Legislator Case Law & Legislation
1068/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against traffic offense conviction, rejecting claim of leniency due to father's role.

Case Number 1068/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance conviction for false deposition and moral complicity in a traffic accident. The appellant argued that his father's attempt to mitigate the son's sentence was an aggravating factor, but the court found the father's actions were primarily motivated by avoiding administrative fines for his own vehicle. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible and ordered the appellant to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 462, 464, 466, 473, 474, 505 of the Code of Criminal Procedure; The court must examine all grounds for appeal, and a claim that a third party's attempt to secure leniency for the defendant constitutes an aggravating circumstance is rejected if the primary motive was to avoid administrative penalties for the third party.

Keywords

AI generated
appeal admissibility false deposition moral complicity administrative penalty aggravating circumstance legal costs traffic accident

Cited Legislation

AI generated
Article 462 of the Code of Criminal Procedure
Article 464 of the Code of Criminal Procedure
Article 466, paragraph 1, letter a' of the Code of Criminal Procedure
Article 473, paragraph 2 and 3 of the Code of Criminal Procedure
Article 474, paragraph 2A of the Code of Criminal Procedure
Article 505, paragraph 1, item a' of the Code of Criminal Procedure
Article 510, paragraph 1, items Delta and E of the Code of Criminal Procedure
Article 578 of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1068 / 2025 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1068/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Αικατερίνη Χονδρορίζου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαρτίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικόλαου Δεγαϊτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Π. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κοτζαμανίδη, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 1672/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης. Με υποστηρίζοντες την κατηγορία τους: 1. Ε. Γ. του Α., κάτοικο ... και 2. Ι. Κ. του Κ., κάτοικο ομοίως, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αριστέα - Φανουρία Σωτηροπούλου.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20.12.2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 23.12.2024, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 9058/2024 και η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 20-12-2024 αίτηση του Σ. Π. του Δ., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμό 1672/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, και τον καταδίκασε για τα αδικήματα α)ψευδούς κατάθεσης β) ηθικής αυτουργίας σε ψευδή πραγματογνωμοσύνη γ)ηθικής αυτουργίας κατ' εξακολούθηση σε ψευδή κατάθεση κατ' εξακολούθηση (άρθρ.224 παρ.1, 226 παρ.1, 46 παρ.1, 98 παρ.1 ΠΚ), και ύστερα από την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 εδ.α' Π.Κ., του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι δύο (22) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα, με δήλωσή του με το από 20-12-2024 δικόγραφο αναίρεσης, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 23-12-2024, και εμπρόθεσμα στις 23-12-2024, ήτοι εντός της προβλεπόμενης εικοσαήμερης προθεσμίας από τότε που καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη η προσβαλλομένη απόφαση, στις 6-12-2024 με αυξ.

αριθ.1190, στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠΔ ειδικό βιβλίο, κατά τη σχετική επ'αυτής υπηρεσιακή βεβαίωση, από πρόσωπο που είχε το σχετικό έννομο συμφέρον και κατά απόφασης υποκείμενης στο συγκεκριμένο ένδικο μέσο (άρθρα (άρθρα 462, 464, 466 παρ.1 εδ.α', 473 παρ. 2, 3, 474 παρ.2Α, 505 παρ.1 περ. α' του ΚΠΔ). Η κρινόμενη αίτηση περιέχει επί πλέον σαφείς και ορισμένους αναιρετικούς λόγους (άρθρ.474 παρ.4 ΚΠΔ) για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για την κατάφαση της ενοχής και την απόρριψη του ισχυρισμού περί άφεσης της ποινής και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης με εκ πλαγίου παραβίαση των άρθρων 46 παρ.1 εδ.α', 224 παρ.1, 3, 226 παρ.1 του ΠΚ (άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ.

Δ' και Ε' του ΚΠΔ). Επομένως, η κρινόμενη αίτηση είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των λόγων της, με την παρουσία των υποστηριζόντων την κατηγορία Ι. Κ. του Κ. και Ε. Γ. του Α., συζύγου Ι. Κ., κατοίκων ..., οδός ..., οι οποίοι παραστάθηκαν προσηκόντως με πληρεξούσιο δικηγόρο.

Από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς κατάθεσης μάρτυρα (ψευδορκίας υπό τον προϊσχύσαντα ΠΚ) απαιτείται α) κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας για την εξέτασή του αρχής β) τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι είχε γνώση των αληθινών, αλλά σκόπιμα τα απέκρυψε ή αρνήθηκε να τα καταθέσει.

Η κατάθεση του δράστη αυτού του εγκλήματος πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς αναληθή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός αν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες προς τα γεγονότα που κατέθεσε. Θεωρείται δε αντικειμενικώς ψευδές το περιστατικό που κατατίθεται, όχι μόνον όταν αυτό είναι αντίθετο προς την αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά και προς εκείνα που ο μάρτυρα αντιλήφθηκε ή από διηγήσεις τρίτων πληροφορήθηκε και ως εκ τούτου γνώριζε.

Εκτός από τα στοιχεία αυτά, που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση, απαιτείται υποκειμενικώς άμεσος δόλος του δράστη, που συνίσταται στη γνώση αυτού, ότι τα στοιχεία που κατέθεσε σχετικά με την κρινόμενη υπόθεση είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει.

Υπάρχει, όμως, αιτιολογία του δόλου, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, το ψευδές των κατατεθέντων θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του δράστη ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων σχετικών με τη γνώση αυτή περιστατικών (ΑΠ 211/2024, ΑΠ 150/2023, ΑΠ 941/2022, ΑΠ 1044/2021, ΑΠ 482/2021, ΑΠ 587/2020).

Τέλος η ψευδής κατάθεση πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα, τα οποία, ανεξαρτήτως αν είναι ουσιώδη ή επουσιώδη, πρέπει να έχουν σχέση με την υπόθεση και να αναφέρεται προκειμένου μεν για αστική διαφορά στο αποδεικτέο θέμα, ή σε άλλα περιστατικά που συνδέονται αναποσπάστως με τα γεγονότα αυτά. Μπορεί δε τα περιστατικά που κατατέθηκαν να σχετίζονται ουσιαστικά ή διαδικαστικά με εκκρεμή υπόθεση, αλλά πρέπει και να μπορούν να ασκήσουν, έστω και μικρή, επιρροή στην αναμενόμενη δικαστική κρίση, άσχετα αν πράγματι άσκησαν η όχι. Ειδικότερα, πρέπει τα περιστατικά αυτά, αν πρόκειται για πολιτική δίκη, είτε να εμπίπτουν στο αποδεικτέο θέμα, είτε να συνδέονται αναπόσπαστα με περιστατικά που εμπίπτουν στο αποδεικτέο θέμα (ΑΠ 211/2024, ΑΠ 387/2016, ΑΠ 696/2015, ΑΠ 106/2014). Από την ίδια διάταξη προκύπτει, επίσης, ότι η αρμοδιότητα της αρχής, ενώπιον της οποίας δίδεται η κατάθεση, αποτελεί συστατικό στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του αδικήματος της ψευδούς καταθέσεως θεωρείται δε ως αρμόδια αρχή και εκείνη ενώπιον της οποίας είναι δυνατόν, κατά διάταξη νόμου, να γίνει κατάθεση κάποιου, η οποία μπορεί στη συνέχεια να χρησιμοποιηθεί και να ληφθεί υπόψη ως έγκυρο αποδεικτικό μέσο από αρχή, που είναι και αυτή αρμόδια προς διάγνωση κάποιας διαφοράς (ΑΠ 1044/2021).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 226 Π.Κ. του ισχύοντος Π.Κ., που είναι ταυτόσημο κατά περιεχόμενο ως προς την νομοτυπική μορφή του εγκλήματος με το αντίστοιχο άρθρο του προισχύσαντος ΠΚ, οι οποίες ορίζουν "1.Όποιος ως πραγματογνώμονας ή διερμηνέα εν γνώσει εκθέτει ψέματα ή αποκρύπτει την αλήθεια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή", προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς πραγματογνωμοσύνης απαιτείται, αντικειμενικώς πραγματογνώμονας που έχει διορισθεί αρμοδίως (από τον αρμόδιο ανακριτικό υπάλληλο ή από το ποινικό δικαστήριο όταν απαιτούνται ειδικές γνώσεις ορισμένης επιστήμης ή τέχνης (άρθρ.183 ΚΠΔ) ή από το δικαστήριο κατ' άρθρο 368 επ.

ΚΠολΔ στο πλαίσιο πολιτικής δίκης, και έχει ορκιστεί, να εκθέτει (βεβαίωση έγγραφη ή προφορική) ψευδή περιστατικά ή αποκρύπτει αληθινά περιστατικά ή διατυπώνει ψευδή κρίση, η οποία δεν είναι σύμφωνη με την ενδόμυχη πεποίθησή του και υποκειμενικώς δόλος που ενέχει τη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξης, χωρίς να αρκεί ενδεχόμενος δόλος.

Η έκθεση του πραγματογνώμονα είναι ψευδής, όταν τα βεβαιωμένα σε αυτήν δεν συμπίπτουν με την αντικειμενική πραγματικότητα, επίσης όταν βεβαιώνει ότι ενήργησε έρευνες που όμως δεν ενήργησε, καθώς και όταν γνωμοδότησε με βάση πραγματικά περιστατικά που δεν συνέβησαν καθόλου ή δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

Με την έκθεσή του, ο πραγματογνώμονας δεν περιορίζεται να αναφέρει ό,τι έμαθε με τις δικές του αισθήσεις, αλλά διατυπώνει και κρίση. Η κρίση αυτή μπορεί να θεωρηθεί ψευδής, όταν δεν είναι σύμφωνη με την ενδόμυχη πεποίθησή του.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 ΠΚ "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικώς μεν α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε άλλον της απόφασης να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο, όπως με συμβουλές, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, παραινέσεις, προτροπές (παρακίνηση, παρόρμηση, ενθάρρυνση), πειθώ, φορτικότητα, πίεση, απειλή, εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά αίτια της βούλησης, με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με την επιβολή λόγω υπηρεσιακής ή άλλης εξάρτησης ή την επιρροή προσώπου λόγω της ιδιότητας και της θέσης του ή και της σχέσης του με το φυσικό αυτουργό κλπ και β) διάπραξη από τον άλλο (αυτουργό) της πράξης αυτής, υποκειμενικώς δε δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για τη διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος με τη γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξης αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, κάτι που αξιώνεται στο - εδώ εξεταζόμενο - έγκλημα της ψευδούς κατάθεσης, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού (ΑΠ 482/2021, ΑΠ 568/2020, ΑΠ 1887/2019).

Εξάλλου, έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης, η οποία ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του περί της συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου και έκανε την υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις.

Η ύπαρξη του δόλου, καταρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, επειδή ενυπάρχει στη θέληση πραγμάτωσης των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και εκδηλώνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση με την πραγμάτωση των σχετικών περιστατικών, εκτός αν έχει τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου ή ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο της πράξης, όπως η τέλεσή της με γνώση ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή ο σκοπός επέλευσης ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (υπερχειλής δόλος).

