Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague and insufficiently specific grounds of appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Hellenic Railways Organisation (OSE) against a final compensation decision. The appellant alleged insufficient and contradictory reasoning in the lower court's judgment regarding land expropriation measurements. The court rejected this claim because the appeal did not specify the exact factual discrepancies or legal errors required to substantiate the allegation of inadequate reasoning.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553, 556, 558, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging insufficient or contradictory reasoning is inadmissible if it fails to specify the exact factual circumstances or precise legal errors constituting the defect.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1068 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1068/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δημόσιας Επιχείρησης με την επωνυμία "Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος ΑΕ" (ΟΣΕ ΑΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρογιάννη Διονυσάτο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ (ΟΤΑ) με την επωνυμία "Δήμος Δίου - Ολύμπου Πιερίας", που εδρεύει στο Λιτόχωρο Πιερίας και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του ΟΤΑ με την επωνυμία "Δήμος Λιτοχώρου", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γκουντέλια.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-11-1991 αγωγή του ΟΤΑ με την επωνυμία "Δήμος Λιτοχώρου", στη θέση του οποίου έχει υπεισέλθει ήδη ο αναιρεσίβλητος "Δήμος Δίου - Ολύμπου Πιερίας", που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 171/1994 μη οριστική και 8/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2605/2019 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-3-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 3-3-2020 (αρ. κατ.737/75/5-3-2020) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 2605/2019 οριστικής απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, μη αποδεικνυομένης της επικαλουμένης από το αναιρεσείον επίδοσης της προσβαλλομένης απόφασης την 7-2-2020,από την οποία, ημερομηνία, άλλωστε κατά την κατάθεση της αίτησης (5-3-2020) δεν έχει παρέλθει προθεσμία 30 ημερών, (άρθρα 553, 556, 558, 564 παρ.3,566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την με αρ.3050/1990 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δημοσιεύτηκε νόμιμα, καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για την απαλλοτριωθείσα αναγκαστικά, δυνάμει της με αριθμό Μ 3553/844 Κυρ.
Πιερίας/21-1-1988 κοινής απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών υπέρ και με δαπάνες του ''Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος Α.Ε." και για λόγους δημόσιας ωφέλειας, έκταση, που βρίσκεται στην περιοχή του Νομού Πιερίας και εικονίζεται στο σχετικό κτηματολογικό διάγραμμα και αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα, στην οποία συμπεριλαμβάνονται και τμήματα των επιδίκων ακινήτων, ανήκοντα, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου "Δήμου Δίου - Ολύμπου" Πιερίας, ως καθολικού διαδόχου του πρώην Δήμου Λιτοχώρου, στην κυριότητά του.
Το τελευταίο, λόγω του ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης απείχε της έκδοσης απόφασης αναγνώρισής του ως δικαιούχου της ως άνω οριστικά καθορισθείσας για τα απαλλοτριωθέντα αναγκαστικά επίδικα ακίνητα αποζημίωσης, επειδή κατά την διαδικασία της απαλλοτρίωσης το Ελληνικό Δημόσιο ήγειρε δικαιώματα κυριότητας επ' αυτών (επιδίκων), άσκησε, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, κατά του Ελληνικού Δημοσίου και της δημόσιας επιχείρησης με την επωνυμία ..."Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος Α.Ε." και, κατά την τακτική διαδικασία, την από 12- 11-1991 με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 2524/665/ΠΤ/91 αγωγή, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί, ως κύριος των επιδίκων ακινήτων, δικαιούχος της αποζημίωσης, που αναλογεί στα απαλλοτριωθέντα τμήματά τους.