1069/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1069 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1069/2010
Legislator headnote
AI generated1069/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1069 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1069/2010
Full text
Απόφαση 1069 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1069/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Απριλίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Goodyear Dunlop Ελαστικά Ελλάς Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία" (πρώην "Goodyear Ελλάς ΑΒΕΕ"), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Χαντζαρίδη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, κατοίκου ... έως και 62) τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ (Γ.Σ.Ε.Ε.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 63) δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Θεσσαλονίκης", που εδρεύει στη Θεσ/νίκη και εκπροσωπείται νόμιμα και 64) δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων στα Διϋλιστήρια και τις Χημικές Βιομηχανίες", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην της 62ης αναιρεσίβλητης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Καζάκου, που δεν κατέθεσε προτάσεις και πλην των 11ου, 42ου, 63ης και 64ης αναιρεσιβλήτων, που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άρι Καζάκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-10-1996 αγωγή των διαδίκων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις πρόσθετες παρεμβάσεις των ήδη 62ης, 63ης και 64ης αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3898/1997 του ίδιου δικαστηρίου, 1171/1999 και 8497/1999 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι τότε αναιρεσείοντες με την από 15-1-2002 αίτησή τους και η ήδη 62η αναιρεσίβλητη με την από 30-10-2002 πρόσθετη παρέμβασή της.
Εκδόθηκε η 139/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Μετά από νέα κλήση, εκδόθηκε η 998/2004 απόφαση του Β2' Πολιτικού Τμήματος και ακολούθως η 27/2005 απόφαση της Ολομελείας του Αρείου Πάγου, η οποία: 1) κήρυξε παραδεκτή την από 15-1-2002 αίτηση αναίρεσης, 2) ανέβαλε κατά τα λοιπά την έκδοση της οριστικής του απόφασης, 3) απηύθυνε προς το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων το ακόλουθο ερώτημα: "Με δεδομένο ότι δεν προβλέπεται από το Ελληνικό (Εθνικό) δίκαιο προηγούμενη δικαστική απόφαση για την οριστική διακοπή της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως με μόνη τη βούληση του εργοδότου, ερωτάται αν, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 2 εδαφ. δ' της Οδηγίας του Συμβουλίου 75/129 ΕΟΚ, οι διατάξεις της Οδηγίας αυτής εφαρμόζονται επί ομαδικών απολύσεων προκαλουμένων από την οριστική διακοπή της λειτουργίας μιας επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, η οποία αποφασίστηκε οικειοθελώς από τον εργοδότη, χωρίς να προηγηθεί σχετική δικαστική απόφαση" και 4) διέταξε να διαβιβαστούν από τη γραμματεία του Αρείου Πάγου προς τη γραμματεία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αντίγραφα της απόφασης αυτής, της προσβαλλομένης 8497/1999 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής, ως και των προτάσεων των διαδίκων ενώπιον της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. Στη συνέχεια το Δ.Ε.Κ., την 7η Σεπτεμβρίου 2006, εξέδωσε απόφαση επί των συνεκδικαζομένων υποθέσεων C-187/05, C-188/05, C-189/05 και C-190/05, με την οποία αποφάνθηκε επί του παραπάνω ερωτήματος. Μετά την έκδοση της απόφασης αυτής, η υπόθεση εισήχθη εκ νέου για συζήτηση ενώπιον της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου και εκδόθηκε η 40/2007 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου, η οποία αναίρεσε την 8497/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 5259/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-12-2008 αίτησή της και με το από 10-7-2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 15-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης και του δικογράφου των προσθέτων λόγων.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες εκθέσεις επιδόσεως, υπ' αριθμ. ..., ..., ..., ..., ..., .../2009 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ... και ..., .../2009 του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 3-11-2009,κατά την οποία η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε για εκείνη που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, για την οποία δεν απαιτείτο η εκ νέου κλήτευση των διαδίκων, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, στους αναιρεσίβλητους (11°) Ψ11, (42°) Ψ42, (63η) δευτεροβάθμια Συνδικαλιστική Οργάνωση με την επωνυμία "Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων στα διυλιστήρια και τις Χημικές Βιομηχανίες" και (64°) "Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Θεσσαλονίκης". Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε υπέβαλαν την, κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚπολΔ, δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ.
