1069/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1069 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Α.Σ.
Legislator headnote
AI generatedKeywords
AI generatedRelated Decisions
Full text
Απόφαση 1069 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Α.Σ.
Αριθμός 1069/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ιωάννη Σίδερη και Γεωργία Λαλούση (κωλυομένων των Αρεοπαγιτών Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένης Μαραμαθά και Αντωνίου Παπαθεοδώρου), Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)....., 2) ...., 3) ....., 4) ....., 5) ......, 6) ......., 7) ...... ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του ήδη αποβιώσαντος πατρός του χα, 8) ...., 9) ....., 10) ......, 11) ......, 12) ......, 13) ....., ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του ήδη αποβιώσαντος πατρός της χα, 14) ...., ατομικά και ως κληρονόμου της μητέρας του ......,οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αγγελική Ζήρα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)ψ1, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο δικηγόρος Παναγιώτης Γιαννόπουλος ο οποίος δήλωσε ότι ο ως άνω αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 11/7/2007 και την βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του 3ος και 4ος των αναιρεσιβλήτων, τους οποίους και εκπροσωπεί, 2) ψ2, 3) ψ3 ατομικώς και ως κληρονόμου του αποβιώσαντος α' αναιρεσιβλήτου, 4) ψ4 ατομικώς και ως κληρονόμου του αποβιώσαντος α' αναιρεσιβλήτου, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Γιαννόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/4/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Μεγάρων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1895/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/5/2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, ανέγνωσε την από 28/12/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναιρέσεως. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή διακοπείσης βιαίως της δίκης, λόγω θανάτου, επελθόντος μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στις 11-7-2007, του αρχικώς αναιρεσιβλήτου ψ1(βλ. ....... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου δήμου Κερατσινίου) νομίμως κατά τα άρθρα 291 παρ. 1 εδ. β', 292 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, επαναλαμβάνεται η δίκη από τους αναιρεσιβλήτους ψ3 και ψ4, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του θανόντος πατέρα τους (βλ. .... πιστοποιητικό Δήμου Κορυδαλλού και ...., .... και ..... πιστοποιητικά του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς). Επειδή κατά το άρθρο 25 του ΑΚ " Οι ενοχές από σύμβαση ρυθμίζονται από το δίκαιο, στο οποίο έχουν υποβληθεί τα μέρη. Αν δεν υπάρχει τέτοιο, εφαρμόζεται το δίκαιο, που αρμόζει στη σύμβαση από το σύνολο των ειδικών συνθηκών". Κατά δε το επόμενο άρθρο 26 του ίδιου Κώδικα "Οι ενοχές από αδίκημα διέπονται από το δίκαιο της πολιτείας, όπου διαπράχθηκε το αδίκημα". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι, όταν τα δικαιώματα του δανειστή από αδικοπραξία συνεπεία τροχαίου ατυχήματος δεν ασκούνται κατά της αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρίας, στην οποία ήταν ασφαλισμένο το ζημιογόνο αυτοκίνητο, με βάση της σύμβαση ασφαλίσεως, που καταρτίστηκε στην αλλοδαπή και διέπεται από το οικείο αλλοδαπό δίκαιο, αλλά κατ' άλλου δανειστή από την ίδια αδικοπραξία εξαναγωγής (ex lege) υποχρέου, διότι εισέπραξε όλο το ποσό του ασφαλίσματος και έτσι εξαντλήθηκε η από τη σύμβαση, πάντοτε κατά το αλλοδαπό δίκαιο, υποχρέωση της αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρίας, τότε η εκ του νόμου ενοχή αυτή διέπεται όχι από το δίκαιο της