1068/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1068/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως διάδικος δε υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση του θανάτου του αρχικού διαδίκου νοείται ο κληρονόμος αυτού, ο οποίος, όμως, κατά το άρθο 292 ΚΠολΔ, δεν μπορεί να κληθεί για να επαναληφθεί η δίκη που έχει διακοπεί πριν παρέλθει η προθεσμία της αποποιήσεως ή πριν χάσει με οποιοδήποτε άλλο τρόπο το δικαίωμα της αποποιήσεως.
Full text
Απόφαση 1068 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1068/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσειόντος: Η. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσοβόλα.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ε. Κ. Π. και 2. Π. συζ. Γ. Κ., θυγ. Θ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Μέντη. Στη συνέχεια, ο ίδιος ως άνω δικηγόρος, δήλωσε ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος Ευάγγελος Κ. Π., απεβίωσε την 1η-12-2010.
Στο σημείο αυτό ο δικηγόρος του αναιρεσείοντος Δημήτριος Τσοβόλας ανέφερε ότι οι κληρονόμοι του πρώτου αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου είναι η σύζυγός του 1. Κ. Γ. θυγ. του Ι., χας Ε. Π., ατομικώς και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα και επιμέλεια του ανήλικου Α. Π. του Ε., και τα τέκνα του 2. Α. Π. του Ε., νομίμως εκπροσωπούμενου από την μητέρα του Κ. Γ. του Ι., 3. Θ.-Α. Π. του Ε. και 4. Κ.-Α. Π. του Ε., οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν και δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-11-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 203/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 25/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-4-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 8-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287 και 291 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 ιδίου Κώδικος, και στην διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται, ότι η δίκη διακόπτεται αν εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος, ενώ η διακοπή αυτή επέρχεται από την γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου της διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξεως από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει την δίκη και ότι ο αντίδικος του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης μπορεί να προκαλέσει την επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, προσκαλώντας τον για τον σκοπό αυτό με κοινοποίηση δικογράφου, ενώ μπορεί να κοινοποιήσει την πρόσκληση και πριν από την γνωστοποίηση του γεγονότος που προκάλεσε την διακοπή, θεωρώντας ότι αυτή επήλθε και η δίκη στην περίπτωση αυτή επαναλαμβάνεται αυτοδικαίως τριάντα ημέρες μετά την κοινοποίηση της προσκλήσεως.
Ως διάδικος δε υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση του θανάτου του αρχικού διαδίκου νοείται ο κληρονόμος αυτού, ο οποίος, όμως, κατά το άρθο 292 ΚΠολΔ, δεν μπορεί να κληθεί για να επαναληφθεί η δίκη που έχει διακοπεί πριν παρέλθει η προθεσμία της αποποιήσεως ή πριν χάσει με οποιοδήποτε άλλο τρόπο το δικαίωμα της αποποιήσεως.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε την συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και αν αυτό συμβαίνει προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, διαφορετικά κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους.
Η δε κλήση για παράσταση κατά την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία επέχει στην περίπτωση αυτή θέση προσκλήσεως για επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, μπορεί να γίνει, σύμφωνα με τα άρθρα 498 παρ. 1 και 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, και κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου της αναιρέσεως που έχει κατατεθεί. Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση, μετά τον θάνατο του πρώτου αναιρεσιβλήτου Ε.
Π., που επήλθε, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 8552/10.3.2011 ληξιαρχική πράξη θανάτου της Διευθύνσεως Ειδικού Ληξιαρχείου του Υπουργείου Εσωτερικών, την 1/12/2010, ήτοι μετά την άσκηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως, νομίμως συνεχίζεται η δίκη με τους καλουμένους, α) Κ. Γ. χήρας Ε. Π., β) Α. Π. του Ε., νομίμως εκπροσωπούμενο ως ανήλικο από την μητέρα του Κ.
