Supreme Court dismisses appeal against labor accident compensation verdict regarding milk truck driver's death.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the petition to overturn the First Instance Court of Athens' decision denying compensation for a milk truck driver killed in a work accident. The appellants argued the lower court erred in assessing the driver's voluntary actions and ignored unproven claims about his ability to rest, while the respondent maintained the verdict was legally sound. The court ruled the appeal inadmissible because the arguments relied on factual assessments and evidence evaluation, which fall outside the scope of reviewable legal errors.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(a), 559(1)(b), 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal against a judgment on a labor accident claim is inadmissible if it challenges the court's evaluation of evidence or factual findings rather than a clear error of law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1068 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1068/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Κ. Τ., 2)Γ. Τ. του Κ., 3)Ε. Τ. - Μ. του Κ., 4)Κ. Τ. του Γ., και 5)Ε. Τ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Κούκνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Π. Α. του Η., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Σταματόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/4/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και της αρχικής διαδίκου Β. - Κ. Τ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1241/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 4930/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά της οποίας ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1253/2014 του Αρείου Πάγου, που την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 1014/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16/2/2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με την υπό κρίση από 16ης Φεβρουαρίου 2018 αίτηση διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμόν 1014/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Αρχικώς οι Β. - Κ. σύζ. Κ. Τ., το γένος Ι. Ζ., δι' εαυτήν ατομικώς και ως ασκούσα την επιμέλεια των ανηλίκων Κ. Τ. του Γ. και της Β. και Ε. Τ. του Γ., Κ. Τ. του Γ. και της Α., Γ. Τ. του Κ.
και Ε. Τ. - Μ. του Κ. άσκησαν κατά του αναιρεσιβλήτου την από 2ας Απριλίου 2009 αγωγή, αφορώσα επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης εξ αιτίας εργατικού ατυχήματος. Εξεδόθη η υπ' αριθμόν 1241/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς τους Β. - Κ.
σύζ. Κ. Τ., το γένος Ι. Ζ., δι' εαυτήν ατομικώς, Κ. Τ. του Γ. και της Α., Γ. Τ. του Κ. και Ε. Τ. - Μ. του Κ., ενώ απερρίφθη ως προς τους ανηλίκους Κ. Τ. του Γ. και της Β. και Ε. Τ. του Γ. Κατά της εν λόγω αποφάσεως ο αναιρεσίβλητος άσκησε την από 17ης Νοεμβρίου 2011 έφεση και οι ενάγοντες, ως προς τους οποίους έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, άσκησαν αντέφεση δια των προτάσεων.
Μετά συνεκδίκαση της εφέσεως και της αντεφέσεως εξεδόθη η υπ' αριθμόν 4930/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθησαν η έφεση και η αντέφεση. Ακολούθως, ο αναιρεσίβλητος άσκησε την από 14ης Νοεμβρίου 2013 αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθμόν 1253/2014 απόφαση του Β1 Τμήματος του Αρείου Πάγου και ανηρέθη η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και παρεπέμφθη η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών συγκροτουμένου από άλλον Δικαστή.
Κατά την νέα συζήτηση της εφέσεως οι ως άνω ενάγοντες, ως προς τους οποίους έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, άσκησαν αντέφεση δια των προτάσεων. Μετά συνεκδίκαση της εφέσεως και της αντεφέσεως εξεδόθη αντιμωλία των διαδίκων η προαναφερομένη υπ' αριθμόν 1014/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη η αντέφεση, έγινε δεκτή η έφεση και μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως απερρίφθη κατ' ουσίαν η αγωγή.
Εν συνεχεία, οι αναιρεσείοντες άσκησαν την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Στην θέση της αρχικής διαδίκου Β. - Κ. συζ. Κ. Τ., το γένος Ι. Ζ., η οποία απεβίωσε την 3η Ιουνίου 2016, μετά την έκδοση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. ... Σεπτεμβρίου 2016 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξεως θανάτου του Ληξιαρχείου Δ.
Ε. Καρλοβασίων, υπεισήλθαν οι αναιρεσείοντες ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής, όπως αποδεικνύεται από το από 15ης Σεπτεμβρίου 2016 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του ..., τα από 12ης Οκτωβρίου 2018 και 16ης Οκτωβρίου 2018 πιστοποιητικά μη αποποιήσεως του κληρονομικού δικαιώματος και μη δημοσιεύσεως διαθήκης αντιστοίχως του Ειρηνοδικείου Καρλοβασίου και το από 18ης Οκτωβρίου 2018 πιστοποιητικό μη αμφισβητήσεως του κληρονομικού δικαιώματος του Πρωτοδικείου Σάμου.