πολιτείας, όπου διαπράχθηκε το αδίκημα, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για ενοχή εκ του νόμου στα πλαίσια της ασφαλιστικής συμβάσεως, η δε αξίωση του μη ικανοποιηθέντος, για νόμιμο κώλυμα, δανειστή από την ασφαλιστική εταιρία κατά του ικανοποιηθέντος άλλου δανειστή, έχει άμεσο έρεισμα το νόμο και δεν απορρέει από την αδικοπραξία, αλλά από το δίκαιο, που διέπει τη σχέση, στην οποία στηρίζεται η ικανοποίηση των εν λόγω δανειστών από την αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρία, δηλαδή από το δίκαιο, που διέπει τη σχέση ασφαλίσεως μεταξύ του ασφαλίσαντος το ζημιογόνο αυτοκίνητο και της αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρίας που το ασφάλισε. Το δίκαιο δε αυτό θεωρούμενο ως lex causae της αναγωγής θα εφαρμοστεί κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 25 του ΑΚ (ΟλΑΠ 19/1995). Εξάλλου το γερμανικό δίκαιο δεν περιλαμβάνει διάταξη απολύτως αντίστοιχη προς αυτή του άρθρου 10 παρ. 3 του ελληνικού νόμου 489/1976. Ειδικότερα κατά τη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 3 του γερμανικού νόμου περί ασφαλιστικών συμβάσεων του 1908 " Επί πλειόνων τρίτων, των οποίων οι αξιώσεις από το γεγονός που γέννησε την ευθύνη του ασφαλισμένου, υπερβαίνουν το ασφαλιστικό ποσό, ο ασφαλισμένος οφείλει, κατ' αναλογία προς την παράγραφο 2, να ικανοποιήσει τις αξιώσεις ανάλογα με το ύψος τους. Αν κατά τη διαδικασία αυτή το ασφαλιστικό ποσό εξαντληθεί, τρίτος που δεν έχει ληφθεί υπόψη κατά την κατανομή, δεν μπορεί να επικαλεστεί εκ των υστέρων την παράγραφο 1, αν ο ασφαλιστής δικαιολογημένα δεν έλαβε υπόψη την προβολή της αξιώσεως". Επίσης η παράγραφος 1 του ίδιου άρθρου (που έχει ως τίτλο "καταβολή σε τρίτους") ορίζει ότι η διάθεση της αξιώσεως αποζημιώσεως βάσει της ασφαλιστικής συμβάσεως είναι ανίσχυρη έναντι τρίτων. Σε περίπτωση πλειόνων ζημιωθέντων, ως "τρίτος" νοείται καθένας από αυτούς σε σχέση με τους λοιπούς. (Η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου αναφέρεται στην περίπτωση προσδιορισμού του ποσού της καταβαλλομένης από τον ασφαλιστή αποζημιώσεως με συμφωνία μεταξύ υπαιτίου και ζημιωθέντος, αναγνώριση της υποχρεώσεως από την πλευρά του υπαιτίου ή δικαστική απόφαση). Από τις άνω διατάξεις του άρθρου 156 του εν λόγω νόμου του γερμανικού δικαίου προκύπτουν τα εξής: Αν το ασφαλιστικό ποσό δεν επαρκεί για την ικανοποίηση του συνόλου των απαιτήσεων, ο ασφαλιστής καταρτίζει έναν πίνακα κατανομής (verteilungs plan) ανάλογα με το ύψος των απαιτήσεων. Αν ο ασφαλιστής δεν προβεί στην κατάρτιση του εν λόγω πίνακα εγκαίρως και καταβάλει ανεπιφύλακτα ποσά καθ' υπέρβαση, έχει ως προς αυτά αξίωση αποδόσεως κατά τις διατάξεις των παρ. 812 επ. του γερμανικού αστικού Κώδικα. Επομένως, αν ο ασφαλιστής δεν έλαβε υπόψη την προβολή αξιώσεως τρίτου δικαιολογημένα, ο τελευταίος δεν μπορεί να στραφεί κατά του ασφαλιστή. Αν, όμως, ο ασφαλιστής δεν επέδειξε τη δέουσα επιμέλεια, οφείλει να καταρτίσει εκ νέου πίνακα κατανομής λαμβάνοντας υπόψη την αξίωση του τρίτου, που παρέλειψε αδικαιολόγητα, ο δε τρίτος έχει αντίστοιχη αξίωση κατά του ασφαλιστή. Δηλαδή, ο τρίτος που πρόβαλε την αξίωσή του καθυστερημένα και δεν ικανοποιήθηκε λόγω ανεπάρκειας του ασφαλιστικού ποσού, δεν μπορεί να στραφεί κατά των λοιπών που ικανοποιήθηκαν αναλόγως.