Legislator Case Law & Legislation
1068/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility regarding expert reports not classified as 'cases' under Civil Procedure Code.

Case Number 1068/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against a final judgment regarding a property dispute. The appellants argued the lower court failed to rule on their request to annul specific expert reports, claiming this constituted an inadmissible case under the Civil Procedure Code. The court rejected this, ruling that the expert reports were merely evidence, not independent 'cases' requiring a separate ruling, and thus the lower court acted correctly by considering them as part of the main trial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8), 559(9) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the court failed to rule on a 'case'; expert reports are evidence, not 'cases', and their consideration does not constitute an omission of a ruling.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code inadmissible appeal expert reports case definition property dispute evidence evaluation omission of ruling

Cited Legislation

AI generated
Article 614(6) of the Code of Civil Procedure
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 564(3) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) and (3) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(9) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
O.A.P. 14/2011
O.A.P. 20/2013
O.A.P. 25/2003
O.A.P. 181/2023
O.A.P. 1550/2021
O.A.P. 682/2019
O.A.P. 224/2015
O.A.P. 1479/2013
O.A.P. 2226/2009
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1068 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1068/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ'Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Γ. του Π., 2) Β. Γ. του Π. και 3) Ι. Κ. Ι. του Α., κατοίκων Αλεξανδρούπολης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ειρήνη Μαρούπα.

Της αναιρεσίβλητης: Ελληνικής Εταιρίας Γενικών Ασφαλίσεων με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη Θέρμη Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μανουσάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-11-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων (του 2ου, ως ανηλίκου τότε, εκπροσωπούμενου από τον 3ο), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1572/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3383/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-2-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη, από 21-2-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1473/136/23-2-2022), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 3383/2020 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ.), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), εντός της διετούς προθεσμίας από την δημοσίευσή της (στις 18-5-2020), σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4.335/2015).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 3383/2020, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής: Με την από 18-11-2016 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 502293/232/20-1-20217) αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκαν ότι ο αρχικώς εναγόμενος και μη διάδικος Σ.

Μ., στις 20-8-2015, οδηγώντας το αναφερόμενο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο κατά το χρόνο εκείνο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του, στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "..." και εκινείτο επί της εθνικής οδού Στάρα Ζαγόρα - Καζανλούκ της Βουλγαρίας, από αποκλειστική υπαιτιότητά του (αμέλεια) και κάτω από τις ιστορούμενες στο δικόγραφο συνθήκες, κατά την περιγραφόμενη εκτροπή του Ι.Χ.Ε.

από την πορεία του, προκάλεσε τον τραυματισμό της συνεπιβάτιδας αυτού Μ. Κ., μητέρας των πρώτου και δευτέρου και αδελφής του τρίτου αυτών, συνεπεία της οποίας, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατός της. Ζήτησαν δε, ο δεύτερος αυτών εκπροσωπούμενος από τον τρίτο των εναγόντων, θείο του, λόγω της τότε ανηλικότητάς του, αφού παραιτήθηκαν από την αγωγή τους, κατά το μέρος αυτής που στρέφονταν εναντίον του αρχικώς εναγομένου οδηγού Σ.

Μ. και μετά από νόμιμο μερικό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής τους σε αναγνωριστικό: α) να υποχρεωθεί η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλλει, σε καθένα από τους δύο πρώτους, ποσό 35.000 ευρώ, ως αποζημίωση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν και στον τρίτο συνολικό ποσό 35.800 ευρώ, ως αποζημίωση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστη και για έξοδα κηδείας και β) να αναγνωρισθεί ότι η τελευταία είναι υποχρεωμένη να καταβάλει, ως αποζημίωση λόγω ψυχική οδύνης, σε καθένα από τους δύο πρώτους ενάγοντες, ποσό 215.000 ευρώ και στον τρίτο ενάγοντα, ποσό 170.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1572/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία θεωρήθηκε ως μη ασκηθείσα η αγωγή ως προς τον πρώτο των εναγομένων Σ. Μ., έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν ως προς την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, υποχρεώθηκε αυτή να καταβάλει, για τους ανωτέρω λόγους, σε καθένα των δύο πρώτων εναγόντων ποσό 35.000 ευρώ και στον τρίτο ενάγοντα ποσό 30.000 ευρώ και αναγνωρίσθηκε ότι η τελευταία οφείλει να καταβάλει σε καθένα των δύο πρώτων εναγόντων ποσό 65.000 ευρώ και στον τρίτο ενάγοντα ποσό 50.000 ευρώ, όλα τα ως άνω ποσά με το νόμιμο τόκο επιδικίας από την επίδοση της αγωγής.

Κατά της πρωτοδίκου αυτής αποφάσεως ασκήθηκαν εφέσεις από την αναιρεσίβλητη (η από 16-7-2018 έφεση), από τους αναιρεσείοντες πρώτο και τρίτο (η από 5-3-2019 έφεση) και από τον δεύτερο αναιρεσείοντα (η από 20-3-2019 έφεση), με τις οποίες ζήτησαν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ώστε να απορριφθεί η αγωγή ως προς την αναιρεσίβλητη και να γίνει δεκτή καθ' ολοκληρίαν η αγωγή ως προς τους αναιρεσείοντες, αντιστοίχως.