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 8/2017 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, με την οποία αυτή έγινε μερικά δεκτή. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, μεταξύ άλλων, η από 4-5-2017 με αριθμό κατάθεσης 38/2017 έφεση, ως και ο από 1-10-2018 πρόσθετος λόγος έφεσης της αναιρεσείουσας και η από 28-4-2017 με αριθμό κατάθεσης 32/2017 έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε ο πρόσθετος λόγος έφεσης και έγιναν δεκτές οι παραπάνω εφέσεις, εξαφανίστηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και το δικαστήριο, στην συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, την δέχτηκε μερικά ως βάσιμη στην ουσία της και αναγνώρισε το αναιρεσίβλητο δικαιούχο της καθορισθείσης αποζημίωσης για τα ακίνητα που αναφέρονται σε αυτή.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του α.ν. 1539/ 1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 του Εισαγωγικού Νόμου αυτού, όπως η διάταξη αυτή ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 24 του Ν. 2732/1999 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, λόγω του χρόνου άσκησης της κρινόμενης αγωγής: "Πας αξιών δικαίωμα κυριότητας ή άλλο πλην της νομής εμπράγματον δικαίωμα επ'ακινήτου κατεχομένου υπό του Δημοσίου οφείλει πριν ή υποβάλλει σχετικήν αγωγήν εις το αρμόδιο δικαστήριο να κοινοποιήσει δια δικαστικού κλητήρος προς το Δημόσιον αίτησιν περιλαμβάνουσαν τας αξιώσεις του, ήτοι το δικαίωμα του, το είδος, την έκτασιν, την ακριβή θέσιν, ένθα κείται, και τα όρια του αξιουμένου ακινήτου, τους τίτλους επι των οποίων στηρίζει το δικαίωμά του και τα ονόματα και την ακριβή διεύθυνσιν της κατοικίας των μαρτύρων, οίτινες δύναται να κατατέθωσιν υπέρ αυτού.
Κατά δε την παράγραφο 4 ίδιου άρθρου του ως άνω νόμου ''Μόνον εξ μήνας μετά την επίδοσιν της ως άνω αιτήσεως ή εις την περίπτωσιν του δευτέρου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 11 μόνον μετά την λήξιν της υπό του κατά το άρθρο 10 συμβουλίου ταχθείσης κατά παράτασιν προθεσμίας δύνανται οι εν παρ. 1 του παρόντος άρθρου μνημονευόμενοι αν δεν λάβουν ειδοποίησιν περί της αποδοχής των αξιώσεών των εν όλω ή εν μέρει να εγείρωσι αγωγήν''.
Κατά το άρθρο 220παρ.Ι.Κ.Πολ.Δ., όπως η παράγραφος 1 ίσχυε, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 21 Ν 3994/2011, (ΦΕΚ Α 165/25.7.2011). "Αγωγές, στις οποίες περιλαμβάνονται και αναγνωριστικές ή ανακοπές εμπράγματες, μικτές ή νομής, εκτός από τα Ασφαλιστικά μέτρα νομής, οι οποίες αφορούν ακίνητα, εγγράφονται ύστερα από αίτηση του ενάγοντος ή ανακόπτοντος στα βιβλία διεκδικήσεων του γραφείου της περιφερείας, όπου βρίσκεται το ακίνητο, μέσα σε τριάντα ημέρες από την κατάθεσή τους, διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτες." Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 27.ν 797/1971. "Το δικαστήριον προβαίνει εις αναγνώρισιν των δικαιούχων της αποζημιώσεως, επί τη βάσει των υποβληθέντων αυτώ, κατά το άρθρον 24 παρ. 5 του παρόντος Ν.Δ.
στοιχείων, ως και παντός στοιχείου, υποβαλλομένου αυτώ υπό των διαδίκων ή αυτεπαγγέλτως διερευνωμένου υπ' αυτού, δι' εκδόσεως οριστικής αποφάσεως, ενιαίας ως προς άπαντας τους αξιούντας δικαιώματα επί του απαλλοτριουμένου", ενώ κατά την παράγραφο 4 εδ. α του ίδιου άρθρου: "Το δικαστήριον απέχει του να εκδώση απόφασιν περί αναγνωρίσεως ενός ή πλειόνων δικαιούχων της αποζημιώσεως:
α) Εάν εκ της διαδικασίας, ιδία μετά σχετικήν δήλωσιν του Δημοσίου, γενομένην επ' ακροατηρίω προκύπτη ότι πιθανολογούνται σφόδρα κυριότης ή έτερον εμπράγματον δικαίωμα τούτου επί του απαλλοτριωθέντος. Εν τοιαύτη περιπτώσει, τα εμπράγματα ταύτα δικαιώματα κρίνονται δικαστικώς κατά την τακτικήν διαδικασίαν, βάσει των οικείων διατάξεων του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας, κατόπιν επί τούτω αγωγής του Δημοσίου ή παντός αξιούντος να αναγνωρισθή δικαιούχος της αποζημιώσεως".