(βλ. τη νομική πληροφορία υπ' αριθ. πρωτ. ....... του Διευθυντή του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου σε απάντηση του υπ' αριθ. πρωτ. ..... εγγράφου του Αντιπροέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 560 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ επιτρέπεται αναίρεση κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορα αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, και με εσφαλμένη εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται ο κανόνας, καίτοι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. Κανόνες ουσιαστικού δικαίου είναι και οι διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου του ΑΚ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και εκείνες των άρθρων 25 και 26 αυτού. Έτσι, όταν η διαφορά, κατά τις παραδοχές του ως εφετείου δικάσαντος πολυμελούς πρωτοδικείου φέρει στοιχεία αλλοδαπότητας, που καθιστά αναγκαία την προσφυγή στις οικείες διατάξεις του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, αλλά το δικαστήριο δεν προσφύγει σ' αυτές, προκειμένου να ανεύρει το εφαρμοστέο δίκαιο και εφαρμόζει το μη εφαρμοζόμενο ελληνικό δίκαιο, τότε παραβιάζει ευθέως, με τη μη εφαρμογή της, καίτοι ήταν εφαρμοστέα, την οικεία διάταξη του ι.δ.δ του ΑΚ και υποπίπτει εντεύθεν στην πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ΑΚ.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, που επιτρεπτώς επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ) και δέχεται το κατ' έφεση δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, στην αγωγή αυτή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μεγάρων εκτίθενται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στο τροχαίο ατύχημα που έλαβε χώρα στις 25-8-1992 στην ... και επί της λεωφόρου......, κατά το οποίο το οδηγούμενο από τον γ1 αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ζ1, από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου οδηγού, θανατώθηκαν ο τελευταίος αυτός οδηγός γ1 και οι επιβαίνοντες στο όχημά του ...... και ψ, θυγατέρα των δύο πρώτων των αναιρεσιβλήτων και αδελφή των άλλων δυο από αυτούς, καθώς και ο οδηγός του άλλου αυτοκινήτου ζ1 και οι επιβαίνοντες σ' αυτό χα, ...., .... και ..... .Οι αναιρεσείοντες μέλη των οικογενειών των πέντε αυτών θανόντων (οι οποίοι επέβαιναν στο όχημα, που οδηγούσε ο ζ1), άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της κατονομαζομένης ασφαλιστικής αλλοδαπής εταιρίας, που εδρεύει στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, στην οποία ήταν ασφαλισμένο το ζημιογόνο αυτοκίνητο του γ1, αγωγές για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, επί των οποίων εκδόθηκε η 119/1995 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και κατ' έφεση η 5411/1996 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία επιδικάστηκε το καθοριζόμενο για τον καθένα ενάγοντα - αναιρεσείοντα χρηματικό ποσό. Όμοιες αγωγές αποζημιώσεως άσκησαν και οι κατονομαζόμενοι άλλοι παθόντες από την ίδια αδικοπραξία αρχικώς εναγόμενοι στην κρινόμενη αγωγή, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη, οι οποίες συνεκδικάστηκαν με τις προηγούμενες αγωγές και με την αυτή ως άνω 119/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επιδικάστηκε στον κάθε ενάγοντα το προσδιοριζόμενο ποσό. Όλες τις πιο πάνω αποζημιώσεις των αναιρεσειόντων και των άλλων αρχικώς εναγομένων ικανοποίησε η πιο πάνω αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρία μέχρι εξαντλήσεως του ασφαλιστικού ποσού. Εξάλλου, όμοια αγωγή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης άσκησαν ενώπιον του ίδιου Μονομελούς Πρωτοδικείου κατά του αδερφού του υπαιτίου οδηγού, ως μοναδικού κληρονόμου του και οι αναιρεσίβλητοι μέλη της οικογένειας της θανούσης ψ, στην οποία ένωσαν και πλαγιαστική αγωγή κατά της προαναφερομένης αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρίας και εκδόθηκε επ' αυτών αρχικώς η 1137/1996 απόφαση του εν λόγω Πρωτοδικείου και μετά από αντίθετες εφέσεις η 7234/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών(όπως αυτή διορθώθηκε με την 8934/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών), με την