Legislator Case Law & Legislation
1069/2011 AI generated

1069/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1069/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1069 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1069/2011

Legislator headnote

AI generated

1069/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1069 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1069/2011

Keywords

AI generated
equivalence between university degrees access to a profession master's degree employment status qualification research staff regulations for civil servants
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1069 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1069/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΑΕ" (ΔΕΗ ΑΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μανιάτη.

Του αναιρεσίβλητου: Γ. Α. του Θ. - Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Τρίμη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-11-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1576/2008 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου και κατόπιν ασκήσεως εφέσεων η 4011/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-10-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 1-4-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος που ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών και συνεπώς δεσμεύει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο της περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους κοινωνικούς ή δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων είτε διαφοροποιεί την κατηγορία των προσώπων ή των πραγμάτων στα οποία αφορά, είτε καθιστά καταχρηστική και άρα αντίθετη στο άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος την άσκηση του εκ της ισονομίας ατομικού δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση. Επομένως, αν γίνει με νόμο δικαιολογημένη ειδική ρύθμιση για μία κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί με αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση από τη ρύθμιση αυτή μια άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος ευνοϊκής μεταχειρίσεως, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Προς αποκατάσταση δε της συνταγματικά επιβαλλόμενης ισότητας πρέπει να εφαρμοσθεί η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση και σε εκείνη την κατηγορία προσώπων, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω αρχής. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 2, 4, 5 παρ. 3, 23 παρ. 4, 42 παρ. 4 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού ΔΕΗ (ΚΚΠ - ΔΕΗ) που κυρώθηκε με το ΝΔ 210/1974 και έχει ισχύ νόμου προκύπτει, ότι το προσωπικό συνδέεται με τη ΔΕΗ με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο προσωπικό. Έκτακτο προσωπικό είναι εκείνο που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου για την κάλυψη εκτάκτων ή προσκαίρων αναγκών της επιχειρήσεως, μπορεί δε να ενταχθεί μετά διετή υπηρεσία στο τακτικό προσωπικό. Το τελευταίο τούτο κατατάσσεται σε κλάδους που υποδιαιρούνται σε κατηγορίες, που και αυτές υποδιαιρούνται σε βαθμίδες, στις οποίες αντιστοιχούν μισθολογικά κλιμάκια και αριθμός οργανικών θέσεων. Ο κλάδος των τεχνιτών περιλαμβάνει τέσσερις κατηγορίες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η κατηγορία Τ2 - πτυχιούχοι θετικών επιστημών - στην οποία εντάσσονται εκείνοι που έχουν δίπλωμα θετικών επιστημών ανώτατης σχολής ημεδαπής ή ισότιμο αλλοδαπής. Ειδικά για την κατηγορία Τ2 προβλέπεται η ένταξη σε κλιμάκιο ανώτερο κατά ένα ή δύο του εισαγωγικού αν ο εντασσόμενος, εκτός από το δίπλωμα θετικών επιστημών, έχει επιπλέον και τίτλο μεταπτυχιακών σπουδών θετικών επιστημών διετούς τουλάχιστον διάρκειας σε κύκλο σπουδών θετικών επιστημών (άρθρο 4 παρ. 3 ΚΚΠ/ΔΕΗ), χωρίς να υπάρχει πρόβλεψη για προαγωγή σε ανώτερο κλιμάκιο του προσωπικού της παραπάνω κατηγορίας, αν ο τίτλος μεταπτυχιακών σπουδών αποκτήθηκε μετά την ένταξη. Με τον τρόπο όμως αυτό, δηλαδή με την κατά τον Κανονισμό εξαίρεση από την προαγωγή σε ανώτερο του κατεχόμενου μισθολογικό κλιμάκιο των μισθωτών που απέκτησαν τίτλο μεταπτυχιακών σπουδών θετικών επιστημών ανώτατης σχολής ημεδαπής ή αλλοδαπής, μετά την ένταξή τους στο τακτικό προσωπικό, καθιερώνεται δυσμενής εις βάρος τους διάκριση, έναντι εκείνων που εντάσσονται στο τακτικό προσωπικό και δικαιούνται εξαρχής να ενταχθούν σε κλιμάκιο ανώτερο κατά ένα ή δύο του εισαγωγικού, χωρίς η ρύθμιση αυτή να δικαιολογείται από γενικότερους λόγους δημόσιου ή κοινωνικού συμφέροντος. Επομένως, η διάταξη του άρθρου 4.Β παρ. 3 του ΚΚΠ/ΔΕΗ που εξαιρεί από τη μισθολογική προαγωγή το προσωπικό της ανωτέρω κατηγορίας που απέκτησε τον ως άνω τίτλο μεταπτυχιακών σπουδών μετά την ένταξή του, είναι κατά τούτο ανίσχυρη, ως αντικείμενη στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, και πρέπει για την αποκατάσταση της ισότητας να εφαρμοσθεί γενικώς, ήτοι και ως προς εκείνους που απόκτησαν τον τίτλο μεταπτυχιακών σπουδών μετά την ένταξή τους στο τακτικό προσωπικό της ΔΕΗ. Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η παραβίαση δε αυτή εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών. Τέλος, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της αποφάσεως τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, διότι στην κρίση του αυτή προβαίνει το δικαστήριο ανέλεγκτα, κατά το άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για τον λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, που είναι διπλωματούχος μηχανολόγος - ηλεκτρολόγος μηχανικός του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, προσλήφθηκε στις 2.9.1976 από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα και από την 1.11.1979 εντάχθηκε στην κατηγορία Τ1/Α και στο 5° μισθολογικό κλιμάκιο αυτής, ενώ από 1.10.1997 προήχθη στο Β1 μισθολογικό κλιμάκιο. Στις 17.4.1997, αναγορεύθηκε σε Διδάκτορα Μηχανικό του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και με το από 13.1.1998 έγγραφό του προς τη Διεύθυνση Προσωπικού και τον Πρόεδρο του Δευτεροβάθμιου Συμβουλίου Κρίσεων, ζήτησε τη χορήγηση ενός επί πλέον μισθολογικού κλιμακίου λόγω κτήσεως διδακτορικού διπλώματος. Η εναγομένη δια των αρμοδίων οργάνων της - διεύθυνση προσωπικού - γνωστοποίησε στον ενάγοντα ότι η κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του κτήση διδακτορικού τίτλου δεν αποτελεί από μόνη της, κατά τον ΚΚΠ-ΔΕΗ, λόγο προαγωγής σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο και πως η μόνη περίπτωση για πιθανή διαφοροποίηση αυτής θα ήταν η συμμετοχή σε προκήρυξη -όποτε αυτή γινόταν - για πλήρωση θέσεων Εξειδικευμένου Προσωπικού, βάσει της 260/1987 απόφασης Δ.Σ. Ακολούθως, στις 9.3.1998 ο ενάγων ζήτησε ξανά με έγγραφο του προς το Δευτεροβάθμιο συμβούλιο κρίσεως (ΔΣΚ) τη χορήγηση ενός επί πλέον μισθολογικού κλιμακίου, λόγω της απόκτησης του διδακτορικού διπλώματος. Το ΔΣΚ με το ΔΠΡΣ/56119/22.7.1999 έγγραφο ανακοίνωσε στον ενάγοντα την απόρριψη των από 13.1.1998 και 9.3.1998 προσφυγών του για μισθολογική του προώθηση, καθόσον δεν διαπιστώθηκε παράλειψη της επιχείρησης. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι η διάταξη του άρθρου 4 του ΚΚΠ/ΔΕΗ, που εξαιρεί από τη μισθολογική προαγωγή το προσωπικό της ανωτέρω κατηγορίας που απέκτησε τον ως άνω τίτλο μετά την ένταξη του, είναι κατά τούτο ανίσχυρη, ως αντικείμενη στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος και πρέπει για την αποκατάσταση της ισότητας να εφαρμοστεί γενικά, δηλ. και ως προς εκείνους που απόκτησαν τον διδακτορικό τίτλο μετά την ένταξη τους στο τακτικό προσωπικό της ΔΕΗ, και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει ομοίως. Με την κρίση του αυτή, για αντισυνταγματικότητα του άρθρου 4. παρ. 3 του ΚΚΠ/ΔΕΗ, το Εφετείο δεν παραβίασε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, τους ανωτέρω κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, ως προς την προβαλλόμενη αιτίαση ότι η απόφαση του Εφετείου στερείται νόμιμης βάσης γιατί δεν διαλαμβάνει το είδος των καθηκόντων που ασκούσε ο αναιρεσίβλητος και αν απασχολήθηκε σε θέση διάφορη από εκείνη για την οποία αρχικά προσελήφθη είναι αβάσιμος, γιατί το ζήτημα αυτό δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ακόμη και αν ο εν λόγω ισχυρισμός ερευνάται αυτεπαγγέλτως, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, (ΟλΑΠ 15/2000). Ειδικότερα, για το παραδεκτό του από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως, εφόσον για την εφαρμογή του νόμου απαιτείται η υποβολή αιτήσεως, πρέπει ο αναιρεσείων να προτείνει την υποβολή αυτή στο Εφετείο και να αναφέρεται τούτο στο αναιρετήριο.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ , διότι το Δικαστήριο παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου και δη του άρθρου 24 παρ. 7 του έχοντος ισχύ νόμου ΚΚΠ - ΔΕΗ, που προβλέπει ότι για την κατάληψη θέσεων των μισθολογικών κλιμακίων Α' και Β' γνωμοδοτεί, κατ' απόλυτη εκλογή και ανεξάρτητα από τους περιορισμούς και όρους του άρθρου 22, ειδικό συμβούλιο κρίσεως, το οποίο προεπιλέγει πενταπλάσιο αριθμό υποψηφίων για κάθε θέση και ο γενικός διευθυντής επιλέγει μεταξύ αυτών τον κατά την κρίση του καταλληλότερο. Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, αφού όχι μόνο δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός αυτός προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά, και όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της εφέσεως που άσκησε η αναιρεσείουσα (αλλά και των προτάσεών της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου), ο ισχυρισμός αυτός δεν είχε προταθεί στο Δικαστήριο της ουσίας, ενώ δεν συντρέχει περίπτωση εξαιρέσεως από τις αναφερόμενες στην πιο πάνω διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-10-2009 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ Α.Ε." (Δ.Ε.Η. Α.Ε), για αναίρεση της 4011/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαΐου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουνίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