Legislator Case Law & Legislation
1068/2017 AI generated

1068/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1068/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1068/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, κατά το άρθρο 862 του Α.Κ "ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις ελευθερώσεως του εγγυητή από την ευθύνη του είναι η επιγενομένη αδυναμία του οφειλέτη προς ικανοποίηση του δανειστή και πταίσμα του τελευταίου που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την αδυναμία.

Keywords

AI generated
lack of signature consignment of debt pledge shortfall certificate attachment of seized assets lapse of attachment accord and satisfaction
AI generated
820/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
195/2022
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
533/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1009/2021
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/4/2014 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 442/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 29/2017 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/5/2017 αίτησή της.
1169/2017
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1068 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1068/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Ανδριανή Παπαδοπούλου και Σπυρίδωνα Τσαντίνη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό των Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην … και το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ιωάννα Λεμπέση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 1134/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 4523/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-7-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 28-1-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 862 του Α.Κ "ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις ελευθερώσεως του εγγυητή από την ευθύνη του είναι η επιγενομένη αδυναμία του οφειλέτη προς ικανοποίηση του δανειστή και πταίσμα του τελευταίου που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την αδυναμία.

Πταίσμα, που μπορεί να είναι οποιουδήποτε βαθμού, εκδηλώνεται είτε με ενέργειες είτε με παραλείψεις του δανειστή σε ύστερο χρόνο, δηλαδή μετά την κατάρτιση της συμβάσεως εγγυήσεως, ένεκα των οποίων έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον πρωτοφειλέτη, όπως η από αμέλεια μη είσπραξη της κυρίας οφειλής ή η υπαίτια μη αποδοχή από το δανειστή της προσφερομένης παροχής.

Δεν ελευθερώνεται όμως ο εγγυητής, όταν κατά το χρόνο της εγγυήσεως το χρέος δεν ασφαλίζεται επαρκώς με εμπράγματη ασφάλεια επί ακινήτων του πρωτοφειλέτη, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, δεν εφαρμόζεται στην τελευταία αυτή περίπτωση η Α,Κ. 862. Περαιτέρω προκειμένου περί βιοτεχνικών δανείων χορηγουμένων από τράπεζες, σύμφωνα με την έχουσα ισχύ νόμου κανονιστική απόφαση του Υπουργού Οικονομικών .../1991, όπως τροποποιήθηκε με την .../1992 απόφαση του ιδίου Υπουργού, η εγγύηση του Δημοσίου καλύπτει αυτά μέχρι του ποσού των δραχμών 100.000.000 σε ποσοστά κατά περίπτωση 60%, 70% ή 80%.

Μεταξύ των νομίμων όρων για να ισχύσει η εγγύηση του Δημοσίου περιλαμβάνεται, προκειμένου περί δανείων που υπερβαίνουν το ποσό των 10.000.000 δραχμών , η λήψη από τις τράπεζες, για το υπερβαίνον το όριο τούτο ποσό, ασφαλειών (εμπραγμάτων, προσωπικών ή άλλων) που θα κρίνονται από τις ίδιες επαρκείς για την εξασφάλιση του χορηγουμένου δανείου.

Ειδικότερα η ως άνω υπουργική απόφαση προέβλεπε τα εξής: " I. Παρέχουμε την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου προς όλες τις Εμπορικές Τράπεζες, διατηρούντες το δικαίωμα προβολής της ένστασης της διζήσεως, για τη μερική κάλυψη των δανείων που θα χορηγούνται από 1-1-1991 και εφεξής στις βιοτεχνικές επιχειρήσεις, σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις που ορίζονται στην πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος αρ. .../11-10-1991.

II) Α. Η εγγύηση του Δημοσίου καλύπτει τα ανωτέρω χορηγούμενα δάνεια μέχρι ποσού δραχμών 100.000.000 και σε ποσοστό 60%. Το ανωτέρω ποσοστό αυξάνεται σε 70%, όταν πρόκειται για χρηματοδοτήσεις προετοιμασίας εξαγωγών και 80%, όταν πρόκειται για οποιεσδήποτε βιοτεχνικές μονάδες, που είναι εγκατεστημένες στην Δ περιοχή με βάση το ν. 1892/..., όπως ισχύει β) Οι δανείστριες Τράπεζες για κάθε χορήγηση δανείου θα πρέπει να συντάσσουν ιδιαίτερη πράξη στην οποία θα αναφέρεται ότι το δάνειο χορηγείται με την εγγύηση του Δημοσίου, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας απόφασης, και στην οποία θα αναγράφονται τα στοιχεία της δανειοδοτούμενης βιοτεχνικής επιχείρησης, το ποσό του δανείου, ο σκοπός του δανείου, το ποσοστό εγγύησης του Δημοσίου, το εγγυημένο ποσό του δανείου, το επιτόκιο, η διάρκεια, η περίοδος χάριτος, ο τρόπος εξόφλησης, οι λαμβανόμενες ασφάλειες, τα υφιστάμενα δάνεια (όλων των Τραπεζών) από το ειδικό κεφάλαιο της απόφ.

Ν.Ε. 197/78, χρονολογία εκταμίευσης του κάθε ποσού, καθώς και οι πρόσθετοι ειδικοί όροι τους οποίους θα καθορίζουν ως υπεύθυνες οι δανείστριες Τράπεζες για το σύνολο του δανείου και όχι μόνον για το μη εγγυημένο τμήμα τους. Αντίγραφα των πράξεων αυτών και των σχετικών δελτίων πληροφοριών (Α, Β και Γ μέρος) θα επισυνάπτονται σε συγκεντρωτική κατάσταση, στην οποία θα περιλαμβάνονται όλες οι χρηματοδοτήσεις που εγκρίθηκαν στη διάρκεια του προηγούμενου μήνα αναλυτικά κατ" αύξοντα αριθμό, κατά επιχείρηση και κατά δάνειο, καθώς και τα ποσά που εκταμιεύθηκαν και θα υποβάλλονται υποχρεωτικά, από κάθε κατάστημα δανείστριας Τράπεζας στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους...εντός του πρώτου εικοσαημέρου του αμέσως επόμενου μήνα...

