1069/2012 · 1069/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Summary
AI generatedΑπόφαση 1069 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1069/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαρά...
Full Text of the Judgment · 1069/2012
Απόφαση 1069 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1069/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Κ. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καλλιούρη.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Α. Β. Π., κατοίκου ..., 2. Α. Σ. Π., κατοίκου ..., 3. Μ. συζ. Κ. Κ., το γένος Σ. Π., κατοίκου ... και 4. Δ. συζ. Σ. Σ., το γένος Σ. Π., κατοίκου ..., οι οποίοι ο μεν 1ος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αθηνών Τσαπουτσόγλου-Φαραζή, οι δε 2ος, 3η και 4η εκπροσωπήθηκαν από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο τους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 202/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 381/2005 του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική έδρα Χίου). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-11-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 22-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο, ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καίτοι ήταν εφαρμοστέος στην συγκεκριμένη περίπτωση βάσει των παραδοχών του, ή εφήρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που, με βάση τις ίδιες παραδοχές, δεν έπρεπε να εφαρμόσει. Για να είναι, όμως, ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από την άνω διάταξη προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως, στηριζόμενος στην υπό του δικαστηρίου της ουσίας παραβίαση εθιμικού κανόνος δικαίου, πρέπει σε αυτόν να αναφέρεται, ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε στο Εφετείο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο την ύπαρξη εθίμου, μορφωθέντος δια της συνδρομής όλων των στην επιστήμη παραδεδεγμένων συστατικών αυτού στοιχείων, ήτοι της μακράς και ομοιομόρφου ασκήσεως και της κοινής συνειδήσεως περί της αναγκαιότητος του εφαρμοζομένου ως κανόνος δικαίου εθίμου. Εξάλλου, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ως τοιούτων θεωρουμένων των ορισμών και αφηρημένων υποθετικών κρίσεων που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητος, με την βοήθεια των φυσικών επιστημών και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο της ουσίας για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών, ιδρύει τον υπό της διατάξεως του άρθρου 559 παρ.1 εδ. β' ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, εφόσον αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προς διακρίβωση της αληθούς εννοίας κάποιου κανόνος δικαίου ή προς υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς, όχι όμως όταν η παραβίαση αυτή λαμβάνει χώρα προς εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως, ήτοι στα πλαίσια της εκτιμήσεως των αποδείξεων.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος, προβάλλεται η πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση από το άρθρο 559 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., διότι το Εφετείο που την εξέδωσε, με το να κρίνει αποφατικώς, κατόπιν εξαφανίσεως της πρωτοδίκου αποφάσεως, περί της ουσιαστικής βασιμότητος της αγωγής του αναιρεσείοντος, δεχόμενο ότι "το επίδικο δεν ανήκει στην ιδιοκτησία του αναιρεσείοντος, που αυτός απέκτησε με το υπ' αριθμ. .../22.10.1979 δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Μαστιχοχωρίων Χίου Γεωργίου Φραγκάκη, α) παρεβίασε κανόνα εθιμικού δικαίου, διά του οποίου έχει θεσπισθεί "το ενιαίο της ιδιοκτησίας επί μιάς αναβαθμίδος επικλινούς ακινήτου, δηλαδή ο μη κερματισμός μιάς αναβαθμίδος σε πλείονα τμήματα, ανήκοντα σε (διαιρετές) ιδιοκτησίες πλειόνων", ισχύοντα στην περιοχή της Νήσου Χίου, όπου κείται το επίδικο καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας, αναφορικώς με την ορθή εφαρμογή και ερμηνεία του ιδίου εθιμικού κανόνος, καθώς και την υπαγωγή σε αυτόν των δεκτώς γενομένων πραγματικών περιστατικών. Αμφότερες, όμως, οι αιτιάσεις είναι απορριπτέες ως αόριστες, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε στο Εφετείο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο την ύπαρξη εθίμου, ρυθμιστικού της επιδίκου εμπραγμάτου εννόμου σχέσεως (κυριότητος), με αναφορά στα παραγωγικά του εθίμου αυτού περιστατικά, ενώ η επικαλουμένη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά τον αναιρετικό αυτό λόγο, ανάγεται στην εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της ανωτέρω ουσιαστικής (εθιμικής) διατάξεως και την υπαγωγή σε αυτή των ανελέγκτως δεκτώς γενομένων πραγματικών περιστατικών, της οποίας, όπως ελέχθη, δεν έγινε επίκληση, το δε εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο αυτεπαγγέλτως να λάβει υπόψη, την εν λόγω διάταξη εφαρμόζοντας τα διδάγματα της κοινής πείρας στα πλαίσια της ορθής εφαρμογής και ερμηνείας της ή την υπαγωγή σε αυτή των δεκτώς γενομένων πραγματικών περιστατικών. Παρεκτός του ότι το νόμιμο ή μη επιτρεπτόν του κερματισμού μιας αναβαθμίδος σε πλείονα επί μέρους τμήματα δεν συνιστά δίδαγμα της κοινής πείρας, κατά την προαναφερομένη νομική έννοια, αλλ' ενδεχομένως, περιεχόμενο τεθειμένης ή εθιμικώς ισχυούσης ουσιαστικής διατάξεως.