οποία αφενός μεν επιδικάστηκε σε κάθε αναιρεσίβλητο και σε βάρος του εναγομένου της κύριας αγωγής το καθοριζόμενο ποσό, αφετέρου δε υποχρεώθηκε η εναγομένη της πλαγιαστικής αγωγής ασφαλιστική εταιρία να καταβάλει στον πλαγιαστικώς ενάγοντα οφειλέτη των αναιρεσιβλητων, για την απαίτηση καθενός από αυτούς, το προσδιοριζόμενο μικρότερο χρηματικό ποσό. Δεδομένης όμως της ανεπάρκειας του ασφαλιστικού ποσού για την ικανοποίηση και των αποζημιώσεων, που επιδικάστηκαν στους ενάγοντες - αναιρεσιβλήτους, οι τελευταίοι έχουν δικαίωμα αναγωγής κατά των εναγομένων - αναιρεσειόντων. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό οι αναιρεσίβλητοι ζήτησαν με την αγωγή τους να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι ήδη αναιρεσείοντες να τους αποδώσουν το καθυπέρβαση της μερίδας τους μέρος του ασφαλίσματος, που έλαβαν από την αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρία. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού έκανε δεκτή την έφεση των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει ως αόριστη την ένδικη αγωγή, εξαφάνισε την απόφαση αυτή και δίκασε την αγωγή, την έκρινε ορισμένη και νόμιμη, κατά την κύρια βάση της, ως στηριζόμενη στην διάταξη του άρθρου 10 παρ. 3 του ν. 489/1976 και μετά από εκτίμηση των αποδείξεων ως βάσιμη κατ' ουσίαν, ενώ απέρριψε την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού επικουρική βάση της. Αλλά, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ως άνω, πραγματικά περιστατικά, το ασκούμενο με αυτή δικαίωμα αναγωγής απορρέει ευθέως από το νόμο στα πλαίσια λειτουργίας της συμβάσεως ασφαλίσεως του ζημιογόνου αυτοκινήτου, δηλαδή της σχέσεως μεταξύ του ασφαλίσαντος το αυτοκίνητο αυτό και της αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρίας, που το ασφάλισε και όχι από την αδικοπραξία, που τελέστηκε συνεπεία της συγκρούσεως των οχημάτων, έστω και αν είναι αυτή (αδικοπραξία) η αρχική νομική αιτία για τη δημιουργία της όλης διαφοράς, με τη μορφή της ασφαλιστικής περιπτώσεως. Επομένως, το δίκαιο που διέπει την έννομη αυτή σχέση από τη σύμβαση ασφαλίσεως ρυθμίζει και το εκ του νόμου αγωγικό δικαίωμα αναγωγής. Για την ανεύρεση του δικαίου αυτού, εφόσον η ενοχική σχέση φέρει στοιχεία αλλοδαπότητας, είναι αναγκαία η προσφυγή στη διάταξη του άρθρου 25 του ΑΚ, που καθορίζει το δίκαιο, που ρυθμίζει τις ενοχές από σύμβαση. Έτσι, ενόψει του ότι με την αγωγή δεν γίνεται επίκληση υποβολής από τα συμβαλλόμενα μέρη της ένδικης ασφαλιστικής σχέσεως σε συγκεκριμένο δίκαιο, εφαρμόζεται επ' αυτής, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του ι.δ.δ, το δίκαιο που αρμόζει από το σύνολο των ειδικών συνθηκών. Δεδομένου δε ότι με την αγωγή φέρεται, ότι η σύμβαση ασφαλίσεως καταρτίστηκε στη Γερμανία και η ασφαλίσασα το ζημιογόνο αυτοκίνητο ασφαλιστική εταιρία είναι γερμανική και εδρεύει στο κράτος αυτό, ως το αρμόζον δίκαιο, που διέπει τη σχέση ασφαλίσεως, είναι εκείνο της Γερμανίας. Εντεύθεν το δίκαιο αυτό εφαρμόζεται και στο αγωγικό δικαίωμα αναγωγής, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 25 του ΑΚ. Σύμφωνα, όμως, με τη σχετική διάταξη του γερμανικού νόμου, που έχει εκτεθεί στη μείζονα σκέψη, μετά την εξάντληση του ποσού του ασφαλίσματος, που κατέβαλε η αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρία για την ικανοποίηση των αποζημιώσεων, που επιδικάστηκαν από τα δικαστήρια, στους εναγομένους - αναιρεσείοντες και στους άλλους δικαιούχους, χωρίς να ληφθούν υπόψη κατά την καταβολή τους και οι αποζημιώσεις των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων, οι τελευταίοι δεν έχουν δικαίωμα αναγωγής κατά των πρώτων ως "τρίτων" για την απόδοση του καθυπέρβαση του αναλογούντος στις απαιτήσεις τους ασφαλίσματος