Legislator Case Law & Legislation
1068/2020 AI generated

1068/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1068/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1068/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, ο ως άνω λόγος, εκ του αρ. 5 περ. β' του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ προκύπτει ότι υφίσταται αδικοπραξία, όταν η προξενήσασα την ζημία συμπεριφορά είναι παράνομη και οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια, οπότε ο υπαίτιος υποχρεούται σε αποζημίωση περιλαμβάνουσα τόσο την θετική ζημία όσο και το διαφυγόν κέρδος.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1068 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1068/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Α. του Γ., κατοίκου …, ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξουριώτη, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 28/6/2010 και από 24/11/2010 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 318/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 3093/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/6/2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, εάν ο διάδικος, επιμελεία του οποίου γίνεται η συζήτηση, δεν εμφανισθεί ή δεν μετάσχει προσηκόντως της συζητήσεως, ενώ μετέχει προσηκόντως ο αντίδικος αυτού, ο Άρειος Πάγος εξετάζει εάν η επίσπευση της συζητήσεως έχει γίνει εγκύρως και σε καταφατική περίπτωση προβαίνει στην συζήτηση της υποθέσεως ως εάν ήσαν παρόντες οι διάδικοι.

Εν προκειμένω, από τα προσκομισθέντα έγγραφα: α) το υπ' αριθμόν … ειδικό πληρεξούσιο του Συμβολαιογράφου … Α. Μ., δια του οποίου ο αναιρεσείων παρέσχε πληρεξουσιότητα προς την δικηγόρο Αθηνών Αναστασία Χατζητζανή, όπως ασκήσει την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και επισπεύσει την συζήτηση αυτής, και β) την υπ' αρ. …από … 2019 έκθεση της δικαστικής επιμελητρίας της περιφερείας του Εφετείου Αθηνών Δ. Ρ. περί επιδόσεως προς την αναιρεσίβλητη αντιγράφου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως μετά κλήσεως προς συζήτηση της υποθέσεως κατά την ενεστώσα δικάσιμο της 10ης Δεκεμβρίου 2019 κατόπιν εγγράφου παραγγελίας της ως άνω δικηγόρου, προκύπτει ότι της συζητήσεως της υποθέσεως έχει εγκύρως επιμεληθεί ο αναιρεσείων, ο οποίος όμως δεν ενεφανίσθη, ούτε έχει καταθέσει κατά τα άρθρα 573 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υποθέσεως.

Συνεπώς η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να χωρήσει ως εάν όλοι οι διάδικοι ήσαν παρόντες.

Επειδή, με την υπό κρίση από 28ης Μαΐου 2018 αίτηση διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμόν 3093/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Αρχικώς ο αναιρεσείων άσκησε τις από 28ης Ιουνίου 2010 και 24ης Νοεμβρίου 2010 αγωγές ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, μετά συνεκ-δίκαση των οποίων εξεδόθη η υπ' αρ. 318/2014 απόφαση, με την οποία οι αγωγές έγιναν δεκτές. Κατά της εν λόγω αποφάσεως η εναγομένη - αναιρεσίβλητη άσκησε την από 1ης Απριλίου 2014 έφεση, εξεδόθη δε αντιμωλία των διαδίκων η προαναφερομένη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση και μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης απο-φάσεως απερρίφθησαν οι αγωγές κατ' ουσίαν. Εν συνεχεία ο αναιρεσείων άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ.1, 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ και πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αρ. 5 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται και εάν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επιρροή ως προς την έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως θεωρούνται οι ισχυρισμοί, οι οποίοι έχοντες αυτοτελή υπόσταση τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως ή αντεφέσεως.

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται η αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπ' όψιν τον προταθέντα δια των ενώπιον αυτού προτάσεων του αναιρεσείοντος ισχυρισμό περί αοριστίας και απαραδέκτου της εφέσεως και των λόγων αυτής. Όπως όμως προκύπτει από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Μονομελές Πρωτοδικείο έκρινε παραδεκτή την έφεση και παραδεκτούς τους λόγους αυτής και επομένως έλαβε εκ του πράγματος υπ' όψιν και απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό περί απαραδέκτου.