Αυτό συμβαίνει και στα εγκλήματα της ψευδορκίας μάρτυρα ήδη ψευδούς κατάθεσης, και της ψευδούς κατάθεσης πραγματογνώμονα ήδη ψευδούς πραγματογνωμοσύνης, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης των οποίων, όπως ήδη σημειώθηκε, απαιτείται άμεσος δόλος. Η ύπαρξη του άμεσου δόλου και η γνώση του ψευδούς γεγονότος είτε πρέπει να αιτιολογείται ρητά και ειδικά στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση των συγκεκριμένων περιστατικών, που θεμελιώνουν υπαγωγικά και δικαιολογούν τη σχετική κρίση είτε πρέπει (η γνώση του ψευδούς) να συνάγεται σαφώς ως αυτονόητη ή αναγκαία από τα περιστατικά που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι αποδείχτηκαν.

Διαφορετικά, η απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις ειδική αιτιολογία. Όμως, σε περίπτωση που διαλαμβάνεται στο σκεπτικό της απόφασης ρητή και ευθεία παραδοχή, ότι ο υπαίτιος είχε προσωπική γνώση ή αντίληψη των αληθών γεγονότων (που πάντοτε υποκρύπτονται υπό τα ψευδή γεγονότα) και, ως εκ τούτου, είχε και γνώση του ψευδούς ισχυρισμού του που μεταβάλλει ή παραποιεί τα αληθή, καθώς και σε περίπτωση που το γεγονός που περιέχεται στον ψευδή ισχυρισμό και συνιστά το αντικείμενο του είναι ενέργεια ή παράλειψη του ίδιου του υπαιτίου ή συνδέεται αναπόσπαστα με το πρόσωπο του, ώστε αυτός να έχει, κατά λογική αναγκαιότητα, άμεση αντίληψη της αλήθειάς του, οπότε η δικαστική διαπίστωση - παραδοχή, ότι ο σχετικός ισχυρισμός (για το γεγονός αυτό) είναι ψευδής, ενέχει αυτονοήτως και τη διαπίστωση - παραδοχή, ότι ο υπαίτιος είχε και γνώση του ψευδούς ισχυρισμού του, υπάρχει η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, χωρίς να είναι αναγκαία η παράθεση και άλλων περιστατικών για τη θεμελίωση του άμεσου δόλου.

Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για τη διαμόρφωση της καταδικαστικής κρίσης του, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο γενικός προσδιορισμός ως προς το είδος τους, χωρίς να απαιτείται η αναλυτική παράθεση αυτών ή να διευκρινίζεται τι προκύπτει από το καθένα χωριστά ή από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή.

Για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως ως προς την ηθική αυτουργία, αρκεί η μνεία του τρόπου ή μέσου, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, την οποία αυτός τέλεσε, όπως παραινέσεων, προτροπών, πειθούς, φορτικότητας κλπ, με την έννοια της πειστικότητας, χωρίς να απαιτείται αναφορά και άλλων πραγματικών περιστατικών ή περαιτέρω εξειδίκευση σε τί συνίστανται οι παραινέσεις, οι προτροπές, η πειθώ, η φορτικότητα κλπ, που χρησιμοποίησε ο ηθικός αυτουργός. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Άλλωστε δε συνιστά "τυπική" και ελλιπή αιτιολογία η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, όταν σ' αυτό περιέχονται όχι μόνο τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου αλλά και πραγματικά περιστατικά ως ιστορικά γεγονότα (βιοτικά συμβάντα), τα οποία έχουν θέση και στο σκεπτικό της απόφασης (ΑΠ 447/2023, ΑΠ 102/2023, ΑΠ 1546/2022, ΑΠ 520/2022).

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.

Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το Δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα υπόλοιπα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολόγησης και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 151/20121, ΑΠ 332/2020).

Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμους οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 3/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης με αριθ.1672/2024 απόφασής του, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, που δίκασε, σε δεύτερο βαθμό, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα: "Από την ανωμοτί κατάθεση του παρισταμένου προς υποστήριξη της κατηγορίας, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως στο ακροατήριο, που περιέχονται στα ενσωματωμένα στην παρούσα απόφαση πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και καταχωρίσθηκαν στα ίδια πρακτικά, τις φωτογραφίες που επισκοπήθηκαν σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων και γενικά από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως και από την αξιολογική εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 177 παρ. 1 ΚΠΔ αρχή της ηθικής αποδείξεως, προέκυψαν τα ακόλουθα:

Στις 3 Μαρτίου 2017, ημέρα Παρασκευή και περί ώρα 20:00 ο Μ. Π., γιος του δευτέρου κατηγορουμένου, Σ. Π., ηλικίας τότε δεκαοκτώ ετών, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου Opel, τύπου Corsa, ιδιοκτησίας της μητέρας του Α. Β., στο 50,7 χλμ της παλαιάς εθνικής οδού Θεσσαλονίκης - Βέροιας, με κατεύθυνση προς Βέροια, ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα από το οποίο προήλθε ο θάνατος της ανήλικης Α.

Κ., ηλικίας 13,5 ετών. Για το περιστατικό αυτό καταδικάστηκε πρωτοδίκως - με την ελαφρυντική περίσταση της μετεφηβικής ηλικίας - από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Χαλκιδικής με την απόφαση με αριθμούς 69, 70, 71, 72, 73, 74, 75/2019 για τα αδικήματα: α) της επικίνδυνης οδηγήσεως από την οποία επήλθε θάνατος, β) της εγκαταλείψεως του τόπου του ατυχήματος, από το οποίο επήλθε θάνατος και γ) της οδηγήσεως χωρίς άδεια ικανότητας οδηγήσεως, σε συνολική ποινή καθείρξεως 6 ετών και 6 μηνών.

Κατόπιν δε εφέσεως καταδικάστηκε, με το ίδιο ελαφρυντικό, από το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης με την υπ' αριθμό 403 - 404/2022 απόφαση του για τα αδικήματα : α) της διαταράξεως της ασφάλειας των συγκοινωνιών με ενδεχόμενο δόλο (άρθρο 290 παρ. 1β παλαιού ΠΚ) και β) της εγκαταλείψεως του τόπου του ατυχήματος, από το οποίο επήλθε θάνατος (άρθρο 43 παρ. 2 και 4 ΚΟΚ), σε συνολική ποινή φυλακίσεως 4 ετών και 3 μηνών.

Ειδικότερα κρίθηκε ότι αυτός, στερούμενος άδειας ικανότητας οδηγήσεως, οδηγούσε με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα των 100 χιλιομέτρων την ώρα, ένα επικίνδυνο όχημα, που έφερε παλαιά και φθαρμένα ελαστικά και είχε υποστεί παρεμβάσεις ως προς την ιπποδύναμη του και με το όχημα αυτό εκινείτο εντός κατοικημένης περιοχής, με αυξημένο κίνδυνο να προκαλέσει ατύχημα, το οποίο και προκάλεσε και δη θανατηφόρο.

Μεταξύ δηλ. των στοιχείων που αξιολογήθηκαν για την εκτίμηση του βαθμού της ενοχής του, ήταν το ότι αυτός οδηγούσε το ζημιογόνο όχημα με την ανωτέρω ταχύτητα εντός κατοικημένης περιοχής, σε σημείο όπου υπάρχει σχολικό κτίριο, δύο στάσεις λεωφορείου, κατοικίες και δύο διαβάσεις πεζών, ενώ το όχημά του αφενός είχε υποστεί μετατροπές που αύξαναν την ιπποδύναμή του και αφετέρου έφερε ακατάλληλα ή πεπαλαιωμένα εξαρτήματα, παράγοντες που συνδυαστικά μείωναν την ικανότητά του να κινείται και να εκτελεί ελιγμούς με ασφάλεια.

Συγκεκριμένα, ότι τα ελαστικά του οχήματος ήταν διαφορετικά στους εμπρόσθιους και οπίσθιους τροχούς καθώς στους εμπρόσθιους τροχούς έφερε ελαστικά χειμερινού τύπου, διαστάσεων 155/65, με ημερομηνία παραγωγής 30ή εβδομάδα του 2012, με βάθος πέλματος μεσοσταθμικά 3 χιλιοστά, ενώ στους οπίσθιους τροχούς έφερε ελαστικά θερινού τύπου, διαστάσεων 185/60 με ημερομηνία παραγωγής 32η εβδομάδα του 2002, με βάθος πέλματος μεσοσταθμικά 4 χιλιοστά και με σημάδια γήρανσης.

Τα φθαρμένα ελαστικά των οπίσθιων τροχών, τα οποία είχαν συμπληρώσει 15ετία, ενώ πρέπει να αλλάζουν κάθε 4 έτη, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι τα εμπρόσθια και οπίσθια ελαστικά είχαν διαφορετικό πλάτος (σε συνδυασμό με την αυξημένη ταχύτητα), είχαν ως συνέπεια την αδυναμία επιτυχούς τροχοπεδήσεως του οχήματος και την απώλεια ελέγχου αυτού από τον οδηγό του κατά την πραγματοποίηση αποφευκτικού δεξιού ελιγμού.

Αξιολογήθηκε επίσης και το γεγονός ότι, ενώ το όχημα ήταν εργοστασίου κατασκευής Opel τύπου Corsa, με ημερομηνία πρώτης άδειας κυκλοφορίας ....1998 και με αριθμό πλαισίου ..., που θα έπρεπε να φέρει κατά την άδεια κυκλοφορίας του κινητήρα με κυλίνδρισμά 973 cc και με αριθμό ..., ο Μ. Π. αυθαιρέτως είχε προβεί σε μετατροπές, τοποθετώντας στο αυτοκίνητό του κινητήρα κυλινδρισμού 1.397 κυβικών εκατοστών, από όχημα μεγαλύτερης ιπποδύναμης και συγκεκριμένα από το μοντέλο Tigra του ιδίου εργοστασίου κατασκευής, ο οποίος είχε τέσσερις κυλίνδρους αλλά - έτσι όπως τοποθετήθηκε - ήταν ακατάλληλος, διότι είχε διπλάσιο περίπου βάρος από τον εργοστασιακό κινητήρα του ζημιογόνου οχήματος, ενώ τα λοιπά εξαρτήματα που αφορούν τον έλεγχο του αυτοκινήτου (αναρτήσεις, σύστημα διευθύνσεως κλπ) δεν αλλάχθηκαν και δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στην αυξημένη ιπποδύναμη τού οχήματος, αφού ήταν προορισμένα να εξυπηρετούν μοντέλο με μικρότερο κινητήρα.

Κατά την αυτεπάγγελτη προανάκριση που εκκίνησε μετά το ανωτέρω θανατηφόρο ατύχημα, διορίστηκε ως πραγματογνώμονας ο πρώτος κατηγορούμενος (Ν. Κ.), με την υπ' αριθμό ...-2027 παραγγελία του Αστυνομικού Τμήματος Αλεξάνδρειας Ημαθίας. Αυτός εξέτασε το αυτοκίνητο στις 3.3.2017, αλλά δεν κατέγραψε κάποια διαπίστωση για την ανωτέρω αντικατάσταση.