Γ., γ) Θ. Π.- Α. και δ) Κ. - Α. Π. του Ε., υπό την ιδιότητά τους ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του άνω αποβιώσαντος, συζύγου της πρώτης και τέκνων των λοιπών εξ αυτών, όπως αποδεικνύεται από τα υπ' αριθμ. 123/2011 και 2314/2011 Πιστοπ. του Γραμματέως του Πρωτοδικείου 'Άρτας και το υπ' αριθμ. 3080/22.2.2011 Πιστοπ. του Δήμου Αρταίων, αφού αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με την υπ' αυτό πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης αποφάσεως δικάσιμο (16/11/2011), νομίμως και εμπροθέσμως επιδόθηκε προς τους προαναφερομένους με την επιμέλεια του επισπεύδοντος την συζήτηση δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου αναιρεσείοντος, η εν λόγω δε κλήση, που έγινε μετά την παρέλευση της προθεσμίας αποποιήσεως, επέχει θέση προσκλήσεως για επανάληψη της δίκης (βλ.
υπ' αριθμ. 4562β'/11.7.2011, 4563β'/11.7.2011, 4564β'/11.7.2011, 4565β'/11.7.2011 και 4565β'/11.7.2011 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...). Επομένως, εφόσον οι προαναφερθέντες κληρονόμοι του αποβιώσαντος ανωτέρω αρχικού διαδίκου δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο κατά την στην αρχή της παρούσης αποφάσεως αναφερομένη δικάσιμο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την οικεία της σειρά στο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν, κατά το άρθρο 242 & 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεώς τους κατά την συζήτηση, πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στην συζήτηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως, παρά την απουσία τους.
ΙΙ. Επειδή, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση, ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγομένη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσης καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσης για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.
Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσης της επελεύσεως δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του διά την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του.
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 992 ΑΚ, οι αξιώσεις από την αποβολή και την διατάραξη παραγράφονται μετά ένα έτος από την αποβολή ή την διατάραξη. Από την διάταξη αυτή και το συνδυασμό της προς τις αντίστοιχες των άρθρων 984 παρ 1, 987 και 989 ΑΚ προκύπτει, ότι αφετήριος χρόνος της προνοουμένης από αυτήν ενιαυσίου παραγραφής των αξιώσεων του νομέως ή οιονεί νομέως από την αποβολή ή διατάραξη, είναι η αποβολή ή η διατάραξη, αντιστοίχως.
Αρχίζει δε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 241 παρ. 1, 242, 243 παρ. 3 ΑΚ, από την επομένη ημέρα, κατά την οποία συνεπληρώθη η αποβολή ή από την επομένη ημέρα, κατά την οποία έλαβε χώρα η διατάραξη, αντιστοίχως, και λήγει, κάθε μία από αυτές, όταν παρέλθει η τελευταία ημέρα, ήτοι η αντίστοιχη προς την ημέρα ενάρξεως ημέρα του έτους.
Επί δε διαταράξεως, εάν αυτή συνίσταται σε ενέργεια διαρκή, ενέχουσα σταθερά αποτελέσματα, η άνω παραγραφή αρχίζει από της πρώτης πράξεως, εάν όμως οι παράνομες πράξεις του διαταράσσοντος είναι αυτοτελείς επαναλαμβανόμενες κατ' αραιά χρονικά διαστήματα, η κάθε μία από αυτές συνιστά νέα διατάραξη και επομένως η άνω παραγραφή αρχίζει αμέσως με την τελευταία διατάραξη, λόγω της αυτοτελείας εκάστης ενεργείας.
Εξ' άλλου, όπως συνάγεται από τα άρθρα 992 και 261 ΑΚ η αίτηση για λήψη ασφαλιστικών μέτρων δεν αποτελεί έγερση αγωγής και η επακολουθούσα επ' αυτής διαδικασία και η εκτέλεση της αποφάσεως που θα εκδοθεί επί της αιτήσεως αυτής, δεν διακόπτουν την ανωτέρω ετήσια παραγραφή, διότι δεν υπόκειται περίπτωση ασκήσεως αγωγής, δια της οποίας εισάγεται για οριστική διάγνωση η αξίωση περί νομής.