Εξ αυτών οι Κ. Τ. του Γ. και της Α., Γ. Τ. του Κ. και Ε. Τ. - Μ. του Κ. ασκούν την αίτηση αναιρέσεως όχι μόνον ως καθολικοί διάδοχοι της αποβιωσάσης Β. - Κ. συζ. Κ. Τ., το γένος Ι. Ζ., αλλά και εξ ιδίου δικαίου, αφού ήσαν κατά τα ανωτέρω εκ των αρχικώς εναγόντων, ως προς τους οποίους είχε γίνει πρωτοδίκως εν μέρει δεκτή η αγωγή, ενώ οι Κ.
Τ. του Γ. και της Β. και Ε. Τ. του Γ., οι οποίοι ήσαν και αυτοί αρχικώς ενάγοντες αντιπροσωπευόμενοι ως ανήλικοι από την ως άνω αποβιώσασα, ασκούν την αναίρεση μόνον ως καθολικοί διάδοχοι αυτής, αφού ως προς αυτούς είχε απορριφθεί πρωτοδίκως η αγωγή, χωρίς να ασκηθεί έφεση ή αντέφεση ως προς την εν λόγω απόρριψη.
Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ και πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 εδ. α' και γ' ΑΚ, κατά τις οποίες αντιστοίχως, "'Οποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει" και "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης...Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης", προκύπτει ότι επί εργατικού ατυχήματος οφείλεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στην οικογένεια του θύματος, εφ' όσον συνετέλεσε στην επέλευση τούτου πταίσμα του εργοδότη.
Κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 περ. γ' του Β.Δ. της 28ης Ιανουαρίου/4ης Φεβρουαρίου 1938 "Περί κανονισμού ωρών εργασίας του προσωπικού φορτηγών αυτοκινήτων" (Φ.Ε.Κ. Α' 35), εκδοθέντος δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως παρασχεθείσης δια του άρθρου 2 Ν. ΓπΛΔ'/1911, αντιστοίχως, "Τα φορτηγά αυτοκίνητα, υπό την έποψιν της εφαρμογής του παρόντος, διακρίνονται εις τρείς κατηγορίας (Α' Β' Γ').
Εις την Α' κατηγορίαν υπάγονται τα μη εξυπηρετούντα ωρισμένον εργοδότην φορτηγά αυτοκίνητα (αγοραία). Εις την Β' κατηγορίαν υπάγονται τα φορτηγά αυτοκίνητα των εταιρειών ηλεκτρισμού, υδρεύσεως, φωταερίου και τηλεφώνων, τα εξυπηρετούντα εκτάκτους ανάγκας του δικτύου αυτών. Εις την Γ' κατηγορίαν υπάγονται τα φορτηγά αυτοκίνητα των λοιπών ανωνύμων εταιρειών, βιομηχανικών εργοστασίων και επιχειρήσεων πάσης φύσεως, ωσαύτως δε και τα μη εξυπηρετούντα εκτάκτους ανάγκας του δικτύου φορτηγά αυτοκίνητα των εν παρ.
β' εταιρειών, ως και τα φορτηγά αυτοκίνητα των λατομείων, ορυχείων, και μεταλλείων" και "Η απασχόλησις των εις τα φορτηγά αυτοκίνητα ασχολουμένων οδηγών, ως και των βοηθών αυτών, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνη τας 48 ώρας καθ' εβδομάδα, ημερησίως δε:...γ) Επί αυτοκινήτων Γ' κατηγορίας τας 8 ώρας". Αφ' ετέρου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ.
α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εάν έχει παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή.
Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση συντελείται ειδικότερα, εάν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έκρινε ως αποδειχθέντα, δεν ήσαν επαρκή προς τούτο, ή αντιθέτως δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ήσαν επαρκή, ως επίσης εάν προέβη σε υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας τα περιστατικά αυτά δεν υπήγοντο.
Από δε τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ωρισμένο την αποδιδομένη στο δικαστήριο της ουσίας νομική πλημμέλεια, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί εάν η προβαλλομένη αιτίαση θεμελιώνει λόγον αναιρέσεως και ποίον συγκεκριμένως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στην διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους.