Αντιθέτως, στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του συμπεριλαμβάνει φωτογραφία στην οποία απεικονίζεται κινητήρας με τον αριθμό ..., δηλαδή ο προβλεπόμενος για το αυτοκίνητο κινητήρας, όπως αναφέρεται στην άδεια κυκλοφορίας, στις δε ένορκες καταθέσεις του, ήτοι στις 6-10-2017 ενώπιον της Πταισματοδίκη Βέροιας Βασιλικής Μπακρατσά και στις 22.10.2019 ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Χαλκιδικής, ισχυρίστηκε ότι άνοιξε το καπό του αυτοκινήτου και μάλιστα με την παρουσία αστυνομικών και ότι φωτογράφισε τον κινητήρα του, επιβεβαιώνοντας ότι έφερε τον προβλεπόμενο στην άδεια κυκλοφορίας κινητήρα.

Ως προς τούτο, σημειώνεται πρώτα ότι ο δεύτερος πραγματογνώμονας, Γ. Κ., ο οποίος διορίστηκε από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Βέροιας και εξέτασε το όχημα μετά τον 1ο κατηγορούμενο, δεν διαλαμβάνει στην έκθεσή του διαπιστώσεις αναφορικά με τον κινητήρα που ήταν τοποθετημένος στο αυτοκίνητο, καθώς, όπως κατ' επανάληψη κατέθεσε στις προηγηθείσες δίκες αλλά και στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, δεν μπόρεσε να ανοίξει το καπό του αυτοκινήτου, για να τον ελέγξει, καθώς ο μηχανισμός απασφάλισής του δεν λειτουργούσε.

Στις 10.3.2017, ο πραγματογνώμονας - τεχνικός σύμβουλος Κ. Μ., στον οποίο ανατέθηκε η διενέργεια τεχνικής πραγματογνωμοσύνης από την οικογένεια της θανούσης, μετέβη μαζί με τον πατέρα αυτής και υποστηρίζοντα την κατηγορία στον χώρο της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας όπου φυλασσόταν το αυτοκίνητο, το οποίο ήταν κλειδωμένο και σκεπασμένο με νάιλον.

Από την οπή που είχε προκληθεί από το ατύχημα στον εμπρόσθιο ανεμοθώρακα ("παρμπρίζ") άνοιξε τις θύρες του οχήματος και στη συνέχεια προσπάθησε να ανοίξει το καπό από τον σχετικό μηχανισμό, το οποίο όμως κατέστη αδύνατο, επειδή ήταν θραυσμένη η χειρολαβή για το άνοιγμα του καπό, που βρίσκεται στην πλευρά του οδηγού, στο σημείο της πρόσθιας αριστερής "κολώνας", όπου τοποθετείται εργοστασιακά.

Για να ανοίξει το καπό, έβγαλε τον εμπρόσθιο αριστερό φανό, του οποίου οι πλαστικές βάσεις ήταν ήδη σπασμένες από τη σύγκρουση και βάζοντας το χέρι του από την οπή που δημιουργήθηκε, έπιασε το συρματόσχοινο ("ντίζα") που ενεργοποιούσε το κλείστρο και την τράβηξε έξω. Διαπίστωσε ότι το άκρο της, που καταλήγει στο θάλαμο των επιβατών και κουμπώνει στη χειρολαβή ήταν κομμένο με πένσα.

Αφού δε άνοιξε το καπό του αυτοκινήτου, διαπίστωσε ότι ο κινητήρας του δεν ήταν ο εργοστασιακά προβλεπόμενος, αλλά ήταν τετρακύλινδρος (1.397 κυβικών εκατοστών) από διαφορετικό μοντέλο αυτοκινήτου του ιδίου εργοστασίου (Opel Tigra). Τον τετρακύλινδρο αυτό κινητήρα, όπως ήταν τοποθετημένος στο αυτοκίνητο, τον φωτογράφισε, απεικονίζοντας την κατάστασή του, ενώ η φωτογραφία που περιέχεται στην έκθεση του πρώτου κατηγορουμένου πραγματογνώμονα Ν.

Κ. και δείχνει τον κινητήρα του αυτοκινήτου, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, καθώς δεν ήταν αυτός που βρισκόταν στο μηχανοστάσιο του συγκεκριμένου αυτοκινήτου. Τούτο δε διότι ο αριθμός του κινητήρα είναι φωτογραφικά προσβάσιμος μόνον από κάτω, όπως συμβαίνει όταν το αυτοκίνητο βρίσκεται πάνω σε ανυψωτικό ή σε ράμπα επισκευής.

Όμως, μία φωτογραφία όπως αυτή του 1ου κατηγορουμένου, με τον συγκεκριμένο τρόπο λήψης, θα μπορούσε να ληφθεί μόνο αν ο εν λόγω κινητήρας βρισκόταν εκτός του αυτοκινήτου και όχι ενόσω ήταν τοποθετημένος σε αυτό. Τούτο δε, διότι ο αριθμός του κινητήρα, όταν αυτός είναι τοποθετημένος στο αυτοκίνητο και με συνδεδεμένα πάνω του τα περιφερειακά εξαρτήματα που εξυπηρετούν τη λειτουργία του, καλύπτεται ως προς τα τελευταία ψηφία του από τους αυλούς (σωλήνες) της πολλαπλής εξαγωγής.

Για την ταυτοποίηση του τύπου του κινητήρα - το αν δηλ αυτός είναι κυβισμού 900 ή 1400 κ.εκ. - τα τελευταία αυτά ψηφία δεν είναι σημαντικά, καθώς ο τύπος δηλώνεται από τα πρώτα, ενώ τα τελευταία αποτελούν απλώς τον σειριακό αριθμό του συγκεκριμένου τεμαχίου. Η εμφάνιση όμως αυτών στην εν λόγω φωτογραφία προδίδει ότι η λήψη έχει γίνει εκτός μηχανοστασίου ή άλλως μετά από αφαίρεση της πολλαπλής, πράγμα όμως που ούτε στην έκθεση μνημονεύεται, ούτε υποστηρίχθηκε στην επ' ακροατηρίω προφορική διαδικασία, πρωτοδίκως ή κατ' έφεση.

Το κρίσιμο εν προκειμένω γεγονός της αλλαγής του κινητήρα προκύπτει από τις τεχνικές εκθέσεις του Κ. Μ., που αυτός συνέταξε νια λογαριασμό της οικογένειας της θανούσης, με τις φωτογραφίες του οχήματος που τις συνοδεύουν, σε συνδυασμό με τις καταθέσεις του τόσο στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου και πρωτοδίκως, όσο και ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Χαλκιδικής και του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Από αυτόν ειδικότερα κατατέθηκε ότι με άμεση αντίληψη και δικές του ενέργειες σαφώς διαπίστωσε, αφού πρώτα άνοιξε το καπώ του αυτοκινήτου, βρίσκοντας πρόσβαση στο συρματόσκοινο (ντίζα) που σήκωνε την ασφάλειά του μέσα από το άνοιγμα του (σπασμένου) προβολέα της πλευράς του οδηγού, ότι ο κινητήρας που βρισκόταν εγκατεστημένος στο μηχανοστάσιο του αυτοκινήτου ήταν τετρακύλινδρος και όχι τρικύλινδρος, όπως αυτός αναγραφόταν στην άδεια κυκλοφορίας του.

Ότι οπτικά δε αναγνώρισε τον κινητήρα ως προερχόμενο από άλλο μοντέλο της ιδίας εταιρίας και συγκεκριμένα από το Opel Tigra, το οποίο φέρει τετρακύλινδο κινητήρα 1.397 κ.εκ. από αυτοκίνητο διαφορετικού τύπου και ιπποδύναμης και δη από Opel Tigra. Η αξιοπιστία των ευρημάτων του αυτών δεν πλήττεται από το γεγονός ότι δεν κατόρθωσε να φωτογραφήσει τον αριθμό κινητήρα των 1.397 κ.εκ., διότι κρίνεται ως πειστικός και βάσιμος ο ήδη προαναφερθείς ισχυρισμός του ότι η λήψη της σχετικής φωτογραφίας ήταν αδύνατη με τοποθετημένη τη μηχανή εντός του μηχανοστασίου του οχήματος, λόγω της θέσης του σχετικού αριθμού σε σημείο του κορμού του κινητήρα που δεν ήταν προσβάσιμο.

Σε κάθε δε περίπτωση, κρίσιμο εν προκειμένω για την υπό εξέταση κατηγορία δεν είναι το ποιος συγκεκριμένος - κατά σειριακό τεμαχίου - κινητήρας είχε τοποθετηθεί στο ζημιογόνο αυτοκίνητο, αλλά το ότι αυτό δεν έφερε τον κινητήρα που του είχε τοποθετηθεί από τον κατασκευαστή του, αλλά άλλον, μεγαλύτερου κυβισμού και ιπποδύναμης, καθώς βάση της εδώ εξεταζόμενης κατηγορίας είναι ότι ο κινητήρας που έφερε το όχημα κατά το χρόνο της εξετάσεώς του από τον 1ο κατηγορούμενο, ως διορισθέντα πραγματογνώμονα, δεν ήταν ο εργοστασιακός, τον οποίο αυτός αναληθώς - επομένως - κατέγραφε και κατέθεσε ότι βρήκε εγκατεστημένο στο εν λόγω όχημα.

Τούτο δε, διότι ο εργοστασιακός κινητήρας είναι, όπως προαναφέρθηκε, τρικύλινδρος, ο δε αριθμός των κυλίνδρων ενός κινητήρα είναι ευχερέστατα και χωρίς αμφιβολίες προφανής κατά την επισκόπηση στον έχοντα βασικές μηχανολογικές γνώσεις και δεν σχετίζεται με, ούτε αποκρύπτεται, από τυχόν, πλαστικά καλύμματα που έχουν τοποθετηθεί πάνω του και προέρχονται από κινητήρα με άλλον αριθμό κυλίνδρων, αφού ακόμα κι αν δεν είναι ορατή η κεφαλή και ο κορμός του ιδίου του κινητήρα, είναι αντιληπτή η διαφορά μήκους (καθώς πρόκειται για κινητήρες που έχουν αμφότεροι τους κυλίνδρους τους "εν σειρά") και παραμένουν εμφανείς οι αυλοί εισαγωγής (καυσίμου) κι εξαγωγής (καυσαερίων) των κυλίνδρων, που αντιστοιχούν από μία σε κάθε κύλινδρο κι έτσι φαίνεται το αν οι τελευταίοι είναι τρεις ή τέσσερεις.

Το γεγονός ότι το ως άνω όχημα στις 29.5.2015 (δηλαδή δύο περίπου έτη πριν το ατύχημα) και στις 26.6.2017 (τέσσερις περίπου μήνες μετά το ατύχημα) ελέγχθηκε από το ΚΤΕΟ και στα σχετικά δελτία ελέγχου δεν αναφέρονται παρατηρήσεις για τον κινητήρα του αυτοκινήτου, δεν αποδεικνύει ότι κατά το ενδιάμεσο διάστημα δεν έγινε η ως άνω αλλαγή ως προς τον κινητήρα, αφού αυτή μπορούσε ανά πάσα στιγμή να διενεργηθεί στο συνεργείο επισκευής αυτοκινήτων του δευτέρου κατηγορουμένου ή σε κάποιο άλλο συνεργαζόμενο συνεργείο, αλλά και να αφαιρεθεί με την ίδια ευχέρεια, καθώς η τοποθέτηση και αντικατάσταση του κινητήρα είναι ζήτημα το πολύ μιας εργάσιμης ημέρας.