Τέλος, κατά το άρθρο 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ, προκειμένου περί αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου υπάρχει όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καίτοι ήταν εφαρμοστέος στην συγκεκριμένη περίπτωση βάσει των παραδοχών του, ή εφήρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που, με βάση τις ίδιες παραδοχές, δεν έπρεπε να εφαρμόσει. Στην προκειμένη περίπτωση ,όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Άρτης εδέχθη, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"Οι ενάγοντες (ανιψιός και θεία) είναι κύριοι νομείς και κάτοχοι ομόρων αγροτικών ακινήτων, περιβολιών με εσπεριδοειδή) έκτασης 2.037 τ.μ. το καθένα, που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Φιλοθέης Ν. Αριας, οτη θέση "Γρασίδια" και συνορεύουν ολόγυρα με ιδιοκτησίες Α. Μ.. Θ. Κ., κληρονόμων Ν. Κ. και δεύτερης ενάγουσας (του πρώτου ενάγοντος} και με ιδιοκτησίες Π.
Γ.. Α. Μ., Π. Γ., κληρονόμων Α. Κ. και πρώτου ενάγοντος (της δεύτερης ενάγουσας). Περιήλθαν δε στην κυριότητα τους οίον μεν πρώτο με το υπ' αριθμ. .../21-8-1998 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Φιλιππιάδας Περσεφόνης Τσιρογιάννη, που έχει έκτοτε νόμιμα μεταγραφεί (τόμ. 621, α.α. ...), με αιτία τη γονική παροχή από την μητέρα του Χ.
χα Κ. Π. (αδερφή της δεύτερης ενάγουσας), στην οποία είχε περιέλθει με το υπ' αριθμ. .../9-5-1969 συμβόλαιο διανομής του συμβολαιογράφου Άρτας Παναγιώτη Ταΐκοα, που έχει νόμιμα μεταγραφεί (τόμ. 104, α.α. ...), στη δε δεύτερη (ενάγουσα) με το ίδιο συμβόλαιο διανομής, με το οποίο αυτή, η μητέρα του πρώτου ενάγοντος (Χ.) και η Θεοδώρα χα Θ.
Κ. διένειμαν την κληρονομιαία περιουσία του τελευταίου, που απεβίωσε το έτος 1942. Το ως άνω ακίνητο του πρώτου ενάγοντος το καλλιεργεί για λογαριασμό του η μητέρα του Χ., αφού αυτός κατοικεί μόνιμα στη Γερμανία και έρχεται στο χωριό του το καλοκαίρι για ένα μήνα περίπου. Τα ανωτέρω ακίνητα αποτελούσαν το με αριθμό 122 κληροτεμάχιο, το οποίο, είχε περιέλθει στην κυριότητα του ως άνω δικαιοπαρόχου των αιτούντων Θ.
Κ. του Χ. (παππού του πρώτου από τη μητρική γραμμή και πατέρα ιης δεύτερης) με το υπ' αριθμ. 14921/4-2-1949 παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας, που έχει νόμιμα μεταγραφεί (τόμ. 43, α.α. ...). Ο εναγόμενος είναι κύριος, νομέας και κάτοχος ενός ακινήτου (οικοπέδου) έκτασης 3,134,19 τ,μ,, μετά της υπάρχουσας σ' αυτό οικίας στην οποία διαμένει με την οικογένεια του, που βρίσκεται στο δ.δ. ...
Άρτας στη θέση "Γιούρτια" και συνορεύει ολόγυρα με ιδιοκτησία Γ. Κ., αγροτικό δρόμο, με ιδιοκτησία κληρονόμων Α. Κ., με δημοτικό δρόμο και με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ. Π., μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο πρώτος ενάγων. Το ως άνω ευκίνητο του εναγομένου απέχει περίπου 500 μέτρα από τα πιο πάνω αγροτικά ακίνητο των εναγόντων.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τόσο οι ενάγοντες όσο και οι ανωτέρω δικαιοπάροχοί τους χρησιμοποιούσαν για την επικοινωνία των προαναφερόμενών αγροτικών τους ακινήτων με τη δημοτική οδό Χαλκιάδων-Κιρκιζατών εδαφική λωρίδα (επίδικη), η οποία άρχιζε από την δημοτική αυτή οδό σε επαφή με τη βόρεια πλευρά άλλου ακινήτου του πρώτου των εναγόντων και λοιπών κληρονόμων Κ.