Προκειμένου να είναι συμφώνως προς τα ανωτέρω ωρισμένος ο προαναφερόμενος αναιρετικός λόγος, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το συγκεκριμένο σφάλμα, το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ως προς την εφαρμογή ουσιαστικής διατάξεως νόμου, και να αναφέρεται η συγκεκριμένη φερομένη ως παραβιασθείσα διάταξη, ώστε να εξειδικεύεται το αντικείμενο του αναιρετικού ελέγχου, καθ' όσον μάλιστα ο 'Αρειος Πάγος, κατ' αρχήν, με την εξαίρεση της διατάξεως του άρθρου 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, δεν επιτρέπεται να προβεί σε αυτεπάγγελτη θεμελίωση των αναιρετικών λόγων βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία.
Υπό αντίθετη εκδοχή, θα είχε ανατεθεί στον Άρειο Πάγο, όχι απλώς η κρίση περί του παραδεκτού και της βασιμότητος των λόγων αναιρέσεως, αλλά και η υποχρέωση της ανασύρσεως και διατυπώσεως αυτών, μετά από αναζήτηση των σφαλμάτων της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά παράβαση της απορρεούσης από την διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ βασικής δικονομικής αρχής της διαθέσεως, κατά την οποία, το δικαστήριο ενεργεί μόνον κατόπιν αιτήσεως των διαδίκων και αποφασίζει βάσει των πραγματικών ισχυρισμών και των αιτήσεων αυτών.
Από δε την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, κατά την οποία, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγον αναιρέσεως μόνον εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε κανόνες δικαίου, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος από την εν λόγω διάταξη λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο εσφαλμένως χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλονότι τις συναγόμενες επαγωγικώς από την εμπειρική πραγματικότητα γενικές αρχές περί την εξέλιξη των πραγμάτων, προκειμένου να ανεύρει την αληθή έννοια κανόνος δικαίου ή να υπαγάγει ή μη σε κανόνα δικαίου τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, όχι δε και όταν παραβιάζει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικώς, οπότε ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Ωσαύτως, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται εάν η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και ιδίως εάν στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Τούτο συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται παντελώς πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, τα οποία απαιτούνται προς εφαρμογή της εφαρμοσθείσης διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου, ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Δεν υφίσταται όμως έλλειψη νομίμου βάσεως, όταν οι προβαλλόμενες ελλείψεις και αντιφάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφ' όσον τούτο διατυπώνεται σαφώς, οπότε, συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, ως πλήττων την μη αναιρετικώς ελεγκτή κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτος.
Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται και εάν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπ' όψιν πράγματα μη προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως θεωρούνται οι ισχυρισμοί, οι οποίοι έχοντες αυτοτελή υπόσταση τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.
Εάν οι ληφθέντες υπ' όψιν ισχυρισμοί δεν ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, ενώ είναι απαράδεκτος, εάν πρόκειται περί ισχυρισμών μη αποτελούντων πράγματα, όπως ισχυρισμοί συνεχόμενοι προς την ιστορική βάση της αγωγής ή της ενστάσεως συνιστώντες άρνηση αυτής, ή νομικά επιχειρήματα ή επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου συναγόμενα από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Κατά πάσα περίπτωση, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον επικαλείται ο αναιρεσείων ότι με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έχουν ή δεν έχουν γίνει δεκτά ωρισμένα πραγματικά περιστατικά ή έχει γίνει ή δεν έχει γίνει δεκτός ωρισμένος ισχυρισμός ή ωρισμένο αίτημα, ενώ από την εν λόγω απόφαση προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως απαράδεκτος ως επί αναληθούς προϋποθέσεως ερειδόμενος.
Εν προκειμένω, από την κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο εδέχθη τα εξής: "Ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών διατηρεί επιχείρηση μεταφοράς προϊόντων με φορτηγά αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης. Στις 28-11-2006 προσέλαβε τον Γ. Τ., υιό των δύο πρώτων εφεσιβλήτων - αντεκκαλούντων και αδελφό των λοιπών, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί στην επιχείρησή του ως οδηγός βυτιοφόρου, (ελκυστήρα μετά επικαθημένου), καθόσον ο τελευταίος διέθετε τα απαιτούμενα για την εν λόγω εργασία τυπικά προσόντα και προηγούμενη επαγγελματική εμπειρία εννέα ετών.