Από τις παραπάνω διατάξεις, όπως ίσχυσαν, προκύπτει ότι την από το άρθρο 8 του α.ν. 1539/1938 "περί δημοσίων κτημάτων οριζόμενη προδικασία απαιτείτο να τηρήσει αυτός που αξίωνε δικαίωμα κυριότητος ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου, το οποίο κατείχε το Δημόσιο, αντίστοιχα δε την σχετική αγωγή όφειλε να εγγράψει κατ' άρθρο 220 Κ.Πολ.Δ.
στα βιβλία διεκδικήσεων του αρμόδιου γραφείου. Περαιτέρω, υπό την ισχύ του ν.δ.797/1971, αυτός που επιδιώκει την αναγνώριση του δικαιώματός του ως δικαιούχου της αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντος ακινήτου και αιτούμενος παρεμπιπτόντως, για να στηρίξει το δικαίωμα του τούτο, και την αναγνώριση, κατά τον χρόνο της απαλλοτριώσεως, της κυριότητός του επί του ακινήτου, όταν προσφεύγει στην τακτική διαδικασία, κατόπιν αποτυχίας του να αναγνωριστεί δικαιούχος της αποζημίωσης, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 27 ν.δ. 797/1971, στη διαταξη του οποίου ρητά αναφέρεται ότι τα προαναφερθέντα εμπράγματα δικαιώματα κρίνονται δικαστικώς....
κατόπιν αγωγής του δημοσίου ή παντός αξιούντος να αναγνωρισθεί δικαιούχος της αποζημιώσεως, δεν απαιτείται να τηρήσει προηγουμένως την ως άνω από το άρθρο 8 α.ν. 1539/1938 προδικασία, ούτε να προβεί στην εγγραφή της σχετικής αγωγής στα βιβλία διεκδικήσεων του αρμόδιου γραφείου. Δηλαδή υπό την ισχύ του ν.δ.797/1971 υποκείμενης αιτήσεως αναγνωρίσεως του αιτούντος ως δικαιούχου της οριστικώς καθορισθείσης αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντος ακινήτου δεν απαιτείτο η τήρηση της υπό της ως είρηται διατάξεως του άρθρου 8 α.ν. 1539/1938 οριζόμενης προδικασίας. (Α.Π.970/1979, Α.Π. 1003/1988).Τούτο διότι υπό την ισχύ του ν.δ. 797/1971 το κύριο αντικείμενο της δίκης που εισάγεται με την αγωγή, με την οποία ζητείται η αναγνώριση του ενάγοντος ως δικαιούχου της καθορισθείσας λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης αποζημίωσης, είναι αυτή η ίδια η βαρύνουσα τον υπέρ ου η απαλλοτρίωση αποζημίωση και όχι η αναγνώριση της κυριότητας του ενάγοντος επί του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ζήτημα το οποίο το δικαστήριο εξετάζει παρεμπιπτόντως, όπως εξετάζει και άλλα παρεμπίπτοντα ζητήματα στα πλαίσια της δίκης αυτής, τα οποία αποτελούν τις νόμιμες προϋποθέσεις της αναγνώρισης του ενάγοντος ως δικαιούχου και του εναγομένου ως υποχέου της αποζημίωσης.
Για τον ίδιο λόγο, εξάλλου, η αγωγή αυτή δεν υπόκειται σε εγγραφή στα βιβλία διεκδικήσεων κατ' άρθρο 220Κ.Πολ.Δ. αφού πρόκειται περί αγωγής ενοχικού περιεχομένου με αίτημα την αναγνώριση του ενάγοντος δικαιούχου της καθορισθείσης για την ιδιοκτησία του που απαλλοτριώθηκε αποζημίωσης, ενώ παρεμπιπτόντως ερευνάται η κυριότητα επί του επιδίκου.(Α.Π.232/1995).