Η έκδοση των πράξεων αυτών, η σύνταξη των συγκεντρωτικών ως άνω καταστάσεων και η υποβολή τους στην προαναφερόμενη Υπηρεσία μας αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση της ισχύος της εγγύησης του Δημοσίου. Γ) 1. Για συνολική χρηματοδότηση μέχρι ποσού δρχ. 10.000.000 κατά βιοτεχνική επιχείρηση (περιλαμβανομένων και των προηγούμενων εν ισχύει εγκρίσεων) δεν απαιτείται, προκειμένου να παρασχεθεί και να ισχύει η εγγύηση του Δημοσίου, η υποχρεωτική λήψη από τις δανείστριες Τράπεζες εμπραγμάτων ή άλλων ασφαλειών πλην των περιπτώσεων για την ανέγερση, αγορά...2.

Για συνολική χρηματοδότηση άνω του ποσού των δραχμών 10.000.000 και για το τμήμα που υπερβαίνει το ποσό αυτό η εγγύηση του Δημοσίου παρέχεται και ισχύει μόνον έναντι ασφαλειών (εμπραγμάτων, προσωπικών ή άλλων) οι οποίες θα λαμβάνονται υποχρεωτικά από τις Τράπεζες και οι οποίες θα κρίνονται ως επαρκείς κατά τη χορήγηση των δανείων και για το σύνολο αυτών από τις ίδιες τις δανείστριες Τράπεζες.

Ill) Α. Το Ελληνικό Δημόσιο αναλαμβάνει την υποχρέωση, ως εγγυητής, σε περίπτωση που δεν εξοφληθούν στο σύνολο τους οι απαιτήσεις των Τραπεζών, αν και επιδιώχθηκε από αυτές και δικαστικά η ολοσχερής εξόφλησή τους, να εξοφλήσει από το τελικό ανεξόφλητο κεφάλαιο το τμήμα εκείνο που αντιστοιχεί στο ποσοστό της εγγύησης, όπως αυτή εξειδικεύτηκε κατά τη χορήγηση με τη σχετική πράξη της ίδιας της Τράπεζας καθώς και τους αναλογούντες επί του τμήματος αυτού ανεξόφλητους τόκους (συμβατικούς και υπερημερίας) και αναλογούντα τυχόν ανεξόφλητα συναφή έξοδα μέχρι την ημέρα αποστολής των βεβαιωτικών καταστάσεων στην αρμόδια ΔΟΥ.

Προς τούτο η κάθε δανείστρια Τράπεζα, σε περίπτωση κατάπτωσης της εγγύησης του Δημοσίου, δικαιούται να ζητήσει με έγγραφο της, που θα απευθύνεται στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους...την εξόφληση, όπου από το ανεξόφλητο ποσό των απαιτήσεών της καλύπτεται με την εγγύηση του Δημοσίου σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας απόφασης και εφόσον: 1) έχει προηγηθεί καθυστέρηση καταβολής από την οφειλέτρια βιοτεχνική επιχείρηση και τους λοιπούς συνυπόχρεους τριών (3) συνεχών δόσεων και για το λόγο αυτό ή άλλο ειδικό λόγο...έχει κηρυχθεί ολόκληρο το δάνειο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. 2) Η Τράπεζα εντός του επομένου τριμήνου από τη χρονολογία λήξης της τρίτης σε συνέχεια καθυστερημένης δόσης ή τη χρονολογία λήξης της προθεσμίας εξόφλησης για τα εφάπαξ εξοφλητέα δάνεια, έχει κάνει έναρξη της δικαστικής επιδίωξης για την είσπραξη του συνόλου των ανεξόφλητων απαιτήσεών της, χρησιμοποιώντας τις ληφθείσες ασφάλειες τουλάχιστον και έκτοτε συνέχισε αμελλητί τη δικαστική επιδίωξη μέχρι πέρατος αυτής. 3) Η Τράπεζα έχει προβεί στη βεβαίωση, στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (ΔΟΥ) και σε βάρος της δανειολήπτριας επιχείρησης, του συνολικού ποσού των τελικά ανεξόφλητων απαιτήσεών της, του μεν εγγυημένου σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρούσα απόφαση, υπέρ του Δημοσίου..., του δε μη εγγυημένου σε ειδικό λογαριασμό υπέρ αυτής, προκειμένου να της αποδοθεί όταν εισπραχθεί από τη ΔΥΟ....." Περαιτέρω , κατά την διάταξη του άρθρου 11 παρ. 4 του ν. 2322/1995 "Αν από υπαιτιότητα του δανειστή ή πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων εξέλειπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, το Δημόσιο ελευθερώνεται και τυχόν εντολές πληρωμής, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης, ανακαλούνται και εκπίπτονται από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες όπου έχουν βεβαιωθεί τα αντίστοιχα ποσά......".

Επίσης κατά την διάταξη του άρθρου 65 παρ. 4 του ν. 2362/1995, " Εάν η εγγύηση δεν χορηγήθηκε εγκύρως λόγω πταίσματος του δανειστή ή πιστωτή το Δημόσιο ελευθερώνεται και τυχόν εντολές πληρωμής, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης, ανακαλούνται και εκπίπτονται από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες, όπου έχουν βεβαιωθεί τα αντίστοιχα ποσά, με μέριμνα της αρμόδιας Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους".