Στις 5-12-2006 και περί ώρα 01:00, ο Γ. Τ., οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΔΧΦ βυτιοφόρο υγρών τροφίμων (ελκυστήρα μετά επικαθημένου) όχημα, ιδιοκτησίας του εκκαλούντος (Γ' κατηγορίας κατά το άρθρο 1 παρ.1 του ΒΔ της 28-1/4-2-1938 "περί κανονισμού ωρών εργασίας του προσωπικού φορτηγών αυτοκινήτων"), κατά την πραγματοποίηση ανατεθέντος σ' αυτόν από τον εργοδότη του - εκκαλούντα και σε εκτέλεση της ανωτέρω εργασιακής του σύμβασης, δρομολογίου μεταφοράς γάλακτος από το ...
με κατεύθυνση προς τον ..., ενώ εκινείτο στο 126° χιλιόμετρο της Ν.Ε.Ο. Αθηνών - Λαμίας, στο ρεύμα πορείας προς Αθήνα, το οδηγούμενο από αυτόν ως άνω όχημα, εξετράπη δεξιά της πορείας του και κατακρημνίσθηκε από το οδόστρωμα σε σημείο που ήταν δυσδιάκριτο από τα κινούμενα επί του αυτοκινητοδρόμου οχήματα. Αστυνομικοί του Τμήματος Τροχαίας Αγίου Κωνσταντίνου Φθιώτιδας, που ενημερώθηκαν τηλεφωνικώς περί ώρα 8.00 της 5-12-2006, μετέβησαν στον τόπο του ατυχήματος και με τη συνδρομή οχημάτων της Π.Υ.
Αταλάντης ανέσυραν νεκρό τον οδηγό μέσα από το φορτηγό. Από τη διενεργηθείσα στο Γενικό Νοσοκομείο Λαμίας νεκροψία - νεκροτομή προέκυψε ότι ο θάνατος του Γ. Τ. οφείλεται σε μηχανική ασφυξία σε συνδυασμό με κακώσεις σώματος και συνεπεία καταπλακώσεως από φορτηγό αυτοκίνητο. Σύμφωνα με την υπ' αριθμ. πρωτ. .../24-1-2007 έκθεση τοξικολογικής εξέτασης στο δείγμα αίματος οινοπνεύματος ανιχνεύθηκε η παρουσία οινοπνεύματος και στα δείγματα βιολογικών υγρών δεν ανιχνεύθηκε η παρουσία εξαρτησιογόνων ουσιών και δηλητηρίων, ενώ από το δίσκο καταγραφής ταχύτητας προκύπτει ότι το όχημα εκινείτο με κανονική ταχύτητα 60 χιλ/ώρα, στο σημείο δε του ατυχήματος υπάρχει σήμανση της οδού με πινακίδα Ρ 32 με ανώτατο όριο ταχύτητας 90 χιλ/ώρα.
Επίσης, από την από 5-12-2006 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και το συνοδεύον αυτή σχεδιάγραμμα, που συντάχθηκαν από τα αρμόδια όργανα του Τμήματος Τροχαίας Αγίου Κωνσταντίνου Φθιώτιδας, προκύπτει ότι στον τόπο του ατυχήματος ο ανωτέρω αυτοκινητόδρομος είναι διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες κυκλοφορίας και μία βοηθητική ανά κατεύθυνση, ευθύς με μικρή ανωφέρεια, επικρατούσε σκοτάδι, χωρίς να υπάρχει εγκατάσταση φωτισμού καθώς και ότι ενώ το ανωτέρω όχημα εκινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, παρεξέκλινε της πορείας του δεξιά εισήλθε στη βοηθητική λωρίδα κυκλοφορίας και προσέκρουσε επί της μεταλλικής προστατευτικής περίφραξης της οδού (μεταλλικές μπάρες) και αφού σύρθηκε επ' αυτής το όχημα σε απόσταση 50 μέτρων, ανετράπη και κατακρημνίσθηκε και βρέθηκε σε πλάγια ανατροπή σε απόσταση 28 μέτρων από το αρχικό σημείο ανατροπής, ενώ από το σημείο που το όχημα παρεξέκλινε της πορείας του μέχρι του σημείου της ανατροπής του δεν υπάρχουν, ίχνη τροχοπέδησης.