Επί των εφέσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η από 5-3-2019 έφεση, κατά το μέρος αυτής που ασκήθηκε από τον τρίτο ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα ως ειδικό επίτροπο του δευτέρου ενάγοντος ήδη δευτέρου αναιρεσείοντος, λόγω της επιγενόμενης ενηλικιώσεως του τελευταίου κατά τον χρόνο ασκήσεως της ως άνω εφέσεως, ενώ, κατά τα λοιπά, έγιναν δεκτές ως βάσιμες κατ' ουσίαν οι εφέσεις των διαδίκων, εξαφανίσθηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και αφού κρατήθηκε και δικάσθηκε η αγωγή από το Εφετείο έγινε εν μέρει δεκτή και υποχρεώθηκε η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει σε καθένα των δύο πρώτων εναγόντων ποσό 35.000 ευρώ και στον τρίτο ενάγοντα ποσό 15.000 ευρώ, ως αποζημίωση λόγω της ψυχικής οδύνης , την οποία υπέστησαν από το θάνατο της συγγενούς τους, αναγνωρίσθηκε δε ότι η τελευταία οφείλει να καταβάλει, για τον ίδιο λόγο, σε καθένα των δύο πρώτων εναγόντων, ποσό 10.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ., "Αναίρεση επιτρέπεται μόνο ... 2) αν το δικαστήριο δεν είχε τη νόμιμη σύνθεση...". Ο λόγος αυτός, συνδεόμενος με την επιταγή του άρθρου 8 εδάφ. α' του Συντάγματος, που επαναλήφθηκε και στο άρθρο 109 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με την οποία "Κανένας δεν στερείται χωρίς την θέλησή του το δικαστή που τον έχει ορίσει ο νόμος", ιδρύεται μόνον όταν η σχετική πλημμέλεια βαρύνει την σύνθεση του Δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής μη νόμιμη σύνθεση του Δικαστηρίου υπάρχει, αν δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του Κ.Πολ.Δ., του Οργανισμού των Δικαστηρίων (ιδίως άρθρο 4 αυτού περί της συνθέσεως των τμημάτων τους) ή ειδικών νόμων για την σύνθεση αυτού και την αναπλήρωση των κωλυομένων μελών του (Α.Π. 1682/2022, Α.Π. 689/2022, Α.Π. 712/2021, Α.Π. 523/2020, Α.Π. 422/2020).

Η απόδειξη δε της κακής συνθέσεως αποδεικνύεται από την απόφαση ή από τα πρακτικά, εφόσον δεν προσβάλλονται ως πλαστά (άρθρ. 432 του Κ.Πολ.Δ., πρβλ και άρθρο 312 του ίδιου Κώδικα) (Α.Π. 338/2019, Α.Π. 603/2016). Ο λόγος αναιρέσεως αυτός είναι αόριστος, όταν δεν εκτίθεται σε τι συνίσταται το μη νόμιμο της συνθέσεως, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (Α.Π. 1682/2022, Α.Π. 240/2006).

Τέλος, στον όρο "σύνθεση δικαστηρίου" δεν περιλαμβάνεται ο γραμματέας, ο οποίος δεν ανήκει στο Δικαστήριο, που αποφασίζει (Α.Π. 338/2019). Με βάση αυτά ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η, από το άρθρο 559 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ., αιτίαση για μη νόμιμη σύνθεση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδίκασε την υπόθεση και δημοσίευσε την προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή στο εισαγωγικό τμήμα αυτής, στην θέση του ονόματος της γραμματέως αναφέρεται το όνομα της δικάσασας Εφέτη Αθηνών, Ευσταθίας Μελά, ήτοι το όνομα αυτής αναφέρεται και ως Δικαστού και ως Γραμματέα της έδρας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006).

Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, με το πρώτο σκέλος αυτού, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. και, ειδικότερα, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 127 του Α.Κ. και 63, 64, 68 και 73 του Κ.Πολ.Δ., με το να μην κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 16-7-2018 εφέσεως της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 1572/2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επειδή οι προτάσεις που κατέθεσε κατά την συζήτηση ενώπιον του Εφετείου, όσον αφορά τον δεύτερο εφεσίβλητο Β. Γ., ο οποίος κατά το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως ήταν ανήλικος, αλλά είχε ήδη ενηλικιωθεί κατά την συζήτηση (αυτής της εφέσεως), στρέφονταν κατά του ειδικού επιτρόπου αυτού, Ι. Κ. και όχι κατά του ήδη ενηλικιωθέντος δευτέρου εφεσιβλήτου. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, δεδομένου ότι, από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) και, συγκεκριμένα, τις από 5-11-2019 έγγραφες προτάσεις της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι, όσον αφορά τον προαναφερθέντα δεύτερο εφεσίβλητο Β. Γ., αυτές στρέφονταν εναντίον του τελευταίου ατομικώς και όχι κατά του ειδικού επιτρόπου αυτού Ι. Κ..

Από τη διάταξη του άρθρου 300 του Α.Κ., η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, συνεπώς και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του Α.Κ., που έχουν εφαρμογή και επί συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσότερων οχημάτων, κατά το άρθρο 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, προκύπτει, ότι, όταν στην γένεση ή στην έκταση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, το Δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και, ιδιαιτέρως, τον βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής (Α.Π. 213/2017, Α.Π. 69/2017, Α.Π. 52/2016).

Οι έννοιες της υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση ή την έκταση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του Δικαστηρίου περί του εάν τα περιστατικά, τα οποία το Δικαστήριο δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, μπορούν, καθ' εαυτά αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, να θεωρηθούν ως συνδεόμενα αιτιωδώς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα (Α.Π. 162/2023, Α.Π. 652/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 206/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 12/2020, Α.Π. 88/2019, Α.Π. 85/2019).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 5 του Κ.Ο.Κ. (Ν. 2696/1999) "Η χρήση ων ζωνών ασφαλείας είναι υποχρεωτική τόσο για τους οδηγούς, όσο και για τους επιβάτες" (Α.Π. 264/2022, Α.Π. 1547/2017).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 671/2020). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 736/2021). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 317/2022, Α.Π. 263/2022, Α.Π. 163/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 551/2021, Α.Π. 162/2020, Α.Π. 169/2019, Α.Π. 1339/2017).

Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 παρ. β', 914 του Α.Κ. και του άρθρου 12 παρ. 5 και του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) και ως προς το ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας της συγγενούς τους, στην πρόκληση του θανάσιμου τραυματισμού της από τη μη χρήση της ζώνης ασφαλείας.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλομένης, υπ' αριθμ. 3383/2020, αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Στις 20.8.2015 περί ώρα 20:15' ο Σ.

Μ., (μη διάδικος στην παρούσα δίκη) οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, δίθυρο, εργοστασίου VW GOLF, ιδιοκτησίας του, ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) ασφαλιστική εταιρία, εκινείτο στην Εθνική οδό Στάρα Ζαγορά-Καζανλακ στη Βουλγαρία. Η Εθνική οδός αυτή είναι διπλής κατευθύνσεως με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, η δε πορεία του αυτοκινήτου ήταν προς Βορρά.

Τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας χωρίζονται από νησίδα, στην οποία υπάρχουν φυτά και διπλό διαχωριστικό στηθαίο. Επικρατούσε σκοτάδι χωρίς τεχνητό φωτισμό και έβρεχε. Στο αυτοκίνητο επέβαινε στη θέση του συνοδηγού η Μ. Κ., μητέρα των δύο πρώτων εναγόντων και αδελφή του τρίτου. Στη χ/θέση 215 +600 της οδού ο οδηγός του αυτοκινήτου, από αμέλεια ως προς την οδήγηση, απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, γεγονός που δεν αμφισβητείται, καθώς οδηγούσε με ιδιαίτερα αυξημένη για τις περιστάσεις (βροχερός καιρός, υγρό και ολισθηρό οδόστρωμα, έλλειψη τεχνητού φωτισμού, καμπύλη της οδού, προειδοποιητική πινακίδα 800 μέτρα πριν για κίνδυνο λόγω ολισθηρού οδοστρώματος) ταχύτητα, με συνέπεια, εξερχόμενος από αριστερή στροφή, να εκτραπεί της πορείας του προς τα δεξιά, το αυτοκίνητο να προσκρούσει με σφοδρότητα με την εμπρόσθια δεξιά πλευρά του στο προστατευτικό στηθαίο στην άκρη της οδού, στη συνέχεια να εκτραπεί προς τα αριστερά περιστρεφόμενο και να προσκρούσει μετά από 44 μέτρα περίπου εκ νέου μετωπικά στο διπλό προστατευτικό στηθαίο της διαχωριστικής νησίδας, με αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό της επιβάτιδος συγγενούς των εναγόντων.

Η υπερβολική ταχύτητα του αυτοκινήτου καταδεικνύεται από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης, από το ότι βρέθηκαν συντρίμμια του αυτοκινήτου (σασί), που είχε παραμορφωθεί, στην αριστερή πλευρά της οδού σε απόσταση 30 μέτρων, στα 31,8μ. βρέθηκε η πινακίδα του αυτοκινήτου, σε απόσταση 46,8μ. προς βορρά βρέθηκε ο εμπρόσθιος αριστερός άξονας, στα 44,8 μ.

προς βορρά βρέθηκε ο αριστερός οπίσθιος άξονας του αυτοκινήτου, στα 94 μέτρα βόρεια βρέθηκε η μηχανή του αυτοκινήτου, το ταμπλό έλειπε από το σώμα του οχήματος και ο μοχλός ταχυτήτων είχε βγει από τη θέση του. Το σώμα της παθούσας εκτινάχθηκε από τη δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου μετά τη δεύτερη πρόσκρουση και, αφού υπερέβη τα στηθαία, βρέθηκε σε απόσταση 53 μέτρων προς βορρά από το αρχικό σημείο πρόσκρουσης στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας.

Τα ανωτέρω αποδείχθηκαν από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις και ιδίως από: α) το από 21.8.2015 πρωτόκολλο έρευνας τόπου ατυχήματος του ανακριτικού υπαλλήλου του αστυνομικού τμήματος Κ. Β. με εμπειρογνώμονα μηχανικό τον Ι. Ν. Τ., ειδικό τεχνικό βοηθό τον Ι. Ι. Ο. και τον ιατροδικαστή της ιατροδικαστικής Σ. Ζ., που επελήφθησαν και ερεύνησαν τις συνθήκες του ατυχήματος την ίδια ημέρα με έναρξη στις 22:00 και συνυπογράφουν το πρωτόκολλο, β) την από 31.10.2015 τεχνική πραγματογνωμοσύνη του δικαστικού εμπειρογνώμονα του Περιφερειακού Δικαστηρίου Σ.

Ζ., μηχανικού Ι. Ν. Τ., στον οποίο ανατέθηκε από τα αστυνομικά όργανα διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, ο οποίος καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ταχύτητα του αυτοκινήτου κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν 110-120 χλμ/ώρα με επιτρεπόμενο όριο τα 90 χλμ/ώρα και γ) την από 5.1.2016 συμπληρωματική τεχνική πραγματογνωμοσύνη του ιδίου.