Συνεπώς, ο ως άνω λόγος, εκ του αρ. 5 περ. β' του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ προκύπτει ότι υφίσταται αδικοπραξία, όταν η προξενήσασα την ζημία συμπεριφορά είναι παράνομη και οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια, οπότε ο υπαίτιος υποχρεούται σε αποζημίωση περιλαμβάνουσα τόσο την θετική ζημία όσο και το διαφυγόν κέρδος.

Η καθυστέρηση της πληρωμής όμως ή η μη πληρωμή των δεδουλευμένων αποδοχών του μισθωτού γεννά συμβατική μόνον και όχι και αδικοπρακτική ευθύνη του εργοδότη, έστω και εάν στοιχειοθετείται ποινική ευθύνη αυτού βάσει του άρθρου μόνου του ΑΝ 690/1945, συνεπώς καθιστάμενος υπερήμερος ο εργο-δότης οφείλει συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 345 ΑΚ τόκο υπερημερίας και υποχρεούται σε αποζημίωση της θετικής μόνον ζημίας του μισθωτού από την μη καταβολή των αποδοχών και όχι και του διαφυγόντος κέρδους.

Αφ' ετέρου, κατά τις δια-τάξεις των άρθρων 11 και 12 του Καταστατικού του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού του Ο.Τ.Ε. (ΤΑΠ - ΟΤΕ), το οποίο, εκδοθέν κατά το άρθρο 3 Ν. 34/1943 και εγκριθέν δια του άρθρου μόνου της αποφάσεως Υπουργού Εργασίας 36360/Σ.1181/27 Οκτωβρίου 1943 "Περί εγκρίσεως του ανασυσταθέντος καταστατικού του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού της Ανωνύμου Ελληνικής Τηλεφωνικής Εταιρείας (Α.Ε.Τ.Ε.)" (ΦΕΚ Β' 215/27 Νοεμβρίου 1943), δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 59 παρ. 1 του Α.Ν.

της 11ης Νοεμβρίου. 1935 "περί Οργανισμού του Υπουργείου Εργασίας", ως τούτο έχει ερμη-νευθεί αυθεντικώς δια του άρθρου 1 του Α.Ν. 694/1937 "περί αυθεντικής ερμηνείας, συμπληρώσεως και τροποποιήσεως διατάξεών τινων της ασφαλιστικής νομοθεσίας", έχει ισχύν νόμου, ορίζεται ότι μεταξύ των πόρων του Ταμείου είναι και οι προβλεπόμενες εργατικές εισφορές, οι οποίες κρατούνται από τις αποδοχές των ασφαλισμένων και εν συνεχεία αποδίδονται από την Α.Ε.Τ.Ε.

στο Ταμείο ταυτοχρόνως με τις εις βάρος αυτής εργοδοτικές εισφορές εντός του πρώτου δεκαημέρου του επο-μένου της πληρωμής των αποδοχών μηνός, ενώ εάν η Α.Ε.Τ.Ε. δεν ενεργήσει τις εις βάρος των αποδοχών των ασφαλισμένων ως άνω κρατήσεις εντός διμήνου από της ημέρας της πληρωμής αυτών, απαλλάσσεται ο ασφαλισμένος της εν λόγω καταβολής, η οποία βαρύνει του λοιπού την Α.Ε.Τ.Ε.

Από τις προαναφερθείσες διατάξεις του καταστατικού του ΤΑΠ-ΟΤΕ προκύπτει ότι η υποχρέωση παρακρατήσεως και αποδόσεως από τον εργοδότη των ασφαλιστικών εισφορών στο Ταμείο αναφέρεται στον πραγματικό χρόνο της καταβολής του μισθού και όχι στον χρόνο, κατά τον οποίον έπρεπε να είχε καταβληθεί ο μισθός, τούτο δε ισχύει και επί αποδοχών επιδικαζομένων δια δικαστικής αποφάσεως, επί των οποίων επομένως η σχετική εργοδοτική υποχρέωση γεννάται κατά τον χρόνο της πραγματικής πληρωμής αυτών (ΑΠ 1675/1999).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων ως και των αποφάσεων των πρωτοδικείων των εκδιδομένων επί εφέσεων κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων συγχωρείται αναίρεση, εάν έχει παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή.

Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται εάν η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και ιδίως εάν στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή ως προς την έκβαση της δίκης. Τούτο συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται παντελώς πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, τα οποία απαιτούνται προς εφαρμογή της εφαρμοσθείσης διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου, ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλ-λομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο εδέχθη τα εξής: "Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη εταιρία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου την 10η.12.1968. προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως ηλεκτροτεχνίτης, την δε 3η.11.1976, μετά την απόκτηση του πτυχίου του Εκπαιδευτικού Τεχνολόγου Ηλεκτρολόγου Μηχανικού ...

μετετάγη στην κατηγορία των υπομηχανικών μέχρι την 31η.1.2000, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε. ... Την 1.11.1998 δυ-νάμει της από 25.5.97 ΕΣΣΕ που υπεγράφη μεταξύ ΟΤΕ και ΟΜΕ-ΟΤΕ, χορηγήθηκε επίδομα επικίνδυνης εργασίας (ε.ε.ε.) ... σε ποσοστό 25% και στο προσωπικό που απασχολείτο σε ηλεκτρολογικό έργο, ως μέλος συνεργείων κατασκευής και συντήρησης Η-Μ και Η-Π εγκαταστάσεων, καθώς και στους μηχανικούς και υπομηχανικούς όπως και ο ενάγων.

Ως εκ τούτου, από 1.1.1998 άρχισε να καταβάλλεται στον ενάγοντα, το ανωτέρω επίδομα, μέχρι και την 31η.1.2000 οπότε και αποχώρησε από την υπηρεσία του, υπολογιζομένου τούτου επί βασικού μισθού 185000 δρχ. μηνιαίως. Πλην όμως, το ανωτέρω επίδομα ... δεν του χορηγείτο για χρονικό διάστημα 30 ημερών μηνιαίως, ήτοι για διάστημα 480 ημερών (από 1.11.98 μέχρι 31.1.2000), αλλά για 275 ημέρες, με συνέπεια ο ενάγων να ασκήσει την από 30.12.2004 αγωγή του με την οποία ζητούσε να του καταβληθεί το ανωτέρω επίδομα για όλες τις ημέρες του μήνα, για το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ήτοι για 480 ημέρες και δη να του καταβληθεί το ποσό των 927,49 ευρώ.

Με την 179/2007 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου ... η ανωτέρω αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή ... και υποχρέωσε την εναγομένη ... να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 829,78 ευρώ. ... Η ως άνω απόφαση κατέστη τελεσίδικη κατόπιν ασκήσεως εφέσεως της εναγομένης και απορρίψεως αυτής με την 6992/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη, μετά την αποχώρηση του ενάγοντος από την υπηρεσία του λόγω συνταξιοδότησης, γνώρισε στο Ταμείο Ασφαλίσεως Προσωπικού ΟΤΕ (ΤΑΠ-ΟΤΕ) και ήδη ΙΚΑ-ΕΤΑΜ-Κλάδος Σύνταξης ΤΑΠ-ΟΤΕ, ... τις αποδοχές του ενάγοντος προ της αποχώρησής του, βάσει των οποίων σύμφωνα με το Καταστατικό του ΤΑΠ-ΟΤΕ υπολογίζεται η σύνταξη και ειδικότερα ανέφερε ότι ο τελευταίος ελάμβανε επίδομα επικίνδυνης εργασίας 25% από 1-11-98, μέχρι την απόλυσή του (31.1.2000), και δη για 275 ημέρες ...