Π. σε πλάτος 6,97 μ", διερχόταν μεταξύ του τελευταίου ακινήτου σε μήκος 25,46 μ. και των ακινήτων των κληρονόμων Ν. και Γ. Κ. σε μήκος 27.38 μ. κατέληγε, στον αύλειο χώρο του ακινήτου του εναγομένου σε πλάτος 8,88 μ, (πρώτο τμήμα) και στη συνέχεια, αφού διερχόταν στο άκρο του ακινήτου του εναγομένου μέσα από τον αύλειο χώρο αυτού και σε επαφή με το ακίνητο κληρονόμων Γ.
Κ. σε συνολικό μήκος 18,87 μ. κατέληγε σε πλάτος 3,03 μ, σε αγροτική δίοδο (δεύτερο τμήμα), η οποία οδηγούσε στα ως άνω ακίνητα των εναγόντων. Τα δύο τμήματα της εν λόγω διόδου αποτυπώνονται με τα στοιχεία Ε1 το πρώτο και Ε2 το δεύτερο στο από 18-2-2005 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Λ. και έχουν εμβαδόν 174,73 και 56,83 ι.μ.
αντίστοιχα. Το δεύτερο τμήμα της ως άνω διόδου, που διέρχεται από τον αύλειο χώρο του ακινήτου του εναγομένου, είχε στρώσει με τσιμέντο ο τελευταίος το έτος 1972, όταν ανήγειρε σ' αυτό ισόγειο οικοδομή δυνάμει της υπ' αριθμ. .../1972 άδειας οικοδομής της Νομαρχίας Άρτας, ενώ το πρώτο τμήμα το οποίο αρχικό ήταν χαλικοστρωμένο στη συνέχεια είχε ασφαλτοστρωθεί από το Δήμο Φιλοθέης.
Ειδικότερα οι ενάγοντες χρησιμοποιούσαν την ανωτέρω δίοδο πεζή και με κάθε είδους γεωργικά μηχανήματα και τροχοφόρα οχήματα, προκειμένου να εξυπηρετούν τις ανάγκες καλλιέργειας αυτών με διάνοια δικαιούχων δουλείας διόδου, χωρίς ποτέ κανείς να διαμαρτυρηθεί, Επίσης, την επίδικη δίοδο χρησιμοποιούσε και ο εναγόμενος για την επικοινωνία του ακινήτου του με τη δημοτική οδό Χαλκιάδων-Κιρκιζατών.
Η κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με το ότι οι ενάγοντες χρησιμοποιούσαν την επίδικη δίοδο για τις ανάγκες των ακινήτων τους με διάνοια οιονεί δικαιούχου δουλείας διόδου στηρίζεται τόσο στην κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης Θ. Π. όσο και στην κατάθεση της μάρτυρος του προσθέτως υπέρ των εναγώνιων παρεμβαίνοντος Χ.
χας Κ. Π.. Ενισχύεται δε η ανωτέρω κρίση και από το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 1220/1998 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Άρτας με την οποία ο κατηγορούμενος δικάστηκε για την πράξη της αυτοδικίας και όταν μήνυσης της μητέρας του πρώτου ενάγοντος Χ. συζ. Κ. Π. ότι την εμπόδιζε να διέρχεται από την επίδικη δίοδο.
Ενόψει των ανωτέρω ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι οι ενάγοντες από το έτος 1972, που ανήγειρε στο ως άνω ακίνητο του οικία και τσιμεντόστρωσε το δεύτερο τμήμα αυτής (διόδου), δεν χρησιμοποιούσαν την επίδικη δίοδο για τις ανάγκες καλλιέργειας των ως άνω ακινήτων τους απορριπτέος κρίνεται ως αβάσιμος. Επίσης, ο ισχυρισμός του εναγομένου, που πρόβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναφέρει με τις έγγραφες προτάσεις του, για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης του πρώτου ενάγοντος για το λόγο ότι αυτός δεν απέκτησε πραγματική δουλεία διόδου στο ως άνω δουλεύον ακίνητο του (εναγομένου) με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας απορριπτέος κρίνεται ως μη νόμιμος, αφού, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται στην αρχή της νομικής σκέψης της παρούσης, για την προστασία του οιονεί νομέα δουλείας αρκεί η άσκηση του δικαιώματος του πάνω στο δουλεύον διανοία δικαιούχου, χωρίς να απαιτείται να έχει γίνει και -δικαιούχος του δικαιώματος δουλείας με πρωτότυπο ή παράγωγο τρόπο.