Εμπλοκή στο ατύχημα άλλου οχήματος δεν αποδείχθηκε. Οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι - αντεκκαλούντες ισχυρίζονται ότι η εκτροπή του αυτοκινήτου οφείλεται σε εξασθένηση των δυνάμεων και αντανακλαστικών του θανόντος λόγω κοπώσεως εξ αιτίας των συνθηκών εργασίας του και ειδικότερα ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα του εναγόμενου εργοδότη, ο οποίος δεν τηρούσε τις διατάξεις του νόμου περί ωραρίου εργασίας και αναπαύσεως, καθώς ο θανών εργαζόταν ως οδηγός χωρίς σταθερό ωράριο εργασίας με συνεχή δρομολόγια, την τελευταία δε εβδομάδα προ του ατυχήματος εργαζόταν νυχθημερόν χωρίς ανάπαυση, λόγω του ότι ήταν νεοπροσληφθείς και ο εναγόμενος τον πίεζε να κάνει συνεχόμενα δρομολόγια, τα οποία και πραγματοποιούσε φοβούμενος την απόλυσή του.
Ως προς τους ισχυρισμούς αυτούς, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο Γ. Τ., αφότου προσλήφθηκε από τον εκκαλούντα, πραγματοποίησε τα ακόλουθα δρομολόγια για τη μεταφορά υγρών τροφίμων: α) Στις 28-11-2006 πραγματοποίησε δρομολόγιο από το ..., όπου το φορτηγό φορτώθηκε με σπορέλαιο, προς το ...
Ημαθίας, όπου εκφορτώθηκε το σπορέλαιο, από το ... προς τις Σέρρες, όπου το βυτιοφόρο παραδόθηκε σε ειδικό πλυντήριο για να γίνει ο απαιτούμενος καθαρισμός, ώστε μετά το σπορέλαιο να φορτωθεί εκ νέου με γάλα, εν συνεχεία έγινε η φόρτωσή του με γάλα από υπαλλήλους της εταιρείας γάλακτος ... και από τις Σέρρες επέστρεψε στον ...
για την αποσφράγιση του βυτιοφόρου και την παράδοση του γάλακτος. Κατά την ημέρα εκείνη ο Γ. Τ. διήνυσε 960 χιλιόμετρα, οδηγώντας κατά προσέγγιση (με μέση ταχύτητα 60 χιλ/ώρα) 16 ώρες, δρομολόγιο που πραγματοποίησε αυθημερόν, με τις ενδιάμεσες ως άνω διακοπές, διότι την επομένη ήταν υποχρεωμένος να εκτελέσει άλλο δρομολόγιο, β) στις 29-11-2006 πραγματοποίησε δρομολόγιο από την Αθήνα προς τα ..., όπου το αυτοκίνητο φορτώθηκε με σογιέλαιο και από εκεί προς το ...
όπου έγινε η εκφόρτωση του σογιελαίου, διανύοντας κατά την ημέρα εκείνη 600 περίπου χιλιόμετρα και οδηγώντας επί 10 ώρες περίπου, δρομολόγιο που επίσης πραγματοποιήθηκε αυθημερόν διότι την επομένη θα έπρεπε να εκτελέσει νέο δρομολόγιο, γ) στις 30-11-2006 πραγματοποίησε δρομολόγιο από το Κιλκίς προς τις Σέρρες, όπου το αυτοκίνητο παραδόθηκε στο ειδικό πλυντήριο για τον απαιτούμενο καθαρισμό ώστε μετά το σογιέλαιο το βυτιοφόρο να φορτωθεί εκ νέου με γάλα, από τις Σέρρες προς την Κομοτηνή για τη φόρτωσή του με γάλα και από την Κομοτηνή προς τον ...
όπου έγινε η παράδοση του γάλακτος στην εταιρεία .... Δηλαδή, κατά την ημέρα εκείνη διήνυσε απόσταση 1030 χιλιομέτρων, οδηγώντας, με τις προαναφερόμενες ενδιάμεσες διακοπές, επί 17 ώρες κατά προσέγγιση (με μέση ωριαία ταχύτητα 60 χιΛ/ώρα), δ) Την 1-12-2006 ο Γ. Τ. δεν εργάσθηκε. ε) Στις 2-12-2006 πραγματοποίησε δρομολόγιο από τον ...
προς τον Ασπρόπυργο και από εκεί επιστροφή στον Ταύρο, διανύοντας 40 χιλιόμετρα, στ) Στις 3-12-2006 πραγματοποίησε το ίδιο δρομολόγιο και ζ) στις 4-12-2006 πραγματοποίησε δρομολόγιο από την Αθήνα προς το ... για φόρτωση γάλακτος και από εκεί για τον ... για παράδοση του γάλακτος στην εταιρεία ..., κατά την εκτέλεση του οποίου συνέβη το ένδικο ατύχημα.