Επίσης, ανέφερε ότι είχαν αποδοθεί οι εισφορές εργαζομένου-εργοδότη, στο ταμείο αυτό/κλάδο σύνταξης. Εν συνεχεία, η εναγομένη χορήγησε στον ενάγοντα το ανωτέρω επίδομα επικίνδυνης εργασίας 25%, βάσει της ως άνω απόφασης του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, και απέδωσε τις σχετικές οφειλόμενες εκ μέρους της ασφαλιστικές εργοδοτικές εισφορές στο ΤΑΠ-ΟΤΕ, προκειμένου το εν λόγω ταμείο να το λάβει υπόψη του για τυχόν αναπροσαρμογή της σύνταξης του ενάγοντος με βάση το ανωτέρω επίδομα (ε.ε.ε.), όπως προκύπτει από το υπ' αρ….

έγγραφο του Τμήματος Μητρώων της Υποδ/νσης Μητρώων και Παροχών προς το ΤΑΠ-ΟΤΕ, στο οποίο αναφέρεται σαφώς ότι ο εναγών, ο οποίος απολύθηκε την 1-2-2000, έχει πληρωθεί με την 179/2007 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, ποσό 829,80 ευρώ για επίδομα επικίνδυνης εργασίας 25%, που αφορά το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 μέχρι την απόλυσή του, στο οποίο έχουν γίνει κρατήσεις και έχουν αποδοθεί οι εισφορές υπέρ του ταμείου αυτού και λοιπών ασφαλιστικών ταμείων στην εκκαθάριση μισθοδοσίας 6/2007.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στο άρθρο 19 παρ.1 εδ. α' του Καταστατικού του ΤΑΠ-ΟΤΕ, ορίζεται μεταξύ άλλων ότι η σύνταξη των ασφαλισμένων που εξέρχονται από την υπηρεσία και δικαιούνται σύνταξη με τις διατάξεις του ως άνω καταστατικού, υπολογίζονται βάσει των τακτικών αποδοχών του μήνα εξόδου από την υπηρεσία, ενώ σύμφωνα με το εδ.

β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, ως τακτικές αποδοχές για τον υπολογισμό της σύνταξης, θεωρείται ο βασικός μισθός του τελευταίου μήνα πριν την αποχώρηση από την υπηρεσία, μαζί με τα επιδόματα που χορηγούνται παγίως και μονίμως και διαρκώς και εφόσον καταβάλλονται γι' αυτά εισφορές για τον Κλάδο Σύνταξης.

Σύμφωνα με την υπ' αρ. 3571/2003 απόφαση του δ.σ. του ΤΑΠ- ΟΤΕ, για να χαρακτηριστεί ένα επίδομα, μεταξύ αυτών και το ε.ε.ε., παγίως, νομίμως και διαρκώς καταβαλλόμενο και να συνυπολογιστεί στην σύνταξη, θα πρέπει να έχει υποβληθεί σε κρατήσεις εισφορών υπέρ του Κλάδου Σύνταξης του εν λόγω Ταμείου και επιπλέον, να καταβάλλεται στο μισθό συνέχεια επί ένα έτος πριν την απόλυση του ενδιαφερομένου ή συνολικά (3) έτη (1.080 ημέρες) κατά την τελευταία πενταετία.

Συνεπώς, σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερόμενα και όπως προκύπτει και από το υπ'αρ…. έγγραφο της Δ/νσης Ασφάλισης του ΤΑΠ-ΟΤΕ, για να χορηγηθεί ένα επίδομα, όπως το ε.ε.ε., απαραίτητη προϋπόθεση είναι η καταβολή του τον μήνα εξόδου από την υπηρεσία, και επιπλέον να συντρέχουν οι ως άνω προϋποθέσεις που ορίστηκαν με την ως άνω απόφαση του δ.σ.

του ΤΑΠ-ΟΤΕ. Ακολούθως, ο ενάγων με την υπ' αρ. πρωτ. …αίτησή του προς το ΤΑΠ-ΟΤΕ, ζήτησε από το τελευταίο να προβεί στον συνυπολογισμό του ε.ε.ε. για τον προσδιορισμό των συντάξιμων αποδοχών του καθώς και να του καταβάλει τις προκύπτουσες από την εν λόγω αναπροσαρμογή της συντάξεώς του διαφορές από το χρόνο συνταξιοδοτήσεώς του.