Το αυτό ισχύει και όσον αφορά το επιχείρημα της υπεράσπισης του δευτέρου κατηγορουμένου ότι κατά την πώληση του οχήματος που έγινε στις 13.7.2017, προς τον Θ. Τ. του Χ., το όχημα "φορούσε" τον εργοστασιακό κινητήρα. Επιβεβαιωτικό εξάλλου στοιχείο της αλλαγής του κινητήρα με άλλον ισχυρότερο είναι ότι ο Μ. Π., σε σχετική ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στις 8 Φεβρουάριου του ιδίου έτους, ανέβασε τη φωτογραφία του εν λόγω αυτοκινήτου, με το σχόλιο "Κυκλοφορώ και οπλοφορώ!", γεγονός που επιβεβαιώνει επεμβάσεις επί του οχήματος, ώστε να καταστεί αυτό δυνατότερο και ταχύτερο.

Με τους ισχυρισμούς που προβάλλουν προς απόκρουση της κατηγορίας, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι υποστηρίζουν ότι ο κινητήρας δεν είχε αντικατασταθεί κατά τον χρόνο του ατυχήματος. Ο πρώτος κατηγορούμενος (Ν. Κ.) υποστηρίζει ότι απλώς είχαν προστεθεί επάνω στον εργοστασιακό κινητήρα "κάποια πλαστικά για τούρμπο, που δεν ήταν συνδεδεμένα, (αλλά) απλά τοποθετημένα (βλ.

και από 6-10-2017 επίμαχη μαρτυρική κατάθεση) και ότι ουσιαστικά το "καπάκι του κινητήρα δεν ήταν αλλαγμένο", αλλά "είχε επάνω πλαστικά, για να δείξει "επιδειξηματικά" (κατά τη χρησιμοποιηθείσα διατύπωση) ότι είναι τούρμπο", όπως κατέθεσε, εξεταζόμενος ως μάρτυρας στις 22.10.2019 στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Χαλκιδικής και επανάλαβε στην απολογία του πρωτοδίκως και στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου.

Ο δεύτερος κατηγορούμενος υποστηρίζει και αυτός ότι δεν υπήρξε αλλαγή του κινητήρα, αλλά διαφοροποιείται σε σχέση με την εκδοχή του πρώτου κατηγορουμένου ως προς το αν αλλάχθηκε η όχι το καπάκι του κινητήρα, δεδομένου ότι, όπως ισχυρίστηκε στην απολογία του, το καπάκι (εννοώντας προφανώς του κινητήρα) το άλλαξε ο ίδιος, διότι "έσπασε, χάλασε, σάπισε το προηγούμενο καπάκι" ... . "αυτό που ήταν από το εργοστάσιο" επειδή είχε εμπλακεί το αυτοκίνητο σε προηγούμενο τροχαίο.

Οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων αξιολογούνται ως μη πειστικοί και απορριπτέοι καθώς, πέραν του ότι δεν ταυτίζονται μεταξύ τους, δεν είναι πειστικοί ο μεν περί διάθεσης του νεαρού Μ. Π. να δημιουργήσει σε τρίτους για λόγους εντυπωσιασμού με την προσθήκη πλαστικών την εντύπωση ότι οδηγεί ένα αυτοκίνητο μεγαλύτερης ισχύος, διότι τα πλαστικά που υποτίθεται ότι προστέθηκαν "επιδειξηματικά" δεν βρίσκονταν σε ορατό για τους τρίτους τμήμα του αυτοκινήτου, αλλά στο εσωτερικό του, κάτω από το καπό.

Ο έτερος ισχυρισμός (του δευτέρου κατηγορουμένου) περί της επικαλούμενης ανάγκης να αντικατασταθεί το φερόμενο ως φθαρμένο καπάκι της εργοστασιακής μηχανής αξιολογείται ομοίως ως μη πειστικός, προεχόντως διότι σε μια τέτοια περίπτωση ευχερώς θα μπορούσε να αναζητηθεί και να βρεθεί με αμελητέο κόστος το ανταλλακτικό του ιδίου τρικύλινδρου μοντέλου Opel....., αλλά αντ' αυτού παραδόξως τοποθετήθηκε ένα καπάκι τετρακύλινδρου οχήματος.......

Από τη φωτογράφιση από τον πρώτο κατηγορούμενο του παλιού (εργοστασιακού) κινητήρα του οχήματος, ο οποίος δεν βρισκόταν τοποθετημένος σε αυτό, προκύπτει περαιτέρω ότι ήταν ο δεύτερος των κατηγορουμένων αυτός που τον έθεσε στη διάθεση του πρώτου για να τον φωτογραφίσει, εκεί όπου ο ίδιος τον είχε αποθηκεύσει, αφού προφανώς πρώτα τον έπεισε, με φραστικές παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα, να τελέσει τις ανωτέρω πράξεις της ψευδούς πραγματογνωμοσύνης και της ψευδούς κατάθεσης κατ' εξακολούθηση, επιδιώκοντας (ο δεύτερος) να επιτύχει αφενός την κατά το δυνατόν επιεικέστερη μεταχείριση για τον γιό του Μ.

Π., ενόψει της προοπτικής να κατηγορηθεί ως υπαίτιος για το εν λόγω ατύχημα, αλλά και περαιτέρω οικονομικές συνέπειες σε βάρος του, αφού η διαπίστωση της τοποθέτησης μεγαλύτερου κινητήρα χωρίς αντίστοιχη μεταβολή των στοιχείων της αδείας κυκλοφορίας του οχήματος θα συνεπαγόταν διοικητικές κυρώσεις, δηλ πρόστιμο και αφαίρεση της αδείας κυκλοφορίας αυτού.

Για τον τελευταίο αυτόν λόγο πρέπει εξάλλου να απορριφθεί ο προβληθείς από τον 2ο κατηγορούμενο αυτοτελής ισχυρισμός του άρθρ. 224 παρ.3 ΠΚ, καθώς το εν λόγω στοιχείο της αλλαγής του κινητήρα ήταν δευτερεύον όσον αφορά την ενοχή του υιού του για το ατύχημα, το οποίο προκλήθηκε προεχόντως από τον επικίνδυνο και αμελή τρόπο οδήγησης του τελευταίου, ως δε προς την μεταβολή των τεχνικών χαρακτηριστικών του οχήματος, ιδίως από τη χρήση παλαιών και παράταιρων ελαστικών και όχι από την αλλαγή του κινητήρα, αφού και με τον εργοστασιακό του κινητήρα το όχημα θα μπορούσε σε κάθε περίπτωση να αναπτύξει την ταχύτητα των 100 περίπου χ.α.ω με την οποία κινείτο κατά το ατύχημα.

Η αλλαγή αυτή όμως θα είχε άλλες διοικητικές κυρώσεις, όπως προαναφέρθηκε, τις οποίες και κυρίως επεδίωξε να αποφύγει ο 2ος κατηγορούμενος. Συνεπεία όλων των ανωτέρω αποδείχθηκαν βάσιμες οι κατηγορίες που αποδίδονται σε αμφότερους τους κατηγορούμενους και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι για τις κατηγορίες αυτές και συγκεκριμένα για το ότι στους παρακάτω τόπους και χρόνους με περισσότερες πράξεις τέλεσαν περισσότερα εγκλήματα και ειδικότερα για το ότι :

I) Ο πρώτος κατηγορούμενος Ν. Κ. του Δ.: Α. Στην Αλεξάνδρεια Ημαθίας, στις 6-4-2017, ως πραγματογνώμονας εν γνώσει του εξέθεσε (με όρκο) ψέματα και απέκρυψε την αλήθεια και συγκεκριμένα ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων του Αστυνομικού Τμήματος Αλεξάνδρειας Ημαθίας Σ. Κ. και Ανθυπαστυνόμου Σ. Κ., με την ιδιότητα του πραγματογνώμονα (καταχωρημένου στον κατ' άρθρο 185 ΚΠΔ πίνακα πραγματογνωμόνων του Πρωτοδικείου Κατερίνης) σε εκτέλεση της με αριθμό ...-2017 παραγγελίας του παραπάνω Αστυνομικού Τμήματος, κατόπιν της από 3-3-2017 έκθεσης ορκοδοσίας πραγματογνώμονα, εγχείρισε τη με αναγραφόμενη ημερομηνία 3-3-2017 έκθεση πραγματογνωμοσύνης σχετικά με την εξέταση του με αριθμό κυκλοφορίας ...

Ε.Ι.Χ. αυτοκινήτου, μάρκας ΟΡΕΙ, τύπου CORSA, στην χ.θ, του 50,700 χλμ της Π.Ε.Ο. Θεσσαλονίκης - Βέροιας, στην οποία, μεταξύ άλλων, ανέφερε σχετικά με το τροχαίο δυστύχημα, που συνέβη στον πιο πάνω τόπο στις 3-3-2017 και περί ώρα 20.00' με παθούσα την Α. Κ. του Ι.: " 1) Πρόκειται για μικρό Ε.Ι.Χ. αυτ/το, μάρκας OPEL CORSA, χρώματος βυσσινί (μπορντώ), με αριθμό πλαισίου ...

και αριθμό κινητήρα ......." περαιτέρω δε ενσωμάτωσε στη σελ. 2 της παραπάνω έκθεσης πραγματογνωμοσύνης φωτογραφία, στην οποία απεικονίζεται ο περιγραφόμενος στην άδεια κυκλοφορίας του οχήματος κινητήρας. Τα ως άνω όμως που εξέθεσε και απεικόνισε ο 1ος κατηγορούμενος ήταν ψευδή και ο ίδιος τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας αυτών, καθόσον στην πραγματικότητα ενσωμάτωσε στη γνωμοδότησή του (έκθεση πραγματογνωμοσύνης) φωτογραφία από κινητήρα άλλου οχήματος, που ήταν τρικύλινδρος και δεν ήταν τοποθετημένος στο αυτοκίνητο της κ.

Α. Β., το οποίο εμπλέκεται στο τροχαίο δυστύχημα. Η αλήθεια, την οποία εν γνώσει του απέκρυψε ο 1ος κατηγορούμενος ήταν ο ίδιος δεν είχε ανοίξει το καπό του παραπάνω αυτοκινήτου, για να φωτογραφήσει τον κινητήρα του κι ότι το παραπάνω αυτοκίνητο έφερε κατά τον κρίσιμο χρόνο του τροχαίου δυστυχήματος, τετρακύλινδρο κινητήρα 1.397 κυβικών από OPEL TIGRA κι όχι τον τρικύλινδρο των 973 κυβικών, που αναγραφόταν στην άδεια κυκλοφορίας του.