Από την ισχύ, από 6-5-2001, του κώδικα αναγκαστικών απαλλοτριώσεων ακινήτων (ν.2882/2001) μεταβλήθηκε το παραπάνω νομικό καθεστώς. Ειδικότερα κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 26 ν.2882/2001. Η αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης γίνεται με δικαστική απόφαση, κατά την ειδική διαδικασία που ορίζεται με τις διατάξεις του παρόντος, ενώ κατά την παράγραφο 11 ίδιου άρθρου όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 132 παρ.2 Ν.4070/2012, ΦΕΚ Α 82/10.4.2012 "11.
Το δικαστήριο απέχει να εκδώσει απόφαση αναγνώρισης των δικαιούχων της αποζημίωσης: α) εάν η κυριότητα του απαλλοτριωμένου ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτού πιθανολογείται ότι ανήκει στο Δημόσιο....Εάν το δικαστήριο απόσχει να εκδώσει απόφαση αναγνώρισης του δικαιούχου της αποζημίωσης, η κυριότητα του απαλλοτριουμένου και τα άλλα εμπράγματα δικαιώματα επ' αυτού, κρίνονται κατά την τακτική διαδικασία".
Από τη διάταξη αυτή, κατά την γραμματική διατύπωση της οποίας, η κυριότητα του απαλλοτριουμένου και τα άλλα εμπράγματα δικαιώματα επ' αυτού κρίνονται κατά την τακτική διαδικασία, χωρίς αυτή να συνδέεται με την αξίωση αναγνώρισης του αιτούντος ως δικαιούχου της αποζημίωσης, προκύπτει, ότι στη δίκη που ανοίγεται μετά την αποχή του δικαστηρίου να εκδώσει απόφαση για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης, για τους ανωτέρω λόγους και η οποία (δίκη) διεξάγεται κατά την τακτική διαδικασία, κατόπιν σχετικής αγωγής του ενδιαφερομένου, κύριο αντικείμενο είναι η κυριότητα και τα άλλα εμπράγματα δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου ακινήτου, τα οποία κρίνονται στη δίκη αυτή, όχι δε η αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης, με παρεμπίπτον ζήτημα την κυριότητα, όπως συνέβαινε υπό το προισχύσαν νομικό καθεστώς.
Επομένως, στην περίπτωση αυτή ασκείται αξίωση κυριότητας ή άλλου εμπράγμάτου δικαιώματος επί του ακινήτου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, με αποτέλεσμα για το παραδεκτό της σχετικής αγωγής να απαιτείται η κατά το άρθρο 8 παρ. 1 του α.ν. 1539/1938, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 του ν. 2732/1999, (με την οποία τροποποίηση απαιτείται η τήρηση της από το άρθρο αυτό προβλεπομένης διαδικασίας ανεξαρτήτως κατοχής του επιδίκου από το Δημόσιο), προδικασία, προηγούμενη δηλαδή κοινοποίηση με δικαστικό επιμελητή προς το Δημόσιο αιτήσεως, που θα περιλαμβάνει τις αξιώσεις του αιτούντος, με τα αναφερόμενα στην ίδια διάταξη ειδικότερα στοιχεία, χωρίς την τήρηση της οποίας (προδικασίας) η αγωγή κηρύσσεται απαράδεκτη, κατά τη ρητή διάταξη του ανωτέρω άρθρου 8 παρ. 1 εδ.
τελ. του ν. 1539/1938. Περαιτέρω, ενόψει του κατά τα ανωτέρω κύριου αντικειμένου της διεξαγόμενης κατά την τακτική διαδικασία δίκης, μετά την αποχή του δικαστηρίου να εκδώσει απόφαση για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης, για το παραδεκτό της άνω αγωγής, η οποία έχει το χαρακτήρα εμπράγματης αγωγής περί ακινήτου, απαιτείται και η κατά το άρθρο 220 ΚΠολΔ εγγραφή αυτής στα σχετικά βιβλία διεκδικήσεων, άλλως είναι απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο (ΑΠ 2125/2014, ΑΠ 1054/2013 ΑΠ 201/2017).