Με την υπ' αρ…απόφαση της Δ/ντριας Ασφάλισης του ΤΑΠ-ΟΤΕ, αποφασίσθηκε η χορήγηση του επιδό-ματος αυτού σε ποσοστό 25% από 10-6-2007. Ο ενάγων άσκησε ένσταση κατά της ανωτέρω αποφάσεως, προκειμένου να του χορηγηθεί το εν λόγω επίδομα από 1.2.2000. η οποία έγινε εν μέρει δεκτή, με την υπ' αρ. … απόφαση της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής του ΙΚΑ-ΕΚΑΜ-Τοπικού Υπ/τος Ασφαλι-σμένων Κλάδου Σύνταξης ΤΑΠ-ΟΤΕ, αποφασίσθηκε δε η καταβολή του επίδικου επιδόματος αναδρομικά για ένα μόνο έτος από την ημερομηνία καταβολής των αντίστοιχων εισφορών από τον εργοδότη, ήτοι για ένα έτος προ της 10ης.6.2007, με την αιτιολογία ότι η εναγομένη-εργοδότρια κατέβαλε τις εισφορές στις 10.6.2007 και σύμφωνα με το άρθρο 34 του Καταστατικού του ΤΑΠ-ΟΤΕ.

κάθε αξίωση κατά του Ταμείου παραγράφεται μετά την πάροδο ενός έτους από την ημερομηνία από την οποία το αξιούμενο ποσό κατέστη απαιτητό. Σύμφωνα, μάλιστα, με το από … έγγραφο του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Τοπικό Υπ/μα Ασφαλισμένων ΤΑΠ-ΟΤΕ, το ύψος του επιδόματος που θα ελάμβανε στη σύνταξή του ο ενάγων από 1-2-200 έως 9-6-2006, ανέρχεται συνολικά σε 11.140,56 ευρώ.

Πλην όμως, όπως αποδείχθηκε ανωτέρω, η εναγομένη με την προαναφερόμενη από 17-3-200 επιστολή της προς το ΤΑΠ-ΟΤΕ είχε ήδη γνωρίσει στο εν λόγω Ταμείο ότι ο ενάγων ελάμβανε από 1-11-98 το επίδικο επίδομα και δη για ορισμένες ημέρες μηνιαίως όπως αναφέρεται αναλυτικά στον συνημμένο από 17-2-2000 σε αυτήν, σχετικό πίνακα, και στην συνέχεια, μετά την έκδοση της 179/2007 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου και πριν αυτή ακόμη καταστεί τελεσίδικη, αφενός μεν κατέβαλε στον ενάγοντα το επίδικο επί-δομα για το επίδικο χρονικό διάστημα, αφετέρου δε γνωστοποίησε στο ΤΑΠ-ΟΤΕ το συνολικό διάστημα λήψης του επίδικου επιδόματος, βάσει της εν λόγω δικαστικής απόφασης (για 30 ημέρες μηνιαίως), για το οποίο μάλιστα απέδωσε τις οφειλόμενες εισφορές εργαζομένου -εργοδότη στο εν λόγω Ταμείο, πλην όμως το τελευταίο δεν κατέβαλε το εν λόγω επίδομα στον ενάγοντα και δη για το χρονικό διάστημα από 1- 2-2000 έως 9-6-2006, παρά το γεγονός ότι το ελάμβανε από την υπηρεσία του (αρχικά έστω για ορισμένες ημέρες μηνιαίως) και είχαν καταβληθεί οι αντίστοιχες ασφαλιστικές εισφορές (αρχικά για τις ημέρες μόνο για τις οποίες το ελάμβανε).