Σημειώνεται ότι στην παρούσα ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο λαμβάνονται υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, δηλαδή μέσα για τα οποία δεν έχουν τηρηθεί οι προϋποθέσεις του επιτρεπτού τους ή οι διαδικαστικοί όροι της αποδεικτικής τους δυνάμεως, όπως έγγραφα ανυπόγραφα, μη φέροντα βέβαιη χρονολογία ή ακόμη και αχρονολόγητα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, ανεπικύρωτα, αλληλοαναιρούμενα, εκδοθέντα και υπό αυτών των διαδίκων εξαιρουμένων των πλαστών και μη γνησίων ...

Τα ανωτέρω αναφερόμενα ξενόγλωσσα έγγραφα, συνταχθέντα στη βουλγαρική γλώσσα, παραδεκτώς λαμβάνονται υπόψη από το παρόν δικαστήριο όπως ελήφθησαν υπόψη και από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι τα έγγραφα αυτά δεν είναι γνήσια, μετά την παραίτησή τους από την υποβληθείσα με την έφεση ένσταση πλαστότητας, είναι, σε κάθε περίπτωση, απορριπτέος ως αβάσιμος.

Όλα τα έγγραφα φέρουν τις υπογραφές των συντακτών τους και συνοδεύονται από επίσημη μετάφραση από την δικηγόρο Θεσσαλονίκης Μ. Δ., όπως προσκομίστηκαν και πρωτοδίκως. Επίσης, δεν επιβεβαιώθηκε ο ισχυρισμός των εναγόντων στην προσθήκη των προτάσεων της παρούσας συζήτησης ότι δεν ανευρέθησαν τα έγγραφα αυτά όταν επιχειρήθηκε από τους ενάγοντες να ανασυρθούν από τη σχετική δικογραφία στην Βουλγαρία.

Των εγγράφων αυτών έκαναν χρήση και οι ενάγοντες, προσκομίζοντας το πρώτο εξ αυτών (από 21.8.2015 πρωτόκολλο έρευνας) στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ελήφθησαν υπόψη από τον μηχανικό μάρτυρα των εναγόντων, Α. Δ., στον οποίον δόθηκαν από τους ενάγοντες μεταφρασμένα από την άνω δικηγόρο, για να υποβάλει παρατηρήσεις επ' αυτών και να συντάξει σχετική έκθεση.

Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, το ως άνω όχημα έφερε ζώνες ασφαλείας στα εμπρόσθια καθίσματα, αλλά η θανούσα δεν είχε προσδεθεί με τη ζώνη ασφαλείας, όπως υποχρεούτο κατ' άρθρο 12 παρ. 5 Κ.Ο.Κ. με αποτέλεσμα, λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης, να εκτιναχθεί βίαια εκτός του οχήματος και να υποστεί βαρύτατες σωματικές κακώσεις, συνεπεία των οποίων και επήλθε ο θάνατός της, ενώ δεν άνοιξε ο αερόσακκος του συνοδηγού.

Η παράλειψη αυτή της θανούσας συνδέεται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα, ενόψει του είδους των τραυμάτων της και των συνθηκών του ατυχήματος, οι συνέπειες από το οποίο θα ήταν μειωμένες σε αντίθετη περίπτωση. Από την έρευνα που έγινε από τους ανακριτικούς υπαλλήλους της Βουλγαρίας και του ορισθέντος πραγματογνώμονα στο εσωτερικό του αυτοκινήτου, χωρίς να έχουν ληφθεί σχετικές φωτογραφίες, βρέθηκε ο μηχανισμός κλειδώματος της ζώνης με ξένα αντικείμενα κουμπωμένα στη θύρα της ζώνης, αλλά όχι η ζώνη, και τούτο έγινε με σκοπό αποφυγής του προειδοποιητικού ήχου στο όχημα από την παράλειψη χρήσης ζώνης.

Αυτό αναφέρεται και στις τεχνικές εκθέσεις του ως άνω ορισθέντος πραγματογνώμονα. Επίσης, το γεγονός ότι το σώμα της θανούσας εκτινάχθηκε εκτός του αυτοκινήτου και μάλιστα σε απόσταση 53 μέτρων, ενισχύει την απόδειξη της παράλειψης της χρήσης της ζώνης, που θα είχε συγκρατήσει την παθούσα κατά τις προσκρούσεις και σε κάθε περίπτωση δεν θα είχε εκτιναχθεί σε τόσο μεγάλη απόσταση.

Ο ορισθείς πραγματογνώμονας, Ι. Ν. Τ., καταλήγει με βεβαιότητα στις προαναφερόμενες εκθέσεις του ότι ο οδηγός και η συνοδηγός δεν φορούσαν ζώνες ασφαλείας. Τα ανωτέρω αποδειχθέντα δεν αναιρούνται πειστικά από την κατάθεση του εξετασθέντος πρωτοδίκως μάρτυρα των εναγόντων, ειδικού δικαστικού πραγματογνώμονα Α.

Δ., ο οποίος συνέταξε και την έκθεση τεχνικών παρατηρήσεων επί των ως άνω εκθέσεων του μηχανικού Ι. Ν. Τ., χωρίς να έχει διενεργήσει αυτοψία στον τόπο του ατυχήματος και να έχει εξετάσει το αυτοκίνητο, και ο οποίος με βάση τις εκθέσεις αυτές και τα ευρήματα, κρίνει ότι η παθούσα είχε κάνει χρήση της ζώνης ασφαλείας.