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομου συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία ) (Ολ.Α.Π. 1/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: "Η εκκαλούσα-ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) τράπεζα (ΕΤΕ ) μέσω του υποκαταστήματος της στην ... συνήψε με τη μη διάδικο εταιρία υπό την επωνυμία "... Ο.Ε.", που ασκεί βιοτεχνική επιχείρηση με αντικείμενο την παραγωγή τυροκομικών προϊόντων σύμβαση χορήγησης πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό, στις 07.03.1994 (αριθμός σύμβασης ...) με πιστωτικό όριο 4.000.000 δρχ.

Το πιστωτικό όριο αυξήθηκε αρχικά κατά 4.500.000 δρχ., ακολούθως κατά 17.500.000 δρχ. και τέλος, κατά 10.000.000 δρχ., δυνάμει των συμπληρωματικών (αυξητικών της πρώτης) νέων συμβάσεων μεταξύ των ίδιων μερών με αριθμούς .../1/30.03.1994, .../2/23.05.1995 και .../3/20.01.1998, αντίστοιχα, και ανήλθε έτσι σε 36.000.000 δρχ. , εξοφλητέο κατά τις προθεσμίες που τάχθηκαν από την πιστώτρια τράπεζα..., διαφορετικά συμφωνήθηκε ότι καθίσταται η πιστούχος υπερήμερη και παρέχεται δικαίωμα στην τράπεζα να κλείσει οριστικώς τον ένα ή περισσότερους λογαριασμούς που εξυπηρετούν τη σύμβαση, κατά το τμήμα που ισούται με το ποσό που δεν κατατέθηκε εμπροθέσμως, ή και να κλείσει οριστικώς ολόκληρη την πίστωση, κατά την κρίση της, χωρίς ειδοποίηση της πιστούχου, οπότε το κατάλοιπο καθίσταται πάραυτα απαιτητό και η τελευταία περιέρχεται σε υπερημερία χωρίς ειδοποίηση...Προς ασφάλεια κάθε καταλοίπου της απαίτησης της πιστώτριας τράπεζας από την πιο πάνω σύμβαση πιστώσεως, της επιτράπηκε με την υπ’ αριθμ. 195/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, η εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης σε ακίνητα της πιστούχου και του ομορρύθμου μέλους της Ι.

Λ., μέχρι του ποσού των 26.000.000 δρχ.,στο οποίο είχε τότε (1995) ανέλθει το όριο της πίστωσης αυτής, μετά τη σύναψη των 1 και 2 αυξητικών της. Τα ποσά της κυρίας σύμβασης και όλων (και των τριών) αυξητικών της, συνολικά 36.000.000 δρχ., εκταμιεύτηκαν από την πιστούχο. Το κατάλοιπο του αλληλοχρέου λογαριασμού, που τηρήθηκε για την εξυπηρέτησή της, αν κατά το κλείσιμο ήταν χρεωστικό, ήταν εγγυημένο από το Ελληνικό Δημόσιο μέχρι ποσοστού 80%.

Και τούτο διότι, δόθηκε ως βιοτεχνικό δάνειο υπό την ισχύ της υπ’ αριθμ..../13/10.01.1992 αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών από το προαναφερόμενο ειδικό κεφάλαιο, και εγκρίθηκε από τη δανείστρια τράπεζα, προς την οποία παρασχέθηκε η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου με τη διατήρηση του δικαιώματος διζήσεως, αφού προηγουμένως εκδόθηκε πράξη εξειδίκευσης της εγγύησης του Δημοσίου από την Τράπεζα...γνωστοποιήθηκε η πράξη αυτή...στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους και λήφθηκαν εμπράγματες ή άλλες ασφάλειες για τη συνολική χρηματοδότηση, που υπερβαίνει το ποσό των 10.000.000 δρχ., δηλαδή για συνολική χρηματοδότηση 26.000.000 δρχ.

Ειδικότερα στην προκειμένη περίπτωση, για να ισχύσει η κατά ποσοστό 80% εγγύηση του Δημοσίου στην πέραν των 10.000.000 δρχ. (για την οποία δεν απαιτείται ασφάλεια) συνολική χρηματοδότηση, με βάση την προαναφερόμενη σύμβαση .../07.03.1994 και τις 3 αυξητικές της [(.../1/30.03.1994, .../2/23.05.1995 και .../3/20 01 1998)], συνολικού ποσού (36.000.000 δρχ.-10.000.000δρχ.=) 26.000.000 δρχ.

της πιστούχου εταιρίας, που είναι εγκατεστημένη στην περιοχή Δ’ , παρασχέθηκαν οι εξής ασφάλειες : 1) Προσημείωση υποθήκης για απαίτηση μέχρι του ποσού 26.000 000 δρχ. Α) στα εξής ακίνητα της πιστούχου εταιρίας: α) σ’ ένα κτηριακό συγκρότημα, κατασκευασμένο για διαρκή εξυπηρέτηση της βιοτεχνικής επιχείρησης της πιστούχου εταιρίας και χρησιμοποιούμενο ως τυροκομείο και στο οικόπεδο του, εμβαδού 1.250 τ μ., που αποτελείται από το …αγροτεμάχιο και βρίσκεται στην κτηματική περιοχή ..., β) στο υπ’ ...

αγροτεμάχιο εκτάσεως 875 τ. μ., που βρίσκεται στην ίδια πιο πάνω περιοχή και Β) στα εξής ακίνητα του ομορρύθμου μέλους της πιο πάνω πιστούχου εταιρίας Ι. Λ. του Π.: α) σ’ ένα οικόπεδο εκτάσεως 468 τ. μ , που βρίσκεται στο συνοικισμό ... Ν Πέλλας και αποτελεί διαιρετό τμήμα, άρτιο και οικοδομήσιμο, μεγαλύτερου οικοπέδου και στο οποίο υπάρχει αα) μία ισόγεια οικοδομή τριών δωματίων, χρησιμοποιούμενη ως κατοικία και αβ) μία υπερυψωμένη ισόγεια με υπόγεια οικοδομή τριών δωματίων που χρησιμοποιείται ως κατοικία και αγ) ένα πρατήριο καυσίμων... 2) προσωπική εγγύηση του Ι.