Όπως κρίθηκε δεσμευτικά για το Δικαστήριο τούτο με την 40/2007 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, οι ομαδικές απολύσεις των αναιρεσιβλήτων, που έλαβαν χώρα συνεπεία της οριστικής διακοπής της αυτοτελούς εκμετάλλευσης της εργοδότριας τους - αναιρεσείουσας, με τη βούληση της τελευταίας και χωρίς να προηγηθεί σχετική δικαστική απόφαση, έγιναν κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 2 παρ.2 στοιχ. γ' του Ν. 1387/83 και του άρθρου 1 παρ.2 στοιχ. δ' της 75/129 Οδηγίας ΕΟΚ, διότι η εναγομένη δεν τήρησε τη διαδικασία ενημερώσεως και διαβουλεύσεως με τους εργαζομένους της, όπως είχε υποχρέωση, αφού η διακοπή των δραστηριοτήτων της εκμετάλλευσης της αποφασίσθηκε οικειοθελώς απ' αυτήν και έγινε χωρίς να προηγηθεί σχετική δικαστική απόφαση. Επομένως οι απολύσεις αυτές ήσαν άκυρες, κατ' άρθρο 6 παρ. 1 Ν. 1387/83, και η αναιρεσείουσα, μη αποδεχόμενη τις υπηρεσίες των, κατέστη υπερήμερη και οφείλει να τους καταβάλει αποδοχές υπερημερίας κατ' αρθ. 656 ΑΚ. Ο ισχυρισμός της ότι για τους αναφερόμενους στις προτάσεις της, ενώπιον του Εφετείου, λόγους δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση της οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ.2 περ.δ1 της 75/129 Οδηγίας και του άρθρου 2 παρ.2 στοιχ. γ' του ΙΜ.1387/83, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι η 40/2007 αναιρετική απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου είναι δεσμευτική για το Δικαστήριο τούτο, ως προς το νομικό ζήτημα που έλυσε (αρθ. 580 παρ.4 Κ.Πολ.Δ), ήτοι ως προς το εννοιολογικό περιεχόμενο που προσέδωσε στις άνω διατάξεις, στην παραβίαση των οποίων θεμελιώθηκε η αναίρεση. Εξάλλου, σκοπός της 75/129 Οδηγίας είναι η ενίσχυση της προστασίας των εργαζομένων σε περίπτωση ομαδικών απολύσεων, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης ισόρροπης οικονομικής και κοινωνικής αναπτύξεως εντός της Κοινότητας. Με την Οδηγία δεν θίγεται η ελευθερία του εργοδότη να προβεί ή να μην προβεί σε ομαδικές απολύσεις, αλλά μοναδικός στόχος της είναι οι απολύσεις αυτές να πραγματοποιούνται κατόπιν διαβουλεύσεων με τους εκπροσώπους των εργαζομένων και ενημερώσεως της αρμόδιας αρχής, θεσπίζονται δηλαδή οι ελάχιστες κοινές προϋποθέσεις για την ακολουθητέα διαδικασία, που αφορά την προστασία των εργαζομένων από ομαδικές απολύσεις, ενώ παράλληλα διατηρείται η ευχέρεια των κρατών-μελών να εφαρμόζουν περισσότερο ευνοϊκές για τους εργαζομένους διατάξεις. Εξάλλου, όταν κοινοτική οδηγία δεν προβλέπει ειδική κύρωση σε περίπτωση παραβιάσεως των διατάξεων της ή παραπέμπει για το ζήτημα αυτό στις εθνικές, νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, το άρθρο 5 της Συνθήκης της ΕΟΚ επιβάλλει στα κράτη-μέλη να λαμβάνουν όλα τα πρόσφορα μέτρα, προκειμένου να εξασφαλίζεται η εφαρμογή και η αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου. Προς τούτο, μολονότι διατηρούν διακριτική ευχέρεια ως προς την επιλογή των κυρώσεων, τα κράτη μέλη πρέπει να μεριμνούν ώστε να προβλέπονται κυρώσεις για τις παραβιάσεις της κοινοτικής νομοθεσίας, υπό ουσιαστικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις, ανάλογες προς τις ισχύουσες για παραβιάσεις παρόμοιας φύσεως και σημασίας του εθνικού δικαίου και σε κάθε περίπτωση προσδίδουσες στην κύρωση αποτελεσματικό, ανάλογο και αποτρεπτικό χαρακτήρα (βλ. σκέψη 40 της από 8-6-1994 απόφασης ΔΕΚ, υπόθεση 383/1992-Επιτροπή κατά Ην. Βασιλείου Μ. Βρετανίας και Β. Ιρλανδίας). Ο ν.1387/83,που μετέφερε την Οδηγία 75/129 στην ελληνική έννομη τάξη, προς το σκοπό ενίσχυσης της προστασίας των εργαζομένων, προέβλεψε, μεταξύ άλλων, ότι "οι ομαδικές απολύσεις που γίνονται κατά παράβαση των διατάξεων του νόμου αυτού είναι άκυρες" (αρθ. 6 παρ.1)Η κύρωση αυτή, που έχει θεσπιστεί στα πλαίσια της ευχέρειας των κρατών-μελών