Το συντρέχον πταίσμα της θανούσας από την ως άνω παράλειψη ανέρχεται, ενόψει των εν γένει συνθηκών του ατυχήματος που προαναφέρθηκαν, σε ποσοστό 30% κατά μερική αποδοχή της ένστασης συντρέχοντος πταίσματος, που προέβαλε η εναγομένη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε με την εκκαλουμένη τη συντρέχουσα υπαιτιότητα της θανούσας από την άνω αιτία, δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων.

Κρίνοντας, όμως, ότι το ποσοστό συνυπαιτιότητας ανέρχεται σε 50%, έσφαλε στην κρίση του σύμφωνα με εν μέρει βάσιμο λόγο έφεσης των εναγόντων". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων ως βάσιμες και κατ' ουσίαν, έκρινε ότι η θανούσα συγγενής των αναιρεσειόντων, λόγω της μη χρήσεως ζώνης ασφαλείας, είναι συνυπαίτια κατά ποσοστό 30% στην έκταση του τραυματισμού της και όχι κατά ποσοστό 50%, που είχε κρίνει το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επιδίκασε σε αυτούς αποζημίωση λόγω της ψυχικής οδύνης, που υπέστησαν.

Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 παρ. β', 914 του Α.Κ. και του άρθρου 12 παρ. 5 και του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη, αυτά των περιστάσεων και των ειδικότερων συνθηκών της εκτροπής του Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου, στο οποίο συνεπέβαινε ως συνοδηγός η Μ. Κ., συγγενής των αναιρεσειόντων και, ιδιαιτέρως, στο κρίσιμο θέμα της μη χρήσεως ζώνης ασφαλείας από αυτήν κατά την ώρα του ατυχήματος και της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παραλείψεως αυτής και του επελθόντος τραυματισμού της, συνεπεία του οποίου, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατός της, αφού τα περιστατικά αυτά ήταν επαρκή για την επιστήριξη του πορίσματός του, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως.

Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση, με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, δέχεται ότι η μη χρήση ζώνης ασφαλείας συνετέλεσε στην πρόκληση του θανατηφόρου αποτελέσματος, διότι οι κακώσεις που υπέστη η συνοδηγός του οχήματος Μ. Κ. σε όλο της το σώμα, θα είχαν αποφευχθεί ολοσχερώς ή θα είχαν περιοριστεί σημαντικά, εάν η ως άνω θανούσα δεν είχε παραλείψει τη χρήση της ζώνης ασφαλείας, που θα συγκρατούσε το σώμα της εντός του οχήματος και δή:

α) περιγράφονται με πληρότητα και σαφήνεια ο τόπος, ο χρόνος και οι συνθήκες, κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, β) αναφέρεται η ανάπτυξη υπερβολικής, για τις περιστάσεις, ταχύτητα του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, ανώτερης του επιτρεπομένου ορίου, γ) ο τρόπος, με τον οποίο αυτό εξετράπη της πορείας του, τα σημεία και ο τρόπος συγκρούσεως αυτού με σταθερά σημεία εκατέρωθεν του οδοστρώματος και δ) ο χρόνος και ο τρόπος τραυματισμού της θανούσας συνεπιβάτιδας εντός του αυτοκινήτου καθώς και η εκσφενδόνιση του σώματός της εκτός αυτού, καθώς και ότι, αν αυτή είχε κάνει χρήση της ζώνης ασφαλείας, οπωσδήποτε θα μειώνονταν οι συνέπειες του τραυματισμού της από την εκτροπή και την περιγραφείσα σύγκρουση του αυτοκινήτου.

Επομένως, το Εφετείο διέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς της συγγενούς των αναιρεσειόντων και του τραυματισμού της, κρίνοντας αυτήν συνυπαίτια κατά ποσοστό 30% στην πρόκληση του τραυματισμού της αυτού, διαλαμβάνοντας, ειδικότερα, τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξε η τελευταία ως προς την έκταση του τραυματισμού της, σε συνδυασμό με τις μνημονευόμενες παραβάσεις των διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, ενώ αιτιολογείται και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς της θανούσας, αναφορικώς με την μη χρήση ζώνης ασφαλείας και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάσιμου τραυματισμού της.

Δεν ήταν δε αναγκαία, για την πληρότητα της αιτιολογίας, η παράθεση άλλων περιστατικών, και δη της, επικαλούμενης από τους αναιρεσείοντες ως ελλείπουσας, περιγραφής των βλαβών που είχαν προκληθεί στην καμπίνα του αυτοκινήτου, το ότι ούτε ο οδηγός του αυτοκινήτου έκανε χρήση της ζώνης ασφαλείας, καθώς και ότι δεν άνοιξε ο αερόσακος του συνοδηγού, στοιχεία στα οποία αυτοί επιστηρίζουν το επιχείρημά τους ότι η χρήση ζώνης ασφαλείας δεν ήταν επαρκής για την αποτροπή του τραυματισμού της συγγενούς τους, αιτίαση, άλλωστε, η οποία απαραδέκτως προβάλλεται, αφού ανάγεται σε εκτίμηση επιχειρήματος των αναιρεσειόντων και αιτιολόγηση της απορρίψεώς του από το Εφετείο, και, συνεπώς, εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Οι περαιτέρω αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ότι το Εφετείο δεν αναφέρει την ταχύτητα του αυτοκινήτου κατά το χρόνο της συγκρούσεως, σε πόση απόσταση θα είχε εκτιναχθεί η θανούσα, αν φορούσε ζώνη ασφαλείας, με ποιο σημείο του αυτοκινήτου έγινε η δεύτερη πρόσκρουση, μετά την οποία η θανούσα εκτινάχθηκε εκτός αυτού σε απόσταση 53 μέτρων και για ποιο λόγο δεν εκτινάχθηκε με την πρώτη πρόσκρουση, είναι προεχόντως απαράδεκτες, διότι υπό την επίκληση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του Εφετείου ως προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού (άρθρο 561 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

Κατ' ακολουθίαν τούτων, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Σύμφωνα με το άρθρο 932 του Α.Κ., "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Σκοπός της διατάξεως είναι να επιτυγχάνεται μία, υπό ευρεία έννοια, αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι, συνεπεία αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, στη συνέχεια, καθορίζει το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας, ιδίως, υπ' όψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών (Ολ.

