1069/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1069 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1069/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, ΒασίλÎ...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 1069 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1069/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1. Κοινοπραξίας Υδραυλικών Εργων Καλλονής, που εδρεύει στην Μυτιλήνη και εκπροσωπείται νόμιμα 2.Ανώνυμης Τεχνικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΛΚΑ Α.Τ.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα 3, ..., κατοίκου... και 4...., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παντελή Κατσαντώνη.
Του αναιρεσιβλήτου:..., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Πνευματικό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Μαΐου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 199/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 67/2007 του Εφετείου Μυτιλήνης (Μεταβατική 'Εδρα Μυτιλήνης). Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 7 Νοεμβρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου της από 25.9.2007 αίτησης αναίρεσης και την αναίρεση της υπ' ατιθ. 67/2007 οριστικής απόφασης του Εφετείου Μυτιλήνης (Μεταβατική 'Εδρα Μυτιλήνης) κατά το μέρος της μόνο που απέρριψε την από 21.11.2003 έφεση των αναιρεσειόντων.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του αρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου ή εφάρμοσε τέτοιο κανόνα εσφαλμένα, προσδίδοντας σ' αυτόν έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει (Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. Α.Π. 4/2006). Η νομική δε αοριστία της αγωγής που ελέγχεται αυτεπάγγελτα, δηλαδή η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται αναιρετικά, ως παραβίαση από τον αριθ. 1 του αρθ. 559 του ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητα της σε αναφορά με συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζει ο κανόνας αυτός για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά (Ολ. Α.Π. 18/1998, ΑΠ 571/2004). Κατά δε τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή τους, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. Α.Π. 30/1997 και 28/1997). Από τη διάταξη δε του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφ' όσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφ' όσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η πλημμέλεια, ότι παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών (αρθρ. 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων οι παραδοχές στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης, που πλήττονται ως ανεπαρκείς ή αντιφατικές, και σε περίπτωση ανεπαρκών, ποιές οι ελλείπουσες αναγκαίες αιτιολογίες, και οι φερόμενοι ως παραβιασθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου, προκειμένου να ελεγχθεί αναιρετικά εάν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή τους έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών, ενόψει του ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί σε αυτεπάγγελτη θεμελίωση αυτών βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (Ολ. Α.Π. 20/2005, Α.Π. 649/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και το δεύτερο κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως κανόνες ουσιαστικού δικαίου λόγω νομικής αοριστίας της αγωγής αλλά και ότι έχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες στα ακόλουθα στοιχεία: α) ενώ δέχεται ότι δυνάμει σύμβασης μίσθωσης έργου που καταρτίσθηκε το Δεκέμβριο 1999 (αορίστως) μεταξύ του ..... αναιρεσίβλητου και της πρώτης ..... αναιρεσίβλητης, στη συνέχεια χωρίς να αιτιολογεί πλήρως και χωρίς να παραθέτει περιστατικά και γεγονότα εκ των οποίων να προκύπτει πότε (χρονικώς) και πού καταρτίσθηκε και από ποιούς υπεγράφη η ως άνω σύμβαση, τί είδους (προφορική ή έγγραφη) και ποιοί όροι της σύμβασης, κατέληξε στο ασθενές, ασαφές και λίαν συνοπτικόν συμπέρασμα και βάσει ποίων στοιχείων ότι σε εκτέλεση της ως άνω σύμβασης (ποιάς;) ότι το συνολικό ποσό αμοιβής..." και β) ότι εσφαλμένα η προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι το ύψος της αμοιβής του αναιρεσίβλητου προσδιορίστηκε στο ποσό των 120.000 δρχ. ή 352,16 ευρώ, ενώ είχε συμφωνηθεί το ποσό των 9.500 δρχ. ανά ώρα εργασίας. Δεν παρατίθενται όμως στο αναιρετήριο οι πλήρεις, κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης που στηρίζουν τους ερευνώμενους λόγους αναίρεσης ούτε οι σχετικές ουσιαστικές διατάξεις που παραβιάστηκαν από την προσβαλλόμενη και για την εσφαλμένη εφαρμογή των οποίων δεν περιέχονται αιτιολογίες ή οι παρατιθέμενες αιτιολογίες είναι αντιφατικές. Εν όψει των ελλείψεων αυτών του αναιρετηρίου, ένεκα των οποίων δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος του απορριπτικού διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, από την άποψη της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης συγκεκριμένων διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, που δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο, όπως και οι κρίσιμες πληττόμενες παραδοχές, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, πρέπει λόγω της αοριστίας τους να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Εξ άλλου, οι ίδιοι λόγοι της αναίρεσης κατά την σ'αυτούς περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ.19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της συμφωνημένης αμοιβής του αναιρεσίβλητου και τα αντίστοιχα επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τους αναιρεσείοντες σε αντίθεση με τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού κατά τα προεκτιθέμενα δεν θεμελιώνεται παραδεκτά αντίστοιχος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 Κ.Πολ.Δ., των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Αν δε το δικαστήριο δεν απορρίπτει την αγωγή, αν και το δικόγραφό της σε ό,τι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία, είναι αόριστο, αλλά προβαίνει στην κατ' ουσία εξέταση της, παραλείπει κατά παράβαση της άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1330/2002 και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της αγωγής, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 571/2004). Ο περί ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας ισχυρισμός, ως παραβίαση της διάταξης του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ. πρέπει, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., για το παραδεκτό της προβολής του, επειδή δεν αφορά τη δημόσια τάξη, να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται μνεία περί τούτου στο αναιρετήριο (Α.Π. 1676/2001). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 και 694 παρ. 1 του ΑΚ συνάγεται ότι στη σύμβαση μίσθωσης έργου, ο εργολάβος οφείλει έναντι του κυρίου του έργου να εκπληρώσει πρώτος τόσο την κύρια υποχρέωση του, δηλαδή εκείνη της κατασκευής του έργου, όσο και κάθε άλλη υποχρέωση του, η οποία βάσει συμβατικού όρου, ανάγεται σε κυρία υποχρέωση, μόλις δε προβεί στην εκπλήρωση των εν λόγω υποχρεώσεών του δικαιούται να ζητήσει την αμοιβή του ταυτόχρονα με την παράδοση του έργου (ΑΠ 697/2000).
Συνεπώς, ο εργολάβος υποχρεούται σε προεκπλήρωση, η υποχρέωσή του δε αυτή αποτελεί εξαίρεση από τις γενικές αρχές που ισχύουν στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις. Περαιτέρω, η ως άνω διάταξη είναι ενδοτικού δικαίου και επομένως μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων όχι μόνο ότι ο εργολάβος δεν υποχρεούται σε προεκπλήρωση, αλλά αντίθετα ότι ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει την αμοιβή ή μέρος αυτής σε χρόνο προγενέστερο της παράδοσης του έργου, δηλαδή ότι αυτός υποχρεούται σε προεκπλήρωση (ΑΠ 161/2000). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 694 παρ. 2 του ΑΚ, εάν η παράδοση του έργου και η καταβολή της αμοιβής συμφωνήθηκε να γίνουν τμηματικά, η αμοιβή καταβάλλεται μόλις γίνει η παράδοση κάθε τμήματος. Από τα ανωτέρω εκτεθέντα συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή του εργολάβου για καταβολή της αμοιβής του πρέπει να εκτίθενται σ'αυτή κατά τις διατάξεις των άρθρων 118 και 216 του Κ.Πολ.