να εφαρμόζουν ευνοϊκότερες για τους εργαζομένους διατάξεις, είναι ανάλογη προς τις ισχύουσες στο ελληνικό δίκαιο κυρώσεις, για παρόμοιες παραβιάσεις της εργατικής νομοθεσίας και μάλιστα ήσσονος σημασίας, όπως είναι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας χωρίς έγγραφο ή χωρίς αποζημίωση. Σε κάθε δε περίπτωση η προβλεπόμενη κύρωση (ακυρότητα καταγγελίας και ακόλουθα υπερημερία εργοδότη),αποτελεί το πλέον κατάλληλο και αποτελεσματικό μέτρο για να αποτραπεί ο εργοδότης από τη μη τήρηση της διαδικασίας των ομαδικών απολύσεων, είναι απολύτως αναγκαίο για την προστασία των εργαζομένων και την επίτευξη του σκοπού της Οδηγίας και συνιστά θεμιτό και συνήθη στο δίκαιο της καταγγελίας περιορισμό της κατοχυρωμένης από το κοινοτικό δίκαιο επιχειρηματικής (οικονομικής) ελευθερίας, χάριν προστασίας του επίσης διασφαλισμένου από το κοινοτικό δίκαιο δικαιώματος εργασίας. Ο πυρήνας όμως της επιχειρηματικής ελευθερίας του εργοδότη δεν θίγεται, αφού, η επί ποινή ακυρότητας των ομαδικών απολύσεων, υποχρέωσή του, να τηρήσει και τη διαδικασία ενημέρωσης και διαβούλευσης, δεν σημαίνει απαγόρευση των ομαδικών απολύσεων, ούτε εμποδίζει τη λήψη απόφασης για διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησης ή για μεταφορά της σε άλλη χώρα. Άλλα τυχόν "ηπιότερα" μέτρα (εύλογη αποζημίωση, διοικητικό πρόστιμο κλπ), θα αφαιρούσαν σε μεγάλο βαθμό από την κύρωση, την πρακτική της αποτελεσματικότητα και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της (βλ. και σκέψη 42 της από 8-6-1994 απόφασης ΔΕΚ οπ). Σύμφωνα με τα ανωτέρω είναι αβάσιμοι οι από το άρθρο 559 αρ. 1. ΚΠολΔ, πρώτος και δεύτερος στην αίτηση και τους πρόσθετους λόγους, λόγοι αναιρέσεως, ότι η κύρωση του άρθρου 6 του Ν. 1387/83 παραβιάζει τη διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 του Συντ., τις κοινοτικές αρχές της αναλογικότητας, της οικονομικής ελευθερίας, της ελεύθερης εγκατάστασης και της ελεύθερης κυκλοφορίας κεφαλαίων εντός της ΕΕ και δεν τίθεται θέμα υποβολής σχετικού προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΚ. Εξάλλου, οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως, ότι τις ίδιες αρχές παραβιάζει και η προβλεπόμενη στον άνω νόμο εξάρτηση του κύρους των ομαδικών απολύσεων από την προηγούμενη έγκριση διοικητικής αρχής, προβάλλεται αλυσιτελώς, εφόσον και χωρίς την κύρωση αυτή, η ακυρότητα των ένδικων ομαδικών απολύσεων είναι δεδομένη και θεμελιώνεται επαρκώς στη μη τήρηση της διαδικασίας ενημέρωσης και διαβούλευσης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 656 ΑΚ, αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ή αν η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που τον αφορούν και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία του σε άλλο χρόνο. Η επικαλούμενη πάγια νομολογία και η πρόσφατη μεταστροφή αυτής ως προς την έννοια των προαναφερόμενων διατάξεων της 75/129 Οδηγίας και του ν. 1387/83, δεν συνιστά περιστατικό ανώτερης βίας δηλαδή γεγονός απρόβλεπτο και τυχαίο που δεν μπορεί να αποτραπεί και αν ληφθούν μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, αφού η νομολογιακή μεταβολή επί νομικού ζητήματος, του οποίου η λύση προϋποθέτει την ερμηνεία και εφαρμογή κανόνα δικαίου, είναι αντικειμενικώς πάντοτε ενδεχόμενη, ανεξαρτήτως της τυχόν διαφαινόμενης παγίωσης συγκεκριμένης ερμηνευτικής γνώμης. Εξάλλου, η μη τήρηση των διατυπώσεων για τις ομαδικές απολύσεις τότε μόνο δεν επάγεται ακυρότητα της καταγγελίας (και συνακόλουθα υποχρέωση καταβολής μισθών υπερημερίας), όταν ο εργοδότης, όχι από αμέλεια, αλλά από εύλογη αμφιβολία και συγγνωστή πλάνη πιστεύει ότι υπάγεται σε κάποια από τις εξαιρέσεις του ν. 1387. Τέτοια δε συγγνωστή πλάνη υφίσταται όταν ο εργοδότης, κατά τον προ της απολύσεως χρόνο, κατέβαλε την απαιτουμένη στις συναλλαγές επιμέλεια, για τη διαπίστωση της αληθούς έννοιας της καθιερούσας την εξαίρεση διατάξεως (Ολ.