Α.Π. 10/2017, Τακτ. Ολ. Α.Π. 19/2011, Α.Π. 736/2021), πλην της περιουσιακής καταστάσεως της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 838/2017, Α.Π. 405/2015), χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 838/2017, Α.Π. 1361/2013). Ο προσδιορισμός του ποσού της ευλόγου χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νομίμου βάσεως.

Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό του εύλογου αυτού χρηματικού ποσού είναι ο χρόνος της συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπ' όψη η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 989/2018, Α.Π. 213/2017). Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και, μάλιστα, αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρ. 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα το οποίο, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.

Α.Π. 10/2017, Ολ. Α.Π. 9/2015, Α.Π. 162/2023, Α.Π. 163/2022, Α.Π. 1547/2021, Α.Π. 1043/2021, Α.Π. 931/2021, Α.Π. 736/2021). Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπερμέτρως μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Α.Π. 1.055/2023, Α.Π. 652/2022, Α.Π. 306/2022, Α.Π. 163/2022, Α.Π. 1547/2021, Α.Π. 1445/2021, Α.Π. 1443/2021, Α.Π. 1043/2021).

Εξάλλου, με το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας.

Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα". Καλύπτονται έτσι τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το Εθνικό Δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, Δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς.

Τέτοιες είναι, κατά το Ελληνικό Δίκαιο και οι απαιτήσεις από αδικοπραξία για καταβολή αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης κατά τα άρθρα 297, 298, 299, 57, 59, 932 του Α.Κ. (Ολ. Α.Π. 40/1998, Α.Π. 1043/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, αναφορικώς με το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της επιδικασθείσας στους ενάγοντες - αναιρεσείοντες χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης (άρθρο 932 του Α.Κ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες, (ήδη αναιρεσείοντες) τέκνα και αδελφός της θανούσας, γεννηθείσας το έτος 1964 και εργαζόμενης στο Δήμο Αλεξανδρούπολης στον τομέα καθαρισμού, συγκατοικούσαν και συνδέονταν με την παθούσα με αισθήματα ιδιαίτερης αγάπης και στοργής και συνακόλουθα υπέστησαν ψυχική οδύνη από τον απροσδόκητο και υπό τις περιγραφείσες συνθήκες θανάσιμο τραυματισμό της.

Ο υιός της Α. ήταν 18 ετών κατά το χρόνο του δυστυχήματος και ο υιός της Β. ήταν 14 ετών. Ο ενάγων αδελφός της, 49 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος, κτηνοτρόφος, ο οποίος είχε διοριστεί ειδικός επίτροπος του ανηλίκου υιού της θανούσας, Β., για την εκπροσώπησή του στη συγκεκριμένη υπόθεση με την υπ' αριθμ. 137/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, εφόσον ο πατέρας των παιδιών είχε μετοικήσει από το 2001 στη Γερμανία και, αν και ενημερώθηκε για το συμβάν, δεν θέλησε να παρέμβει (βλ.

την υπ' αριθμ. 137/2017 απόφαση), ανέλαβε πλέον αποκλειστικά την φροντίδα και επιμέλεια των τέκνων της, καθώς δεν έχει δική του οικογένεια. Ενόψει των συνθηκών, κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, της έκτασης και του είδους των συνεπειών αυτού, της υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, της συντρέχουσας υπαιτιότητας της παθούσας στον θανάσιμο τραυματισμό της, της ηλικίας αυτής και των εναγόντων μελών της οικογένειας της, του οικογενειακού και συναισθηματικού δεσμού της με τους ενάγοντες, του ψυχικού άλγους που υπέστησαν συνεπεία του αιφνίδιου θανάτου της προσφιλούς τους συγγενούς, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων φυσικών προσώπων, ενώ της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας η ευθύνη είναι εγγυητική, πρέπει να επιδικαστεί, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, σε καθένα των εναγόντων τέκνων της το ποσό των 45.000 ευρώ και στον ενάγοντα αδελφό της το ποσό των 15.000 ευρώ ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν από την αδικοπραξία, πλέον του ποσού των 50 ευρώ, το οποίο οι ενάγοντες επιφυλάχθηκαν να αναζητήσουν ως πολιτικώς ενάγοντες ενώπιον των ποινικών Δικαστηρίων".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη, απέρριψε ως αβάσιμες κατ' ουσίαν τις εφέσεις των αναιρεσειόντων και το σχετικό λόγο εφέσεως αυτών, με τον οποίο οι τελευταίοι παραπονούντο ότι τα πρωτοδίκως επιδικασθέντα σ' αυτούς ως αποζημίωση λόγω ψυχικής οδύνης χρηματικά ποσά είναι χαμηλά, δέχθηκε ως βάσιμο το σχετικό λόγο της εφέσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και επιδίκασε στους ενάγοντες, ως χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης τους, χαμηλότερα ποσά, από αυτά που επιδίκασε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ως προς τον, ως άνω, λόγο αναιρέσεως, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης καθενός των αναιρεσιβλήτων στα παραπάνω ποσά, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπονται και, μάλιστα, καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το τρίτο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 346 του Α.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 4055/2012, που ισχύει, κατά το άρθρο 113 του νόμου αυτού, από 2-4-2012 "Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και εάν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας).

Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από το νόμο ή με δικαιοπραξία. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει, εάν πριν από τη συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αντιστοίχως.

Με αίτημα του εναγομένου το δικαστήριο δύναται κατ' εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας. Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ' εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες χρηματικές απαιτήσεις. Από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας.

Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της οριστικής απόφασης". Σύμφωνα με τη νέα αυτή ρύθμιση αυξάνεται το ποσοστό των τόκων επιδικίας, προκειμένου να περιορισθούν η φιλοδικία και η άσκοπη απασχόληση των Δικαστηρίων από δικαστικούς αγώνες, που δεν έχουν ουσία, ενώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται αμέσως ο οφειλέτης, ο οποίος, μεταξύ των άλλων, θα αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή θα συμβιβασθεί εξωδίκως, πριν από τη συζήτηση της αγωγής.

Αν, μάλιστα, εμμένει να αντιδικεί, μολονότι ηττήθηκε πρωτοδίκως, διακινδυνεύει περαιτέρω αύξηση του επιτοκίου επιδικίας, γι' αυτό και εδώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται αμέσως ο διάδικος που ηττήθηκε, αν αποδεχθεί την οριστική απόφαση και τερματίσει την αντιδικία. Η εξαίρεση που προβλέπεται, επιτρέπει στον Δικαστή να σταθμίσει εκείνες τις περιπτώσεις, στις οποίες ο εναγόμενος ευλόγως αντιδικεί, επειδή πρόκειται για απαίτηση ευλόγου χρηματικής ικανοποιήσεως (π.χ.

ηθική βλάβη) ή επειδή προβάλλει ένσταση συμψηφισμού (βλ. αιτιολογική έκθεση του Ν. 4055/2012). Έτσι, ο νόμιμος τόκος, μετά την επίδοση της αγωγής, είναι πλέον ο (αυξημένος) τόκος επιδικίας. Σημειώνεται, ότι δεν απαιτείται ρητή μνεία γι' αυτό στη δικαστική απόφαση, ενώ, αντιθέτως, απαιτείται ρητή αναφορά σ' αυτήν, όταν το Δικαστήριο, κατ' εξαίρεση, επιδικάζει την απαίτηση με το νόμιμο ή το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας.

Με βάση αυτά, σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση, κατά την σαφή πρόθεση του νομοθέτη, ο τόκος υπερημερίας πρέπει να επιδικάζεται κατ' εξαίρεση μόνο στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες ο οφειλέτης χρηματικής απαιτήσεως ευλόγως αντιδικεί, δεδομένου ότι μοναδικό κριτήριο για την εξαίρεση από την επιδίκαση τόκου επιδικίας είναι το εύλογο ή όχι της αντιδικίας (Α.Π. 175/2022, Α.Π. 163/2022, Α.Π. 609/2020, Α.Π. 1059/2017).

Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το τέταρτο σκέλος αυτού, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 345 και 346 του Α.Κ., επειδή, χωρίς καμία αιτιολογία, επιδίκασε εις βάρος της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης τόκους υπερημερίας, δεχόμενο σχετικό λόγο εφέσεώς της και νομίμως υποβληθέν αίτημα επιδικάσεως, κατ' εξαίρεση, τόκων υπερημερίας.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε το ως άνω αίτημα της αναιρεσίβλητης, με την ακόλουθη αιτιολογία: "...Τα ως άνω ποσά οφείλονται με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση, καθώς συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της βάσιμα αιτηθείσας από την εναγομένη εξαίρεσης του άρθρου 346 εδ.

δ' και ε' Α.Κ. ως προς τον τόκο επιδικίας, ενόψει του ότι η τελευταία ευλόγως αντιδικεί στις αγωγικές απαιτήσεις". Από την παραπάνω παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 345 και 346 του Α.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, δεχθέν, ως προς το ζήτημα της επιβολής τόκων υπερημερίας εις βάρος της, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, ότι υπάρχει εύλογη αντιδικία που δικαιολογεί, κατά τη δυνητική ευχέρειά του, την εφαρμογή του άρθρου 346 εδάφ.

δ' και ε' του ΑΚ. Επομένως, ο αναιρετικός λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο, που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικώς με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ. Α.Π. 14/2011, Ολ. Α.Π. 2/2008, Α.Π. 551/2023, Α.Π. 124/2023, Α.Π. 681/2022).

Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δ., οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση ότι η θανούσα δεν είχε προσδεθεί με ζώνη ασφαλείας και να αναγνωρίσει σ' αυτήν συντρέχον πταίσμα (συνυπαιτιότητα) για τον τραυματισμό της και τον εξ αυτού θάνατό της, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 20-8-2015 πρωτοκόλλου έρευνας ατυχήματος, με το να δεχθεί, ως περιεχόμενο του εγγράφου αυτού ότι "βρέθηκε ο μηχανισμός κλειδώματος της ζώνης με ξένα αντικείμενα κουμπωμένα στη θύρα της ζώνης", ενώ τούτο δεν αναφέρεται στο παραπάνω έγγραφο.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε σχετικώς τα ακόλουθα: "Τα ανωτέρω αποδείχθηκαν από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις και ιδίως από: α) το από 21.8.2015 πρωτόκολλο έρευνας τόπου ατυχήματος του ανακριτικού υπαλλήλου του αστυνομικού τμήματος Κ. Β. με εμπειρογνώμονα μηχανικό τον Ι. Ν. Τ., ειδικό τεχνικό βοηθό τον Ι.

