1069/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1069 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1069/2015 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλ...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 1069 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1069/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Διαμαντοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Χ. του Β., κατοίκου ..., α.α.ι. 1003, 2) Α. χας Ε. Χ., 3) Δ. Ε. Χ., 4) Κ. Ε. Χ., 5) Β. συζ. Π. Σ., το γένος Ε. Χ., 6) Γ. Ε. Χ., κατοίκων ..., α.α.ι. 1004, 7) Χ. Χ. του Α., κατοίκου ..., α.α.ι. 1021 και 8) Δ. Χ. του Α., α.α.ι. 1021. Οι 1ος, 3ος και 7ος των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Χριστόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο 8ος (Δ. Χ.) απεβίωσε στις 7-4-2012 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η εξ αδιαθέτου κληρονόμος του Κ. Σ. του Δ. - Δ., κάτοικος ..., που εκπροσωπείται από τον ίδιο, ενώ οι 2η, 4η, 5η και 6η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-3-2008 αίτηση προσδιορισμού προσωρινής τιμής μονάδος αποζημίωσης του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας και συνεκδικάστηκε με τις διά των προτάσεων ανταιτήσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη.
Εκδόθηκε η 40/2009 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Ακολούθως συνεκδικάστηκαν ενώπιον του Εφετείου Λαμίας, η από 3-6-2009 αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης του ήδη αναιρεσείοντος, η από 15-7-2009 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων και του ήδη αποβιώσαντος Δ. Χ., καθώς και οι ανταιτήσεις και η κύρια παρέμβαση άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη.
Εκδόθηκε η 90/2011 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-6-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τζιούβας διάβασε την από 9-2-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη αμφοτέρων των λόγων της από 28-6-2012 και με αριθμό καταθέσεως 32/2012 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 90/2011 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων των άρθρων 18 επ. του Ν. 2882/2001.
Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως απουσιάζει ο αναιρεσίβλητος και ο αναιρεσείων, που επισπεύδει τη συζήτηση, έχει επιδώσει σ' αυτόν αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της αιτήσεως και κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο που έχει οριστεί, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος αναιρεσιβλήτου.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, οι 2η, 4η, 5η και 6η των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και δεν έλαβαν μέρος στη συζήτηση. Όπως δε προκύπτει από την υπ' αριθμ. 7079Β'/24-11-2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λαμίας ..., την οποία το αναιρεσείον προσκομίζει και επικαλείται, το τελευταίο, που επισπεύδει τη συζήτηση της αναιρέσεως, επέδωσε στις μη εμφανισθείσες και απολειπόμενες αναιρεσίβλητες, νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επίδοση στην αντίκλητο δικηγόρο τους που είχε παρασταθεί και εκπροσωπήσει αυτές στο Εφετείο Λαμίας στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη με την οποία ορίζεται η ανωτέρω δικάσιμος προς συζήτησή της και κλήση για να παραστούν κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, το δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία των ως άνω κλητευθέντων αναιρεσιβλήτων.
Εξάλλου, στη θέση του αρχικά αναιρεσιβλήτου Δ. Χ. του Α., ο οποίος απεβίωσε στις 7-4-2012, λίγο πριν από την άσκηση της κρινόμενης αναιρέσεως, γεγονός που δεν γνώριζε το αναιρεσείον κατά το χρόνο ασκήσεως της αναιρέσεως (ΑΠ 295/ 2014), υπεισήλθε και συνεχίζει τη δίκη, ως μοναδική κληρονόμος της απαιτήσεώς του για αποζημίωση του απαλλοτριωθέντος ακινήτου του, η σύζυγός του Κ. Σ., χήρα Δ. Χ., νόμιμα εκπροσωπούμενη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Χριστόπουλο του Χρήστου (βλ. προσκομιζόμενα το υπ' αριθμ. πρωτ. 8504/9-4-2012 απόσπασμα της υπ' αριθμό 53/2012 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου Δημοτικής Ενότητας Σπερχειάδος του Δήμου Μακρακώμης, την υπ' αριθμ. 34/2013 Διάταξη κληρονομητηρίου του Ειρηνοδίκη Αθηνών Κων/νου Ευαγγελόπουλου, το υπ' αριθμ. 57/2013 πιστοποιητικό περί μη ανακλήσεως κληρονομητηρίου της Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών, τα υπ' αριθμ. 510/9-11-2012 πρακτικά δημοσιεύσεως ιδιόγραφης διαθήκης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, το υπ' αριθμ. .../12-2-2015 ειδικό πληρεξούσιο ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Βαρβάρας Ανδρέα Σγούρα και τη δήλωση συνεχίσεως της δίκης στα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου). Όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 του Κ.Πολ.Δ., το δικαστήριο για να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, παράβαση δε αυτής της υποχρεώσεως θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Αρκεί για την ίδρυση του λόγου αυτού και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Σημειώνεται ότι δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία στην απόφαση και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα. Το γεγονός ότι μνημονεύονται και εξάρονται μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα, αρκεί βέβαια να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (ΑΠ 740/2009). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου, για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού αρκεί η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε ή όχι υπόψη του τέτοια αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1622/ 2010, ΑΠ 1869/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, εκ του ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο που αυτό επικαλέστηκε και προσκόμισε και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο την από 12-12-2008 έκθεση της επιτροπής προεκτιμήσεως της Κτηματικής Υπηρεσίας του Ν. Φθιώτιδος, η οποία δέχεται μείωση της αξίας του εναπομείναντος τμήματος του ακινήτου με ΑΚΠ 1003, επιφάνειας 266,65 τ.