ΙΙΙ. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 369,1033 και 1192 ΑΚ, συνάγεται ότι για την μεταβίβαση της κυριότητος επί ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και αυτού που αποκτά, υποκειμένη στον έγγραφο συστατικό τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, ότι για κάποια νόμιμη αιτία μεταβιβάζεται σε αυτόν η κυριότητα και καταχώριση του συμβολαίου στα οικεία βιβλία μεταγραφών. Περαιτέρω, κατά την έννοια του εδαφίου 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 12-13/95).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, εδέχθη τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο είναι ένα εδαφικό τμήμα, εμβαδού 610,05 τ.μ, που βρίσκεται στη θέση "Τραχίλι" Λιθίου του Δήμου Μαστιχοχωρίων Χίου και συνορεύει βορειοανατολικά σε πλευρά 17,64 μέτρων με ιδιοκτησία ενάγοντος, νότια σε πλευρά 40,20 μέτρων με αγροτικό μονοπάτι και βορειοδυτικά σε πλευρά 42.13 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Γ. Π., που απεβίωσε το έτος 1936, στους οποίους (κληρονόμους) περιλαμβάνονται και οι εναγόμενοι. Λόγω του επικλινούς χαρακτήρα του εδάφους στην περιοχή αυτή (πλαγιά λόφου), τόσο το ακίνητο του ενάγοντος άσο και το ακίνητο, στο οποίο έχουν ποσοστά συγκυριότητας οι εναγόμενοι, και ανάμεσα στα οποία (ακίνητα) βρίσκεται το επίδικο τμήμα, φέρουν αναβαθμίδες (σκάλες) και συγκεκριμένα εννέα αναβαθμίδες το ακίνητο του ενάγοντος και έξι με επτά αναβαθμίδες το ακίνητο των εναγομένων. Το επίδικο τμήμα βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με την προς βορειοανατολικά κείμενη και τελευταία από πάνω προς τα κάτω αναβαθμίδα (σκάλα) του ακινήτου του ενάγοντος και σε υψηλότερο επίπεδο από το πάνω μέρος της ιδιοκτησίας των εναγομένων, η οποία βρίσκεται χαμηλότερα από αυτό κατά μία αναβαθμίδα (σκάλα), όμως, από πολλών ετών (τουλάχιστον πριν το έτος 1945), στην ανατολική - βορειοανατολική πλευρά του επίδικου ακινήτου, η οποία εφάπτεται με το ακίνητο του ενάγοντος, υπήρχε παλαιός τοίχος από πέτρες, η ύπαρξη του οποίου στη θέση αυτή δεν μπορούσε να έχει ρόλο το χωρισμό αναβαθμίδων (τοίχος αντιστήριξης, σκοπός του οποίου είναι η συγκράτηση και η στήριξη του εδάφους της υπερυψωμένης επιφάνειας), αφού, όπως προαναφέρθηκε, το ακίνητο του ενάγοντος και το επίδικο τμήμα βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο, αλλά μόνο να αποτελεί διαχωριστικό όριο όμοροι ιδιοκτησιών και συγκεκριμένα του ακινήτου του ενάγοντος από το ακίνητο των εναγομένων, αφού στο σημείο αυτό δεν υπήρχε άλλη (τρίτη) ιδιοκτησία. Η ύπαρξη αυτού του παλαιού διαχωριστικού πέτρινου τοίχου, επιβεβαιώνεται αφενός μεν από τη γενόμενη θεώρηση του επίδικου τμήματος από τον Ειρηνοδίκη Χίου, ο οποίος, δικάζοντας στις 2-10-1998 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής του ενάγοντος σχετικά με αυτό, η οποία σημειωτέον απορρίφθηκε με τη με αριθμ. 