Λ., ομορρύθμου μέλους της πιστούχου εταιρίας. Η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, κατά τα άνω, επιτράπηκε με την υπ’ αριθμ. 195/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, για την ασφάλεια απαίτησης μέχρι του ποσού των 26.000.000 δρχ. από την αρχική σύμβαση πίστωσης .../07.03.1994 και τις αυξητικές της, συνολικού ποσού 36.000.000 δρχ.

και πράγματι εγγράφηκε προσημείωση υποθήκης Α’ τάξεως επί των πιο πάνω ακινήτων για το προαναφερόμενο ποσό των 26.000.000 δρχ., όπως προκύπτει από το υπ’ αριθμ. .../17.11.1995 πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακα Αλμωπίας. Ακολούθως, και ενώ το ενήμερο υπόλοιπο από την προηγούμενη και από παρόμοιες προηγούμενες συμβάσεις δανείων που χορηγήθηκαν από την ίδια τράπεζα στην ίδια πιστούχο, με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου ανερχόταν σε 22.600.000 δρχ., και ειδικότερα σε 4.000,000 δρχ.

από τη δανειακή σύμβαση της 03.07.1997, σε 6.600.000 δρχ. από τη δανειακή σύμβαση της 14.01.1998 και σε 12.000.000 δρχ. από την τρίτη αυξητική με αριθμό .../3/20.01.1998 της πιο πάνω σύμβασης πίστωσης .../07.03.1994, η ενάγουσα-εκκαλούσα συμφώνησε στις 15.04.1998, με την πιστούχο εταιρία να της χορηγήσει νέο βιοτεχνικό δάνειο ποσού 10.000.000 δρχ.

με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε ποσοστό 80%, με πίστωση του υπ’ αριθμ. ... ανοικτού (αλληλοχρέου) λογαριασμού, που ανοίχθηκε για την εξυπηρέτηση της νέας (πρώτης ένδικης) δανειακής σύμβασης. Στη συνέχεια, στις 09.06.1998 τα πιο πάνω μέρη και ενώ η οφειλή της πιστούχου με εγγυητή το Δημόσιο ανερχόταν σε 16.000.000 δρχ.

και συγκεκριμένα 6.000.000 δρχ. από τη δανειακή σύμβαση της 14.01.1998 και σε 10 000.000 δρχ. από την προηγούμενη δανειακή σύμβαση της 15.04.1998, κατάρτισαν νέο βιοτεχνικό δάνειο ποσού 15.000.000 δρχ. με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου στο ίδιο ποσοστό, με πίστωση του υπ’ αριθμ.... ανοικτού (αλληλοχρέου) λογαριασμού, που ανοίχθηκε για την εξυπηρέτηση της νέας (δεύτερης ένδικης) δανειακής σύμβασης.

Τέλος, στις 06.11.1998 οι ίδιοι πιο πάνω συμβαλλόμενοι και ενώ η οφειλή της πιστούχου με εγγυητή το Δημόσιο ανερχόταν σε 21.600.000 δρχ., και συγκεκριμένα σε 6.600.000 δρχ. από την προηγούμενη δανειακή σύμβαση της 15.04.1998 και σε 15.000.000 δρχ. από την αμέσως προηγούμενη δανειακή σύμβαση της 09.06.1998, κατάρτισαν νέο βιοτεχνικό δάνειο ποσού 10.000.000 δρχ.

με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου στο ίδιο ποσοστό και με πίστωση του υττ’ αριθμ.... ανοικτού (αλληλοχρέου) λογαριασμού, που ανοίχθηκε για την εξυπηρέτηση της νέας (τρίτης ένδικης) δανειακής σύμβασης. Η πιστώτρια τράπεζα εξέδωσε αντίστοιχα τις υπ’ αριθμ. ...15.04.1998, ...09.06.1998 και ...06.11.1998 πράξεις εξειδίκευσης της εγγύησης του Δημοσίου για τα πιο πάνω βιοτεχνικά δάνεια, με αναγραφόμενο σκοπό όλων των δανείων κεφάλαιο κίνησης, με διάρκεια 12 μηνών το καθένα και με αναγραφόμενο τρόπο εξόφλησης ισόποσες τριμηνιαίες δόσεις, η πρώτη από τις οποίες επρόκειτο να καταβληθεί σε έξι μήνες από την εκάστοτε χορήγηση.

Ως ασφάλειες αναγράφονται σε κάθε μία πράξη εξειδίκευσης η ίδια πιο πάνω προσημείωση υποθήκης για ασφάλεια απαίτησης μέχρι του ποσού των 26.000.000 δρχ. που είχε επιτραπεί με την προαναφερόμενη υπ’ αριθμ. 195/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, και η προσωπική εγγύηση του ομορρύθμου μέλους της πιστούχου εταιρίας Ι.

Λ.. Πλην όμως, από την προαναφερόμενη απόφαση που επέτρεψε τη λήψη του ασφαλιστικού μέτρου της προσημείωσης, καθίσταται σαφές ότι η εν λόγω προσημείωση υποθήκης αφορά και ασφαλίζει κάθε υπόλοιπο απαίτησης μόνο από την υπ’ αριθμ. .../07.03.1994 σύμβαση πίστωσης και τις αυξητικές της και μέχρι του ποσού των 26.000.000 δρχ.

Από κανένα, όμως, αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι η προσημείωση υποθήκης αυτή ασφαλίζει και τις απαιτήσεις από τις διαφορετικές τρεις ένδικες δανειακές συμβάσεις μεταξύ της πιστούχου και της πιστώτριας. Και τούτο ακόμη και αν αποδειχθεί αληθής-που δεν αποδείχθηκε- ο ισχυρισμός της τελευταίας ότι τα ποσά των δανείων καταβλήθηκαν μέσω των ανοικτών λογαριασμών που εξυπηρετούσαν την εν λόγω σύμβαση πίστωσης (.../07.03.1994) και τις αυξητικές της.

Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι οι προαναφερόμενοι αλληλόχρεοι λογαριασμοί, στους οποίους πιστώθηκαν τα ποσά των ένδικων δανείων, δεν εξυπηρετούσαν την πιο πάνω σύμβαση πίστωσης, αλλά ο καθένας τους εξυπηρετούσε κάθε μία ένδικη δανειακή σύμβαση ξεχωριστά και ότι οι απαιτήσεις από τις τελευταίες ουδόλως ασφαλίζονταν με την προαναφερόμενη προσημείωση υποθήκης, που ασφάλιζε μόνο κάθε κατάλοιπο της απαίτησης της πιστώτριας από τη .../07.03.1994 σύμβαση πίστωσης και τις αυξητικές της.

Τούτο, άλλωστε, προκύπτει και από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από την εκκαλούσα-ενάγουσα από 27.01.1999 έγγραφες καταγγελίες, που επιδόθηκαν στην πιστούχο εταιρία και’ στον εγγυητή Ι. Λ., από τις οποίες συνάγεται σαφώς ότι η πιστώτρια τράπεζα κατάγγειλε τη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό No .../07.03.1994 συνολικού ποσού 36.000.000 δρχ., που είναι το ανώτατο όριο που έφθασε η εν λόγω σύμβαση πίστωσης με την τελευταία από τις τρεις αυξητικές της, στις 20 01.1998, δηλαδή τρεις περίπου μήνες πριν την εκταμίευση στις 15.04.1998 του πρώτου από τα τρία ένδικα δάνεια, εκ ποσού 10.000.000 δρχ., και όχι τις τρεις ένδικες δανειακές συμβάσεις συνολικού ποσού (10.000.000 + 15.000.000 + 10.000.000=) 35.000.000 δρχ., οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με την πιο πάνω σύμβαση πίστωσης.

Ούτε, άλλωστε, από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την εκκαλούσα-ενάγουσα υπ’ ...1999 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Πρωτοδικείου Έδεσσας προκύπτει το αντίθετο, διότι από την ίδια τη διαταγή πληρωμής προκύπτει ότι για την έκδοσή της προσκομίστηκαν από την τότε αιτούσα τράπεζα: α) η πιο πάνω σύμβαση πίστωσης (.../07.03.1994) και οι τρεις αυξητικές της μέχρι του ποσού των 36.000.000 δρχ., β) η από 27.01.1999 καταγγελία της παραπάνω σύμβασης από την πιστώτρια τράπεζα και η γνωστοποίηση στην πιστούχο του οριστικού κλεισίματος του ανοικτού (αλληλοχρέου) λογαριασμού, μέσω του οποίου η πίστωση αυτή εξυπηρετήθηκε, με χρεωστικό κατάλοιπο 33.207.263 δρχ., και γ) οι από 18.01.1999 τρεις (3) επιστολές της πιστούχου προς την ενάγουσα εκκαλούσα (τότε αιτούσα την έκδοση της διαταγής πληρωμής), με τις οποίες η πρώτη φέρεται να αναγνώρισε τα κατάλοιπα των τριών προαναφερομένων λογαριασμών χορήγησης των ενδίκων δανείων, με αριθμ. ..., ...

και ..., οι οποίοι, όμως, όπως ρητώς αναφέρεται στη διαταγή πληρωμής, τηρήθηκαν προς εξυπηρέτηση των ενδίκων πιστώσεων , που είναι διαφορετικές από την πιο πάνω σύμβαση πίστωσης (.../07.03.1994), η οποία καταγγέλθηκε στις 27.01.1999, δηλαδή 9 ημέρες μετά την πιο πάνω αναγνώριση των καταλοίπων από την πιστούχο, και δεν προκύπτει ότι οι εν λόγω λογαριασμοί συνδέονταν με την καταγγελθείσα αυτή σύμβαση, ούτε ότι την εξυπηρετούσαν.

Κατ’ ακολουθία, αφού η προαναφερόμενη προσημείωση υποθήκης ασφάλιζε κάθε απαίτηση από την τελευταία αυτή σύμβαση (.../07.03.1994), με την οποία δεν σχετίζονται τα ένδικα δάνεια και οι λογαριασμοί με τους οποίους αυτά εξυπηρετήθηκαν, τα τελευταία χορηγήθηκαν χωρίς καθόλου εμπράγματες ασφάλειες, με μόνη την προσωπική εγγύηση του ομορρύθμου μέλους της πιστούχου Ι.

Λ. του Π., η αλληλέγγυα με την πιστούχο ευθύνη του οποίου ως ομορρύθμου εταίρου διαγράφεται έτσι κι’ αλλιώς από το άρθρο 22 ΕΝ. Σύμφωνα, όμως, με τα προαναφερόμενα, μεταξύ των νομίμων όρων για να ισχύσει και να ενεργοποιηθεί η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, είναι η υποχρεωτική λήψη επαρκών, κατά την κρίση της πιστώτριας τράπεζας, ως υπεύθυνης δανείστριας, εμπραγμάτων ή άλλων ασφαλειών, κατά τη χορήγηση του δανείου, όταν το συνολικό ποσό χρηματοδότησης συμπεριλαμβανομένων και προηγουμένων χρηματοδοτήσεων υπερβαίνει τα 10.000.000 δρχ.

Στην προκειμένη περίπτωση δηλαδή, για να ισχύσει η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, κατά τη χορήγηση του πρώτου ενδίκου δανείου των 10.000.000 δρχ. και ενώ η συνολική χρηματοδότηση της πιστούχου με την εγγύηση του Δημοσίου, όπως προκύπτει από την ...15.04.1998 πράξη εξειδίκευσης, ανερχόταν σε 22.600.000 δρχ., από τα οποία ασφαλισμένα με προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού 26.000.000 δρχ.