Από τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περι-στατικά, ουδόλως απεδείχθη υπαιτιότητα της εναγομένης στη μη καταβολή του επίδικου επιδόματος από το ΤΑΠ-ΟΤΕ, κατά το χρονικό διάστημα από 1-2-2000 έως 9-6-2006, αφού η εναγομένη αφενός μεν κατέβαλε το επίδικο επίδομα στον ενάγοντα, αφετέρου δε είχε ήδη γνωστοποιήσει στο εν λόγω Ταμείο με την ως άνω από 17-3-2000 επιστολή της προς αυτό, ήτοι από την αποχώρηση του ενάγοντος από την υπηρεσία του λόγω συνταξιοδότησης, ότι ο τελευταίος το ελάμβανε για ορισμένες ημέρες το μήνα και ότι είχαν καταβληθεί οι αντίστοιχες ασφαλιστικές εισφορές, πλην όμως το εν λόγω Ταμείο δεν του κατέβαλε αυτό, κατόπιν δε μετά την έκδοση της ως άνω πρωτόδικης απόφασης έσπευσε α ενημερώσει το ΤΑΠ-ΟΤΕ και να καταβάλει τις αντίστοιχες ασφαλιστικές εισφορές που αντιστοιχούν στο εν λόγω επίδομα για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα πλην όμως το τελευταίο αρνήθηκε να το καταβάλει στον ενάγοντα.

Ως εκ τούτου ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τη συμπεριφορά της εναγομένης και δη των προστηθέντων αυτής υπαλλήλων της αφενός μεν ως προς την μη καταβολή του εν λόγω επιδόματος για ολόκληρο το χρονικό διάστημα των 30 ημερών μηνιαίως αφού η διαφορετική ερμηνεία της υπ' αρ.25/328/7598 ειδικής εγκυκλίου και της υπ' αρ. 262/23 /3.10.2001 Β.Ε.

δεν δύναται να χαρακτηριστεί ως αδικοπραξία εκ μέρους της εναγομένης, σε κάθε δε περίπτωση, όπως παρέπεται από τη διάταξη του άρθρου μόνου του Ν. 690/45, η μη εκπλήρωση της προς καταβολή του οφειλόμενου μισθού (επιδομάτων κλπ) υποχρεώσεως του εργοδότη και η παρα-κράτηση από αυτόν του μισθού, τον οποίο ενοχικώς οφείλει, δεν συνιστά αδικοπραξία ...

αφετέρου δε η άρνηση χορήγησης του ως άνω επιδόματος από το ΤΑΠ-ΟΤΕ για το επίδικο χρονικό διάστημα, και παρά το γεγονός ότι η εναγομένη κατέβαλε το επίδικο επίδομα από 1.11.1998 στον ενάγοντα ουδόλως συνδέεται αιτιωδώς με παράνομη παράλειψη της εναγομένης να καταβάλει τις αντίστοιχες εργοδοτικές εισφορές, εφόσον ...

η τελευταία, κατέβαλε τις αντίστοιχες εισφορές που την επιβάρυναν από 1-11-98 όπως είχε γνωστοποιήσει στο εν λόγω Ταμείο και εν συνεχεία κατέβαλε τον 6° του 2007 τις αντίστοιχες εργοδοτικές εισφορές για ολόκληρο το χρονικό διάστημα που επιδίκασε η 179/2007 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, έπραξε δηλαδή όπως είχε νομική υποχρέωση και ο ενάγων έπρεπε να προσφύγει κατά της ως άνω υπ' αρ. 1/61/7.10.09 απόφασης της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ-Τοπικού Υπ/τος Ασφαλισμένων Κλάδου Σύνταξης ΤΑΠ-ΟΤΕ, που του έκανε μόνο εν μέρει δεκτή την προαναφερόμενη ένστασή του. ...".

Υπό τις ως άνω παραδοχές το Μονομελές Πρωτοδικείο εδέχθη την έφεση και μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως απέρριψε κατ' ουσίαν τις αγωγές, με τις οποίες ο αναιρεσείων υπάλληλος της εναγομένης εταιρίας, συνταξιοδοτηθείς την 31η Ιανουαρίου 2000, επικαλούμενος ότι έπρεπε να είχε εισπράξει ως αποδοχές συντάξεως κατά το διάστημα από 1ης Φεβρουαρίου 2000 μέχρι της 9ης Ιουνίου 2006 το ποσόν των 11140,82 ευρώ, το οποίο εν τούτοις δεν εισέπραξε λόγω του ότι η εναγομένη κατά το διάστημα από της 1ης Νοεμβρίου 1998 μέχρι της συνταξιοδοτήσεώς του δεν κατέβαλλε πλήρες το επίδομα επικινδύνου εργασίας, το οποίο εδικαιούτο, με συνέπεια να μην υπολογισθεί τούτο μεταξύ των συνταξίμων αποδοχών, εδίωκε ως αποζημίωση την επιδίκαση του προαναφερομένου ποσού των 11140,82 ευρώ.