Β. Στη Βέροια, στις 6-10-2017 και στον Πολύγυρο Χαλκιδικής, στις 22-10-2019, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενώ εξεταζόταν (ενόρκως) ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει του κατέθεσε ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή και συγκεκριμένα:

α) στη Βέροια, στις 6-10-2017, εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της κ. Πταισματοδίκη Βεροίας Βασιλικής Μπακρατσά - Καμπουρίδου και της κ. Γραμματέα αυτής στο πλαίσιο ποινικής διερεύνησης της παραπάνω υπό στοιχείο Α' υπόθεσης τροχαίου δυστυχήματος και κατέθεσε, μεταξύ άλλων, τα εξής : "Επί τόπου έλεγξα το όχημα και τα πειστήρια του τροχαίου ατυχήματος, έβγαλα κάποιες φωτογραφίες παρουσία αστυνομικών άνοιξα το καπό, με πένσες και έκανα τον έλεγχο του κινητήρα.

Πάνω στο κινητήρα του αυτοκινήτου είχε κάποιο; πλαστικά για τούρμπο, που δεν ήταν συνδεδεμένα, απλά τοποθετημένα. Ότι στοιχεία βρήκα και όποιες φωτογραφίες έβγαλα από το ατύχημα συμπεριλαμβάνονται όλα στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξα. ... Ο αριθμός κινητήρα φαίνεται στη φωτογραφία, στο δεύτερο φύλλο της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης και η φωτογραφία αυτή πάρθηκε από το συγκεκριμένο αυτοκίνητο".

Περαιτέρω, β) στον Πολύγυρο Χαλκιδικής, στις 22-10-2019, εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον των κ. Δικαστών της σύνθεσης του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Χαλκιδικής που εξέδωσε τη με αριθμούς 69, 70, 71, 72, 73, 74 και 75/2019 απόφαση για τον τότε κατηγορούμενο Μ. Π. του Σ., υιό του 2ου κατηγορούμενου Σ. Π. του Δ. και κατέθεσε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "...

Το αυτοκίνητο είναι χιλιάρι, όπως γράφεται στην άδεια. Έλεγξα τον αριθμό του κινητήρα, είναι αυτός που έγραφε στην άδεια κυκλοφορίας. Αν είχε γίνει μετατροπή, ο κινητήρας θα είχε άλλο αριθμό στην άδεια" (σελ. 12 της απόφασης), Τα παραπάνω κατατεθέντα ήταν ψευδή, κατά το μέτρο που προαναφέρθηκε ανωτέρω υπό στοιχείο Α', ο δε πρώτος κατηγορούμενος .

τελούσε εν γνώσει της αναλήθειάς τους. Ο δεύτερος κατηγορούμενος Σ. Π. του Δ.: Γ. Στον Πολύγυρο Χαλκιδικής, στις 22-10-2019, ενώ εξεταζόταν (ενόρκως) ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει του κατέθεσε ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή και συγκεκριμένα, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον των Δικαστών της σύνθεσης του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Χαλκιδικής, που εξέδωσε τη με αριθμούς 69, 70, 71, 72, 73, 74 και 75/2019 απόφαση για τον τότε κατηγορούμενο Μ.

Π. του Σ., υιό του κατέθεσε, μεταξύ άλλων, τα εξής: " Η κατάσταση του αυτοκινήτου ήταν άριστη. Δεν είχε υποστεί μετατροπές. Ο κινητήρας ήταν 900 - .1000 κυβικά. ... 0 κινητήρας δεν είναι 1.400" (σελ. 10 της απόφασης), Τα παραπάνω κατατεθέντα ήταν ψευδή, κατά το μέτρο που προαναφέρθηκε ανωτέρω υπό στοιχείο Α', ο δε δεύτερος κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναλήθειάς τους.

Δ. Στην Αλεξάνδρεια Ημαθίας, στις 6-42017, με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε και συγκεκριμένα με φραστικές παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα, διευκολύνοντάς τον, επιδεικνύοντάς του παλαιό κινητήρα του οχήματος, για να τον φωτογραφίσει, προκάλεσε στον πρώτο κατηγορούμενο την απόφαση να τελέσει την αξιόποινη πράξη της ψευδούς πραγματογνωμοσύνης, όπως περιγράφεται ανωτέρω, στην υπό στοιχείο (Α') πράξη.

Ε. Στη Βέροια, στις 6-10-2017 και στον Πολύγυρο Χαλκιδικής, στις 22-10-2019, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε και συγκεκριμένα με φραστικές παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα, προκάλεσε στον πρώτο κατηγορούμενο την απόφαση να τελέσει την αξιόποινη πράξη της ψευδούς κατάθεσης κατ' εξακολούθηση, όπως περιγράφεται ανωτέρω, στην υπό στοιχείο (Β') πράξη.

Βάσει των προεκτεθέντων πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι, να τους αναγνωρισθεί, όμως, ως πρωτοδίκως (βλ. άρθρο 470 ΚΠΔ), η συνδρομή στο πρόσωπό τους της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.". Στη συνέχεια, το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον δεύτερο κατηγορούμενο ήδη αναιρεσείοντα με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τους παραπάνω κατηγορούμενους ένοχους του ότι: ...2) Ο δεύτερος κατηγορούμενος Σ.

Π. του Δ.: Γ. Στον Πολύγυρο Χαλκιδικής, στις 22-10-2019, ενώ εξεταζόταν (ενόρκως) ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει του κατέθεσε ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή και συγκεκριμένα ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον των κ. Δικαστών της σύνθεσης του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Χαλκιδικής, που εξέδωσε τη με αριθμούς 69, 70, 71, 72, 73, 74 και 75/2019 απόφαση για τον τότε κατηγορούμενο Μ.

Π. του Σ., υιό του, κατέθεσε, μεταξύ άλλων, τα: " ...Η κατάσταση του αυτοκινήτου ήταν άριστη. Δεν είχε υποστεί μετατροπές. Ο κινητήρας ήταν 900 - 1.000 κυβικά ... . Ο κινητήρας δεν είναι 1.400" (σελ. 10 της απόφασης).". Τα παραπάνω κατατεθέντα ήταν ψευδή, κατά το μέτρο που προαναφέρθηκε ανωτέρω υπό στοιχείο Α', ο δε δεύτερος κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναλήθειάς τους.

Δ. Στην Αλεξάνδρεια Ημαθίας, στις 6-4-2017, με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε και συγκεκριμένα με φραστικές παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα, διευκολύνοντάς τον, επιδεικνύοντάς του παλαιό κινητήρα του οχήματος, για να τον φωτογραφίσει, προκάλεσε στον πρώτο κατηγορούμενο την απόφαση να τελέσει την αξιόποινη πράξη της ψευδούς πραγματογνωμοσύνης.

Ε. Στη Βέροια, στις 6-10-2017 και στον Πολύγυρο Χαλκιδικής, στις 22-10- 2019, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε και συγκεκριμένα με φραστικές παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα, προκάλεσε στον πρώτο κατηγορούμενο την απόφαση να τελέσει την αξιόποινη πράξη της ψευδούς κατάθεσης κατ' εξακολούθηση, όπως περιγράφεται ανωτέρω, στην υπό στοιχείο (Β') πράξη, με απώτερο σκοπό να αθωωθεί ο υιός του Μ.

Π. από την κατηγορία της διατάραξης της ασφάλειας των συγκοινωνιών από την οποία επήλθε θάνατος.", επισημειώνοντας ότι για τον πρώτο κατηγορούμενο διέλαβε το ακόλουθο διατακτικό: "1) Ο πρώτος κατηγορούμενος Ν. Κ. του Δ.: Α. Στην Αλεξάνδρεια Ημαθίας, σας 6-4-2017, ως πραγματογνώμονας εν γνώσει του εξέθεσε (με όρκο) ψέματα και συγκεκριμένα ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων του Αστυνομικού Τμήματος Αλεξάνδρειας Ημαθίας Σ.

Κ. και Ανθυπαστυνόμου Σ. Κ., με την ιδιότητα του πραγματογνώμονα (καταχωρημένου στον κατ' άρθρο 185 ΚΠΔ πίνακα πραγματογνωμόνων του Πρωτοδικείου Κατερίνης) σε εκτέλεση της με αριθμό 2514/09/2-ε1 από 3-3-2017 παραγγελίας του παραπάνω Αστυνομικού Τμήματος, κατόπιν της από 3-3-2017 έκθεσης ορκοδοσίας πραγματογνώμονα, εγχείρισε τη με αναγραφόμενη ημερομηνία 3-3-2017 έκθεση πραγματογνωμοσύνης σχετικά με την εξέταση του με αριθμό κυκλοφορίας ...

Ε.Ι.Χ. αυτοκινήτου, μάρκας ΟΡΕΙ, τύπου CORSA, που ενεπλάκη στο ατύχημα που συνέβη στην χ.θ. του 50,700 χλμ της Π.Ε.Ο. Θεσσαλονίκης - Βέροιας, στην οποία, μεταξύ άλλων, ανέφερε σχετικά με το τροχαίο δυστύχημα που συνέβη στον πιο πάνω τόπο στις 3-3-2017 και περί ώρα 20.00' με παθούσα την Α. Κ. του Ι.: "... 1) Πρόκειται για μικρό Ε.Ι.Χ.

αυτ/το, μάρκας OPEL CORSA, χρώματος βυσσινί (μπορντώ), με αριθμό πλαισίου ... αριθμό κινητήρα ......" περαιτέρω δε ενσωμάτωσε στη σελ.2 της παραπάνω έκθεσης πραγματογνωμοσύνης φωτογραφία, στην οποία απεικονίζεται ο περιγραφόμενος στην άδεια κυκλοφορίας του οχήματος κινητήρας. Τα ως άνω όμως που εξέθεσε και απεικόνισε ο 1ος κατηγορούμενος ήταν ψευδή και ο ίδιος τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας αυτών, καθόσον στην πραγματικότητα ενσωμάτωσε στη γνωμοδότησή του (έκθεση πραγματογνωμοσύνης) φωτογραφία από άλλον κινητήρα, που ήταν τρικύλινδρος και δεν ήταν τοποθετημένος στο αυτοκίνητο της κ.

Α. Β., το οποίο εμπλέκεται στο τροχαίο δυστύχημα. Η αλήθεια όμως ήταν ότι ο ίδιος δεν είχε ανοίξει το καπό του παραπάνω αυτοκινήτου, για να φωτογραφήσει τον κινητήρα του κι ότι το παραπάνω αυτοκίνητο έφερε κατά τον κρίσιμο χρόνο του τροχαίου δυστυχήματος, τετρακύλινδρο κινητήρα 1.397 κυβικών από OPEL TIGRA κι όχι τον τρικύλινδρο των 973 κυβικών, που αναγραφόταν στην άδεια κυκλοφορίας του.

Β. Στη Βέροια, στις 6-10-2017 και στον Πολύγυρο Χαλκιδικής, στις 22-10- 2019, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενώ εξεταζόταν (ενόρκως) ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει του κατέθεσε ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή και συγκεκριμένα:

α) στη Βέροια, στις 6-10-2017, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της κ. Πταισματοδίκη Βεροίας Βασιλικής Μπακρατσά - Καμπουρίδου και της κ. Γραμματέα αυτής στο πλαίσιο ποινικής διερεύνησης της παραπάνω υπό στοιχείο Α' υπόθεσης τροχαίου δυστυχήματος, κατέθεσε, μεταξύ άλλων, τα εξής : "Επί τόπου έλεγξα το όχημα και τα πειστήρια του τροχαίου ατυχήματος, έβγαλα κάποιες φωτογραφίες ...παρουσία αστυνομικών άνοιξα το καπό, με πένσες και έκανα τον έλεγχο του κινητήρα.