Επίσης, απορριπτέος ως μη νόμιμος είναι και ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η επίδικη λωρίδα είναι ανεπίδεκτη οιονεί νομή δουλείας και συνακόλουθα και χρησικτησίας, ως τμήμα κληροτεμαχίου γιατί έτσι επέρχεται κατάτμηση του, η οποία απαγορεύεται από τις διατάξεις της Αγροτικής Νομοθεσίας (ΑΝ 431/1968), δεδομένου ότι η παραχώρηση της δουλείας δεν αποτελεί εκποιητική δικαιοπραξία και δεν επέρχεται μ' αυτήν στέρηση της ιδιοκτησίας και συνεπώς φασική διαίρεσή της, αφού η παρεχόμενη στο δικαιούχο φυσική εξουσίαοη στο ξένο πράγμα είναι μερική, δηλαδή αφορά μόνο ορισμένες χρησιμότητές του και συγκεκριμένα εκείνες που αποτελούν το περιεχόμενο της δουλείας.
Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι το πρώτο τμήμα της επίδικης διόδου χρησιμοποιούσαν, εκτός από τους διαδίκους και τους δικαιοπαρόχους τους, και άλλοι κάτοικοι της περιοχής και συνεπώς το τμήμα αυτό δεν απέκτησε την ιδιότητα της κοινόχρηστης οδού, κατά την έννοια του νόμου, δηλαδή διόδου που να χρησιμοποιείται από αόριστο αριθμό προσώπων για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την 80ειία πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, δηλαδή για τα χρονικό διάστημα από 1866 έως 1946, Μόνο το γεγονός ότι στο εν λόγο τμήμα ο Δήμος Φιλοθέης είχε τοποθετήσει υδρόμετρα και σωλήνες αποχέτευσης δεν αρκεί, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη της παρούσης, για να προσδώσει σ' αυτό την ιδιότητα του κοινοΧ..
Επομένως η αγωγή αναφορικά με την κύρια βάση της και κατά το μέρος που αφορά το πρώτο τμήμα της επίδικης διόδου πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφού δεν αποδείχθηκε ο κοινόχρηστος χαρακτήρας αυτού (πρώτου τμήματος) με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα.
Συνεπώς οι σχετικοί πρώτος και δεύτερος λόγοι της έφεσης με την οποία οι ενάγοντες ισχυρίζονται το αντίθετα απορριπτέοι κρίνονται ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 9-8-2004 ο εναγόμενος άρχισε να τοποθετεί στα δεύτερο τμήμα της επίδικης διόδου πέτρινες πλάκες εμποδίζοντας με τον τρόπο απτό τους ενάγοντες από τη διέλευση της.
Τότε οι ενάγοντες άσκησαν την από 18-8-2004 (αριθμ. εκθ. καταθ. 229/2004) αίτηση τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Άρτας, με την οποία ζητούσαν την προστασία της οιονεί νομής δουλείας τους επί του τμήματος αυτού της επίδικης διόδου. Επί της ανωτέρω αίτησης εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 124/2004 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου με την οποία έγινε δέκτη αυτή ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνωρίστηκαν οί ενάγοντες προσωρινά οιονεί νομείς δουλείας του τμήματος αυτού (δεύτερου) της επίδικης διόδου, Η ανωτέρω απόφαση εκτελέστηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. .../16-11- 2004 έκθεσης παροχής διόδου του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Άρτας ..., Η απόφαση αυτή εξαφανίστηκε, με την υπ' αριθμ. 53/2005 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού κατόπιν έφεσης που άσκησε ο εναγόμενος.
