1068/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12-04-2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 07-10-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Επί της αγωγής εκδόθηκε 7/2007 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως η 2685/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-4-2010 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1068/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): § 4. Όλο το Προσωπικό των ΚΤΕΛ έχει εργοδότη το νομικό πρόσωπο του ΚΤΕΛ, πλην του οδηγού, ο οποίος έχει εργοδότη τον ιδιοκτήτη της ενταγμένης στο ΚΤΕΛ μονάδας εκμετάλλευσης, αλλά όμως διέπεται από τον παρόντα Κανονισμό, ως προς τα δικαιώματα, τα καθήκοντα του και τις υποχρεώσεις του. Άρθρο 7 .Ειδικά καθήκοντα και υπηρεσίες.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1068 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1068/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικολάου Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12-04-2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Δ. του Δ., κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαφιλίππου.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία " ΚΤΕΛ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ- ΑΝΩΝΥΜΗ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ-ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και με το διακριτικό τίτλο "ΚΤΕΛ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ ΑΕ", που εδρεύει στον Πολύγυρο Χαλκιδικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Αντώναρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 07-10-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Επί της αγωγής εκδόθηκε 7/2007 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως η 2685/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-4-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Τρούσας, ανέγνωσε την από 1-4-2011 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 7 του Ν. 2112/1920 και 648, 652 ΑΚ προκύπτει ότι μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει, όταν ο εργοδότης επιχειρεί χωρίς τη συγκατάθεση του μισθωτού τροποποίηση των όρων αυτών, χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα από τη σύμβαση, το νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό εργασίας της επιχειρήσεως.
Βλαπτική δε μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει, όταν αυτή προκαλεί στον εργαζόμενο άμεσα ή έμμεσα υλική ή ηθική μόνο ζημία. Στην περίπτωση αυτή ο μισθωτός μπορεί, α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει τη μονομερή βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία από μέρους του εργοδότη και να αποχωρήσει από την εργασία, αξιώνοντας την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως και γ) να εμμείνει στη σύμβαση και να ζητήσει την τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας την υπηρεσία του σύμφωνα με τους όρους πριν τη μεταβολή, οπότε η μη αποδοχή αυτών από τον εργοδότη καθιστά τον τελευταίο υπερήμερο δανειστή και επέρχονται οι συνέπειες, που ορίζει το άρθρο 656 ΑΚ (καταβολή μισθών υπερημερίας).
Μονομερή δε βλαπτική μεταβολή μπορεί να αποτελέσει και η ανάθεση στον υπάλληλο εργασίας κατώτερης από εκείνη που πρόσφερε κατά τους όρους της συμβάσεως εργασίας, η οποία τον συνδέει με τον εργοδότη του. Περαιτέρω, με το ΠΔ 229/1994 " Γενικός Κανονισμός Προσωπικού ΚΤΕΛ", πριν αυτό καταργηθεί με το ΠΔ 246/2006 (ΦΕΚ Α 261/29.11.2006), ορίζονταν και τα ακόλουθα:
Άρθρο 2§1. Το πάσης κατηγορίας προσωπικό των Κοινών Ταμείων Εισπράξεων Λεωφορείων (ΚΤΕΛ) που λειτουργούν με βάση το Ν.Δ. 102/73 διακρίνεται σε: α) Προσωπικό Διοικήσεως και Διαχειρίσεως και β) Προσωπικό Κινήσεως. §2. Στο Προσωπικό Διοικήσεως και Διαχειρίσεως υπάγονται: α) Βοηθητικό Προσωπικό (φορτοεκφορτωτής, κλητήρας, φύλακας, καθαρίστρια), β) Αποθηκάριος, γ) Αποθηκάριος υλικού, δ) Δακτυλογράφος, ε) Εκδότης εισιτηρίων, στ) Γραφεύς, ζ) Χειριστής Η/Υ, η) Προγραμματιστής Η/Υ, θ) Βοηθός Ταμία, ι) Βοηθός Γραμματέα, ία) Βοηθός Λογιστή, ιβ) Ταμίας, ιγ) Γραμματέας, ιδ) Λογιστής, Ο Διευθυντής τίθεται επί κεφαλής του Προσωπικού Διοικήσεως και Διαχειρίσεως, εφόσον έχει διορισθεί, άλλως τα καθήκοντα αυτού ασκεί ο Λογιστής.
§ 4. Όλο το Προσωπικό των ΚΤΕΛ έχει εργοδότη το νομικό πρόσωπο του ΚΤΕΛ, πλην του οδηγού, ο οποίος έχει εργοδότη τον ιδιοκτήτη της ενταγμένης στο ΚΤΕΛ μονάδας εκμετάλλευσης, αλλά όμως διέπεται από τον παρόντα Κανονισμό, ως προς τα δικαιώματα, τα καθήκοντα του και τις υποχρεώσεις του. Άρθρο 7 .Ειδικά καθήκοντα και υπηρεσίες.