ΑΠ 1414/1984) και δεν αρκεί νια το σκοπό αυτό η επίκληση μόνο της επικρατούσας κατά το χρόνο των ομαδικών απολύσεων νομολογίας των ελληνικών δικαστηρίων, η οποία ούτως ή άλλως δεν είχε παγιωθεί με σειρά αποφάσεων του Αρείου Πάγου και η μεταβολή της οποίας ήταν, κατά τα προεκτεθέντα, πάντοτε ενδεχόμενη (ως αφορώσα ερμηνεία κανόνα δίκαιου),αλλά και προβλέψιμη από τον επιμελή εργοδότη, ενόψει και του γεγονότος ότι η νομολογία αυτή ήταν αντίθετη προς την παγιωθείσα ήδη από το έτος 1985 νομολογία του ΔΕΚ,(όπως αναφέρεται και στην από 7-9-2006 απόφαση του) στην οποία διευκρινίζεται (σκέψεις 25 και 40) ότι ήδη από της εκδόσεως της από 28-3-1985 προγενέστερης απόφασης του (Επιτροπή κατά Βελγίου), δεν υφίσταται πλέον καμία αμφιβολία, ως προς την έννοια της εξαιρετικής διάταξης του άρθρου 1 παρ. 2 στοιχ. δ' της Οδηγίας 75/129. Για τους ίδιους λόγους η μεταστροφή της ελληνικής νομολογίας δεν θεμελιώνει παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας του δικαίου και συνεπώς δεν τίθεται δέμα υποβολής σχετικού προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΚ. Περαιτέρω η επίκληση α) της μεταστροφής της νομολογίας και β) της οικονομικής επιβάρυνσης της επιχείρησης της αναιρεσείουσας από την καταβολή αποδοχών υπερημερίας στους αναιρεσίβλητους και στους λοιπούς μισθωτούς της δεν θεμελιώνουν παραβίαση της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, όπως δεν θεμελιώνουν τέτοια παραβίαση και η επίκληση των λόγων που οδήγησαν τη μητρική εταιρεία στην απόφαση της για διακοπή της λειτουργίας του εργοστασίου της ... και η επίκληση του αρνητικού ρόλου και της αδιαλλαξίας του συνδικαλιστικού οργάνου του προσωπικού της αναιρεσείουσας, το οποίο κατά τους ισχυρισμούς της τελευταίας, συνέβαλε με τη στάση του στη λήψη της ως άνω απόφασης. Επομένως οι, περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, τρίτος στο δικόγραφο της αίτησης και δεύτερος στο δικόγραφο των προσθέτων, λόγοι, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι 1) η αναιρεσείουσα δεν περιήλθε σε υπερημερία διότι η μη τήρηση της παραπάνω διαδικασίας της απόλυσης οφείλεται σε λόγους ανώτερης βίας και ειδικότερα στην εύλογη αμφιβολία της και τη συγγνωστή νομική πλάνη της, ενόψει της πάγιας, κατά το χρόνο των επίδικων απολύσεων, νομολογίας ότι επί οριστικής διακοπής της λειτουργίας της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης δεν εφαρμόζεται η θεσπιζόμενη από το Ν. 1387/83 διαδικασία και της πρόσφατης μεταστροφής της νομολογίας και 2) κατά κατάχρηση δικαιώματος και κατά παράβαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας του δικαίου, οι αναιρεσίβλητοι ασκούν τις ένδικες αξιώσεις τους, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας κατά το άρθρο 656 ΑΚ, λόγω άκυρης καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως, υπόκειται, όπως κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται η άσκηση του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Τέτοια υπέρβαση υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς, κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, για να εισπράττει απ' αυτόν χωρίς να εργάζεται, τους μισθούς υπερημερίας. Για να θεωρηθεί δηλαδή καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας, απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχόλησης του και δεν αρκεί ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια. Για να είναι δε ορισμένη η σχετική ένσταση του εργοδότη, πρέπει αυτός να αναφέρει α) την εργασία την οποία ο εργαζόμενος μπορούσε να εκτελέσει, χωρίς να είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται συγκεκριμένη επιχείρηση, β) τους λόγους για τους οποίους