Legislator Case Law & Legislation
1069/2006 AI generated

1069/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1069/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1069 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1069/2006

Legislator headnote

AI generated
1069/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1069 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1069/2006 «ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλέξανδρο Κασιώλα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Φώσκολο, Βασίλειο Νικόπουλο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη και Γεώργιο Καπερώνη, Αρεοπαγίτες.»

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1069 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1069/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλέξανδρο Κασιώλα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Φώσκολο, Βασίλειο Νικόπουλο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη και Γεώργιο Καπερώνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. συζύγου Β. Β., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παύλο Αμπάτη.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. συζύγου Δ. Σ., το γένος Κ. Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κλάππα, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-1-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1802/1997 προδικαστική,2202/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 769/2004 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-10-2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 21-3-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 11-10-2004 αίτησης για αναίρεση της 769/2004 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι δεδικασμένο, δηλαδή δέσμευση από την αναγνωριζόμενη στην απόφαση έννομη συνέπεια παράγεται από την τελεσιδικία της απόφασης ανεξάρτητα από το είδος της παρεχόμενης έννομης προστασίας, δηλαδή τόσο από την καταψηφιστική, όσο και από την αναγνωριστική ή διαπλαστική απόφαση. Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης και όχι από αυτό της αγωγής που κρίθηκε, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενό της ή το υπερέβη ή απομακρύνθηκε από αυτό, αφού δεδικασμένο παράγεται και από εσφαλμένη απόφαση (Ολ. ΑΠ 1/2005 Ελλ. Δ/νη 46.377). Το δεδικασμένο αφορά το δικαίωμα, το οποίο είχε προβληθεί με την αγωγή με βάση τη συγκεκριμένη ιστορική αιτία και τη συνακόλουθη νομική αιτία, των οποίων έγινε επίκληση, δηλαδή, το ίδιο νομικό γεγονός, το παραγωγικό, τροποποιητικό, καταργητικό ή αποσβεστικό κ.λ.π. της συγκεκριμένης έννομης σχέσης. Με τα δεδομένα αυτά, ο ενάγων, ο οποίος είχε στηρίξει το αγωγικό δικαίωμα σε ορισμένη ιστορική αιτία, δεν κωλύεται, αν η αγωγή εκείνη απορρίφθηκε, να στηρίξει με νέα αγωγή του όμοιο αίτημα σε διάφορη ιστορική αιτία. Η βάση όμως επί της οποίας το δικαστήριο έκρινε, καθώς και ο λόγος της απόρριψης κρίνεται από την ίδια την απορριπτική απόφαση, γιατί η τελευταία αναγκαίως αξιολόγησε την αγωγή επί της οποίας έκρινε και αποφάνθηκε περί της ιστορικής αιτίας της, η δε επ' αυτής κρίση της παράγει δεδικασμένο, η έκταση του οποίου καθορίζεται από την αιτιολογία της απόρριψης. Προκειμένου, επομένως, να εξεταστεί, αν υπάρχει από τελεσίδικη απόφαση που προηγήθηκε δεδικασμένο, το οποίο κωλύει την έρευνα του ήδη με νέα αγωγή φερόμενου προς κρίση, με βάση ορισμένη ιστορική αιτία, αιτήματος, θα ληφθεί υπόψη η αιτιολογία της πρώτης απόφασης όσον αφορά την ιστορική αιτία επί της οποίας έκρινε και ο λόγος της απόρριψης (Ολ. ΑΠ 15/1998 Ελ. Δ/νη 39.303). Η ύπαρξη, εξάλλου, ή η ανυπαρξία της καλυπτόμενης από το δεδικασμένο έννομης σχέσης αποτελεί στοιχείο του πραγματικού του ασκούμενου με τη δεύτερη αγωγή δικαιώματος. Στην προκείμενη περίπτωση, από την αρχική, μεταξύ της ήδη ενάγουσας - αναιρεσείουσας, του συζύγου της Β. Β. του Π., που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και της ήδη εναγομένης - αναιρεσίβλητης, 1255/1996 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που έχει ήδη καταστεί τελεσίδικη, προκύπτει ότι η από 24-2-1992 αγωγή των τότε εναγόντων περί ομολόγησης δουλείας από τα άρθρα 1118, 1119, 1120, 1121, 1123 και 1132 ΑΚ, με την οποία οι ενάγοντες, ως δικαιούχοι πραγματικής δουλείας μη παρεμπόδισης του φωτός του δεσπόζοντος ακινήτου τους, η οποία συστήθηκε με έκτακτη χρησικτησία, ζήτησαν την αναγνώριση της εν λόγω δουλείας τους, την άρση της προσβολής της από την εναγομένη, κυρία του δουλεύοντος ακινήτου και την παράλειψη κάθε μελλοντικής διατάραξης του δικαιώματός τους οιονεί νομής τους της επίμαχης πραγματικής δουλείας από μέρους της τελευταίας, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη με την αιτιολογία ότι για την κτήση της δουλείας