Δ. η καταρτισθείσα σύμβαση μίσθωσης έργου, το συμφωνηθέν έργο, η συμφωνηθείσα αμοιβή, ο χρόνος παράδοσής του και ότι το έργο που εκτελέστηκε παραδόθηκε στον εργοδότη, ή ότι συμφωνήθηκε ότι ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει την αμοιβή σε χρόνο προγενέστερο της παράδοσης του έργου, ή ότι συμφωνήθηκε ότι η παράδοση του έργου και η καταβολή της αμοιβής θα γίνεται κατά τμήματα. Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου του δικογράφου της ένδικης από 10.5.2002 αγωγής προκύπτει ότι εκτίθεται σ'αυτήν ότι ο αναιρεσίβλητος στις αρχές Δεκεμβρίου του 1999 συμφώνησε (άτυπα) με τον τρίτο αναιρεσείοντα - εναγόμενο εκπρόσωπο της πρώτης αναιρεσείουσας - εναγομένης να εκτελέσει με δικά του μηχανήματα το έργο εκσκαφής των τάφρων των αγωγών αποχέτευσης και τη φόρτωση των προϊόντων εκσκαφής με ημερήσια αμοιβή για τον ίδιο και το απασχολούμενο μηχάνημά του 120.000 δρχ. ή 352,16 ευρώ. Ότι στο πλαίσιο της συμφωνίας αυτής κατά το χρονικό διάστημα από 13.12.1999 έως 19.1.2001 πραγματοποίησε συνολικά 130 ημερομίσθια, αναλυτικά κατά μήνα και ημέρα προσδιοριζόμενα, για τα οποία η συνολική αμοιβή του ανέρχεται σε 45.780,80 ευρώ πλέον 5.951,50 ευρώ για Φ.Π.Α. και συνολικά 51.732,30 ευρώ έναντι των οποίων καταβλήθηκαν σ'αυτόν 15.322,08 ευρώ και οφείλεται σ'αυτόν το υπόλοιπο ποσό 36.410,22 ευρώ νομιμοτόκως από 1.3.2001 που οχλήθηκαν εξωδίκως οι ......αναιρεσείοντες εναγόμενοι, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε την αγωγή ορισμένη, όχι παρά το νόμο απέφυγε να κηρύξει απαράδεκτο και ο εκ του άρθρου 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατά το ένα μέρος του κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς ταάλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησανυπόψη προ σχηματισμό της κρίσης του. Βέβαια δεναποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο τηςαπόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο τηςαναίρεσης του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ' του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1072/2005)Με τον τρίτο λόγο του αναιρετήριου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. κατά την απόρριψη της έφεσης των αναιρεσειόντων ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του: α) το χειρόγραφο σημείωμα του αναιρεσίβλητου για τη συμφωνία της αμοιβής του, που ήταν 9.500 δρχ. την ημέρα, β) τα σημειώματα του επιβλέποντος μηχανικού του έργου ...., γ) τις υπ'αριθ. ... και ... επιταγές της ΓΕΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, δ) την υπ' αριθ. 22322/2006 ένορκη κατάθεση του... σε συμβολαιογράφο και ε) το από 7.2.2001 αντίγραφο του Βιβλίου συμβάντων του Α.Τ. ..., τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχαν νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις τους στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρεσείοντες. Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, με την οποία απορρίφθηκαν ρητά οι ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων ότι η συμφωνηθείσα αμοιβή του αναιρεσίβλητου ενάγοντος ήταν ωριαία και όχι ημερήσια, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα πιο πάνω δύο έγγραφα (με στοιχ. (α) και (β) για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα για τη συμφωνημένη ημερήσια συνολική - ενιαία αμοιβή των 120.000 δρχ. του ενάγοντος και όχι των 9.500 δρχ. ανά ώρα και επομένως ο σχετικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (και όχι από τον αριθμό 8 ίδιου άρθρου, που αναφέρεται στο αναιρετήριο) κρίνεται βάσιμος.
Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της μόνο που απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων όσο αναφερόταν στον τρόπο υπολογισμού της αμοιβής του αναιρεσιβλήτου, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚπολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.
ΓIA ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την αριθ. 67/2007 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική έδρα Μυτιλήνης) κατά ένα μέρος της κατά τα εις το σκεπτικό αναφερόμενα.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, μόνο κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων που ορίζει σε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