Στη συνέχεια το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Ιουλίου του 2005 ο εναγόμενος τοποθέτησε στο τμήμα της επίδικης διόδου διάσπαρτα πέτρες και δύο τσιμεντένιους στύλους στο τέλος αυτού και στο δεύτερο, τμήμα δύο κολώνες και μια συρόμενη πόρτα στα τέλος αυτού, όπου διασταυρώνεται με αγροτική δίοδο, αποβάλλοντας με τον τρόπο αυτό τους ενάγοντες, παράνομα και χωρίς τη θέληση τους, από την οιονεί νομή τους επί αυτής (επίδικης οδού).
Ο εναγόμενος πρόβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την ένσταση παραγραφής ισχυριζόμενος ότι από την 9-8-2004 που έλαβε χώρα η επίστρωση με πέτρινες πλάκες του δεύτερου τμήματος της επίδικης διόδου και μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, έχει παρέλθει χρονικά διάστημα μεγαλύτερο του έτους. Η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, δεδομένου ότι η ανωτέρα ενέργεια του εναγομένου συνδέεται με την πρώτη αποβολή των εναγόντων από το δεύτερο τμήμα της επίδικης διόδου, η οποία όμως δεν είναι επίδικη, αφού με την προαναφερόμενη έκθεση εκτέλεσης αποκαταστάθηκαν αυτοί προσωρινά (ενάγοντες) στην οιονεί νομή της επίδικης διόδου και συνέχισαν να διέρχονται από αυτή.
Στη συνέχεια δε ακολούθησε η επίδικη οριστική αποβολή των εναγόντων που έλαβε χώρα τα πρώτο δεκαήμερο του μηνός Ιουλίου του 2005 (επίδικη) και επομένως από τότε μέχρι την επίδοση της κρινόμενης αγωγής 25-11-2005 (βλ. την υπ' αριθμ. 5045/25-11-2005 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Άρτας ...), δεν παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους.
Περαιτέρω από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες χρησιμοποιούσαν για τις ανάγκες καλλιέργειας των ως άνω αγροτικών ακινήτων τους τον αγροτικό δρόμο, που αρχίζει και αυτός από την επαρχιακή οδό Χαλκιάδων-Κιρκιζατών, διέρχεται από τις ιδιοκτησίες Α. Κ., Γ. Κ., κληρονομιών Ν. Κ. και βόρεια της ιδιοκτησίας του εναγομένου και αφού διασταυρώνεται με την επίδικη δίοδο οδηγεί στα ακίνητο των εναγόντων, Ο αγροτικός αυτός δρόμος, ο οποίος στην αρχή του και μέχρι την οικία του εναγομένου είναι ασφαλτοστρωμένος και στη συνέχεια χαλικοστρωμένος, χρησιμοποιείται μόνο από τους ιδιοκτήτες των ακινήτων που διέρχεται προκειμένου να εξυπηρετεί τις ανάγκες τους, ενώ από κανένα αποδεικτικά μέσο δεν αποδείχθηκε ότι μέσω αυτού θα μπορούσαν να διέρχονται και οι ενάγοντες για τις ανάγκες καλλιέργειας των ακινήτων ιούς.
Μάλιστα οι ιδιοκτήτες των ακινήτων διαμέσου των οποίων διέρχεται ο ανωτέρω αγροτικός δρόμος άσκησαν πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των εναγόντων ενώπιον του Ειρηνοδικείου τόσο κατά τη συζήτηση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων όσο κατά τη συζήτηση της παρούσης αγωγής ισχυριζόμενοι ότι οι ενάγοντες πάντοτε χρησιμοποιούσαν για τις ανάγκες καλλιέργειας των ακινήτων τους την επίδικη δίοδο και ποτέ δεν περνούσαν από τον ως άνω αγροτικό δρόμο, που διέρχεται από τα ακίνητα τους και σχηματίστηκε από εδαφικά τμήματα των ακινήτων τους προκειμένου να εξυπηρετούνται αυτά και για τα λόγο αυτό οι ενάγοντες δεν έχουν δικαίωμα να διέρχονται από αυτόν.
Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι ο ανωτέρω αγροτικός δρόμος ανήκει στο Δημόσιο και έχει κοινόχρηστο χαρακτήρα, έτσι ώστε να μπορούν να διέρχονται από αυτόν και οι ενάγοντες. Μόνο το γεγονός ότι στα κτηματολογικά βιβλία φέρεται ως ιδιοκτήτης του εν λόγω αγροτικού δρόμου το Δημόσιο, ενόψει της αμφισβήτησης της κυριότητας του τελευταίου από τους προσθέτως παρεμβαίνοντες και της μη οριστικότητας των εγγραφών στο κτηματολόγια, δεν μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετη κρίση.
Εξάλλου σε καμιά περίπτωση η ύπαρξη και μόνο του ως άνω αγροτικού δρόμου δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του επίδικου δικαιώματος των εναγόντων, ενόψει του ότι οι ενάγοντες παρά την ύπαρξη του από πολλών ετών συνέχισαν να διέρχονται από την επίδικη δίοδο, χωρίς ποτέ ο εναγόμενος να διαμαρτυρηθεί.
Ούτε εξάλλου προέκυψε ότι η ύπαρξη της επίδικης διόδου εμποδίζει την οικονομική εκμετάλλευση του ακινήτου του εναγομένου, αφού αυτή διέρχεται από το άκρο του αύλειου χώρου του και δεν εμποδίζει τη χρήση ταυ υπόλοιπου ακινήτου του, στο οποίο ο εναγόμενος ανέγειρε οικία από το έτος 1572, στην οποία διαμένει με την οικογένεια του, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από τους ενάγοντες.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι και ίδιος ο ενάγων χρησιμοποιεί την επίδικη δίοδο προκειμένου να επικοινωνεί, τόσο με τη δημοτική οδό Χαλικιάδων-Κιρκιζατών όσο και με την προαναφερόμενη αγροτική οδό. Ενόψει των ανωτέρω και σύμφωνα και με όσα εκτίθενται στο τέλος της νομικής σκέψης της παρούσης, ο ισχυρισμός του εναγομένου περί καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος".
Ακολούθως το Δικαστήριο της ουσίας, κατόπιν εξαφανίσεως της πρωτοδίκου αποφάσεως, που είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή ως και την πρόσθετη υπέρ των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων παρέμβαση ως και κατ' ουσίαν αβάσιμες απορρίπτοντας ως κατ' ουσίαν αβάσιμες τις υπό του αναιρεσείοντος εναγομένου προταθείσες ενστάσεις:
α) της καταχρηστικής ασκήσεως του επιδίκου δικαιώματος, ήτοι της αναγνωρίσεως των αναιρεσιβλήτων εναγόντων ως οιονεί νομέων δουλείας διόδου επί των στην αγωγή αυτή αναφερομένων εδαφικών τμημάτων και της απαγορεύσεως στο μέλλον της διαταράξεώς τους στην άσκηση του εν λόγω δικαιώματος, και β) της ενιαυσίου παραγραφής, έκρινε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη αγωγή.
Με αυτά που εδέχθη το εν λόγω Δικαστήριο και, έτσι, όπως έκρινε, ορθώς εφήρμοσε και ερμήνευσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, καθώς και εκείνες των άρθρων 992, 982 παρ. 1, 987, 989, 241 παρ. 1, 242, 243 παρ.3 και 261 του ιδίου Κώδικος, οι οποίες, ενόψει των άνω παραδοχών, ήσαν εφαρμοστέες. Ειδικότερα, το ως Εφετείο δικάσαν άνω Δικαστήριο, ορθώς εφαρμόζοντας και ερμηνεύοντας τις παρατεθείσες ουσιαστικές διατάξεις, έκρινε περί της ουσιαστικής αβασιμότητος: 1) Της ενστάσεως της καταχρηστικής ασκήσεως του επιδίκου δικαιώματος, αφού εδέχθη, μεταξύ των άλλων, ότι οι αναιρεσίβλητοι ενάγοντες δεν αδράνησαν να ασκήσουν το επίδικο δικαίωμά τους, διερχόμενοι δια μέσου των επιδίκων εδαφικών τμημάτων με διάνοια οιονεί νομέως δουλείας διόδου, ότι δεν υφίσταται στην περιοχή των επιδίκων διόδων άλλη κοινόχρηστη οδός, εξυπηρετούσα επαρκώς τις ανάγκες επικοινωνίας των ακινήτων των αναιρεσιβλήτων, καθώς και ότι η υπ' αυτών άσκηση του επιδίκου δικαιώματος δεν επάγεται δυσμενείς οικονομικές συνέπειες για τον αναιρεσείοντα, 2) Της ενστάσεως της ενιαυσίου παραγραφής του επιδίκου δικαιώματος, δεχόμενο, ότι ο αναιρεσείων προέβη σε δύο αυτοτελείς ενέργειες παρανόμου προσβολής της οιονεί νομής των αναιρεσιβλήτων που απέχουν χρονικώς η μία από την άλλη και είναι διαφορετικές ως προς το περιεχόμενό τους.