Με την εν λόγω κρίση το Μονομελές Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις του καταστατικού του ΤΑΠ-ΟΤΕ και εκείνες των άρθρων 345 και 914 ΑΚ, διέλαβε δε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες καθιστώσες εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων.

δεχόμενο ότι εκ της μη καταβολής πλήρους του επιδόματος επικινδύνου εργασίας του αναιρεσείοντος κατά το διάστημα από της 1ης Νοεμβρίου 1998 μέχρι της 31ης Ιανουαρίου 2000 δεν υπείχε αδικοπρακτική ευθύνη η εναγομένη, η οποία είχε νομίμως καταβάλει και τις οικείες ασφαλιστικές εισφορές στο ΤΑΠ-ΟΤΕ, αφού συμφώνως προς τα ανωτέρω αφ' ενός η μη καταβολή ή η καθυστέρηση καταβολής των αποδοχών του μισθωτού, έστω και υπαιτίως, δεν συνιστά αδικοπραξία και γεννά συμβατική μόνον ευθύνη του εργοδότη, ο οποίος οφείλει να ανορθώσει την θετική και μόνον ζημία του μισθωτού και όχι και το διαφυγόν κέρδος, όπως εν προκειμένω είναι η απώλεια των συνταξιοδοτικών αποδοχών του αναιρεσείοντος, αφ' ετέρου δε η υποχρέωση κατακρατήσεως και αποδόσεως στο ΤΑΠ-ΟΤΕ των οικείων εισφορών επί αποδοχών επιδικασθεισών δια δικαστικής αποφάσεως γεννάται κατά τον χρόνο της πληρωμής των εν λόγω απαιτήσεων και όχι κατά τον χρόνο, κατά τον οποίον έπρεπε να είχαν πληρωθεί.

Συνεπώς, οι δεύτερος και τρίτος και τελευταίος λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως, εκ των αριθμών 1 εδ. α' και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, δια των οποίων προσάπτονται στην αναιρεσι-βαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες της παραβιάσεως των διατάξεων της από 25ης Μαΐου1997 Ε.Σ.Σ.Ε. και των άρθρων μόνου του Α.Ν. 690/1945, 34 του καταστατικού του ΤΑΠ-ΟΤΕ και 914 ΑΚ και της ελλείψεως αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Επειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της καθ' ης, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτής, ως ορίζεται στο διατακτικό. Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο ασκών το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως Μονομελούς Πρωτοδικείου υποχρεούται να καταθέσει παράβολο ποσού 300 ευρώ και ότι εν περιπτώσει ολικής ή μερικής νίκης του αναιρεσείοντος ο Άρειος Πάγος με την απόφασή του διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα, η υποχρέωση όμως καταθέσεως παραβόλου δεν ισχύει επί υποθέσεων εργατικών διαφορών, οπότε, εάν παρά την έλλειψη σχετικής υποχρεώσεως κατατεθεί παράβολο, ο Άρειος Πάγος, βάσει των εν λόγω διατάξεων αναλόγως εφαρμοζομένων, διατάσ-σει την επιστροφή τούτου στον καταθέσαντα ασχέτως της ευδοκιμήσεως ή μη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την έκθεση καταθέσεως του δικογράφου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, έχει κατατεθεί το αναφερόμενο παράβολο, χωρίς όμως να υφίσταται σχετική υποχρέωση, αφού η αναίρεση αφορά εργατική διαφορά.

Συνεπώς, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του εν λόγω παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28ης Μαΐου 2018 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 3093/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστι-κών εξόδων της αναιρεσιβλήτου ποσού χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαΐου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Οκτωβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