ήταν μόνο τα 12.000,000 δρχ., ως κατάλοιπο της σύμβασης πίστωσης με αριθμό .../07.03.1994, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί με την τρίτη αυξητική της (.../3/20.01.1998), έπρεπε να παρασχεθούν εμπράγματες ασφάλειες για ποσό (22.600.000-12.000.000=) 10.600.000 δρχ., αφού κατά το ποσό αυτό, η συνολική χρηματοδότηση της πιστούχου υπερέβαινε το επιτρεπτό ανασφάλιστο όριο των 10.000.000 δρχ. (10.600.000 δρχ.

που είναι το υπόλοιπο της παλιάς χρηματοδότησης + 10.000.000 δρχ. που είναι το νέο δάνειο). Περαιτέρω, για να ισχύσει η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, κατά τη χορήγηση του δεύτερου ενδίκου δανείου των 15.000.000 δρχ. και ενώ η συνολική χρηματοδότηση της πιστούχου, όπως προκύπτει από την ...09.06.1998 πράξη εξειδίκευσης, ανερχόταν σε 16.000.000 δρχ.

χωρίς αυτά να ασφαλίζονται με εμπράγματη ασφάλεια, έπρεπε να ληφθούν εμπράγματες ασφάλειες για ποσό 21.000.000 δρχ., αφού κατά το ποσό αυτό η συνολική χρηματοδότηση της πιστούχου υπερέβαινε το επιτρεπτό ανασφάλιστο όριο των 10.000.000 δρχ. (16.000.000 δρχ. που είναι το υπόλοιπο της παλιάς χρηματοδότησης +15.000.000 δρχ. που είναι το νέο δάνειο=31.000.000-10.000,000=21.000.000).

Τέλος, για να ισχύσει η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, κατά τη χορήγηση του τρίτου ενδίκου δανείου των 10.000.000 δρχ. και ενώ η συνολική χρηματοδότηση της πιστούχου όπως προκύπτει από την ...06.11.1998 πράξη εξειδίκευσης, ανερχόταν σε 20.000.000 δρχ. χωρίς αυτά να ασφαλίζονται με εμπράγματη ασφάλεια, έπρεπε να ληφθούν εμπράγματες ασφάλειες για ποσό 20.000.000 δρχ., αφού κατά το ποσό αυτό η συνολική χρηματοδότηση της πιστούχου υπερέβαινε το επιτρεπτό ανασφάλιστο όριο των 10.000.000 δρχ. (20.000.000 δρχ.

που είναι το υπόλοιπο της παλιάς χρηματοδότησης + 10.000.000 δρχ. το νέο δάνειο = 30.000.000 δρχ.-10.000.000=20.000.000). Τέτοιες όμως εμπράγματες ασφάλειες δεν ελήφθησαν από αμέλεια της πιστώτριας τράπεζας, μολονότι η τελευταία εγνώριζε, όπως προκύπτει από τις πιο πάνω πράξεις εξειδίκευσης, κατά την κατάρτιση κάθε μίας από τις ένδικες δανειακές συμβάσεις, ότι οι προηγούμενες συνολικές χρηματοδοτήσεις της πιστούχου εταιρίας, με την εγγύηση του Δημοσίου, υπερέβαιναν το επιτρεπτό ανασφάλιστο όριο των 10.000.000 δρχ.

Εξάλλου, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η πιστούχος εταιρία εξυπηρέτησε κανονικά το χρέος της καταβάλλοντος τις αντίστοιχες τρίμηνες τοκοχρεωλυτικές δόσεις μόνο μέχρι τέλους του έτους 1998. Από τις αρχές του έτους 1999, όμως, περιήλθε σε υπερημερία ως προς την εξόφληση των τοκοχρεωλυτικών δόσεων.

Όπως είχε συμβατικό δικαίωμα,....η δανείστρια τράπεζα έκλεισε τους προαναφερόμενους λογαριασμούς και ενημέρωσε αμέσως την πιστούχο ζητώντας την καταβολή του καταλοίπου, το οποίο, εκτός από τους τόκους και τα έξοδα, ανερχόταν σε 31.666.500 δρχ., και συγκεκριμένα σε 6.666.500 δρχ. το κατάλοιπο του πρώτου λογαριασμού, 15.000.000 δρχ.

το κατάλοιπο του δεύτερου και 10.000.000 δρχ. το κατάλοιπο του τρίτου λογαριασμού, τα οποία αναγνώρισε η πιστούχος με τις από 18.01.1999 επιστολές της. Αφετέρου, η πιστώτρια τράπεζα απευθύνθηκε με τα....../20.12.2004 έγγραφά της προς τη Δ.Ο.Υ. ...... για να βεβαιώσει σε βάρος της πιστούχου το χρέος και να το εισπράξει, αφού προηγουμένως..., η δανείστρια τράπεζα άρχισε την επιχείρηση δικαστικών ενεργειών και αναγκαστικής εκτελέσεως κατά της πρωτοφειλέτριας.

Ακολούθως, αν και αρχικά βεβαιώθηκαν τα ποσά αυτά από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., στη συνέχεια διεγράφησαν, επειδή το Δημόσιο αρνήθηκε την ιδιότητά του ως εγγυητή των πιο πάνω καταλοίπων και μάλιστα σε ποσοστό 80%, και κατά συνέπεια την κατά το ίδιο ποσοστό πληρωμή τους, για το λόγο ότι δεν είχαν παρασχεθεί επαρκείς ασφάλειες, κατά τη χορήγηση των ενδίκων δανείων.

