Supreme Court dismisses appeal on divorce grounds, upholding six-year separation finding despite procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision granting a divorce based on six years of separation. The appellant argued that the appellate court misinterpreted procedural documents and failed to properly assess the separation period, which began in January 2007 and ended in February 2010. The court rejected these claims, ruling that the separation period was correctly calculated from the date of the first hearing until the final judgment, and that the procedural documents cited were not subject to the specific ground of document distortion alleged.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1439 § 3 AC; Art. 14 of Law 3719/2008: The presumption of marital breakdown due to continuous separation for two years is established from the date of the first hearing until the final judgment, and procedural documents cannot be considered evidence of fact distortion under Art. 559 § 20 CPolD.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1068 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1068/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεώργιο Λέκκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Λ.-Δ. του Κ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρυσόστομο Βελάκη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Δ. του Α., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κατερίνα Διακάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26 Μαΐου 2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 304/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 89/2013 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16 Ιουλίου 2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας, ανέγνωσε την από 7 Ιανουαρίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 89/2013 απόφαση του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε επί της από 14-7-2010 έφεσης της αναιρεσείουσας (αριθμ. εκθ. καταθ. 330/2010) κατά της υπ' αριθμ. 304/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, δυνάμει της οποίας είχε δεκτή η από 26-5-2009 και περί διαζυγίου αγωγή του αναιρεσιβλήτου.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1439§3 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του Ν. 3719/2008, "εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από δύο τουλάχιστον χρόνια ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά το πρόσωπο του ενάγοντος. Η συμπλήρωση του χρόνου διάστασης δεν εμποδίζεται από μικρές διακοπές που έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων ανάμεσα στους συζύγους".
Από τη διάταξη αυτή, που καθιερώνει ως λόγο διαζυγίου τον αντικειμενικό κλονισμό της έγγαμης σχέσεως των συζύγων προκύπτει ότι, εφόσον αποδειχθεί η διετής διάσταση, η οποία υπολογίζεται αναδρομικά, όχι από το χρόνο που είχε προσδιορισθεί αρχικά να συζητηθεί η αγωγή στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά από το χρόνο της μετ'αναβολή πρώτης στο ακροατήριο κατ'ουσίαν συζήτησης της αγωγής, κατά τον οποίο σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 69, 224, 269 και 281 ΚΠολΔ κρίνεται το κεκτημένο του καταγόμενου στη δίκη δικαιώματος, τεκμαίρεται αμάχητα ο κλονισμός των σχέσεων των συζύγων και το δικαστήριο χωρεί, στη λύση του γάμου.
Ως διάσταση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται εκείνη κατά την οποία οι σύζυγοι απομακρύνονται φυσικώς και ψυχικώς μεταξύ τους, με τη θέληση να μην έχουν πλέον κοινωνία βίου, ανεξάρτητα από το εάν η απομάκρυνση αυτή, ως πραγματικό γεγονός, είναι αποτέλεσμα της πρωτοβουλίας του ενός από τους συζύγους ή και των δύο και ανεξάρτητα από το εάν διαμένουν στην ίδια κατοικία αλλά υπό καθεστώς χωρισμού από τραπέζης και κοίτης.
Η διάσταση δεν αναιρείται, κατά μείζονα λόγο, από τυχόν επισκέψεις της οικογενειακής στέγης και από μέρους του απομακρυνθέντος από αυτή συζύγου, προς εκδήλωση ενδιαφέροντος για προβλήματα που απασχολούν τη σύζυγο και τα τέκνα που διαμένουν με αυτή, εάν δεν αναιρείται η σταθερή πρόθεση διάστασης του συζυγικού δεσμού και εξακολουθεί να υπάρχει από της πλευράς τουλάχιστον του ενός συζύγου.
Τα όποια διακοπτικά της ψυχικής και σωματικής απομάκρυνσης περιστατικά, που τυχόν επικαλείται ο εναγόμενος, στον εκ του άρθρου 1439 παρ. 3 ΑΚ λόγο διαζυγίου, τείνουν σε αποδυνάμωση της έννοιας της διάστασης, που αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής και συνιστούν άρνηση. Αν δε, κατά το στάδιο της αποδεικτικής διαδικασίας, προκύψουν τέτοια διακοπτικά περιστατικά, εκτιμώνται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, αν αναιρούν ή όχι το στοιχείο της διάστασης (ΑΠ 1057/2012).