ληφθέντος ποσού αυτού, αλλά έχουν μόνο δικαίωμα καταβολής ανάλογου προς το ύψος του συνόλου των αποζημιώσεων μέρους των δικών τους αποζημιώσεων κατά της αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρίας, εφόσον συντρέχουν οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις που ορίζει ο πιο πάνω κανόνας αλλοδαπού δικαίου. Επομένως η αγωγή είναι μη νόμιμη, το δε Πολυμελές Πρωτοδικείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του την έκρινε νόμιμη (και ακολούθως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη) κατά το Ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο ήτοι κατ' εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 10 του Ν. 489/1976, χωρίς να προσφύγει στη διάταξη του άρθρου 25 του ΑΚ για την ανεύρεση του διέποντος το αγωγικό δικαίωμα δικαίου, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου αυτή διάταξη, με τη μη εφαρμογή της, καίτοι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της. Έτσι, υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ, κατά τον βάσιμο σχετικό πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως. Κατόπιν αυτού και αφού παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο προς τη διάταξή της, με την οποία κατά παραδοχή της εφέσεως των αναιρεσιβλήτων, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή κατά την κύρια βάση της, καθώς και ως προς τη διάταξή της για τα δικαστικά έξοδα και μόνο στις μεταξύ των παρόντων διαδίκων (αναιρεσειόντων και αναιρεσιβλήτων) σχέσεις, να παραπεμφθεί η υπόθεση, μόνο κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους από εκείνους, που εξέδωσαν την αναιρουμένη (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ).
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως, που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου έως την παραμονή της συζητήσεως, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις τους, αφού ισχυρίζονται, ότι μετά την έκδοση της 197/2007 αποφάσεως του δικαστηρίου τούτου σε συμβούλιο, με την οποία διατάχθηκε η αναστολή της εκτελέσεως της αναιρουμένης 1895/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για το πέραν του ημίσεος του επιδικασθέντος υπέρ εκάστου των αναιρεσιβλήτων και σε βάρος καθενός αναιρεσείοντος κεφαλαίου με τους αναλογούντες σ' αυτό τόκους, εκτέλεσαν εκουσίως την αναιρούμενη απόφαση και κατέβαλαν εκουσίως τα ποσά, που υποχρεώθηκε καθένας από αυτούς να καταβάλει σε κάθε αναιρεσίβλητο κατά το μέρος, ως προς το οποίο δεν έχει ανασταλεί η εκτέλεση, ζητούν την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη της εκτελέσεως κατάσταση και την απόδοση από κάθε αναιρεσείοντα το καθοριζόμενο ποσό, που ο καθένας του κατέβαλε. Αλλά, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από 2-7-2007 απόδειξη δεν προκύπτει η καταβολή του κάθε επιμέρους ποσού, που ο κάθε αναιρεσείων κατέβαλε σε κάθε ένα από τους αναιρεσιβλήτους και το οποίο αξιώνεται με την υπό κρίση αίτηση, αλλά το συνολικό ποσό κατά κεφάλαιο και τόκους, που ο κάθε αναιρεσείων κατέβαλε σε όλους μαζί τους αναιρεσιβλήτους. Επομένως, η αίτηση δεν προαποδεικνύεται με τρόπο σαφή και ειδικότερα δεν προαποδεικνύεται το ποσό που κάθε αναιρεσίβλητος έλαβε από κάθε αναιρεσείοντα. Έτσι πρέπει η αίτηση ν' απορριφθεί ως αβάσιμη (αναπόδεικτη).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 1895/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, μόνο κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Απορρίπτει την αίτηση των αναιρεσειόντων για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη της εκτελέσεως της αναιρεσιβαλλομένης κατάσταση. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε δυο χιλιάδες (2000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