Ειδικότερα, η μία εξ' αυτών, κατά τις σχετικές παραδοχές, υπό την μορφή της διαταράξεως, έλαβε χώρα στις 9/8/2004 και συνίστατο στην υπό του αναιρεσείοντος τοποθέτηση πλακών σε τμήμα της επιδίκου διόδου, διακωλύουσα την άσκηση του άνω δικαιώματος. Εξαιτίας της εν λόγω ενεργείας ασκήθηκε η από 18/8/2004 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, η οποία έγινε δεκτή και εκτελέσθηκε με την 1452/16.11.2004 έκθεση του δικαστικού επιμελητού στο Πρωτοδικείο Άρτης ....
Η δεύτερη έλαβε χώρα υπό την μορφή της οριστικής αποβολής από την οιονεί νομή στο πρώτο δεκαήμερο του μηνός Ιουλίου 2005 δια της τοποθετήσεως λίθων, δύο τσιμεντένιων στύλων, δύο κολωνών και μιας συρομένης θύρας, αποβάλλοντας έτσι τους αναιρεσιβλήτους, οριστικώς, από την οιονεί νομή. Περαιτέρω, το ίδιο δικαστήριο, εδέχθη ότι από τις τελευταίες ενέργειες του αναιρεσείοντος, που συνιστούν αποβολή από την οιονεί νομή, μέχρι την άσκηση της ενδίκου αγωγής (25/11/2005), δεν παρήλθε έτος και για τον λόγο αυτό απέρριψε ως αβάσιμη την ανωτέρω ένσταση παραγραφής.
Με την κρίση του αυτή το άνω δικαστήριο, δεχόμενο αυτοτέλεια των παρανόμων πράξεων προσβολής του δικαιώματος της οιονεί νομής του αναιρεσιβλήτου και αφετήριο χρόνο ενάρξεως της ενιαυσίου παραγραφής τον μήνα Ιούλιο 2005, ημερομηνία, κατά την οποία συνετελέσθη η οριστική αποβολή των αναιρεσιβλήτων από την άσκηση της οιονεί νομής, δεν παρεβίασε ευθέως τις περί ενιαυσίου παραγραφής άνω διατάξεις.
Η προβαλλομένη δε αιτίαση περί ευθείας παραβιάσεως των άνω διατάξεων, διότι καίτοι το εν λόγω δικαστήριο εδέχθη έναρξη παραγραφής από τις πρώτες διαταρακτικές ενέργειες τον μήνα Αύγουστο 2004, πλην όμως διακοπείσης δια της υποβολής της άνω αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, είναι απορριπτέα, ως ερειδομένη επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, ενόψει των άνω παραδοχών, αφού το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν εδέχθη την επέλευση του διακοπτικού αποτελέσματος της παραγραφής δια της ασκήσεως της αιτήσεως των ασφαλιστικών μέτρων από τους αναιρεσιβλήτους, αλλά την έναρξη αυτής από της οριστικής αποβολής δια της τοποθετήσεως θύρας στην επίδικη δίοδο και την οριστική αποβολή των αναιρεσιβλήτων.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ για ευθεία παραβίαση των προαναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΩΤΕΡΩ ΛΟΓΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6/4/2009 αίτηση του Η. Κ. για αναίρεση της 25/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της παρασταμένης αναιρεσιβλήτου εκ δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