Πάνω στο κινητήρα του αυτοκινήτου είχε κάποια πλαστικά για τούρμπο, που δεν ήταν συνδεδεμένα, απλά τοποθετημένα. Ό,τι στοιχεία βρήκα και όποιες φωτογραφίες έβγαλα από το ατύχημα συμπεριλαμβάνονται όλα στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξα. Ο αριθμός κινητήρα φαίνεται στη φωτογραφία, στο δεύτερο φύλλο της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης και η φωτογραφία αυτή πάρθηκε από το συγκεκριμένο αυτοκίνητο".

Περαιτέρω, β) στον Πολύγυρο Χαλκιδικής, στις 22-10- 2019, εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον των κ. Δικαστών της σύνθεσης του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Χαλκιδικής που εξέδωσε τη με αριθμούς 69, 70, 71, 72, 73, 74 και 75/2019 απόφαση για τον τότε κατηγορούμενο Μ. Π. του Σ., υιό του 2ου κατηγορούμενου Σ. Π. του Δ. Και κατέθεσε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Το αυτοκίνητο είναι χιλιάρι, όπως γράφεται στην άδεια.

Έλεγξα τον αριθμό του κινητήρα, είναι αυτός που έγραφε στην άδεια κυκλοφορίας. Αν είχε γίνει μετατροπή, ο κινητήρας θα είχε άλλο αριθμό στην άδεια" (σελ. 12 της απόφασης), Τα παραπάνω κατατεθέντα ήταν ψευδή, κατά το μέτρο που προαναφέρθηκε ανωτέρω υπό στοιχείο Α', ο δε πρώτος κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναλήθειάς τους.".

Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ενιαίο σύνολο, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την καταδικαστική κρίση της αναφορικά με τον αναιρεσείοντα- πρώτο κατηγορούμενο, αφού αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη προεκτεθείσα νομική σκέψη, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω αξιόποινων πράξεων ψευδορκίας μάρτυρα και ήδη ψευδούς κατάθεσης, ηθικής αυτουργίας κατ'εξακολούθηση σε ψευδή κατάθεση κατ'εξακολούθηση του συγκατηγορουμένου του αυτουργού Ν.

Κ., και ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία πραγματογνώμονα και ήδη ψευδή πραγματογνωμοσύνη του συγκατηγορουμένου του αυτουργού Ν. Κ., για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες τα υπήγαγε, με ευκρινείς νομικούς συλλογισμούς υπαγωγής των περιστατικών, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ.1 εδ.

α' 27, 46 παρ. 1, 94 παρ. 1, 98 παρ. 1, 224 παρ. 1, 226 παρ.1 του ισχύοντος από 1.7.2019 ΠΚ, ως προς την νομοτυπική μορφή των εγκλημάτων, τις οποίες το άνω Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου με ελλιπείς, ασαφείς, ή αντιφατικές αιτιολογίες και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Συγκεκριμένα, εκτίθενται με σαφήνεια όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, ενώ παρατίθενται τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται αναγκαία, κατά νόμο, η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά τί προκύπτει από καθένα τούτων, όπως και η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμησή τους, αφού από αυτό δεν συνάγεται ότι το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, περιορίστηκε επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα και αγνόησε τα υπόλοιπα, οι δε περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες.

Ακόμη, εκτίθενται τα ψευδή περιστατικά που κατέθεσαν ενόρκως ως μάρτυρες ο αναιρεσείων και ο συγκατηγορούμενός του και όσα ο τελευταίος εξέθεσε ως πραγματογνώμονας, ποια είναι τα αληθή περιστατικά και η γνώση του αναιρεσείοντος για το ψευδές των περιστατικών. Επίσης, εκτίθενται ο τρόπος και τα μέσα, ήτοι της πειθούς και φορτικότητας, που χρησιμοποίησε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος προκειμένου να πείσει τον συγκατηγορούμενό του να καταθέσει και να εκθέσει κατά τα άνω τα ψευδή γεγονότα, χωρίς να είναι αναγκαίο να παρατίθενται άλλα στοιχεία σχετικά με την πειθώ και τη φορτικότητα και το βαθμό επίδρασης αυτών στην απόφαση του εν λόγω συγκατηγορουμένου του φυσικού αυτουργού, αρκεί ότι συνδέονται αιτιωδώς με την τέλεση των αδίκων πράξεων ψευδούς κατάθεσης και ψευδούς πραγματογνωμοσύνης, και ο δόλος του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου με την παραδοχή ότι γνώριζε από προσωπική αντίληψη την αναλήθεια των όσων κατέθεσε ψευδώς ο συγκατηγορούμενός του και ότι η ψευδής κατάθεση αποσκοπούσε στην αίσια για τον υιό του έκβαση της ποινικής υπόθεσης αλλά και για τον ίδιο, κατά τα διαλαμβανόμενα ειδικότερα στην προσβαλλομένη απόφαση.

Η ψευδής δε κατάθεση του ίδιου και του συγκατηγορουμένου του καθώς και η ψευδής πραγματογνωμοσύνη του τελευταίου, αναφέρονται σε γεγονότα, τα οποία, ανεξαρτήτως αν είναι ουσιώδη ή επουσιώδη, έχουν σχέση με την ως άνω εκκρεμή ποινική υπόθεση και τα περιστατικά που κατατέθηκαν σχετίζονται ουσιαστικά και διαδικαστικά με αυτήν, και μπορούν να ασκήσουν, έστω και μικρή, επιρροή στην αναμενόμενη δικαστική κρίση, άσχετα αν πράγματι άσκησαν η όχι, οι δε περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες.

Περαιτέρω, αιτιολογείται πλήρως, ο απαιτούμενος για όλα τα εγκλήματα (της ψευδούς κατάθεσης του αναιρεσείοντος, της ηθικής αυτουργίας κατ'εξακολούθηση σε ψευδή κατάθεση κατ'εξακολούθηση του συγκατηγορουμένου του αυτουργού Ν. Κ. και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή πραγματογνωμοσύνη του συγκατηγορουμένου του αυτουργού Ν.

Κ.) άμεσος δόλος του αναιρεσείοντος. Πιο συγκεκριμένα εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι τα ως άνω γεγονότα, τα οποία κατέθεσαν ενόρκως ο αναιρεσείων και ο συγκατηγορούμενός του Ν. Καμούκας μη διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη, εξεταζόμενοι ως μάρτυρες, ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Χαλκιδικής, που εξέδωσε την με αριθ.75/2019 απόφαση για τον τότε κατηγορούμενο Μ.

Π. του Σ., υιό του αναιρεσείοντος, επιπλέον δε ο συγκατηγορούμενος του αναιρεσείοντος και στο πλαίσιο της προανάκρισης ενώπιον της Πταισματοδίκη Βεροίας, ο δε τελευταίος και για όσα εξέθεσε με όρκο με την ιδιότητα του πραγματογνώμονα εγχειρίζοντας τη σχετική από 3-3-2017 έκθεση πραγματογνωμοσύνης ενσωματώνοντας σ'αυτήν σχετική φωτογραφία του κινητήρα του οχήματος ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων του Α.Τ.Αλεξάνδρειας Ημαθίας, στα πλαίσια της ποινικής διερεύνησης της μνημονευόμενης υπόθεσης τροχαίου δυστυχήματος σχετικά με την εξέταση και κατάσταση του αναφερόμενου Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου και του κινητήρα αυτού, είναι ψευδή και ο αναιρεσείων γνώριζε ποια ήταν τα αληθή από προσωπική του αντίληψη, παραθέτοντας το Εφετείο συγκεκριμένα και με λεπτομέρεια γεγονότα που θεμελιώνουν με πλήρη επάρκεια την κρίση του αυτή καθώς και την κρίση του ότι την απόφαση αυτή του συγκατηγορουμένου του Ν.

Κ. (για ψευδή κατάθεση και ψευδή πραγματογνωμοσύνη) την προκάλεσε σ'αυτόν ο αναιρεσείων. Συγκεκριμένα, καθόσον αφορά την περί ηθικής αυτουργίας κρίση από το συνολικό περιεχόμενο του σκεπτικού με σαφήνεια θεμελιώνονται τα απαιτούμενα για την κατάφαση της ηθικής αυτουργίας ήτοι ότι οι ως άνω ψευδείς καταθέσεις και η ψευδής πραγματογνωμοσύνης ήταν προϊόν παρακίνησης, επίμονης προτροπής και πειθούς του δεύτερου κατηγορουμένου ήδη αναιρεσείοντος, ο υιός του οποίου Μ.

Π., σαφώς πάντοτε κατά τις παραδοχές, είχε κατηγορηθεί για διατάραξη της ασφάλειας των συγκοινωνιών στα πλαίσια του μνημονευόμενου τροχαίου ατυχήματος από την οποία επήλθε θάνατος της ανήλικης θυγατέρας των υποστηριζόντων την κατηγορία. Παρατίθενται στο σκεπτικό όχι, μόνο, τα ψευδή γεγονότα που κατατέθηκαν από τον αναιρεσείοντα στις 22-10-2019 και τον συγκατηγορούμενό του στις 6-10-2017 και 22-10-2019, ως μάρτυρες, και επιπλέον εκτέθηκαν ενόρκως από τον συγκατηγορούμενό του ως νομίμως διορισθέντα από την προανακριτική αρχή πραγματογνώμονα και αποτέλεσαν περιεχόμενο της εγχειρισθείσας από αυτόν έκθεσης πραγματογνωμοσύνης στις 6-4-2017, αλλά και τα αληθή γεγονότα, και ότι την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, σαφώς και γνώριζε ο αναιρεσείων και ο συγκατηγορούμενός του πραγματογνώμονας και παρά ταύτα τα επικαλέστηκαν, κατέθεσαν και βεβαίωσαν, όπως αναλυτικά εκτίθεται στην απόφαση.

Η γνώση του αναιρεσείοντος, κατά τις παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας πηγάζει από την προσωπική του αντίληψη, καθόσον ο ίδιος είχε άμεση, ιδία αντίληψη της κατάστασης του αυτοκινήτου το οποίο και ο ίδιος χρησιμοποιούσε, ενώ, αιτιολογείται με επάρκεια η γνώση από τον αναιρεσείοντα των ψευδών περιστατικών, η οποία, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση και αντίληψη του ιδίου χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή, περιστατικών.

Ακόμη, αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο τρόπος και τα μέσα που χρησιμοποίησε ο αναιρεσείων δεύτερος κατηγορούμενος και έπεισε με αυτά τον συγκατηγορούμενό του να τελέσει τις ως άνω άδικες πράξεις, των οποίων αρκεί να στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση για το αξιόποινο της ηθικής αυτουργίας σε αυτές και για την αντικειμενική συγκρότηση των οποίων παρατίθενται πλήρεις αιτιολογίες, καθώς και η ηθελημένη εκ μέρους του αναιρεσείοντος πρόκληση στον αυτουργό συγκατηγορούμενό του της απόφασης για τη διάπραξη των άνω εγκλημάτων.