Α. ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ. § 1. Ο αποθηκάριος, κλητήρας. κτλ, §2... 3. Ο Γραφέας, η Δακτυλογράφος και ο Εκδότης εισιτηρίων, εφόσον ο τελευταίος χρησιμοποιείται ως γραφέας, εκτελούν κάθε εργασία διοικητικής και διαχειριστικής φύσεως ή εργασία γραφείου γενικά που ανατίθεται σ" αυτούς. §4. Ο Εκδότης εισιτηρίων, α) Φροντίζει για την έκδοση των εισιτηρίων με σειρά προτεραιότητας και την έκδοση αποδείξεων ότι εισπράχθηκε κόμιστρο για αποσκευές ως και αποδείξεις για τη μεταφορά τυχόν ασυνόδευτων δεμάτων, β) Ευθύνεται για την πλήρη και άμεση εξυπηρέτηση του επιβατικού κοινού εφόσον δεν υπάρχει σταθμάρχης και είναι υποχρεωμένος να αναφέρει στην προϊσταμένη αρχή κάθε παρατηρούμενη ανωμαλία και συρροή επιβατών προκειμένου να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα για την εξυπηρέτηση του επιβατικού κοινού.
Υποχρεούται να αναλάβει οποιαδήποτε πρωτοβουλία για την επίλυση σχετικών με το είδος της εργασίας του προβλημάτων που παρουσιάζονται κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Άρθρο 8. Γενικά καθήκοντα και υποχρεώσεις. Όλο το προσωπικό γενικά που διέπεται από τις διατάξεις του παρόντος έχει τις ακόλουθες υποχρεώσεις:
α) Είναι υποχρεωμένο να γνωρίζει τις διατάξεις του παρόντος Κανονισμού, τις κοινοποιούμενες εγκυκλίους και Υπηρεσιακές οδηγίες και να εκτελεί με ακρίβεια και χωρίς αντιρρήσεις τα καθήκοντα που ανατίθενται σ' αυτό και τις εντολές των Προϊσταμένων του που δίδονται μέσα στα όρια των ισχυουσών διατάξεων και του παρόντος κανονισμού.
Εξάλλου, ο από το αρθρ. 559 αρ. 1 εδ. α του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η παραβίαση δε αυτή εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Στη Θεσσαλονίκη, στις 16-04-1999, οι διάδικοι συνήψαν, εγγράφως, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ορισμένου χρόνου, σε εκτέλεση της οποίας η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη προσέλαβε την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ως εκδότρια (εισιτηρίων) στο σταθμαρχείο της, στην πόλη της Θεσσαλονίκης, για χρονικό διάστημα από 16-04-1999 έως 15-09-1999.
Η ενάγουσα εργαζόταν, το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, πέντε ημέρες κάθε εβδομάδα, από Δευτέρα έως Παρασκευή, επί 8ωρο ημερησίως, με εναλλασσόμενες βάρδιες, πρωινή ή απογευματινή, εναλλάξ κάθε εβδομάδα. Μετά τη λήξη του ως άνω χρονικού διαστήματος, η εναγόμενη επαναπροσέλαβε την ενάγουσα στις 8-10-1999, για ένα τρίμηνο, πάλι ως εκδότρια (εισιτηρίων), αλλά για το σταθμαρχείο της Νέας Καλλικράτειας Χαλκιδικής, με τους ίδιους όρους εργασίας.
Στις 31-01-2000, συνήφθη εγγράφως, μεταξύ των διαδίκων, νέα σύμβαση ορισμένου χρόνου (31-01-2000/30 Απριλίου 2000), σε εκτέλεση της οποίας η εναγόμενη εξακολούθησε να προσφέρει τις αυτές ανωτέρω υπηρεσίες της (εκδότρια εισιτηρίων), στο ίδιο σταθμαρχείο (Νέας Καλλικράτειας),με τις ίδιες συνθήκες εργασίας (Δευτέρα έως Παρασκευή με εναλλασόμενες βάρδιες).
Μετά την λήξη του τριμήνου αυτού (30-04-2000) δεν προέκυψε από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο ότι η ενάγουσα 'προσλήφθηκε πάλι από την εναγόμενη για το υπόλοιπο έτος 2000, ούτε και κατά το έτος 2001. Στις 20-02-2002 υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων νέα σύμβαση εργασίας. Σ' αυτήν η ενάγουσα φέρεται ως κάτοικος Θεσσαλονίκης, ενώ στις προηγούμενες Νέας Τρίγλιας, απ' όπου μπορούσε να προσφέρει πρότερον την εργασία της ως εκδότρια εισιτηρίων, χωρίς ιδιαίτερη σωματική καταπόνηση, αφού η Νέα Τρίγλια από τη Νέα Καλλικράτεία, δεν απέχουν πολύ μεταξύ τους.
Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής, η ενάγουσα προσλήφθηκε για ένα τρίμηνο (20-02-2002/19-05-2002) ως "υπάλληλος γραφείου", παρότι στον τότε ισχύοντα Γενικό Κανονισμό Προσωπικού ΚΤΕΛ ( ΠΔ 229/1994) δεν προβλεπόταν τέτοια ειδικότητα (ούτε στο νέο προβλέπεται-ΠΔ 246/2006), και εντάχθηκε από την εναγόμενη στο "Προσωπικό Διοικήσεως και Διαχειρίσεως" και τοποθετήθηκε στο σταθμαρχείο της εναγόμενης, στη Θεσσαλονίκη.
Ως υπάλληλος γραφείου: α) μετέφερε τις εισπράξεις του ΚΤΕΛ στην Τράπεζα, που έπρεπε να κάνει ο ταμίας (άρθρο 7 αριθμός 8δ του Γ.Κ.Π. ΚΤΕΛ), β) ήταν υπεύθυνη για την αποθήκευση και φύλαξη των εισιτηρίων που παρέδιδε στους εισπράκτορες ή ελεγκτές, αρμοδιότητες που έπρεπε να αρκεί ο αποθηκάριος υλικού (άρθρο 7 αριθμός 2α'-β' του Γ.
Κ. Π. ΚΤΕΛ), και γ) διόρθωνε (συμπλήρωνε) τα φύλλα πορείας των εισπρακτόρων, που έπρεπε να κάνει ο γραφέας ή ο δακτυλογράφος (άρθρο 7 αριθμός 3 του Γ. Κ. Π. ΚΤΕΛ). Δηλαδή η εναγόμενη της είχε αναθέσει την εκτέλεση εργασιών που είχαν σχέση με αυτές του προσωπικού διοίκησης και διαχείρισης. Ως υπάλληλος γραφείου πρόσφερε εργασίες που προσιδιάζουν και μπορούσαν να ανατεθούν σε γραφέα ή δακτυλογράφο, οι οποίοι, κατά το άρθρο 7 αριθμός 3 του άνω Γ.
Κ. Π. ΚΤΕΛ, "εκτελούν κάθε εργασία διοικητικής και διαχειριστικής φύσεως ή εργασία γραφείου γενικά που ανατίθεται σ' αυτούς". Το πιο πάνω τρίμηνο η ενάγουσα απασχολήθηκε για πρώτη φορά με πρωινό ωράριο (7 πρωί έως 3 απόγευμα) κάθε ημέρα, από Δευτέρα έως Παρασκευή, παρότι στους όρους της από 20-02-2002 ατομικής σύμβασης εργασίας δεν γίνεται καμία αναφορά στο ωράριο της ημερήσιας απασχόλησης.
Μόλις έληξε η άνω 3μηνη σύμβαση, έγινε ανανέωση της για ένα ακόμη τρίμηνο, ήτοι για το διάστημα από 20-05-2002 έως 19-08-2002, με την από 20/05/2002 υπογραφείσα από τους διαδίκους έγγραφη σύμβαση. Η σύμβαση αυτή είναι πανομοιότυπη της αμέσως προηγούμενης και η ενάγουσα εξακολούθησε να προσφέρει τις αμέσως παραπάνω υπηρεσίες της, πάλι ως "υπάλληλος γραφείου" και με τις ίδιες παραπάνω συνθήκες εργασίας, από Δευτέρα έως Παρασκευή και κάθε ημέρα από 07.00' έως 15.00' ώρας.
Με την παρέλευση και του ανωτέρω τριμήνου, οι διάδικοι υπέγραψαν και άλλη την από 20-08-2002 σύμβαση, με την οποία συμφωνήθηκε η παροχή εργασίας της ενάγουσας ως υπαλλήλου γραφείου για το χρονικό διάστημα από 20-08-2002 έως 19-11-2002. Και στο τρίμηνο αυτό η ενάγουσα πρόσφερε τις ίδιες ακριβώς πιο πάνω μνημονευόμενες εργασίες, με το ίδιο καθεστώς απασχόλησης, ήτοι από Δευτέρα έως Παρασκευή και κάθε ημέρα από 07.00' έως 15.00'ώρας.
Ακολούθησε μία ακόμη, η από 20-11-2002 σύμβαση ορισμένου χρόνου, τρίμηνη και αυτή, με διάρκεια ισχύος από 20-11-2002 έως 19-02-2003. Σε εκτέλεση αυτής, η ενάγουσα απασχολήθηκε στο σταθμαρχείο της εναγόμενης, στη Θεσσαλονίκη, ως υπάλληλος γραφείου, με το ίδιο ως άνω εργασιακό καθεστώς, δηλαδή κάθε εβδομάδα από Δευτέρα έως Παρασκευή και κάθε ημέρα από 07.00'έως 15,00'ώρας, πλην όμως από τον Ιανουάριο του 2003 η νέα διοίκηση της εναγομένης της ανέθεσε εργασία "παραλήπτριας χρημάτων" και φύλαξης των εισιτηρίων στην αποθήκη, χώροι ("παραληπτήριο" και αποθήκη) που βρίσκονταν στο ισόγειο των εγκαταστάσεων της εναγόμενης και όχι στον ημιώροφο, όπου ήταν τα γραφεία της εναγομένης, απ' όπου και η ενάγουσα μέχρι τότε πρόσφερε την εργασία της.