Σημειώνεται ότι μετά τη συγχώνευση με την πιο πάνω διάταξη όλων των υπαίτιων λόγων διαζυγίου, που προέβλεπε το προγενέστερο δίκαιο, στο γενικό λόγο του ισχυρού κλονισμού, δεν επαναλήφθηκε, διότι κρίθηκε ως περιττή, η διάταξη (άρθρο 1447 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση του) που καθιέρωνε ως αυτοτελή αποσβεστικό λόγο του δικαιώματος προς διάζευξη την παροχή συγγνώμης από τον αναίτιο σύζυγο, την εξωτερίκευση, δηλαδή, της βούλησης του, ότι, παρά τον κλονισμό που δημιουργήθηκε από υπαιτιότητα του άλλου συζύγου, επιθυμεί την εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης.
Έτσι, η παροχή συγγνώμης δεν αποτελεί πλέον αυτοτελή λόγο αποσβεστικό του δικαιώματος προς διάζευξη. Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Δεν είναι "πράγματα", όμως με την πιο πάνω έννοια, η άρνηση της αγωγής ή ένστασης, αιτιολογημένη ή όχι, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 117/2013).
Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα υποστηρίζει ότι, με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ισχυρίστηκε ότι, αν και πληροφορήθηκε τον Ιούλιο του έτους 2008 ότι ο αναιρεσίβλητος σύζυγος της συζούσε με άλλη γυναίκα, παρ' όλα αυτά εκείνη τον συγχώρεσε, ενώ ο ίδιος τη διαβεβαίωσε ότι ήταν αποφασισμένος να επανορθώσει το σφάλμα του και ότι κατόπιν τούτου η
έγγαμη συμβίωση τους συνεχίστηκε κανονικά. Τα ανωτέρω όμως δεν μπορούν να ιδρύσουν λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, όπως αβάσιμα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, αλλά αποτελούν άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής κατά τα στοιχεία της που θεμελιώνουν την επικαλούμενη "διάσταση".. Επομένως, ο συγκεκριμένος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Οι διάδικοι, τέλεσαν μεταξύ τους γάμο στην Πεύκη Αττικής στις 25-3-1978 κατά το τυπικό της Εκκλησίας των Μαρτύρων του Ιεχωβά, (βλπ αντίγραφο της με αριθμό 24/1978 ληξιαρχικής πράξης γάμου που συνέταξε ο ληξίαρχος Πεύκης).
Από το γάμο τους αυτό απέκτησαν μία κόρη, ηλικίας σήμερα 33 ετών. Τον Δεκέμβριο του έτους 2006 ο ενάγων με την εναγομένη και την κόρη τους μετέβησαν στην Καβάλα για τις εορτές των Χριστουγέννων του έτους 2006. Ο ενάγων επέστρεψε στο Ηράκλειο στις αρχές Ιανουαρίου 2007, οπότε και διέκοψε τη μίσθωση της, μέχρι τότε χρησιμοποιούμενης ως συζυγικής στέγης, ευρισκομένης στην περιοχή Αλικαρνασσού Ηρακλείου, επί της οδού … αριθμός …, οικίας, ενώ η εναγομένη με την κόρη τους παρέμειναν στην Καβάλα μέχρι τον Ιούλιο του έτους 2007, οπότε επέστρεψαν στο Ηράκλειο.
Στο μεταξύ ο ενάγων κατοικούσε πλέον στην επί της οδού …αριθμός … οικία στο …, συμβιώνοντας με την Ά. Δ., με την οποία είχε συνάψει εξωσυζυγική σχέση. Ο ενάγων κατά τη διάρκεια του γάμου του με την εναγομένη, διατηρούσε παραλλήλως σχέση με την ως άνω νέα σύντροφο του, με την οποία πλέον, μετά την επιστροφή του από την Καβάλα συμβιούσε.
Η εναγομένη με την κόρη τους επέστρεψαν τον Ιούλιο του έτους 2007 στο Ηράκλειο και διέμεναν στη αρχή σε τρίκλινο δωμάτιο ξενοδοχείου στην περιοχή Αμμουδάρας, το οποίο μίσθωνε ο ενάγων για λογαριασμό τους. Ο ενάγων δεν διανυκτέρευε στο δωμάτιο του ξενοδοχείου που μετά την επιστροφή τους από την Καβάλα, διέμενε η σύζυγος με την κόρη τους, πλην όμως καθημερινώς τις επισκεπτόταν και πολύ συχνά συvέτρωγε μαζί τους.