Περιέχονται δε στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης όλα τα απαιτούμενα στοιχεία που συγκροτούν την πράξη της ηθικής αυτουργίας και δεν δημιουργείται έλλειψη αιτιολογίας από το γεγονός ότι τα πλήρη αυτά στοιχεία παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται από τον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού.

Ειδικότερα, το Δικαστήριο δέχτηκε ορθώς και με την προσήκουσα αιτιολογική επάρκεια ότι ο αναιρεσείων (δεύτερος κατηγορούμενος) Σ. Π. με φραστικές παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα, διευκολύνοντάς τον με την επίδειξη σ'αυτόν του παλαιού κινητήρα του οχήματος για να τον φωτογραφίσει, προκάλεσε στον συγκατηγορούμενό του νομίμως διορισθέντα πραγματογνώμονα Ν.

Κ. την απόφαση να τελέσει τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς πραγματογνωμοσύνης και της ψευδούς κατάθεσης κατ'εξακολούθηση, όπως περιγράφονται. Κύριο γνώρισμα των καταθέσεων ήταν η διαβεβαίωση της προσωπικής αντίληψης και η άμεση επίγνωση των κατατεθέντων προανακριτικώς και στο Δικαστήριο και των βεβαιωθέντων στην πραγματογνωμοσύνη, εκθέτοντας το Δικαστήριο ότι από τη φωτογράφιση από τον πρώτο κατηγορούμενο διορισθέντα νομίμως ως πραγματογνώμονα του παλιού (εργοστασιακού) κινητήρα του οχήματος, ο οποίος δεν βρισκόταν τοποθετημένος σε αυτό, προκύπτει ότι ήταν ο δεύτερος των κατηγορουμένων αυτός που τον έθεσε στη διάθεση του πρώτου για να τον φωτογραφίσει, εκεί όπου ο ίδιος τον είχε αποθηκεύσει, αφού πρώτα τον έπεισε, με φραστικές παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα, να τελέσει τις ανωτέρω πράξεις της ψευδούς πραγματογνωμοσύνης και της ψευδούς κατάθεσης κατ' εξακολούθηση, επιδιώκοντας (ο δεύτερος) να επιτύχει αφενός την κατά το δυνατόν επιεικέστερη μεταχείριση για τον γιό του Μ.

Π., ο οποίος είχε κατηγορηθεί για διατάραξη της ασφάλειας των συγκοινωνιών στα πλαίσια του μνημονευόμενου τροχαίου ατυχήματος από την οποία επήλθε θάνατος της ανήλικης θυγατέρας των υποστηριζόντων την κατηγορία, αλλά και περαιτέρω οικονομικές συνέπειες σε βάρος του, αφού η διαπίστωση της τοποθέτησης μεγαλύτερου κινητήρα χωρίς αντίστοιχη μεταβολή των στοιχείων της αδείας κυκλοφορίας του οχήματος συνεπαγόταν διοικητικές κυρώσεις, πρόστιμο και αφαίρεση της αδείας κυκλοφορίας αυτού το οποίο χρησιμοποιούσε ο ίδιος.

Από το όλο δε περιεχόμενο του σκεπτικού όπως προεκτέθηκε, είναι ρητή, βέβαιη και κατηγορηματική η αιτιολογία της ηθικής αυτουργίας, από δε την χρήση της λέξης "καταφανώς" στη φράση "αφού καταφανώς πρώτα τον έπεισε.." δεν προκαλείται ενδοιαστική αιτιολογία, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, αντιθέτως με την χρήση της, το εννοιολογικό περιεχόμενο της οποίας είναι "με προφανή τρόπο, αδιαμφισβήτητα και ότι σαφώς κάτι γίνεται αμέσως αντιληπτό και δεν επιδέχεται αμφισβήτηση", προκύπτει η ρητή, βέβαιη και κατηγορηματική αιτιολογία του δικάσαντος Δικαστηρίου για την ηθική αυτουργία του αναιρεσείοντος, όπως και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, όπως προεκτέθηκε, αφού με τη χρήση της το Δικαστήριο εμφατικά δέχεται ότι ο αναιρεσείων έπεισε, με φραστικές παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα, τον συγκατηγορούμενό του να τελέσει τις ανωτέρω πράξεις της ψευδούς πραγματογνωμοσύνης και της ψευδούς κατάθεσης κατ' εξακολούθηση, οι δε περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες.

Ακόμη στο πόρισμα της προσβαλλομένης απόφασης, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, δεν έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 46 παρ.1 Π.Κ., οι δε παραπάνω τρόποι πειθούς, φορτικότητας και παραινέσεων έχουν το ίδιο νοηματικό περιεχόμενο, και δεν εμφιλοχωρεί αντίφαση μεταξύ τους.

Ως προς τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για την πράξη της ψευδούς πραγματογνωμοσύνης (πρώην ψευδή κατάθεση πραγματογνώμονα), το Δικαστήριο, με εμπεριστατωμένο σκεπτικό ανέλυσε και αιτιολόγησε πλήρως, εφαρμόζοντας παράλληλα ορθώς τις οικείες ουσιαστικές διατάξεις, μεταξύ άλλων, την θέση του για την αντικατάσταση του εργοστασιακού κινητήρα του με αρ.

κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου με άλλον μεγαλύτερου κυλινδρισμού και με αυξημένη ιπποδύναμη ως και τον κακότεχνο τρόπο με το οποίο εκτελέσθηκε η σχετική εργασία, παράγοντες οι οποίοι, σε συνδυασμό με την μεγάλη ταχύτητα με την οποία εκινείτο το με αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, οδηγούμενο από τον υιό του αναιρεσείοντος Μ.

Π., προκάλεσαν στις 3-3-2017 τροχαίο ατύχημα, από το οποίο επήλθε ο θάνατος της ανήλικης Α. Κ., θυγατέρας των υποστηριζόντων την κατηγορία. Επίσης, το Δικαστήριο αιτιολογεί κατά τρόπο εμπεριστατωμένο την κρίση του περί βασιμότητος και αξιοπιστίας της τεχνικής έκθεσης και σχετικής κατάθεσης του Κ. Μ. ως και της πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος από την Εισαγγελία Βέροιας δεύτερου πραγματογνώμονα Γ.

Κ., σχετικά με τον όγκο και τα τεχνικά χαρακτηριστικά του ως άνω νέου κινητήρα και την αδυναμία φωτογράφισής του σε σχέση με την αντίστοιχη πραγματογνωμοσύνη του συγκατηγορουμένου του αναιρεσείοντος δευτέρου κατηγορουμένου, έτσι ώστε να εξηγείται με τρόπο πειστικό γιατί το Δικαστήριο προέκρινε ως ορθές και αληθείς κατά περιεχόμενο τις δύο πρώτες, σε αντίθεση με την τρίτη.

Περαιτέρω, από το σκεπτικό της απόφασης που προπαρατέθηκε, συνάγεται ότι το ίδιο Δικαστήριο, εξειδίκευσε και αιτιολόγησε ειδικώς και εμπεριστατωμένως, σύμφωνα με το σκεπτικό που αναπτύχθηκε στη νομική σκέψη για το άρθρ. 46 παρ. 1 ΠΚ, την μορφή της ηθικής αυτουργίας του αναιρεσείοντος, ως προς όλα τα απαιτούμενα στοιχεία ( τρόπος, μέσα, κίνητρο ).

Σχετικά με τις αποδείξεις, που λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν κατά την, διέπουσα το κεφάλαιο των αποδείξεων του Κ.Ποιν.Δ., αρχή της ηθικής απόδειξης (άρθρ. 177 παρ. 1 του εν λόγω κώδικα), για το σχηματισμό της κρίσης του Δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο έχει υποχρέωση να εκτιμήσει ελεύθερα και κατά συνείδηση την αξιοπιστία των εξετασθέντων μαρτύρων και των λοιπών αποδείξεων, αναφέρονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης χωρίς αντιφατικές σκέψεις όλα τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (ανωμοτί εξέταση του υποστηρίζοντος την κατηγορία, ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, τεχνικές εκθέσεις, έγγραφα, πρακτικά και απόφαση πρωτοβάθμιας δίκης, επισκόπηση φωτογραφιών, απολογία), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτιμήθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση.

Ακόμη, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης καθίσταται αδιαστίκτως βέβαιο, ότι το δικάσαν Δικαστήριο έλαβε υπόψη του, συνεκτίμησε και συναξιολόγησε για το σχηματισμό της κρίσης του και τα επισημαινόμενα στο αναιρετήριο ως αγνοηθέντα αποδεικτικά μέσα και δη τις προμνημονευθείσες ένορκες καταθέσεις όλων των μαρτύρων μεταξύ των οποίων και την ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου μάρτυρα Α.

Τ. μηχανολόγου μηχανικού, και την από 6-4-2017 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ν. Κ. στο σύνολό της και όχι επιλεκτικά και κατά το αληθές περιεχόμενο της και όσα απεικονίζονται στην σελ.2 αυτής, τις υπ'αριθ. .../2020 εκθέσεις και τις ... και ... διευκρινιστικές εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων της εταιρίας "Γ. Χ. Δ. και Σια ΕΕ" Χ.

Γ. και Α. Τ., μηχανολόγων μηχανικών, καθόσον γίνεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερη αναφορά σε αυτά και στο περιεχόμενό τους, όπου χρειάστηκε, και με ειδικές σκέψεις εκτίμησε και αξιολόγησε το περιεχόμενό τους σε σχέση και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, κατέληξε δε στην καταδικαστική του κρίση μετά από επιμελή έρευνα, αξιολόγηση και αξιοποίησή τους, με ειδικές σκέψεις και αναλυτική αναφορά στα ως άνω αποδεικτικά μέσα, προκειμένου να εξακριβωθεί η αλήθεια, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ., και τα άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ), από τα οποία απορρέει το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη.

Δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης, να διευκρινίζεται με αναλυτική παράθεσή τους από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή, ούτε να γίνεται ειδική μνεία του τί προέκυψε από το καθένα από αυτά ή προσδιορισμός της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου, ούτε επίσης να γίνεται συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση και εκτίμηση του περιεχομένου τους, αφού ουδόλως συνάγεται ότι το δικάσαν Δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης περιορίσθηκε επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα και αγνόησε τα υπόλοιπα, οι δε περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που προβάλλονται με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης είναι αβάσιμες.