Την μεταβολή αυτή ως προς τη φύση της παρεχόμενης εργασίας αποδέχθηκε αδιαμαρτύρητα η ενάγουσα και έτσι ως προς το στοιχείο αυτό επήλθε μερική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας. Μετά την 19-02-2003, που παρήλθε το παραπάνω συμφωνηθέν τρίμηνο, η εναγόμενη εξακολούθησε να δέχεται τις άνω υπηρεσίες της ενάγουσας, όπως αυτές προσδιορίστηκαν μετά τον Ιανουάριο του 2003, και με τον τρόπο αυτό η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας της ενάγουσας κατέστη αορίστου χρόνου από 20-02-2003.
Έκτοτε η ενάγουσα πρόσφερε τις άνω υπηρεσίες της ("παραλήπτριας χρημάτων" και φύλαξης των εισιτηρίων) στην εναγομένη, υπό το αυτό εργασιακό καθεστώς, δηλαδή από Δευτέρα έως Παρασκευή και κάθε ημέρα με σταθερό και συνεχόμενο ωράριο, από 07,00'έως 15.00'ώρας. Τέλος Ιουνίου 2006, η προϊσταμένη του λογιστηρίου της εναγόμενης, Β.
Ε., με το από 28-06-2006 έγγραφο της ενημέρωσε τη διοίκηση της εναγόμενης, ότι η ενάγουσα ασκούσε πλημμελώς τα καθήκοντα της. Στις 17-07-2006 συνήλθε το Δ.Σ. της εναγόμενης και μεταξύ των άλλων θεμάτων, ασχολήθηκε και με την ενάγουσα. Κατά τη συνεδρίαση του αυτή το 5ο θέμα αφορούσε "θέση παραλήπτη φύλλων πορείας και διαχείρισης εισιτηρίων εισπρακτόρων".
Η απόφαση του ΔΣ της εναγόμενης για την ενάγουσα ήταν η ακόλουθη: " Σύμφωνα με τις εκθέσεις Ορκωτών Λογιστών (για τα έτη 2004 και 2005) και το από 28/6/06 έγγραφο της Προϊσταμένης Λογιστηρίου του ΚΤΕΛ, η υπάλληλος που έχει αναλάβει την παραλαβή φύλλων πορείας, Α. Δ., δεν ανταποκρίνεται σε καμία περίπτωση, ούτε κατά ελάχιστό στις υποχρεώσεις της, με αποτέλεσμα να έχει χαθεί ο έλεγχος που είναι απαραίτητος για τα οικονομικά του ΚΤΕΛ.
Επίσης, σε βάρος της άνω υπαλλήλου του ΚΤΕΛ, Α. Δ., ερευνάται υπόθεση πλαστογραφίας και υπεξαίρεσης εισπράξεων. Για την υπόθεση αυτή δόθηκαν σχετικές εντολές στους υπαλλήλους Β. Ε., Σ. Π. και Ε. Π., ώστε να εξευρεθούν τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία. Αποφασίζεται να απομακρυνθεί προσωρινά από τη θέση της (να γίνει εκδότης εισιτηρίων-γραφέας) και στη συνέχεια να παραπεμφθεί στο Πειθαρχικό Συμβούλιο με το ερώτημα της απόλυσης".
Είναι σαφές ότι η απόφαση αυτή, για την ανάθεση, στην ενάγουσα, εργασίας εκδότριας εισιτηρίων-γραφέα, δεν στηρίχθηκε σε αναδιοργάνωση των υπηρεσιών του ΚΤΕΛ Χαλκιδικής, στο σταθμαρχείο Θεσσαλονίκης (Κηφισίας 33), αλλά στην αναφορά της προϊσταμένης της ότι η ενάγουσα δεν ανταποκρινόταν στις υποχρεώσεις της, -καθώς και στο γεγονός ότι αυτή (ενάγουσα) κατηγορείτο για πλαστογραφία και υπεξαίρεση εισπράξεων.
Άλλωστε, η εναγομένη δεν προσκόμισε οποιοδήποτε Οργανόγραμμα, που να αφορά την αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της κατά τον άνω κρίσιμο χρόνο,, στα πλαίσια της επιχειρηματικής της πολιτικής προς επίτευξη των στόχων της. Το Δ.Σ της εναγόμενης, αφού έλαβε την προαναφερόμενη απόφαση, συνήλθε εκ νέου την 01-08-2006 και εκτός των άλλων, έλαβε απόφαση και για την ενάγουσα.