είναι κακόβουλη η μη απασχόληση του εργαζομένου αλλού και γ) την ωφέλεια που θα αποκόμιζε. Στην προκειμένη περίπτωση η εναγομένη-αναιρεσείουσα, ως εφεσίβλητη (αμυνόμενη κατά τη έφεσης) ισχυρίστηκε ότι οι ενάγοντες, κατά κατάχρηση δικαιώματος, παρέμειναν άνεργοι, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να βρουν άλλη εργασία, στην οποία θα μπορούσαν να απασχοληθούν λόγω της εξειδίκευσης τους, με σκοπό να εισπράττουν απ' αυτήν μισθούς υπερημερίας χωρίς να εργάζονται. Σύμφωνα όμως με όσα προεκτέθηκαν, ο ισχυρισμός αυτός είναι αόριστος και απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η εναγομένη δεν προσδιορίζει τη συγκεκριμένη εργασία την οποία θα μπορούσε να εκτελέσει κάθε ενάγων, καθώς και την ωφέλεια που θα αποκόμιζε, δηλ. τις συγκεκριμένες αποδοχές τις οποίες θα ελάμβανε από την εργασία του αυτή. Επομένως ο, από το άρθρο 559 αρ.1 και 14 ΚΠολΔ, τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος στο σύνολο του.
Κατά τα άρθρο 656 εδ. β' ΑΚ ο υπερήμερος εργοδότης έχει δικαίωμα να αφαιρεθεί από τον οφειλόμενο μισθό, καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού. Το από τη διάταξη αυτή δικαίωμα του εργοδότη ασκείται με ένσταση του κατά της αγωγής του εργαζομένου. Για να είναι όμως ορισμένη η ένσταση αυτή, πρέπει να περιέχει όλα τα περιστατικά από τα οποία προέκυψε η ωφέλεια του μισθωτού στο αντίστοιχο χρονικό διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη, το είδος της εργασίας που παρασχέθηκε (σε συγκεκριμένο εργοδότη) και το συγκεκριμένο ποσό που αποκόμισε ο μισθωτός. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ.2 και 451 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, ο δε αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο, εφόσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει την επίδειξη του εγγράφου με τις προτάσεις του, ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Για να είναι παραδεκτή και σύννομη η σχετική αίτηση, πρέπει να γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο, να προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενο του και να εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αντιδίκου του. Στην προκειμένη περίπτωση ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας (ως εφεσίβλητης) που προβλήθηκε ενώπιον του Εφετείου, ότι οι ενάγοντες ωφελήθηκαν εξαιτίας της υπερημερίας της, κατά τα ποσά τα οποία ενδεχομένως εισέπραξαν από την απασχόληση τους σε άλλους εργοδότες, είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι, όπως προαναφέρθηκε, δεν προσδιορίζονται τα συγκεκριμένα ποσά τα οποία αυτοί κέρδισαν, ως απασχοληθέντες σε άλλους συγκεκριμένους εργοδότες, εξ αιτίας δε της αοριστίας αυτής, είναι αόριστο και το αίτημα της εναγομένης να υποχρεωθούν οι ενάγοντες να προσκομίσουν τα ασφαλιστικά βιβλιάρια, τις σχετικές βεβαιώσεις του ΙΚΑ και του ΟΑΕΔ, τις φορολογικές δηλώσεις και τα εκκαθαριστικά σημειώματα του χρονικού διαστήματος από 1-7-1996 μέχρι και την παρούσα συζήτηση, άλλως μέχρι 28-2-1997, προκειμένου να αφαιρεθούν τα ποσά που ενδεχομένως αυτοί ωφελήθηκαν από την παροχή της εργασίας τους αλλού, δεδομένου ότι δεν εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το έννομο συμφέρον της για την απαιτούμενη επίδειξη, δηλαδή δεν προβάλλεται κατά τρόπο ορισμένο η ένσταση από το άρθρο 656 εδ. β ΑΚ, για την απόδειξη της οποίας ζητεί τα έγγραφα αυτά. Επομένως ο, από το άρθρο 559 αριθ. 1,9,14 του ΚΠολΔ, πέμπτος στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως λόγος, ότι το Εφετείο 1) παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ.1 του Συντ., 6 της ΕΣΔΑ, 304, 456, 519, 654, 718, 1081, 1445, 1964 παρ.2, 281, 288, 648 επ., 652 ΑΚ, 2)άφησε αδίκαστη την παραπάνω αίτηση της και 3)κήρυξε απαράδεκτη την αίτηση αυτή, είναι αβάσιμος.
Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 440 Α.Κ. "ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες",ενώ κατά τη διάταξη του επομένου άρθρου,"ο συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεστεί με δήλωση προς τον άλλο. Η πρόταση του συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν".Κατά τη σαφή των διατάξεων τούτων έννοια, η συνάντηση των αμοιβαίων απαιτήσεων, εφόσον είναι ομοειδείς και ληξιπρόθεσμες, παρέχει σε καθένα δικαιούχο το διαπλαστικό δικαίωμα να δηλώσει συμψηφισμό. Μέχρι να γίνει η περί τούτου δήλωση, οι αμοιβαίες απαιτήσεις διατηρούν τη νομική τους υπόσταση, υποκείμενες αυτοτελώς σε κάθε αλλοίωση, όπως μεταβίβαση, άφεση, παραγραφή, υπερημερία, απόσβεση κ.λ.π. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσείουσας, τις οποίες κατέθεσε στο ακροατήριο του Εφετείου κατά τη συζήτηση της έφεσης, και των πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης του, η αναιρεσείουσα πρότεινε για συμψηφισμό κατά των επιδίκων αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων (για μισθούς υπερημερίας), τα ποσά τα οποία τους κατέβαλε, τον Ιούλιο και τον Αύγουστο 1996,ως αποζημίωση απολύσεως. Περαιτέρω αναφέρει στις προτάσεις της, ως προς καθένα αναιρεσίβλητο, το σύνολο των επιδίκων αξιώσεων του,(τις οποίες, εκτός του ύψους του δώρου Πάσχα, συνομολογεί) και την καταβληθείσα από αυτήν αποζημίωση. Τέλος, έναντι των παραπάνω αξιώσεων, εκτός του δώρου Πάσχα, προτείνει προς συμψηφισμό συγκεκριμένο ποσό, όπως αναλυτικά αναφέρεται σ' αυτές, το οποίο, να σημειωθεί, ταυτίζεται με εκείνο που αναφέρεται αναλυτικά στη στήλη III της προσβαλλόμενης απόφασης, επιφυλασσόμενη να διεκδικήσει το επιπλέον καταβληθέν, "νομιμοτόκως". Περαιτέρω, από την παραπάνω απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι 1) η αναιρεσείουσα, ως εφεσίβλητη (αμυνόμενη κατά της έφεσης), προτείνει προς συμψηφισμό κατά των ενδίκων αξιώσεων των αναiρεσειόντων (για μισθούς υπερημερίας), ένα μέρος από τα ποσά τα οποία τους κατέβαλε, τον Ιούλιο και τον Αύγουστο 1996, ως αποζημίωση απολυσεως, 2) οι ενάγοντες συνομολογούν την είσπραξη των ποσών αυτών, 3) από την αντιπαραβολή των ποσών αυτών προκύπτει ότι οι τελευταίοι δικαιούνται ένα μέρος των αποδοχών τους, "είτε διότι η καταβληθείσα σ' αυτούς αποζημίωση υπολείπεται των δικαιούμενων συνολικά αποδοχών υπερημερίας, είτε διότι η αποζημίωση αυτή είναι μεν μεγαλύτερη, πλην όμως η αναιρεσείουσα προτείνει σε συμψηφισμό μικρότερα ποσά" και 4) οι συνολικές αποδοχές υπερημερίας, που δικαιούται κάθε αναιρεσίβλητος, η καταβληθείσα αποζημίωση απολύσεως, τα ποσά που προτείνει η αναιρεσείουσα προς συμψηφισμό και το υπόλοιπο των οφειλομένων αποδοχών υπερημερίας, μετά το συμψηφισμό, αποτυπώνονται στις στήλες Ι, ΙΙ, ΙΙΙ και IV του πίνακα της απόφασης, που περιλαμβάνεται σ' αυτήν. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεχόμενο δηλαδή ότι η αναιρεσείουσα πρότεινε προς συμψηφισμό μόνο τα ποσά που αναφέρονται αναλυτικά στην στήλη III του πίνακα της απόφασης, δεν παραβίασε τους ανωτέρω κανόνες (άρθρ. 440, 441 ΑΚ) του ουσιαστικού δικαίου και ακόμη δεν έλαβε υπόψη του πράγματα μη προταθέντα και, επομένως, ο, από το άρθρο 559 αρ.1 και 8 του ΚΠολΔ, έβδομος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις και έλαβε υπόψη του πράγματα μη προταθέντα, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.3 της ΚΥΑ 19040/1981, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ν. 1082/1980, δώρα εορτών καταβάλλονται ολόκληρα εφόσον η σχέση εργασίας των μισθωτών με τον υπόχρεο εργοδότη διήρκεσε χωρίς διακοπή καθ' όλη τη χρονική περίοδο που ορίζεται για κάθε περίπτωση που είναι για το δώρο Πάσχα, από 1 Ιανουαρίου μέχρι 30 Απριλίου και για το δώρο Χριστουγέννων από 1η Μαΐου μέχρι 30 Δεκεμβρίου κάθε έτους. Εάν όμως διήρκεσε η εργασιακή σχέση μικρότερο χρονικό διάστημα, μέσα στα χρονικά όρια που αναφέρθηκαν, τότε καταβάλλεται σαν δώρο Χριστουγέννων ποσό ίσο με τα 2/5 του μηνιαίου μισθού ή 2 ημερομίσθια ανάλογα με τον συμφωνημένο τρόπο αμοιβής για κάθε 19ημερο χρονικό διάστημα διαρκείας της εργασιακής σχέσεως και σαν δώρο Πάσχα ποσό ίσο με το 1/5 του μισού μηνιαίου μισθού ή 1 ημερομίσθιο, ανάλογα με το συμφωνημένο τρόπο αμοιβής για κάθε 8ημερο χρονικό διάστημα της εργασιακής σχέσεως. Για κάθε χρονικό διάστημα μικρότερο του 19ημέρου ή του 8ημέρου αντίστοιχα δικαιούνται ανάλογο κλάσμα. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, ενώ με την απόφαση του δέχθηκε ότι, λόγω της ακυρότητας των καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας και της εντεύθεν υπερημερίας της αναιρεσείουσας οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται τις αιτούμενες με την αγωγή αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από την άκυρη απόλυση τους μέχρι 28-2-1997, ως προς το οποίο και μόνο είχαν επικαλεστεί με αυτήν την υπερημερία της αναιρεσείουσας, όμως, στη συνέχεια, επιδίκασε ολόκληρο το ποσό του δώρου Πάσχα του έτους 1997.Κρίνοντας έτσι, επιδικάζοντας δηλαδή στους ενάγοντες δώρο Πάσχα και για χρονικό διάστημα μεταγενέστερο (1-3 έως 30-4-2007) από εκείνο για το οποίο, με την αγωγή τους, επικαλέστηκαν την υπερημερία της εναγομένης, παρεβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 Ν.1082/1980 και 1 παρ.1,2 και 3 της Υ.Α. 19040/1981. Επομένως ο, από το άρθρο 559 αρ.1.ΚΠολΔ, έκτος στην αίτηση αναιρέσεως λόγος, είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά ένα μέρος, και ειδικότερα κατά το παραπάνω κεφάλαιο αυτής, που αναφέρεται στην επιδίκαση δώρου Πάσχα 1997, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την άνω απόφαση (580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρ. 183, 178 και 176 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, εν μέρει, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, τη με αριθμό 5259/200δ απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το οποίο ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