Για την εκτέλεση της μεταφοράς αυτής του γάλακτος από το ... στον ..., ο Γ. Τ. έπρεπε να διανύσει 766 χιλιόμετρα, δεδομένου ότι η απόσταση από Αθήνα έως ... είναι 383 χιλιόμετρα, δηλαδή, με μέση ταχύτητα 60 - 80 χιλιόμετρα ανά ώρα έπρεπε να εργαστεί οδηγώντας περίπου 11 με 12 ώρες. Δεδομένου επίσης ότι η παράδοση του εν λόγω φορτίου στην εταιρεία ...
δεν ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθεί προ της 06:00 ώρας της επομένης, όπως η ίδια ανωτέρω μάρτυρας των εναγόντων κατέθεσε εξεταζόμενη ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και του ότι από τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία δεν προέκυψε ότι την επομένη (5-12-2006) είχε ανατεθεί στον Γ. Τ., από τον εργοδότη του, η εκτέλεση νέου δρομολογίου, ο τελευταίος δεν είχε υποχρέωση να εκτελέσει το δρομολόγιο της επιστροφής αυθημερόν και χωρίς διακοπή για ανάπαυση.
Όμως, όπως προκύπτει από τη συσκευή ταχογράφου του ανωτέρω οδηγούμενου από τον Γ. Τ. οχήματος, σε συνδυασμό με τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, ο τελευταίος ξεκίνησε το εν λόγω δρομολόγιο στις 14.45 ώρα περίπου, έφθασε στον προορισμό του στις 20:00 ώρα περίπου και αφού έγινε η φόρτωση του γάλακτος ξεκίνησε το δρομολόγιο επιστροφής στις 21:00 ώρα περίπου.
Στις 22.20 ώρα έως 22.45 ώρα διέκοψε το δρομολόγιο για φαγητό και ανάπαυση και στις 01:00 ώρα της 5-12-2006 προκλήθηκε το ένδικο ατύχημα, δηλαδή κατά την ημέρα εκείνη διήνυσε απόσταση 640 χιλιομέτρων περίπου (383 χιλιόμετρα από Αθήνα έως ... και 257 χιλιόμετρα από ... έως τον τόπο του ατυχήματος), οδηγώντας με τις ενδιάμεσες διακοπές, επί 10 ώρες και 15 λεπτά.
Από την ίδια ως άνω συσκευή ταχογράφου προκύπτει ότι ο Γ. Τ. στις 4-12-2006 κινήθηκε οδηγώντας το ανωτέρω όχημα και κατά το χρονικό διάστημα από 09:45 ώρα έως 13:30 ώρα περίπου, με ενδιάμεσες διακοπές και συγκεκριμένα κινήθηκε από 09:45 ώρα έως 10:30 ώρα, από 11:15 έως 12:15 ώρα και από 12:30 έως 13:30 ώρα περίπου, πλην όμως, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι κατά το χρονικό αυτό διάστημα εκτέλεσε άλλο δρομολόγιο κατ' εντολή του εργοδότη του και σε εκτέλεση σύμβασης εργασίας του, ούτε εξ άλλου προβλήθηκε από τους ενάγοντες σχετικός ισχυρισμός, αντίθετα, η ανωτέρω μάρτυρας των τελευταίων, κατέθεσε ότι η εργασία του την ημέρα εκείνη άρχισε στις 15:00 ώρα.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα έκθεση αυτοψίας του τροχαίου ατυχήματος και κυρίως, από τον τρόπο που κινήθηκε το οδηγούμενο από τον Γ. Τ. όχημα λίγο πριν το ατύχημα και τον τρόπο πρόσκρουσης αυτού στην προστατευτική περίφραξη της οδού, όπως πιο πάνω περιγράφεται, σε συνδυασμό με την κατάθεση της ανωτέρω μάρτυρος των εναγόντων, η οποία κατέθεσε ότι, μία ώρα περίπου προ του ατυχήματος, σε τηλεφωνική της συνομιλία με τον Γ.