159/1998 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χίου που κατέστη τελεσίδικη με τη με αριθμ. 34/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χίου παρατήρησε υπολείμματα αυτού του τοίχου (ριζιμιά πέτρα "σταλίκι"), αφετέρου δε από την από 21-8-1998 έκθεση αυτοψίας του δασολόγου της Δ/νσης Δασών Χίου Γ. Π., που διενεργήθηκε μετά την επέμβαση του ενάγοντος πάνω στο επίδικο με την κοπή 13 πεύκων που βρίσκονταν μέσα σ' αυτό και είχε ως συνέπεια το χαρακτηρισμό αυτού ως δάσους με τη με αριθμ. Πρωτ. 1755/21-8-1998 πράξη χαρακτηρισμού του αναπληρωτή Δ/ντή Δασών Χίου Κ. Μ., κατά την οποία (αυτοψία) από την ενέργεια φωτοερμηνείας αεροφωτογραφιών ετών λήψης 1945 και 1975 διαπιστώνεται, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη πέτρινου τοίχου στο σημείο 10 με προσανατολισμό νότια, όπως αυτα απεικονίζονται στο επισυναπτόμενο στην πιο πάνω πράξη χαρακτηρισμού τοπογραφικό διάγραμμα, δηλαδή στην προαναφερθείσα ανατολική - βορειοανατολική πλευρά του επίδικου ακινήτου που βρίσκεται σε επαφή με την ιδιοκτησία του ενάγοντος. Η κρίση ότι στο ακίνητο του ενάγοντος δεν περιλαμβάνεται το επίδικο τμήμα, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, επιβεβαιώνεται επιπλέον α) από το ότι ενώ ο δικαιοπάροχος (πατέρας) του ενάγοντος Κ. Μ., ήδη πριν το έτος 1945, όπως προκύπτει από την ερμηνεία της σχετικής αεροφωτογραφίας και μέχρι σήμερα, καλλιεργούσε, βοηθούμενος από τον ενάγοντα και |εργάτες, συστηματικά το ακίνητο του έκτασης 3.551 τ.μ. με' μαστιχόδενδρα (σχοίνους), με αποτέλεσμα αυτό να αποτελεί γεωργική έκταση, το επίδικο τμήμα, όπως και το ακίνητο των εναγομένων, τα οποία καλλιεργούνταν παλαιότερα με μαστιχόδενδρα, τουλάχιστον από το έτος 1975, όπως προκύπτει από την ερμηνείας της σχετικής αεροφωτογραφίας, είναι ακαλλιέργητα έχοντας αναπτύξει πυκνή δασική βλάστηση, γεγονός το οποίο δεν δικαιολογείται σε ότι αφορά το επίδικο τμήμα, γιατί, αν υπήρχε από το δικαιοπάροχο του ενάγοντος και τον ίδιο πεποίθηση ότι αυτό αποτελεί τμήμα της τους και αφού υπήρχαν πάνω σ'αυτό τουλάχιστον 10 μαστιχόδενδρα, θα έπρεπε να παρουσιάζει και μετά το έτος 1975 την ίδια μορφή (γεωργική) όπως και η στο ίδιο επίπεδο και όμορη προς αυτό ιδιοκτησία τους και β) από την κατάθεση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ο οποίος αναφέρει "... Ο πατέρας του ενάγοντα τον Απρίλιο του 1998 μας είπε ότι ο γιος μου ξέρει ότι το κομμάτι αυτό (επίδικο) δεν είναι δικό του, αλλά το κάνει για να μαζέψει τα 4.000 τ.μ. για να κτίσει ... Θέλει ο ενάγων να κάνει ξενοδοχείο ...". Με βάση αυτά η ενέργεια του συζύγου της τρίτης εναγομένης στα τέλη Μαΐου του 1998, μετά το κάψιμο των πεύκων που υπήρχαν στο επίδικο τμήμα από τον ενάγοντα, να ανακατασκευάσει τον παλαιό πέτρινο διαχωριστικό τοίχο που προαναφέρθηκε, με την ανέγερση ξερολιθιάς πάνω στα υπάρχοντα ίχνη αυτού, στην προσπάθεια προστασίας της συννομής των εναγομένων πάνω στο επίδικο τμήμα, δεν συνιστά παράνομη κατάληψη τμήματος του ακινήτου του ενάγοντος έκτασης 610.05 τ.