Μετά από την άρνηση αυτή, η πιστώτρια τράπεζα άσκησε την από 18.12.2004... αγωγή της εναντίον του Ελληνικού Δημόσιου ...ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, η οποία και απορρίφθηκε τελεσίδικα ως αόριστη ... Η τράπεζα ... άσκησε την ίδια αξίωση με την ένδικη αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών...

σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ο σχετικός ισχυρισμός (ένσταση) του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου ως εγγυητή, τον οποίο πρόβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει νομίμως με τις έγγραφες προτάσεις του, ότι δηλαδή απελευθερώνεται ως εγγυητής, αφού δεν ισχύει και δεν ενεργοποιείται η εγγυητική ευθύνη του, ελλείψει των απαιτουμένων από την προαναφερόμενη υπουργική κανονιστική απόφαση προϋποθέσεων, διότι δηλαδή από υπαιτιότητα της δανείστριας τράπεζας, δεν δόθηκαν καθόλου εμπράγματες ή άλλες ασφάλειες για τα ένδικα δάνεια των 10.000.000, 15.000.000 και 10.000.000 δρχ., κατά το χρόνο κατάρτισης των οποίων η συνολική χρηματοδότηση της πιστούχου από προηγούμενα δάνεια με την εγγύηση του Δημοσίου υπερέβαινε το όριο των 10.000.000 δρχ., για το οποίο η εγγύηση αυτή μπορεί να ισχύει χωρίς εμπράγματη ή άλλη ασφάλεια, είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 11 παρ.4 του Ν.2322/1995 και 65 παρ.4 του Ν.2362/1995, που ισχύουν στην προκειμένη περίπτωση (και όχι στη διάταξη του άρθρου 862 Α.Κ.) και αποδείχθηκε κατά τα άνω, ως βάσιμος και κατ’ ουσίαν.

Ούτε, εξάλλου, ασκεί καμία επιρροή για την ισχύ της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου και τη σχετική ένσταση απελευθέρωσης του τελευταίου, η εκ των υστέρων και με βάση την 39/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, εγγραφή προσημείωσης υποθήκης Β1 τάξεως, σε ακίνητα του ομορρύθμου μέλους της πιστούχου εταιρίας Π.

Λ. του Ι., και μέχρι του ποσού των 15.000.000 δρχ., και μάλιστα για απαιτήσεις διαφορετικές από εκείνες των ενδίκων δανείων, προερχόμενες : α) από τη σύμβαση πίστωσης .../1994, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί με τις πιο πάνω αυξητικές της και μέχρι του ποσού των 60.000.000 δρχ. και β) από την 1918/1993 σύμβαση πίστωσης και τις αυξητικές της, αφού με την προσημείωση αυτή δεν ασφαλίζονται οι απαιτήσεις από τα ένδικα δάνεια, αλλά από άλλες άσχετες συμβάσεις πίστωσης, πλέον του ότι για την έγκυρη ανάληψη εγγυητικής ευθύνης εκ μέρους του Δημοσίου είναι προϋπόθεση (όρος) η προηγούμενη και όχι η εκ των υστέρων λήψη εμπραγμάτων ή άλλων ασφαλειών.

Κατ ακολουθία, η ένδικη αγωγή που στρέφεται κατά του Δημοσίου, ως εγγυητή των πιο πάνω δανείων, και ζητεί την εκ μέρους του και με την ιδιότητα του άυτή, καταβολή του ποσοστού 80% του οφειλομένου εισέτι ποσού των ενδίκων δανείων, λόγω της υπερημερίας της πρωτοφειλέτιδας στην καταβολή τριών συνεχών τριμηνιαίων δόσεων από το καθένα του, και εκ του λόγου τούτου, κλεισίματος των λογαριασμών εξυπηρέτησής τους, έπρεπε κατά παραδοχή, ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης απελευθέρωσης του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, που είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις πιο πάνω διατάξεις, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη...".

Ακολούθως το Εφετείο, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του και αντικαθιστώντας κατ’ άρθρο 534 Κ.Πολ.Δ. τις παραδοχές της πρωτόδικου αποφάσεως , η οποία είχε απορρίψει ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή, κατά παραδοχή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη της ενστάσεως ελευθερώσεως του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, ερειδομένης όμως ,στη διάταξη του άρθρου 862 Α.Κ.

που δεν τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής, απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την έφεση της εναγούσης και ήδη αναιρεσείουσας. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα της εφαρμογής των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, βάσει των οποίων ήχθη στην παραδοχής της ενστάσεως ελευθερώσεως του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου και συνακολούθως στην απόρριψη ως κατ’ ουσίαν αβάσιμου της ένδικου αγωγής.

Επομένως ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος του αναιρετηρίου με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενες ειδικότερα σε αντιφατικότητα των αιτιολογιών αυτής που αφορούν το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της χορηγήσεως ή μη των επιδίκων δανείων μέσω της ασφαλισμένης με προσημείωση υποθήκης αρχικής συμβάσεως πιστώσεως, είναι αβάσιμος.

Εξάλλου, με τον, συναφή προς τον ανωτέρω τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου πλήττεται η επάλληλος περί του ίδιου ζητήματος αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι δηλαδή και αληθής υποτιθέμενος ο μη αποδειχθείς και μη δεκτός γενόμενος ισχυρισμός της αναιρείουσας ότι τα ποσά των επιδίκων δανείων κατεβλήθησαν στην πιστούχο μέσω των ανοικτών λογαριασμών που εξυπηρετούσαν την ασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης αρχική πιστωτική σύμβαση και τις αυξητικές αυτής συμβάσεις, δεν αναιρεί την βασιμότητα της περί ελευθερώσεως ενστάσεως του αναιρεσιβλήτου, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι η προσημείωση υποθήκης που αφορά την αρχική, ως άνω, πιστωτική σύμβαση ασφαλίζει και τις απαιτήσεις από τις διαφορετικές τρεις ένδικες δανειακές συμβάσεις μεταξύ της πιστούχου και της πιστώτριας.