Τ., ο τελευταίος της δήλωσε ότι αισθάνεται κόπωση και έχει ανάγκη ύπνου, το ένδικο ατύχημα προκλήθηκε επειδή ο Γ. Τ. έπαψε να ελέγχει το όχημα κατά την οδήγησή του, λόγω κόπωσης και εξασθένησης των δυνάμεών του και επειδή βρέθηκε σε κατάσταση ύπνου. Όπως πιο πάνω αναφέρθηκε, ο Γ. Τ. κατά την εκτέλεση του ανωτέρω δρομολογίου δεν εξαναγκάστηκε από τον εναγόμενο - εργοδότη του να εργαστεί στην οδήγηση του οχήματος πέραν του νομίμου ωραρίου και χωρίς την πραγματοποίηση των αναγκαίων για την ανάπαυσή του διακοπών, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι ενάγοντες, καθόσον, όπως αποδείχθηκε, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα, με δική του επιλογή συνέχισε το δρομολόγιο της επιστροφής αμέσως μετά τη φόρτωση του γάλακτος, χωρίς διακοπή για ανάπαυση καθώς και ενώ, μία ώρα προ του ατυχήματος αισθάνθηκε κόπωση και είχε ανάγκη για ύπνο, συνέχισε την οδήγηση, ενώ όφειλε, ως έμπειρος επαγγελματίας οδηγός, να τη διακόψει για να αναπαυθεί, όπως θα ενεργούσε κάθε επιμελής και συνετός οδηγός, έχοντας νόμιμο δικαίωμα ακόμη και να αρνηθεί να εκτελέσει αντίθετες εντολές του εργοδότη του.
Κατά συνέπεια, η κόπωση και η κατάσταση ύπνου στην οποία βρέθηκε ο θανών κατά τον χρόνο του ατυχήματος και συνακόλουθα, το ένδικο ατύχημα και ο εξ αυτού θάνατος του Γ. Τ., προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του ιδίου και όχι εξαιτίας των συνθηκών εργασίας του κατά την ημέρα του ατυχήματος. Εξάλλου, σύμφωνα, επίσης, με τα ανωτέρω, αβάσιμος αποδείχθηκε και ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι ο Γ.
Τ. την τελευταία εβδομάδα προ του ατυχήματος εργαζόταν νυχθημερόν χωρίς ανάπαυση, καθώς, όπως πιο πάνω αναφέρθηκε, τις δύο αμέσως προηγούμενες του ατυχήματος ημέρες (2 και 3-12-2006) αυτός είχε ολιγόωρη απασχόληση και την 1-12-2006 δεν εργάστηκε, είχε ρεπό. Ενόψει αυτών, η κόπωση του θανόντος κατά την ημέρα του ατυχήματος, δεν είναι δυνατόν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, να αποδοθεί στο γεγονός ότι κατά τις απώτερες του ατυχήματος ημέρες (29 και 30-1-2006) αυτός εργάστηκε επί 10 ώρες και 17 ώρες ημερησίως, αντίστοιχα.
Επομένως, εφόσον δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε παράνομη συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) του εναγομένου - εργοδότη στην επέλευση του ενδίκου εργατικού ατυχήματος, που είχε ως συνέπεια τον θάνατο του συγγενούς των εναγόντων, δεν θεμελιώνεται αξίωση των τελευταίων κατά του εναγομένου για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης που υπέστησαν εξαιτίας του θανάτου του παραπάνω προσφιλούς προσώπου τους".
Εν συνεχεία, το Μονομελές Εφετείο απέρριψε την αντέφεση, εδέχθη την έφεση και μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή. Με τους λόγους της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτονται οι εξής πλημμέλειες: Mε τον πρώτο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, ότι παρεβιάσθησαν οι διατάξεις περί του νομίμου ωραρίου των οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων, καθ' όσον το Μονομελές Εφετείο έπρεπε να δεχθεί ότι ο θανών "τηρώντας το ωράριο των οκτώ ωρών ημερησίως είχε το δικαίωμα να αρνηθεί την εργασία των επιπλέον τεσσάρων ωρών, δεν το έπραξε όμως λόγω της φορτικής πίεσης του εργοδότη του με τον επικείμενο κίνδυνο απολύσεώς του".
Με τον αυτόν λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, ότι παρεβιάσθησαν διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, διότι εδέχθη το Μονομελές Εφετείο ότι ο θανών "είχε το δικαίωμα να σταθμεύσει σε επιτρεπόμενο σημείο της Εθνικής Οδού για ανάπαυση, ενώ προβλήθηκε και απεδείχθη ότι απαγορεύεται η στάθμευση αυτοκινήτου με φορτίο γάλα για λόγους ασφαλείας και υγιεινής πέραν των 15 λεπτών".