μ., όπως ισχυρίζεται αυτός, ώστε να δικαιολογείται η έγερση διεκδικητικής της κυριότητας αγωγής, αφού, όπως αποδείχθηκε, το τμήμα αυτό δεν ανήκει στην ιδιοκτησία που απέκτησε αυτός με το με αριθμ. .../22-10-1979 δωρητήριο συμβόλαιο του συμ/φου Μαστιχοχωρίων Χίου Γεωργίου Φραγκάκη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε ότι το επίδικο τμήμα έκτασης 610,05 τ.μ. αποτελεί συνεχόμενο τμήμα έκτασης, η οποία έχει συνολική επιφάνεια 4.226,33 τ.μ. και ανήκει κατά κυριότητα στον ενάγοντα δυνάμει του δωρητηρίου συμβολαίου που προαναφέρθηκε και υποχρέωσε τους εναγόμενους να αποδώσουν σ' αυτόν το επίδικο τμήμα, έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων και επομένως, καθισταμένων δεκτών των σχετικών λόγων της έφεσης". Ακολούθως, κατόπιν εξαφανίσεως της εκκληθείσης υπό των αναιρεσιβλήτων εναγομένων πρωτοδίκου υπ' αριθμ. 203/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος. Με αυτά που εδέχθη το Εφετείο και έτσι, όπως έκρινε, δεν στέρησε την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού διέλαβε σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά , που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας των άνω περί παραγώγου κτήσεως από τον αναιρεσείοντα της κυριότητος επί του επιδίκου ουσιαστικών διατάξεων. Ειδικότερα, με σαφείς αιτιολογίες το Εφετείο έκρινε ως αναπόδεικτη και ως τοιαύτη απορριπτέα την ένδικη αγωγή, δια της σαφούς παραδοχής ότι η επίδικη εδαφική έκταση των 610,05 τ.μ. δεν εμπίπτει στον τίτλο ιδιοκτησίας που αυτός επικαλέσθηκε προς θεμελίωση της αγωγής του και δη στο προαναφερόμενο υπ' αριθμ. .../1979 δωρητήριο συμβόλαιο. Δεν ήταν δε απαραίτητο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση και ο ακριβής αριθμός των αναβαθμίδων που υπάρχουν στην όμορη ιδιοκτησία των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες, άλλωστε, ιστορικώς μνημονεύονται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, στα πλαίσια της γενικοτέρας πραγματικής επιχειρηματολογίας του Εφετείου, και δη προς ενίσχυση της ανωτέρω δικανικής του κρίσεως. Επομένως, η περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ αιτίαση για έλλειψη νομίμου βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, που περιέχεται στο δεύτερο μέρος του μοναδικού λόγου αναιρέσεως, είναι αβάσιμη και απορριπτέα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΩΤΕΡΩ ΛΟΓΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27/11/2008 αίτηση του Ν. Μ. για αναίρεση της 381/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων εκ δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