Ακόμη, προκύπτει ότι με αιτιολογική επάρκεια και επιμέλεια ερευνήθηκαν οι αρνητικοί ισχυρισμοί του, στα πλαίσια των αυτονόητα απορρεουσών από το τεκμήριο αθωότητας αρχών, ήτοι της μη υποχρέωσης του κατηγορουμένου να αποδείξει την αθωότητά του, της αρχής του άρθρου 6 ΕΣΔΑ και της αρχής in dubio pro reo, προκειμένου να εξακριβωθεί η αλήθεια και απαντήθηκαν διεξοδικώς και εκτεταμένως, χωρίς αντιφάσεις και χωρίς το Δικαστήριο να αντιστρέψει το βάρος απόδειξης, μετακυλίοντάς

το στον ίδιο, ο δε ενιαίος τρόπος εκφοράς μαζί με την κύρια επί της ενοχής αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης είναι δόκιμος, αφού οι σχετικοί ισχυρισμοί εντάσσονται στην κεντρική αρχή για τη διαχείριση του αποδεικτικού υλικού, κατά τον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης, η οποία συνδέει άρρηκτα το δικαίωμα υπεράσπισης με το δικαίωμα ακρόασης, ως υπερασπιστικού δικαιώματος που αξιώνει τυπικά και ουσιαστικά ίση προστασία, κατά την αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας και τη θεμελίωση σ' αυτή της τελικής κρίσης του δικαστηρίου.

Με την ίδια εξάλλου επιμέλεια ερευνήθηκαν από το δικάσαν Δικαστήριο και τα υπερασπιστικά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, τα οποία αρκούντως αποκρούει με την κύρια επί της ενοχής αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, διαλαμβάνουσα σκέψεις και επ'αυτών, όπως προεκτέθηκε. Έτσι, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει, σύμφωνα με όσα στο σκεπτικό της λεπτομερώς αναλύονται και προαναφέρθηκαν, σαφείς απαντήσεις, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ενώ στηρίζει το διατακτικό της χωρίς αντιφατικές και ενδοιαστικές διατυπώσεις και δεν χρειάζονταν επιπλέον αιτιολογίες για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα.

Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' του ΚΠΔ πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα και προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής με εκ πλαγίου παραβίαση των εφαρμοσθεισών ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων είναι αβάσιμοι.

Οι λοιπές, εμπεριεχόμενες στο αναιρετήριο διάσπαρτες αιτιάσεις, του αναιρεσείοντος σχετικές με την κατηγορία, που αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, διατεινόμενος ότι δεν εκτιμήθηκαν σωστά τα έγγραφα, οι καταθέσεις των μαρτύρων και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών του ιδίου, που, κατά την άποψή του, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας και ισχυρισμοί περί ασαφών και ελλιπών αιτιολογιών, που αφορούν την επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και αποτελούν απλώς επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής του και αμφισβήτηση των σε βάρος αυτών ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, δεν συνιστούν, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, λόγους αναίρεσης και απαραδέκτως προβάλλονται.

Τούτο, διότι με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττουν ανεπιτρέπτως την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Άλλωστε, ως αντίφαση, η οποία συνεπάγεται έλλειψη αιτιολογίας, νοείται η προκύπτουσα είτε μεταξύ των εκτιθέμενων στο σκεπτικό της απόφασης είτε μεταξύ των τελευταίων και εκείνων που αναφέρονται στο διατακτικό αυτής και όχι η τυχόν αντίθεση ορισμένων αποδεικτικών μέσων προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της απόφασης, καθόσον το τελευταίο ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν ελέγχεται αναιρετικά.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 227 παρ. 3 του προϊσχύσαντος ΠΚ, αν ο υπαίτιος των πράξεων των άρθρων 224 παρ. 2 και 225 τις τέλεσε για να αποφύγει ποινική ευθύνη, είτε δική του είτε κάποιου από τους οικείους του, το δικαστήριο μπορεί να τον απαλλάξει από κάθε ποινή, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 3 του ήδη ισχύοντος από 1.7.2019 ΠΚ, αν ο υπαίτιος τέλεσε τις πράξεις των προηγούμενων παραγράφων για να αποφύγει ποινική ευθύνη είτε δική του είτε κάποιου από τους οικείους του, χωρίς να ενοχοποιήσει ψευδώς άλλον, το δικαστήριο μπορεί να τον απαλλάξει από κάθε ποινή.

Η διάταξη αυτή απαιτεί να έχει τελεστεί η ψευδής κατάθεση, ήτοι προϋποθέτει πάντοτε ψευδή κατάθεση, στην οποία περιλαμβάνεται και η απόκρυψη ή άρνηση των αληθών. Δεν εισάγει η διάταξη αυτή λόγο άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης ούτε εξάλειψης του αξιοποίνου, αλλά δυνητικό λόγο απαλλαγής από κάθε ποινή και καλύπτει, κατά τα ανωτέρω, την άρνηση μαρτυρίας, την κατάθεση αναληθών περιστατικών ή την απόκρυψη των αληθών.

Αποτελεί, δηλαδή, η διάταξη αυτή προσωπικό λόγο απαλλαγής, που θεμελιώνεται στη δυσμενή ψυχολογική κατάσταση ανάγκης, που δημιουργείται στο δράστη και δεν υπάγεται στο άρθρο 32 του ΠΚ, αλλά ρυθμίζεται ειδικά από το νόμο ήδη με το άρθρο 224 παρ. 3 του ΠΚ, έτσι ώστε να παρέχεται στο δικαστή η ευχέρεια, προκειμένου να κρίνει αν θα επιβληθεί ή όχι ποινή στο μάρτυρα, για τον οποίο έκρινε ότι τέλεσε την ψευδή κατάθεση κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά της στοιχεία, να σταθμίζει κάθε φορά την κατάσταση ανάγκης, στην οποία βρέθηκε ο μάρτυρας, ήτοι να κρίνει, ανάλογα με το είδος και τη σπουδαιότητά της, για κάποια αξιόποινη πράξη περί της ενοχής του μάρτυρα, η οποία ήθελε προκύψει σε περίπτωση που αυτός θα κατέθετε τα αληθή.

Έτσι, το εάν ο δράστης θα κριθεί ατιμώρητος απόκειται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δεν υποχρεούται να αιτιολογήσει την απόφασή του περί εφαρμογής της ως άνω διάταξης, αφού η εφαρμογή αυτής είναι δυνητική(ΑΠ 520/2022).

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού-αιτήματος του αναιρεσείοντος, περί μη επιβολής ποινής κατ' άρθρο 224 παρ.3 ΠΚ (πρώην άρθρο 227 παρ.3 ΠΚ). Στην προκείμενη περίπτωση, αναφορικά με τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 224 παρ. 3 ΠΚ, το Δικαστήριο απέρριψε το σχετικό ισχυρισμό, με την εξής αιτιολογία: ".....Από τη φωτογράφιση από τον πρώτο κατηγορούμενο του παλιού (εργοστασιακού) κινητήρα του οχήματος, ο οποίος δεν βρισκόταν τοποθετημένος σε αυτό, προκύπτει περαιτέρω ότι ήταν ο δεύτερος των κατηγορουμένων αυτός που τον έθεσε στη διάθεση του πρώτου για να τον φωτογραφίσει, εκεί όπου ο ίδιος τον είχε αποθηκεύσει, αφού προφανώς πρώτα τον έπεισε, με φραστικές παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα, να τελέσει τις ανωτέρω πράξεις της ψευδούς πραγματογνωμοσύνης και της ψευδούς κατάθεσης κατ' εξακολούθηση, επιδιώκοντας (ο δεύτερος) να επιτύχει αφενός την κατά το δυνατόν επιεικέστερη μεταχείριση για τον γιό του Μ.

Π., ενόψει της προοπτικής να κατηγορηθεί ως υπαίτιος για το εν λόγω ατύχημα, αλλά και περαιτέρω οικονομικές συνέπειες σε βάρος του, αφού η διαπίστωση της τοποθέτησης μεγαλύτερου κινητήρα χωρίς αντίστοιχη μεταβολή των στοιχείων της αδείας κυκλοφορίας του οχήματος θα συνεπαγόταν διοικητικές κυρώσεις, δηλαδή πρόστιμο και αφαίρεση της αδείας κυκλοφορίας αυτού.

Για τον τελευταίο αυτόν λόγο πρέπει να απορριφθεί ο προβληθείς από τον δεύτερο κατηγορούμενο (ήδη αναιρεσείοντα) αυτοτελής ισχυρισμός του άρθρ. 224 παρ.3 ΠΚ, καθώς το εν λόγω στοιχείο της αλλαγής του κινητήρα ήταν δευτερεύον όσον αφορά την ενοχή του υιού του για το ατύχημα, το οποίο προκλήθηκε προεχόντως από τον επικίνδυνο και αμελή τρόπο οδήγησης του τελευταίου, ως δε προς την μεταβολή των τεχνικών χαρακτηριστικών του οχήματος, ιδίως από τη χρήση παλαιών και παράταιρων ελαστικών και όχι από την αλλαγή του κινητήρα, αφού και με τον εργοστασιακό του κινητήρα το όχημα θα μπορούσε σε κάθε περίπτωση να αναπτύξει την ταχύτητα των 100 περίπου χ.α.ω με την οποία κινείτο κατά το ατύχημα.

Η αλλαγή αυτή όμως θα είχε άλλες διοικητικές κυρώσεις, όπως προαναφέρθηκε, τις οποίες και κυρίως επεδίωξε να αποφύγει ο δεύτερος κατηγορούμενος. ". Δηλαδή το Δικαστήριο της ουσίας, επί του σχετικού αιτήματος άσκησε τη δυνητική του ευχέρεια, απορρίπτοντας την παροχή του ευεργετήματος στον κατηγορούμενο ήδη αναιρεσείοντα, αφού αιτιολόγησε αρκούντως την αρνητική του θέση.

Ειδικότερα δέχθηκε ότι ναι μεν η ιδιότητα του πατέρα δεν τον άφησε ανεπηρέαστο, και ενήργησε για να επιτύχει την κατά το δυνατόν επιεικέστερη μεταχείριση για τον γιό του Μ. Π., αλλά κυρίως ενήργησε με τον πιο πάνω αξιόποινη συμπεριφορά για να αποφευχθούν οικονομικές συνέπειες σε βάρος του από την επιβολή των διοικητικών κυρώσεων του προστίμου και της αφαίρεσης της άδειας κυκλοφορίας του επίμαχου αυτοκινήτου που χρησιμοποιούσε και ο ίδιος, που συνεπαγόταν η τοποθέτηση μεγαλύτερου κινητήρα χωρίς αντίστοιχη μεταβολή των στοιχείων της αδείας κυκλοφορίας του οχήματος και δέχθηκε μετά ταύτα ότι η αψήφηση της σοβαρότητας της αξιόποινης συμπεριφοράς του και η επιδειχθείσα από αυτόν αμετανοησία και αποκοπή από τη νομιμότητα, του στερούν, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, την υπαγωγή του στη συγκεκριμένη νομοθετική ρύθμιση.

Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Μετά από αυτά, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 του Κ.Ποιν.Δ. όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το ν.5090/2024), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα. Σημειώνεται ότι δεν επιδικάζεται δικαστική δαπάνη υπέρ των υποστηριζόντων την κατηγορία, οι οποίοι παραστάθηκαν προσηκόντως με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, ελλείψει νομοθετικής πρόβλεψης για την επιδίκασή της στον ισχύοντα Κ.Ποιν.Δ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-12-2024 αίτηση του Σ. Π. του Δ., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμό 1672/2024 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Αυγούστου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