Με τον ίδιο λόγο, κατά το τρίτο και τελευταίο σκέλος του, ότι παρεβιάσθησαν τα διδάγματα της κοινής πείρας, καθ' όσον εδέχθη το Μονομελές Εφετείο ότι ο θανών "εφ' όσον εργάστηκε λιγότερες ώρες την προτεραία του ατυχήματος ήταν ξεκούραστος και δεν υπέστη κόπωση και εξάντληση την επομένη εργασθείς επί 12 ώρες" και κατ' αυτόν τον τρόπο προέβη ανεπιτρέπτως "σε συμψηφισμό ωρών εργασίας δύο συνεχομένων ημερών".
Με τον δεύτερο λόγο, ότι η απόφαση στερείται σαφούς αιτιολογίας, διότι γίνεται δεκτό ότι ο θανών "με δική του επιλογή συνέχισε το δρομολόγιο επιστροφής αμέσως μετά την φόρτωση του γάλακτος χωρίς διακοπή και ανάπαυση και δεν εξαναγκάστηκε από τον εργοδότη", ενώ η κρίση αυτή είναι "αυθαίρετη, διότι εάν δεν τον εξανάγκαζε...θα διανυκτέρευε εκεί και θα φόρτωνε το πρωί της επομένης για την επιστροφή, το...γάλα είναι ευπαθές προϊόν και έπρεπε να αναχωρήσει αμέσως..., την επομένη είχε προγραμματιστεί άλλο δρομολόγιο, δεν αιτιολογείται με ποιο τρόπο επικοινώνησε ο αντίδικος με τον θανόντα...από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο αντίδικος δεν εξανάγκασε τον θανόντα".
Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο, ότι ελήφθησαν υπ' όψιν, χωρίς να έχουν προταθεί, οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην δίκη ισχυρισμοί, ότι δεν προέκυψε ότι την επομένη ημέρα είχε ανατεθεί στον θανόντα η εκτέλεση νέου δρομολογίου και ότι είχε την δυνατότητα ο θανών να διακόψει το δρομολόγιο και να αναπαυθεί.
Όμως, οι ως άνω λόγοι είναι συμφώνως προς τα ανωτέρω απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν. Ο πρώτος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, εκ του αριθμού 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως επί αναληθούς προϋποθέσεως ερειδόμενος, διότι, όπως προκύπτει από τις ως άνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Μονομελές Εφετείο δεν έκρινε ότι ο θανών δεν είχε δικαίωμα να αρνηθεί να οδηγήσει το φορτηγό αυτοκίνητο πέραν των οκτώ ωρών, ούτε εδέχθη ότι υπέστη σχετική πίεση, αντιθέτως μάλιστα διέλαβε σχετικώς ότι ο θανών είχε νόμιμο δικαίωμα να αρνηθεί να εκτελέσει παρά τις αντίθετες εντολές του εργοδότη.
Ο αυτός λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, ωσαύτως εκ του αριθμού 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως αόριστος, διότι δεν διαλαμβάνεται η ουσιαστικού δικαίου διάταξη, δια της οποίας απαγορεύεται η στάθμευση αυτοκινήτου με φορτίο γάλακτος σε σημεία σταθμεύσεως της Εθνικής Οδού πέραν των δέκα πέντε λεπτών της ώρας.
Ο ίδιος λόγος, κατά το τρίτο σκέλος του, εκ του αριθμού 1 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι, όπως προκύπτει από το προπαρατιθέμενο περιεχόμενο του εν λόγω λόγου, η προβαλλομένη αναιρετική πλημμέλεια αναφέρεται στην παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και όχι κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε κανόνες δικαίου.
Ο δεύτερος λόγος, εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι οι προσαπτόμενες ως άνω παρατεθείσες αιτιάσεις περί ασαφούς αιτιολογίας, βασιζόμενες επί επιχειρημάτων και συμπερασμάτων συναγομένων από το αποδεικτικό υλικό, αφορούν αποκλειστικώς την μη ελεγκτή αναιρετικώς ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου.
Ο τρίτος λόγος, εκ του αριθμού 8 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι οι προπαρατιθέμενοι ισχυρισμοί, ως προς τους οποίους προσάπτεται η αιτίαση ότι ελήφθησαν υπ' όψιν, χωρίς να έχουν προταθεί, δεν αποτελούν πράγματα αλλά πραγματικά επιχειρήματα αφορώντα στην εκτίμηση των αποδείξεων. Κατ' ακολουθίαν, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Έξοδα δεν επιδικάζονται ελλείψει αιτήματος του αναιρεσιβλήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16ης Φεβρουαρίου 2018 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 1014/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Αυγούστου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