Κατά τη συνεδρίαση του αυτή, το 2° θέμα αφορούσε "Ανάθεση Εργασιών Γραφείου Κίνησης- Μισθοδοσίας - Υπεύθυνου Αποθήκης Εισιτηρίων και Φύλλων Πορείας". Η απόφαση του ήταν η ακόλουθη " Αποφασίζεται η Προϊσταμένη Γραφείων της ΚΤΕΛ, Β. Ε., που προΐσταται του Λογιστηρίου, να ορίζει τα καθήκοντα της Α. Δ. ως ΕΚΔΟΤΗ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ - ΓΡΑΦΕΑ.
Στη θέση της Δ. τοποθετείται προσωρινά η Δ. Β.". Στο μεταξύ, έγινε και επίσπευση των διαδικασιών για την απόδοση ευθυνών στην ενάγουσα για υπεξαίρεση χρημάτων από το ΚΤΕΛ. Στις 08-09-2006 συνήλθε το πειθαρχικό Συμβούλιο της εναγόμενης και με ομόφωνη η απόφαση του επέβαλε στην ενάγουσα την ποινή αργίας 15 ημερών (άρθρο 18 παρ. 4 εδ θ' του Π.Δ. 229/94), διότι δέχθηκε ότι η ενάγουσα στην κατάσταση 433Α ήταν καταγεγραμμένο το με αριθμό 16677 φύλλο πορείας του εισπράκτορα Π.
Ε., με ποσό εισπράξεων 524,90 € και ότι το ποσό αυτό η ενάγουσα το διόρθωσε με χημικό μελάνι (blanco) και αντ' αυτού ανέγραψε το ποσό των 466,90€ και ότι αυτή υπεξαίρεσε τη διαφορά των 58,00 €, όταν κατέθεσε στην Τράπεζα τα εισπραχθέντα χρήματα, δηλαδή κατέθεσε 23.279,50 €, αντί του πράγματι εισπραχθέντος ποσού των 23.337,50 €.
Μετά την επιβολή της ποινής αυτής στην ενάγουσα, ο Διευθύνων Σύμβουλος της εναγόμενης, με το από 12/08/2006 έγγραφο του, ενημέρωσε την ενάγουσα" ότι την 20/09/2006 ημέρα Τετάρτη και 21/09/2006 ημέρα Πέμπτη θα εκπαιδευτείτε στο Σταθμαρχείο Θεσ/νίκης, προκειμένου να αναλάβετε τα καθήκοντα του εκδότη εισιτηρίων από την 22/09/2006 ημέρα Παρασκευή".
Το "παράδοξο" είναι στην περίπτωση αυτή ότι στην ενάγουσα, παρότι αυτή τιμωρήθηκε πειθαρχικά για υπεξαίρεση χρημάτων του ΚΤΕΛ, έστω και για το ευτελές ποσό των 58,00€, ανατέθηκε και πάλι, από το ΔΣ της εναγόμενης, εργασία που έχει σχέση με διαχείριση χρημάτων (έκδοση εισιτηρίων και είσπραξη του κομίστρου επιβατών, έκδοση αποδείξεων για είσπραξη κομίστρου αποσκευών και ασυνόδευτων δεμάτων).
Η εργασία εκδότη εισιτηρίων παρέχεται στο σταθμαρχείο Θεσσαλονίκης (Κηφισίας 33), επί πενθήμερον εβδομαδιαίως, όμως και σε ημέρες Σαββάτου και Κυριακής, με δύο ημέρες ανάπαυσης την εβδομάδα (ρεπώ), σε εναλλασσόμενα ημερήσια ωράρια απασχόλησης, με την 1η βάρδια από τις 5 το πρωί έως τη 1 το μεσημέρι και τη 2η βάρδια από τη 1 το μεσημέρι έως τις 9 το βράδυ, εναλλάξ κάθε εβδομάδα.
Η ενάγουσα δεν αποδέχθηκε την μεταβολή αυτή, που αφορούσε τόσο την αλλαγή της ειδικότητας της από υπάλληλο γραφείου (με αρμοδιότητες στο παραληπτήριο και στη φύλαξη εισιτηρίων στην αποθήκη) σε εκδότη εισιτηρίων, που θεώρησε υποβιβασμό, όσο και το χρόνο απασχόλησης της, από συνεχόμενο ημερήσιο ωράριο (7 το πρωί έως 3 το μεσημέρι) σε εναλλασσόμενο ημερήσιο ωράριο (από τις πέντε το πρωί έως τη μία το μεσημέρι και από τη 1 το μεσημέρι έως τις 9 το βράδυ, εναλλάξ κάθε εβδομάδα) και από παροχή εργασίας στις ημέρες Δευτέρα/ Παρασκευή, σε 5 ημέρες όλη την εβδομάδα, μη εξαιρουμένων και των ημερών Σαββάτου και Κυριακής.
Μόλις έλαβε γνώση της μεταβολής αυτής, με το πιο πάνω από 12/08/2006 έγγραφο του Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης, διαμαρτυρήθηκε έντονα στην εναγόμενη, θεωρώντας μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας της και παράλληλα προσέφυγε, στις 18-09-2006,στην Επιθεώρηση Εργασίας Χαλκιδικής, χωρίς όμως να επιλυθεί η μεταξύ τους ανακύψασα διαφορά .Κατόπιν τούτου, η ενάγουσα άσκησε την από 7-10-2006 κρινόμενη αγωγή της, με την οποία ισχυρίζεται ότι με τις προαναφερόμενες μεταβολές επήλθε μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας της.
