχα.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα τις διατάξεις των άρθρων 914, 298 ΑΚ και 79 ν. 5960/1933 και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, δέχθηκε ότι οι εκκαλούντες - αναιρεσείοντες γνώριζαν ήδη κατά το χρόνο που εξέδωσαν για λογαριασμό της εταιρείας "..." τις ως άνω επιταγές ότι αυτές θα ήταν ακάλυπτες κατά την εμφάνισή τους στην πληρώτρια τράπεζα, και μάλιστα στήριξε την παραδοχή του στο ότι αυτοί ως Πρόεδρος και Αντιπρόεδρος, αντίστοιχα, του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνοντες σύμβουλοι της εταιρείας γνώριζαν από τότε την φθίνουσα οικονομική κατάστασή της. Εξάλλου, η προϋφιστάμενη αξίωση της αναιρεσίβλητης από τη μεταξύ αυτής και της άνω εταιρείας συμβατική σχέση δεν αναιρεί την προς αυτήν υποχρέωση των αναιρεσειόντων για καταβολή αποζημιώσεως από την έκδοση των επίδικων ακάλυπτων επιταγών, είναι δε έτερο το ζήτημα κατά πόσον η απόσβεση της πρώτης αξιώσεως συνεπιφέρει ή όχι απόσβεση και της αξιώσεως προς αποζημίωση από την αδικοπρακτική συμπεριφορά τούτων.

Συνεπώς, είναι αβάσιμοι οι από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, και ειδικότερα ότι διά της εκδόσεως των ένδικων επιταγών προς κάλυψη προγενέστερων οφειλών, μη συναρτώμενων με την έκδοση αυτών, επαυξήθηκε η περιουσία της αναιρεσίβλητης, και στη συνέχεια με τη μη πληρωμή τούτων αναιρέθηκε το περιουσιακό αυτό όφελος και άρα δεν υπήρξε ζημία αυτής. Επίσης ο δεύτερος κατά το οικείο μέρος του λόγος περί παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας είναι απαράδεκτος, προεχόντως λόγω της αοριστίας του, εφόσον δεν προσδιορίζεται ποιο είναι το δίδαγμα της κοινής πείρας που φέρεται ότι παραβιάσθηκε. Επίσης αβάσιμοι είναι και οι τρίτος και τέταρτος λόγοι, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη επαρκών αιτιολογιών ως προς τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της έκδοσης και μη πληρωμής των ένδικων επιταγών αφενός και της ζημίας της αναιρεσίβλητης αφετέρου, καθώς και ως προς την ύπαρξη ζημίας αυτής και το ύψος της, αφού στην πραγματικότητα και με πρόσχημα τις εν λόγω πλημμέλειες επιχειρείται να πληγεί ανεπίτρεπτα (άρθρ. 561 § 1 ΚΠολΔ) η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υποθέσεως.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι διάδικοι στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25 Οκτωβρίου 2014 αίτηση των Β. Κ. Κ. και Ν. Γ. Π. για αναίρεση της 3438/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, το ποσόν των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο οικείο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