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, όπως αυτός εκτιμάται, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενη, ότι εσφαλμένα το δικαστήριο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, αν και δεν είχε τηρηθεί η προβλεπόμενη από την διάταξη του άρθρου 8 α.ν. 1539/1938 προδικασία και δεν είχε εγγραφεί αυτή στα βιβλία διεκδικήσεων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, διότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε κατά την τακτική διαδικασία, μετά την αποχή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης να αναγνωρίσει το ενάγον ν.π.δ.δ., κατ' άρθρο 27 ν.δ. 797/1971, δικαιούχο της αποζημίωσης που καθορίστηκε για την αναγκαστική απαλλοτρίωση των επιδίκων ακινήτων, δηλαδή υπό το καθεστώς του ν.δ.797/1971, αντικείμενο δε αυτής ήταν η αναγνώριση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου ως δικαιούχου της δικαστικώς καθορισθείσης αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντων ακινήτων, με παραμπίπτον ζήτημα την, αναγνώριση της κυριότητας του επ' αυτών, κατά τον χρόνο της απαλλοτριώσεως, σύμφωνα δε με τα στην νομική σκέψη της παρούσας εκτιθέμενα, δεν απαιτείται η τήρηση της από το άρθρο 8 α.ν. 1539/1938 προβλεπομένης προδικασίας, ούτε η εγγραφή στα βιβλία διεκδικήσεων.
Επί επάλληλων αιτιολογιών (κυρίων ή επικουρικών), καθεμία από τις οποίες στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αν έστω και μία δεν πλήττεται ή δεν πλήττεται επιτυχώς, οι λόγοι της αναίρεσης που πλήττουν τις υπόλοιπες είναι αλυσιτελείς και, συνακόλουθα, απορριπτέοι (Ολ.ΑΠ 25/2003).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, όπως αυτός εκτιμάται, λόγο της αναίρεσης, ως και με τον δεύτερο λόγο αυτής, προβάλλεται η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το δικαστήριο, αν και έκρινε με επάλληλη αιτιολογία ότι σε κάθε περίπτωση και αν ακόμη ήθελε γίνει δεκτό, ότι η ένδικη αγωγή είναι εμπράγματη, δεν απαιτείται η τήρηση της προδικασίας του άρθρου 8 α.ν. 1539/1938, εν τούτοις παρά τον νόμο δεν την κήρυξε απαράδεκτη, λόγω μη εγγραφής της, ως απαιτείται, στα βιβλία διεκδικήσεων.
Όμως, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε, με κύρια αιτιολογία, που αναφέρεται σ' αυτή, ότι η ένδικη αγωγή, είναι ενοχικής φύσεως και εκ του λόγου αυτού δεν απαιτείται η τήρηση της προδικασίας του άρθρου 8 α.ν. 1539/1938, ούτε η εγγραφή της στα βιβλία διεκδικήσεων. Η αιτιολογία αυτή, που δεν πλήττεται επιτυχώς με άλλο λόγο αναίρεσης (αφού ο σχετικός τρίτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, οι δε λοιποί λόγοι αναίρεσης δεν περιέχουν ανάλογη αιτίαση) στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Οι εξεταζόμενοι, επομένως, αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελής. Κατά το άρθρο 559 αρ.20 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου νοείται το διαγνωστικό σφάλμα (εσφαλμένη ανάγνωση) του δικαστηρίου εξαιτίας του οποίου αποδόθηκε στο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό και το οποίο ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως, εφόσον συνέβαλε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στη διαμόρφωση της κρίσης του δικαστηρίου και έτσι αυτό κατέληξε σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1199/2018).