Όπως προαναφέρθηκε, μετά την 20-02-2002, αφότου η ενάγουσα προσλήφθηκε το πρώτον ως υπάλληλος γραφείου, εργαζόταν συνεχώς, με την ιδιότητα της αυτή, εβδομαδιαίως από Δευτέρα έως Παρασκευή, με ημερήσιο ωράριο από 07.00'έως 15.00 ώρας, και αυτό μέχρι το Σεπτέμβριο του 2006, για 4,5 δηλαδή χρόνια, χωρίς ωστόσο να συμφωνηθεί ρητά με τις από 20-2-2002, 20-5-2002, 20-8-2002 και 20-11-2002 συμβάσεις εργασίας, ορισμένου χρόνου, ότι η ενάγουσα θα εργαζόταν κάθε ημέρα από 07.00'έως 15.00 ώρας και κάθε εβδομάδα από Δευτέρα έως Παρασκευή, παρά μόνο συμφωνήθηκε να εργάζεται επί 5νθήμερο εβδομαδιαίως.
Άλλωστε, από καμία μαρτυρική κατάθεση, ούτε από άλλο έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο, δεν προέκυψε ότι η εναγόμενη πρότεινε στην ενάγουσα και η τελευταία δεσμεύτηκε ότι θα την απασχολεί πάντα από Δευτέρα έως Παρασκευή και καθημερινά από την 7η έως 15η ώρα. Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, η ενάγουσα θεωρείται ότι ανήκει στο προσωπικό διοίκησης και διαχείρισης της εναγόμενης, είτε απασχολείται με την ειδικότητα της "υπαλλήλου γραφείου", είτε της "εκδότριας εισιτηρίων" και στις αποδοχές της ουδεμία διαφοροποίηση υπάρχει.
Όσον αφορά το θέμα του υποβιβασμού της ενάγουσας από υπάλληλο γραφείου σε εκδότρια εισιτηρίων, όπως ισχυρίζεται με την αγωγή της, από το Γενικό Κανονισμό Προσωπικού ΚΤΕΛ (ΠΔ 229/1994) δεν προβλέπεται, όπως προεκτέθηκε, ειδικότητα "υπαλλήλου γραφείου", παρά μόνο δακτυλογράφου, εκδότη εισιτηρίων και γραφέα (βλ.
άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχεία δ,ε και στ ΓΚΠ ΚΤΕΛ), ώστε δεν είναι δυνατόν να γίνει λόγος για υποβάθμιση ή μη της ενάγουσας από τη θέση της υπαλλήλου γραφείου σε εκδότρια εισιτηρίων. Όμως αυτή, όπως προαναφέρθηκε, με την ιδιότητα της "υπαλλήλου γραφείου" πρόσφερε υπηρεσίες από τον Ιανουάριο του 2003 που είχαν σχέση με το "παραληπτήριο χρημάτων" και με την φύλαξη των εισιτηρίων στην αποθήκη.
Ο βαθμός του εκδότη εισιτηρίων είναι ανώτερος απ' αυτούς του αποθηκάριου υλικού και του δακτυλογράφου και κατώτερος απ' αυτούς του γραφέα και του ταμία (βλ. κατάταξη βαθμών στο άρθρο 2 παραγρ. 2 του ΓΚΠ ΚΤΕΛ). Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα περιστατικά, η απόφαση της εναγόμενης ΑΕ (ΚΤΕΛ) να αναθέσει στην ενάγουσα, από 22-09-2006 εργασία εκδότριας εισιτηρίων:
α) δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή ίων όρων συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας, β) δεν πάρθηκε εκ μέρους της εναγόμενης κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του ασκηθέντος ανωτέρω δικαιώματος εκ μέρους της εναγόμενης: α) διότι η εναγόμενη, ως εργοδότρια της ενάγουσας-υπαλλήλου γραφείου (άρθρο 4 παρ. 4 του ΠΔ 229/1994), είχε το δικαίωμα από τον έχοντα ισχύ νόμου Γ.Κ.Π.