Η εναγομένη επικαλείται, ότι μέχρι τον Αύγουστο του έτους 2008 δεν γνώριζε την εξωσυζυγική σχέση που είχε συνάψει ο ενάγων, ωστόσο τούτο δεν αναιρεί το γεγονός, ότι ο ενάγων ήδη από τον Ιανουάριο του έτους 2007 είχε αποχωρήσει από την κοινή (συζυγική) στέγη με πρόθεση διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης. Ο τελευταίος, από τον Ιανουάριο του έτους 2007, αποφάσισε να απέχει από την συμβίωση του με την εναγομένη, εκδηλώνοντας με τη συμπεριφορά του τη φυσική και ψυχική απομάκρυνση που είχε επέλθει στις μεταξύ τους σχέσεις..
Ειδικότερα : α) Από τα αναφερόμενα στο δικόγραφο της έφεσης και τις προτάσεις της εναγομένης περιστατικά, συνάγεται, ότι κατά τη διάρκεια της επί επτά (7) μήνες απουσίας της στην Καβάλα και πριν την μετάβαση της στο Ηράκλειο, δεν είχε καμία συνάντηση με τον ενάγοντα, β) ο ενάγων, κατά τα αναφερόμενα στην κατάθεση της μάρτυρος, που εξετάστηκε στο Δικαστήριο αυτό, περιστατικά, εξ αρχής από της μεταβάσεως της εναγομένης στο Ηράκλειο από την Καβάλα τον Ιούλιο του έτους 2007, δεν διανυκτέρευε με την εναγομένη σύζυγο του σε κοινή στέγη, γεγονός που δεν αντικρούεται ειδικώς από την τελευταία.
Η ενάγουσα και η κόρη τους από το έτος 2007 έως 2009, που αποχώρησαν από το Ηράκλειο, λόγω της αποπεράτωσης της ανεγερθείσας στη Ελευθερούπολη Καβάλας ιδιόκτητης οικίας της πρώτης, διέμεναν σε ευρισκόμενη επί της οδού … στην περιοχή Αμμουδάρας Ηρακλείου οικία, στην οποία όμως ο ενάγων και πάλι δεν διανυκτέρευε, έχοντας επιλέξει να κατοικεί στην επί της οδού … αριθμός ….
οικία συμβιώνοντας με την ως άνω νέα σύντροφό του. Το γεγονός, ότι κατά τη διάρκεια της παραμονής της εναγομένης στο Ηράκλειο, υπήρχε συχνή επικοινωνία των διαδίκων, συνέτρωγαν και ενίοτε είχαν κοινή παρουσία σε κοινωνικές εκδηλώσεις κοινών φίλων, συναξιολογούμενο με τα περιστατικά που εκτέθηκαν ήδη και λαμβανομένου υπόψη και του προβλήματος υγείας, που είχε η κόρη τους, συνιστά από μέρους του συνεχή εκδήλωση ενδιαφέροντος για τα προβλήματα, που απασχολούσαν τη σύζυγο και την κόρη του και προθυμία παροχής συνδρομής στην επίλυση τους, χωρίς να αναιρεί την πρόθεση του για τη διάσπαση του συζυγικού δεσμού.
Έτσι από τον Ιανουάριο του έτους 2007 οπότε, όπως προαναφέρθηκε, ο ενάγων αποχώρησε από τη συζυγική στέγη, επήλθε η φυσική και ψυχική αποξένωση των διαδίκων, η οποία συνεχίστηκε μέχρι την ημέρα της συζήτησης της από 26-5-2009 ένδικης αγωγής ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δηλαδή μέχρι την 24-2-2010 και, συνεπώς, μέχρι την ημέρα αυτή συμπληρώθηκε, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αρχή της σκέψης αυτής, η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 3 του ΑΚ, όπως ήδη έχει αντικατασταθεί αυτή με το άρθρο 14 του Ν. 3719/2008 διετία".
Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, το οποίο, ας σημειωθεί, λόγω της ερημοδικίας της αναιρεσείουσας στον πρώτο βαθμό, εξαφάνισε, κατά παραδοχή της έφεσης της, την πρωτόδικη απόφαση και διακράτησε την υπόθεση, δέχθηκε κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμα του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.
Κατά συνέπεια ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμότ20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια του άρθρου 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Έτσι, δεν θεωρούνται έγγραφα αποδεικτικά, με την παραπάνω έννοια, τα διαδικαστικά, όπως είναι οι προτάσεις των διαδίκων (ΑΠ 1007/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε με αυτή το περιεχόμενο των από 12-2-2013 προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του, κατά τη συζήτηση της έφεσης της, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού το εν λόγω έγγραφο αποτελεί διαδικαστικό της δίκης έγγραφο. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγής του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί η τελευταία λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176 και 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων.
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