Ι. Ο. και τον ιατροδικαστή της ιατροδικαστικής Σ. Ζ., που επελήφθησαν και ερεύνησαν τις συνθήκες του ατυχήματος την ίδια μέρα με έναρξη στις 22:00 και συνυπογράφουν το πρωτόκολλο, β) την από 31.10.2015 τεχνική πραγματογνωμοσύνη του δικαστικού εμπειρογνώμονα του Περιφερειακού Δικαστηρίου Σ. Ζ., μηχανικού Ι. Ν. Τ., στον οποίο ανατέθηκε από τα αστυνομικά όργανα διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, ο οποίος καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ταχύτητα του αυτοκινήτου κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν 110-120 χλμ/ώρα με επιτρεπόμενο όριο τα 90 χλμ/ώρα και γ) την από 5.1.2016 συμπληρωματική τεχνική πραγματογνωμοσύνη του ιδίου ...

Από την έρευνα που έγινε από τους ανακριτικούς υπαλλήλους της Βουλγαρίας και του ορισθέντος πραγματογνώμονα στο εσωτερικό του αυτοκινήτου, χωρίς να έχουν ληφθεί σχετικές φωτογραφίες, βρέθηκε ο μηχανισμός κλειδώματος της ζώνης με ξένα αντικείμενα κουμπωμένα στη θύρα της ζώνης, αλλά όχι η ζώνη, και τούτο έγινε με σκοπό αποφυγής του προειδοποιητικού ήχου στο όχημα από την παράληψη χρήσης ζώνης.

Αυτό αναφέρεται και στις τεχνικές εκθέσεις του ως άνω ορισθέντος πραγματογνώμονα. Επίσης, το γεγονός ότι το σώμα της θανούσας εκτινάχθηκε εκτός του αυτοκινήτου και μάλιστα σε απόσταση 53 μέτρων, ενισχύει την απόδειξη της παράληψης της χρήσης της ζώνης, που θα είχε συγκρατήσει την παθούσα κατά τις προσκρούσεις και σε κάθε περίπτωση δεν θα είχε εκτιναχθεί σε τόσο μεγάλη απόσταση...".

Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, κατά το προαναφερόμενο μέρος, είναι, κατ' αρχήν, αόριστος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι το Δικαστήριο σχημάτισε την ως άνω κρίση του, αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο, από το παραπάνω έγγραφο και, σε κάθε περίπτωση, είναι απαράδεκτος, αφού η σχετική αιτίαση δεν αποδίδει στο Εφετείο λανθασμένη ανάγνωση του κειμένου του εν λόγω εγγράφου, αλλά εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου του, η οποία, όμως, δεν ελέγχεται αναιρετικώς (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

Σε κάθε περιπτώσει, όμως, ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο για να καταλήξει στην κρίση του ότι η θανούσα δεν έκανε χρήση της ζώνης ασφαλείας του αυτοκινήτου, πλέον του ανωτέρω εγγράφου, συνεκτίμησε και άλλα, μνημονευόμενα από αυτήν, προσκομισθέντα έγγραφα.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νομίμου προτάσεώς τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (Ολ.

Α.Π. 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (Ολ. Α.Π. 14/2011, Α.Π. 20/2013). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 9 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη.

Ως αίτηση, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρείται η αίτηση, που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία, τέτοια δε αίτηση είναι, ιδίως, η της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρεμβάσεως, της αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως, κάθε ενδίκου μέσου, της ανακοπής, της τριτανακοπής, όχι, όμως και εκείνη της ενστάσεως, της αντενστάσεως και, γενικώς, κάθε αποφάσεως σε κάθε άλλου είδους "πράγματα", υπό την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ., αφετέρου δε και κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και έτσι συντελεί στην εξέλιξη της διαδικασίας για τον σκοπό εκδόσεως οριστικής αποφάσεως και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης (Ολ.

Α.Π. 25/2003, Α.Π. 181/2023, Α.Π. 1550/2021, Α.Π. 682/2019, Α.Π. 224/2015, Α.Π. 1479/2013, Α.Π. 2226/2009). Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση τις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8, 9 και 19 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες, (αληθώς από τους αριθμούς 8 και 9) με την αιτίαση ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη αίτησή τους για αναγνώριση της ακυρότητας των από 31-10-2015 και από 5-1-2016 πραγματογνωμοσυνών του Ι.

Τ., τις οποίες έλαβε υπ' όψη και δεν αιτιολόγησε επαρκώς για ποιο λόγο τις έλαβε υπ' όψη. Ο αναιρετικός λόγος αυτός, ως προς το πρώτο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, τα ανωτέρω έγγραφα δεν συνιστούν "πράγμα". Πλέον αυτών, ο λόγος αυτός, ως προς το έτερο σκέλος του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, δεδομένου ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι νομίμως λαμβάνει υπ' όψη, για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, τα ανωτέρω έγγραφα τα οποία και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις.

Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και, τέλος, να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, που ηττήθηκαν στη δίκη, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο, περί τούτου, αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-2-2022 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 3383/2020 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, καταβληθέντος από τους αναιρεσείοντες, παραβόλου. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιανουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