του ΚΤΕΛ (τότε ισχύοντος ΠΔ 224/1994) να αναθέσει σ' αυτήν την εκτέλεση κάθε εργασίας διοικητικής και διαχειριστικής φύσεως (άρθρο 7 παρ. 3 του ΠΔ 229/1994), άρα και εργασία εκδότριας εισιτηρίων, καθότι ο εκδότης εισιτηρίων ανήκει στο προσωπικό διοίκησης και διαχείρισης (άρθρο 7 παρ. 3 του ΠΔ 229/1994) και το δικαίωμα αυτό της εναγόμενης δεν αποκλείστηκε με την προαναφερθείσα από 20/11/2002 ατομική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ορισμένου χρόνου (τριμήνου), η οποία στη συνέχεια και από 19-02-2003 μετετράπη σε σύμβαση αορίστου χρόνου, ούτε και συμφωνήθηκε το αντίθετο με τη σύμβαση αυτή, ούτε και με άλλη προφορική σύμβαση, αυτή που έγινε τον Ιανουάριο του 2003, με την οποία ανατέθηκε στην ενάγουσα εργασία "παραλήπτριας χρημάτων" και φύλαξης των εισιτηρίων στην αποθήκη, β) διότι δεν αποδείχθηκε ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης κατά την τελευταία πρόσληψη της, με την από 20/11/2002 ατομική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ορισμένου χρόνου (τριμήνου), η οποία στη συνέχεια και από 19-02-2003 μετετράπη σε σύμβαση αορίστου χρόνου, ότι η ενάγουσα θα απασχολούνταν εσαεί κάθε εβδομάδα πέντε ημέρες και μόνο από Δευτέρα έως Παρασκευή και σε ημερήσια βάση από 07.00 έως 15.00 ώρας, καθότι στην ανωτέρω έγγραφη σύμβαση εργασίας γίνεται λόγος μόνο για εργασία πέντε ημερών κάθε εβδομάδα, χωρίς να εξειδικεύει ποιες θα ήταν αυτές και δεν αναφέρεται καθόλου σε συγκεκριμένο ημερήσιο ωράριο, γ) διότι, από τη συνεχή απασχόληση της ενάγουσας, για 4,5 έτη, κάθε εβδομάδα από Δευτέρα έως Παρασκευή και κάθε ημέρα από 7.00'έως 15.00'ώρας, δεν δημιουργήθηκε σιωπηρά συμβατικός όρος για την απασχόληση της ενάγουσας μόνο κατά τις ανωτέρω ημέρες της εβδομάδας και στο παραπάνω συγκεκριμένο ωράριο, καθότι το ωράριο αυτό ήταν σε συνάρτηση με την εργασία που μέχρι τότε αυτή πρόσφερε ως υπάλληλος γραφείου και όχι με την εργασία της εκδότριας εισιτηρίων που η εναγομένη μπορούσε κατά τα προαναφερθέντα να της αναθέσει και διότι δεν αποδείχθηκαν περιστατικά από τα οποία θα συναγόταν σαφής βούληση της εναγόμενης να αφήσει αμετάβλητο το ημερήσιο ωράριο εργασίας της ενάγουσας και ίο προαναφερθέν εβδομαδιαίο εργασιακό καθεστώς απασχόλησής της (Δευτέρα-Παρασκευή), δ) διότι η ενάγουσα κατά την εκτέλεση της εργασίας της ως υπαλλήλου γραφείου, με το εύρος και τη σπουδαιότητα των ανωτέρω καθηκόντων που της είχαν ανατεθεί, δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί, κατά την αναφορά της προϊσταμένης της προς το ΔΣ της εναγομένης, ούτε κατά ελάχιστο στις υποχρεώσεις της, και όχι μόνο αυτό αλλά προέβη και σε υπεξαίρεση χρημάτων του ΚΤΕΛ, πράξη για την οποία τιμωρήθηκε, κατά τα προαναφερθέντα, πειθαρχικά, ε ) διότι η ανάθεση στην ενάγουσα εργασίας εκδότριας εισιτηρίων, την οποία είχε προσφέρει στην εναγόμενη και κατά το παρελθόν (16-4-1999/30-4-2000) δεν επέφερε σ' αυτήν μείωση των αποχών της, στ) διότι η ειδικότητα "υπαλλήλου γραφείου" δεν προβλέπεται από το άνω Γ.Κ.Π του ΚΤΕΛ και με την ανάθεση σ' αυτήν εργασίας που ανήκει στην ειδικότητα, της εκδότριας εισιτηρίων δεν μπορεί να γίνει λόγος για υποβιβασμό της και εντεύθεν ηθική μείωσή της.
Με την κρίση του αυτή, ότι η αναιρεσίβλητη (εναγομένη) δεν προέβη σε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσείουσας (ενάγουσας), το Εφετείο δεν παρεβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281, 648, 652 Α.Κ. και 7 Ν. 2112/1920 και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως υπό τα στοιχ. α, β, γ, δ, ε, στ και ζ, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το μέρος του υπό στοιχ. ή, η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, με το να απορρίψει αίτημα της για επίδειξη εγγράφων (μισθολογικών καταστάσεων και βιβλίων υπερωριών) που μπορούν να χρησιμεύσουν στην απόδειξη της αγωγής της. Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση της παραβιάσεως των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, επιχειρείται ο αναιρετικός έλεγχος της εκτιμήσεως από το Δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, τα οποία δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (αρθρ. 561 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (Ολ. 14/2004, ΑΠ 1731/2008). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η εν γένει νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου, ούτε τα πραγματικά επιχειρήματα, ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως.
Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, καταλογίζει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι, παρά το νόμο, αγνόησε τη διαπίστωση και την προτροπή του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, όπου κατέφυγε την 18-9-2006 για τη συγκεκριμένη διαφορά, που αποτυπώθηκε στο σχετικό Δελτίο Εργατικής Διαφοράς, σύμφωνα με το οποίο " Η Δ/ση του ΚΤΕΛ οφείλει να ανακαλέσει την απόφαση της περί αλλαγής ειδικότητας της εργαζομένης (ενν. της αναιρεσείουσας) κλπ". Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι η προβαλλόμενη αιτίαση δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την ανωτέρω έννοια του νόμου, αλλά πραγματικό επιχείρημα που κατατείνει στην ενδυνάμωση των απόψεων της αναιρεσείουσας ως προς την καθόλου ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Στην υπόθεση που κρίνεται, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, υπό τη επίκληση του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δέχθηκε "πράγματα" που δεν προτάθηκαν και ειδικότερα δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα κατά την εκτέλεση της εργασίας της ως υπαλλήλου γραφείου δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της και όχι μόνο αυτό αλλά προέβη και σε υπεξαίρεση χρημάτων του ΚΤΕΛ, πράξη για την οποία τιμωρήθηκε πειθαρχικά.
Ο λόγος αυτός, έτσι διατυπούμενος, είναι απαράδεκτος διότι δεν θεμελιώνεται πλημμέλεια από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο ίδιος λόγος, εκτιμούμενος από τον αριθμ. 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι επίσης απαράδεκτος, καθόσον τα ως άνω περιστατικά δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια του νόμου, αλλά επιχειρήματα, τα οποία το δικαστήριο, στα πλαίσια της αποδεικτικής διαδικασίας επικαλέσθηκε, προς θεμελίωση της κρίσης του, ότι δηλ.
η αναιρεσίβλητη δεν προέβη σε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσείουσας.
Για να ιδρυθεί λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 17 ΚΠολΔ πρέπει οι διατάξεις που αντιφάσκουν μεταξύ τους εν όλω ή εν μέρει να περιέχονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, χωρίς να αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεως στο σκεπτικό της αποφάσεως αυτής ή μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού της. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ, τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο καταλογίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι περιέχει αντιφατικές διατάξεις, είναι απαράδεκτος, διότι οι αποδιδόμενες αντιφατικές διατάξεις δεν εντοπίζονται στο διατακτικό, αλλά στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς, από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, τα περιστατικά που είναι κατά νόμον αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Εν προκειμένω, με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για αντιφατικότητα αιτιολογίας διότι, σύμφωνα με το λόγο αυτό, καταλήγει σε διαφορετικούς νομικούς χαρακτηρισμούς της σύμβασης εργασίας μεταξύ της αναιρεσείουσας και της αναιρεσίβλητης εταιρείας (ΚΤΕΛ).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε, ανελέγκτως, τα εξής: "Όσον αφορά την παράγραφο 3 του άρθρου 40 του καταστατικού της εναγομένης, που περιέχεται στην με αριθμό .../22-12-2003 συμβολαιογραφική πράξη της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνας Μιχαλάκη - Παρασκευά, με την οποία το ΚΤΕL Χαλκιδικής έγινε ανώνυμη εταιρία, που προβλέπει ότι "μέτοχοι του ΚΤΕL Ν.
ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, πλήρους απασχόλησης, οποιασδήποτε ειδικότητας και θέσης διασφαλίζονται πλήρως ως προς τις θέσεις τους και όλα τα δικαιώματά τους", λεκτέα τα ακόλουθα: Η άνω πρόβλεψη αφορούσε μόνο τους μετόχους στο ΚΤΕΛ Χαλκιδικής που συνδέονταν στις 22-12-2003, δηλαδή κατά την ημέρα της υπογραφής του άνω καταστατικού, με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.
Όμως η ενάγουσα, όντας μέτοχος του ανωτέρω ΚΤΕΛ, που δεν αμφισβητείται από την εναγόμενη, δεν συνδεόταν τότε με το ΚΤΕΛ Χαλκιδικής με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αλλά ορισμένου χρόνου, ήτοι για το χρονικό διάστημα από 22-11-2002 έως 19-2-2003 (βλ. από 20-11-2002 σύμβαση εργασίας). Επομένως, οι ανωτέρω προβλέψεις περί πλήρους διασφάλισης των δικαιωμάτων κάθε μετόχου του άνω ΚΤΕΛ, σε οποιασδήποτε ειδικότητα και θέση, με την οποία πρόσφερε τις υπηρεσίες του στο ΚΤΕΛ Χαλκιδικής δεν καταλαμβάνουν και την ενάγουσα".
Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ως άνω διατάξεων και το αποδεικτικό του πόρισμα διατυπώνεται σαφώς. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, πέμπτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 09-04-2010 αίτηση της Α. Δ. για αναίρεση της 2685/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαΐου 2011. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 23 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