Δεν συνιστά λόγο αναίρεσης από τη διάταξη αυτή η εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου, διαφορετική εκείνης που προσδίδει σ' αυτό ο διάδικος (ΑΠ 899/2007). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο του αποδεικτικού εγγράφου, που, από διαγνωστικό σφάλμα, του αποδόθηκε από το Εφετείο ή ότι το τελευταίο έκανε ελλιπή ή εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου (και όχι απλώς σφάλμα κατά την αξιολόγησή του), με αποτέλεσμα το Εφετείο να οδηγηθεί σε τελείως διαφορετικό συμπέρασμα από το προκύπτον εκ του εγγράφου, ως προς την ύπαρξη ή μη πραγματικού γεγονότος.
Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί, ως αόριστος, ο τέταρτος, από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, κατά τον οποίο το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του νέου κτηματολογικού πίνακα, με το να δεθεί, ότι εξ αυτού προκύπτει, ότι ουδεμία μεταβολή επήλθε στο μέγεθος της συνολικά απαλλοτριούμενης έκτασης, καθώς και της έκτασης για την οποία ζητεί να αναγνωριστεί δικαιούχος αποζημίωσης ο ενάγων, διότι η αναιρεσείουσα δεν προσδιορίζει στο αναιρετήριο το περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου, ούτε και εκθέτει, ποια ήταν η υπό του Εφετείου εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου αυτού, που οδήγησε σε εσφαλμένη κρίση του, αλλ' απλώς περιορίζεται στην αναφορά μετά από υπολογισμούς της, τους οποίους δεν παραθέτει, του εμβαδού όλης της έκτασης που απαλλοτριώθηκε, ως και του συνολικού εμβαδού των επιδίκων, το μέγεθος του οποίου (εμβαδού της όλης έκτασης αλλά και των επιδίκων), κατά τους ισχυρισμούς της, είναι μεγαλύτερο της πραγματικά απαλλοτριωθείσας έκτασης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ως αιτιολογία δε που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.
Στοιχειοθετείται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, βάσει των οποίων και μόνο ελέγχεται η έλλειψη ή μη νόμιμης βάσης αυτής, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη διάταξη ουσιαστικού νόμου. Αντίθετα, ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όταν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει κρίση για την ουσία της υπόθεσης με διατύπωση σχετικού αποδεικτικού πορίσματος ή όταν πρόκειται για ασάφειες ή ελλείψεις που αφορούν απορριπτικό σκεπτικό αγωγής ή ένστασης ως μη νόμιμης ή ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, καθώς και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος (ΟλΑΠ 3/97 και 13/95).
Επίσης, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει: α) τον κανόνα ουσιαστικού που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ή τη μνεία ότι σ' αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, (πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει) τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει (ΟλΑΠ 20/05, 32/96).
Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (Ολ.ΑΠ 57/90, Α.Π.1199/2018).
Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, με το να δεχθεί, ότι με τον νέο κτηματολογικό πίνακα ουδεμία μεταβολή επήλθε στο μέγεθος της συνολικά απαλλοτριούμενης δυνάμει της με αρ.Μ 3553/844 Κηρ.
Πιερίας /21-1-1998 κοινής απόφασης του αναπληρωτή υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών έκτασης, καθώς και της έκτασης, για την οποία ζητεί να αναγνωριστεί δικαιούχος αποζημίωσης ο ενάγων ΟΤ.Α., καίτοι στο νέο αυτό κτηματολογικό πίνακα εμφανίζονται αυξημένες και οι δύο παραπάνω εκτάσεις (συνολικά απαλλοτριούμενη έκταση ως και αυτή για την οποία ζητεί να αναγνωριστεί δικαιούχος αποζημίωσης ο ενάγων Ο.Τ.Α.), ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, σύμφωνα με τα αμέσως παραπάνω εκτιθέμενα, αφού δεν εξειδικεύεται η πλημμέλεια που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή αν και προβάλλεται η πλημμέλεια της ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας, δεν αναφέρονται τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση, ώστε να καθίσταται πλήρης η αιτιολογία, ούτε προσδιορίζεται ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η αναφερόμενη έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας ή αντίφαση στην απόφαση.
Επομένως, μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Τέλος, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-3-2020 (με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 737/75/2020) αίτηση για αναίρεση της 2605/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Απριλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