αυτής δεν επικαλούνται οι ενάγοντες γεγονός απαγόρευσης απ' αυτούς στους δικαιοπαρόχους της εναγομένης καθώς και της ίδιας κατά την επιχείρηση πράξης που αντίκειται στο περιεχόμενό της - δουλείας -. Μετά την έκδοση της αμέσως πιο πάνω απόφασης ασκήθηκε από μέρους της αρχικής ενάγουσας η ήδη ένδικη, από 9-1-1997, αγωγή, με την οποία η τελευταία, κατ' ορθή εκτίμησή της, ισχυριζόμενη, πλέον των όσων εξέθετε στην προηγούμενη αγωγή, ότι, μολονότι, μέσω του συγκύριου συζύγου της, Β. Β. είχε απαγορεύσει στους απώτερους, αλλά και άμεσους δικαιοπαρόχους της αντιδίκου της Δ. Ι. Γ., στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους αυτού, Κ. χα Δ. Γ., Ε. Δ. Γ. και Π. Δ. Γ., Κ. Ν. Β. και Κ. σύζ. Κ. Β., αντίστοιχα, να προβούν στην ανοικοδόμηση του ακάλυπτου προς νότο χώρου του δουλεύοντος ακινήτου, αυτοί δε αποδέχθηκαν το περιεχόμενο της πραγματικής δουλείας της μη παρεμπόδισης του φωτός του δεσπόζοντος ακινήτου κατά τη διάρκεια των ετών 1964 - 1984, οπότε πλήρης κυρία του δουλεύοντος ακινήτου έγινε η εναγομένη, η οποία, αρχικά μεν, αποδέχθηκε το περιεχόμενο της πιο πάνω δουλείας, το μήνα, όμως, Μάϊο 1988, εντελώς αυθαίρετα και παρά τις επανειλημμένες αντίθετες οχλήσεις της από μέρους της αντιδίκου της, προέβη στην ανέγερση κτίσματος - οικοδομής από οπλισμένο σκυρόδεμα στον ακάλυπτο δουλεύον χώρο του ακινήτου της, παρεμποδίζοντος τη ροή του φωτός και αέρος στο δεσπόζον ακίνητο, ζήτησε να αναγνωριστεί δικαιούχος πραγματικής δουλείας του μη υψούν, που συνίσταται στην υποχρέωση της εναγομένης να μην ανεγείρει κτίσμα στο νότιο τμήμα του - δουλεύοντος - οικοπέδου της χάριν του φωτισμού του ακινήτου της - ενάγουσας - και περαιτέρω να διαταχθεί η άρση της προσβολής, δηλαδή, η κατεδάφιση του κτίσματος και η παράλειψη κάθε όμοιας τέτοιας προσβολής στο μέλλον. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή της ένστασης της εναγομένης περί απαραδέκτου της ένδικης αγωγής λόγω δεδικασμένου, που η ίδια είχε προβάλει πρωτόδικα και επανέφερε στο πιο πάνω Δικαστήριο, με τις προτάσεις της της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόκρουση της έφεσης της αντιδίκου της κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η εν λόγω αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, δέχθηκε, ότι από την προηγούμενη 1225/1996 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά έχει παραχθεί δεδικασμένο περί της ανυπαρξίας του ουσιαστικού δικαιώματος, για το οποίο ζητήθηκε η έννομη προστασία, του οποίου έγινε επίκληση με την αντίστοιχη πρώτη αγωγή, το αντικείμενο δε του δεδικασμένου αυτού ταυτίζεται με το αντικείμενο της δεύτερης και ήδη ένδικης αγωγής, η οποία καθίσταται έτσι απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου, ακολούθως δε, κατά παραδοχή της έφεσης της ενάγουσας, παραπονουμένης για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ενόψει και του ότι η απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης είναι ευμενέστερη για την εκκαλούσα από την απόρριψή της - αγωγής - ως κατ' ουσίαν αβάσιμης, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, υπέπεσε στην από τον αριθμό 16 εδάφιο α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου απορρέοντος από τη 1225/1996 τελεσίδικη απόφαση, που προπαρατέθηκε, αφού με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο ότι συνέτρεχαν και ενόψει του περιεχομένου της αμέσως πιο πάνω τελεσίδικης απόφασης, προκύπτοντος από τις αιτιολογίες της, σε σχέση με την ιστορική και νομική αιτία, επί των οποίων στηρίχθηκε ο λόγος της απόρριψης ως μη νόμιμης της με αυτή κρινόμενης αγωγής, κατά το οποίο - περιεχόμενο - οι επανειλημμένες από μέρους της ενάγουσας και του συγκύριου, συζύγου της, οχλήσεις της εναγομένης, καθώς και των άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων της, ως διαδοχικών κυρίων του δουλεύοντος ακινήτου, προς παρεμπόδιση ενέργειάς τους αντιτιθεμένης στο περιεχόμενο της αρνητικής δουλείας του μη υψούν και της παρεμπόδισης του φωτός του δεσπόζοντος ακινήτου, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της προηγούμενης δίκης, το αντικείμενο της παρούσας δίκης δεν ταυτίζεται με εκείνο της δίκης εκείνης και, συνακόλουθα, εκλείπει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ουσιώδης κατά νόμο (άρθρο 324 ΚΠολΔ) προϋπόθεση της ταυτότητας του νομικού γεγονότος. Ο μοναδικός, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 16 εδάφιο α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, πρέπει να γίνει δεκτός ως παραδεκτός και βάσιμος, να αναιρεθεί η εν λόγω απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 769/2004 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαϊου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Μαϊου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