Ειδικότερα με τον συγκεκριμένο λόγο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η χορήγηση των επιδίκων βιοτεχνικών δανείων μέσω των ανοικτών λογαριασμών που εξυπηρετούσαν την αρχική πιστωτική σύμβαση, καθιστά την τελευταία, γενεσιουργό αιτία των αντιστοίχων απαιτήσεων, με αποτέλεσμα να επεκτείνεται και επ’ αυτών η εξασφάλιση από την υφισταμένη υπέρ της εν λόγω συμβάσεως προσημείωση υποθήκης, και ότι κατά συνέπεια το Εφετείο με την αντίθετη ως άνω κρίση του παρεβίασε, με εσφαλμένη μη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 361, 1277 και 1281 Α.Κ.

και παρ. Ill εδ. 4 της Αποφάσεως της Νομισματικής Επιτροπής της 10.8/6.9.1978 και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ.. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι μόνη η χορήγηση των επιδίκων δανείων μέσω των λογαριασμών της αρχικής συμβάσεως (η οποία και δεν έλαβε χώρα σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως), δεν καθιστά γενεσιουργό αιτία αυτών την εν λόγω σύμβαση ενόψει των αντιθέτων παραδοχών της αποφάσεως ότι αιτία των δανείων τούτων ήταν οι συναφθείσες μεταξύ της αναιρεσείουσας και της πιστούχου εταιρείας τρεις νέες και αυτοτελείς συμβάσεις με χρονολογία 15-4-1998, 9-6-1998 και 6-11-1998 και με πίστωση των ανοιχθέντων προς εξυπηρέτηση αυτών αντιστοίχων ..., ...

και ... ανοικτών (αλληλοχρέων) λογαριασμών.

Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς, νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακολούθως στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμορφώνουν ή μπορούν να διαμορφώσουν το διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.

Α.Π. 2/1989, 13/1995). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 α’ Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο για την παραδοχή της περί ελευθερώσεως ενστάσεως του αναιρεσιβλήτου και την απόρριψη συνακολούθως της αγωγής, στηρίχθηκε στο γεγονός ότι από υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας δεν δόθηκαν καθόλου εμπράγματες ή άλλες ασφάλειες για τα επίδικα δάνεια.

Το γεγονός όμως αυτό δεν προεβλήθη από το αναιρεσίβλητο , το οποίο για την θεμελίωση της περί ελευθερώσεως ενστάσεώς του επικαλέσθηκε πρωτοδίκως και κατ’ έφεση την εξ υπαιτιότητος της αναιρεσείουσας μη λήψη επαρκών για την εξασφάλιση των επιδίκων δανείων ασφαλειών, δεδομένου ότι η υφισταμένη προσημείωση υποθήκης που αφορούσε άλλες απαιτήσεις δεν επαρκούσε προς εξασφάλιση και των επιδίκων δανείων.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι το γεγονός που προβάλλεται για την στοιχειοθέτησή του δεν είναι "πράγμα" κατά την διαληφθείσα του όρου τούτου έννοια, αλλά στοιχείο που συγκροτεί την αμελή συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, την οποία το αναιρεσίβλητο επικαλέσθηκε για την θεμελίωση της παραδεκτώς υπ’ αυτού προβληθείσης ενστάσεως ελευθερώσεώς του.

Συνεπώς η προβαλλόμενη από την αναιρεσείουσα διαφοροποίηση ως προς το στοιχείο αυτό του Εφετείου σε σχέση με τον αντίστοιχο ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου, δεν στοιχειοθετεί την αποδιδομένη στην απόφαση ως άνω αναιρετική πλημμέλεια.

Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ’ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία που είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το Δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 339, 352 παρ. 1 και 353 του ΚΠολ.Δ., δέν αποτελεί δικαστική ομολογία οποιαδήποτε τοιαύτη, αλλά εκείνη που γίνεται με σκοπό αποδοχής του αμφισβητουμένου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος. Η δικαστική ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο το οποίο δικάζει την υπόθεση, ενός κρισίμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως του, πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη (Α.Π. 1711/2008, 325/2007, 1718/2014).

Τέλος για να δημιουργηθεί ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απαιτείται να γίνει επίκληση της ομολογίας από τον ωφελούμενο διάδικο ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) και να αναφέρεται τούτο στο αναιρετήριο (Α.Π.878/2014, 848/2014, 33/2014,414/2000). Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του τη δικαστική ομολογία του αναιρεσιβλήτου,με τις προτάσεις του ενώπιον του, ότι οι επίδικες χρηματοδοτήσεις χορηγήθησαν μέσω της υπ’ αριθμ. .../1994 συμβάσεως πιστώσεως δι’ ανοικτού λογαριασμού και ότι συνεπώς ασφαλίζονται με την εγγεγραμμένη περί της συμβάσεως αυτής προσημείωση υποθήκης, η οποία ασφαλίζει κάθε κατάλοιπο απαιτήσεως της αναιρεσείουσας από την σύμβαση αυτή.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει ότι την ρηθείσα ομολογία του αναιρεσιβλήτου επικαλέστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε άλλωστε προκύπτει από το περιεχόμενο των προσκομιζομένων προτάσεών της η επίκληση εκ μέρους της τοιαύτης ομολογίας.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί επί πλέον η τελευταία , ως ηττωμένη (άρθρα 176, 183 και 191 παρ,2 ΚΠολΔ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, μειωμένων όμως σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3693/57, της υπ’ αριθμ. 134423/28-12-1992 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης και του άρθρου 28 παρ. 5 του ν. 2579/98, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28 Ιουλίου 2015 αίτηση της Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία " ... Α.Ε.", για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4523/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Φεβρουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