μ., κατά 30% και του εναπομείναντος τμήματος του ακινήτου με ΑΚΠ 1004, επιφάνειας 374,38 τ.μ., κατά 25%. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά του ως προς την μείωση της αξίας των εναπομενόντων τμημάτων των με ΑΚΠ 1003 και 1004 ακινήτων και τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως για την μείωση της αξίας των εναπομενόντων τμημάτων των ως άνω ακινήτων, έλαβε υπόψη του, εκτός από όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία και την από 12-12-2008 έκθεση της επιτροπής προεκτιμήσεως της Κτηματικής Υπηρεσίας του Ν. Φθιώτιδος, στην οποία μάλιστα αναφέρεται ειδικά κατά την εκτίμηση της μειώσεως της αξίας των εναπομεινάντων τμημάτων των απαλλοτριωθέντων ακινήτων (βλ. σελ. 32 και 33 της προσβαλλόμενης αποφάσεως). Κατά συνέπεια, αφού προκύπτει με βεβαιότητα από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε ως προς τη μείωση της αξίας των εναπομεινάντων τμημάτων των με ΑΚΠ 1003 και 1004 ακινήτων και την από 12-12-2008 έκθεση της επιτροπής προεκτιμήσεως της Κτηματικής Υπηρεσίας του Ν. Φθιώτιδος, ο περί του εναντίου πρώτος λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παροδίων ιδιοκτητών για τη διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ.", όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του Ν. 947/ 1979 αναφορικά με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφισταμένων οδών πραγματοποιουμένων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων, καθώς και επί των επαρχιακών οδών για το μέχρι πλάτους 20 μέτρων αυτών, προκειμένου περί διάνοιξης εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων με τη συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων. Με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες για την εφαρμογή του θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγομένων οδών, ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου όταν οι δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 1 παράγραφοι 1, 3 και 4 του Ν. 653/1977 που καθιέρωναν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας, κρίθηκε ότι αντίκεινται στο άρθρο 1 του πρώτου (πρόσθετου) πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που, μετά την επικύρωσή της με το Ν.Δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του ημεδαπού δικαίου, άρα και της πιο πάνω διατάξεως του Ν. 653/1977 (άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος). Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, αλλά εξακολουθεί να ισχύει ως μαχητό όπως προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 του Ν. 2971/2001, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του οποίου προκύπτει ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου διευρύνονται και ότι εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγομένης οδού, που προέβλεπε ο ως άνω Ν. 653/1977, ορίζονται ενδεικτικά και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο, που περιλαμβάνεται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η κατά τις ισχύουσες διατάξεις αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου. Έτσι, ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρομένης ωφέλειας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του και ανατρέποντας το ως άνω μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του και να ζητήσει τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και γι' αυτή. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες και στερείται νόμιμης βάσης όσον αφορά το κεφάλαιο αυτής περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας των παροδίων ιδιοκτησιών με ΑΚΠ 1003 και 1004. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθμ. πρωτ. 1041138/2966/0010/04.06.2007 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας & Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., που δημοσιεύτηκε νόμιμα στο υπ' αριθμ. 250/18-06-2007 Φύλλο Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, Τεύχος Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων και Πολεοδομικών θεμάτων, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημοσίας ωφελείας και ειδικότερα για την κατασκευή Κόμβων στα Δ.Δ. Παλαιοβράχας - Φτέρης έκταση συνολικού εμβαδού 14.410,53 τ.μ., που βρίσκεται στην περιοχή του Δήμου Σπερχειάδας νομού Φθιώτιδας και εικονίζεται στα από 8-3-2007 ακριβή αντίγραφα με κλίμακα 1:500 (φύλλα 2) κτηματολογικών διαγραμμάτων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Φθιώτιδας, τα οποία έχει συντάξει ο Τοπογράφος Μηχανικός Ι. Μ. και των αντίστοιχων κτηματολογικών πινάκων ... . Εξάλλου, αναφορικά με το αίτημα όλων των αιτούντων της υπό στοιχείο Β αίτησης για την ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειάς τους από την απαλλοτρίωση προέκυψαν τα ακόλουθα: α) Το ΑΚΠ 1003 ακίνητο, που, όπως προελέχθη, βρίσκεται στην περιφέρεια Παλαιοβράχας, εκτός σχεδίου, εκτός οικισμού, με πρόσωπο σε επαρχιακό δρόμο, είναι αγρός - ελαιοπερίβολο, έχει έκταση 900 τ.μ. (άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση), από την οποία απαλλοτριώνεται έκταση [633,35 τ.μ.], μετά την απαλλοτρίωση απομένει εδαφική έκταση 266,65 τ.μ., η οποία δεν είναι πλέον άρτια και οικοδομήσιμη. Οπότε λόγω της μη κάλυψης των όρων αρτιότητας θίγεται από την απαλλοτρίωση. Επίσης από το γεγονός ότι πριν την κατασκευή του έργου το ακίνητο είχε πρόσβαση σε επαρχιακό δρόμο, όπως συνεχίζει να έχει και μετά από αυτή, κανένα προνόμιο ή ωφέλεια δεν προσδίδει στο εναπομένον τμήμα του ακινήτου αυτού.
Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτό το σχετικό αίτημα του αϊτούντος Π. Χ. του Β. και της Κ. και να κριθεί ότι εν προκειμένω δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του τεκμηρίου ωφέλειας του άρθρου 1 ν. 653/1977 ... . β) Το ΑΚΠ 1004 ακίνητο, που, όπως προελέχθη, βρίσκεται στην περιφέρεια Παλαιοβράχας, εκτός σχεδίου, εκτός οικισμού, με πρόσωπο σε επαρχιακό δρόμο, είναι άμπελος, έχει έκταση 923,05 τ.μ. (άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση), από την οποία απαλλοτριώνεται έκταση 548,67 τ.μ., μετά την απαλλοτρίωση απομένει εδαφική έκταση 374,38 τ.μ., η οποία δεν είναι πλέον άρτια και οικοδομήσιμη. Οπότε λόγω της μη κάλυψης των όρων αρτιότητας θίγεται από την απαλλοτρίωση. Επίσης από το γεγονός ότι πριν την κατασκευή του έργου το ακίνητο είχε πρόσβαση σε επαρχιακό δρόμο, όπως συνεχίζει να έχει και μετά από αυτή, κανένα προνόμιο ή ωφέλεια δεν προσδίδει στο εναπομένον τμήμα του ακινήτου αυτού.
Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτό το σχετικό αίτημα των αιτούντων Δ. Χ. του Ε. και της Α., Κ. Χ. του Π. Χ. του Ε. και της Α., Β. συζ. Π. Σ., το γένος Ε. και Α. Χ., Γ. Χ. του Ε. και της Α. και της Α. χήρας Ε. Χ., το γένος Β. και Β. Ε., και να κριθεί ότι εν προκειμένω δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του τεκμηρίου ωφέλειας του άρθρου 1 ν. 653/1977 ...". Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της μη υπάρξεως ωφέλειας στις ιδιοκτησίες των έξι (6) πρώτων αναιρεσιβλήτων έτσι ώστε να είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001, αφού δέχεται ότι τα εναπομείναντα ως άνω τμήματα των με ΑΚΠ 1003 και 1004 ακινήτων κατέστησαν από κατά παρέκκλιση άρτια και οικοδομήσιμα σε μη άρτια και οικοδομήσιμα, ότι αυτά είχαν και πριν από την απαλλοτρίωση πρόσβαση, όχι μόνον πρόσωπο, στην ίδια επαρχιακή οδό που έχουν και μετά την απαλλοτρίωση, την οποία δεν χρειαζόταν για την πληρότητα της αιτιολογίας και να κατονομάζει, και ότι κανένα προνόμιο και ουδεμία ωφέλεια δεν προσδίδει στα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των ως άνω ακινήτων η εκτέλεση του έργου για το οποίο έγινε η απαλλοτρίωση γιατί η πρόσβασή τους στην επαρχιακή οδό παραμένει η ίδια. Τέλος, ενώ όσον αφορά την έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας ως προς την ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας για τις ως άνω με ΑΚΠ 1003 και 1004 ιδιοκτησίες των έξι (6) πρώτων αναιρεσιβλήτων το αναιρεσείον αναφέρει στο σχετικό δεύτερο λόγο της αναιρέσεώς του τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όσον αφορά την έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας ως προς την ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας για τη με ΑΚΠ 1021 ιδιοκτησία των δύο (2) τελευταίων αναιρεσιβλήτων, το αναιρεσείον δεν αναφέρει στο σχετικό δεύτερο λόγο της αναιρέσεώς του τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με συνέπεια ο λόγος αυτός όσον αφορά τους δύο (2) τελευταίους αναιρεσιβλήτους και την ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας για την με ΑΚΠ 1021 ιδιοκτησία τους να είναι αόριστος (ΑΠ 1850/2007, 1778/2007 και 1959/2007). Επομένως, ενόψει όλων των ανωτέρω, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, όσον αφορά τους έξι (6) πρώτους αναιρεσίβλητους είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και όσον αφορά τους δύο (2) τελευταίους αναιρεσίβλητους είναι απορριπτέος ως αόριστος και απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού όλοι οι λόγοι της κρινόμενης αναιρέσεως είναι απορριπτέοι, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων, μειωμένη όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957 (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-6-2012 και με αριθμό καταθέσεως 32/2012 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 90/2011 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων των άρθρων 18 επ. του Ν. 2882/2001. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Αυγούστου 2015.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