Supreme Court dismisses appeal on lease dispute, upholding lower court's evidence evaluation and rejecting procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's final judgment regarding a lease dispute. The appellant argued that the appellate court erred in evaluating evidence and ignoring specific facts, but the court found no grounds for intervention. The court ruled that the appellate court properly assessed all documentary and testimonial evidence, including sworn statements and witness affidavits, and that the appellant's claims constituted an impermissible challenge to the substantive evaluation of facts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment is inadmissible if it merely challenges the substantive evaluation of evidence or relies on arguments that were already considered and rejected by the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1068 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1068/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ιωάννη Σίδερη και Γεωργία Λαλούση (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Ελένης Μαραμαθά), Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας-καλούσας: χ1, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου Δικηγόρου της Ευάγγελου Μπέη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων-καθ'ων η κλήση: 1) ...., 2) ........, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άγγελο Δοκόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/6/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2806/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1051/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/6/2006 αίτησή της και την από 21/2/2007 αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 7/2/2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Αχιλλέα Νταφούλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την από 2/5/2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ανδρέα Τσόλια με την οποία εισηγήθηκε α) σε περίπτωση απορρίψεως της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη της αιτήσεως επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και β) σε περίπτωση παραδοχής της αιτήσεως αναιρέσεως και την παραδοχή της αιτήσεως επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τα άρθρα 574 έως 578 ΑΚ συνάγεται, ότι ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση όχι μόνο να παραδώσει το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνηθείσα χρήση, αλλά να το διατηρεί κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση σε όλη τη διάρκεια της μίσθωσης, υποχρεούμενος σε άρση των πραγματικών του ελαττωμάτων και σε αποκατάσταση των συμφωνημένων ιδιοτήτων που λείπουν.
Αν κατά το χρόνο παράδοσής του στο μισθωτή το μίσθιο έχει ελάττωμα που εμποδίζει μερικά ή ολικά τη συμφωνηθείσα χρήση (πραγματικό ελάττωμα) ή αν κατά τη διάρκεια της μίσθωσης εμφανίστηκε τέτοιο ελάττωμα, ο μισθωτής έχει δικαίωμα μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος. Το ίδιο ισχύει και αν λείπει από το μίσθιο μια συμφωνημένη ιδιότητα ή αν έλειψε τέτοια ιδιότητα όσο διαρκεί η μίσθωση.
Επομένως, αν από πραγματικό ελάττωμα εμποδίστηκε ολικά η συμφωνημένη χρήση, ο μισθωτής έχει δικαίωμα, προβαλλόμενο και κατ' ένσταση, προς απόκρουση της αγωγής του εκμισθωτή για πληρωμή των μισθωμάτων, μα μη καταβάλλει το μίσθωμα όσο διάστημα διαρκεί η παρεμπόδιση της χρήσης του μισθίου από το ελάττωμα.
Αν παρά την ύπαρξη του πραγματικού ελαττώματος ο μισθωτής χρησιμοποιεί το μίσθιο αδιακώλυτα κατά τη συμφωνημένη χρήση του δεν απαλλάσσεται της υποχρέωσης πληρωμής του μισθώματος (Ολ. ΑΠ 50/2005). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκείνα τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης.
Ο λόγος άρα δεν ιδρύεται όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στην αιτιολόγηση απλά του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την από 19.7.2002 έφεση και πρόσθετους λόγους της αναιρεσείουσας (εναγόμενης μισθώτριας) και έτσι επικύρωσε την εκκληθείσα 2806/2002 απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών που δέχτηκε εν μέρει την από 18.6.2001 αγωγή των αναιρεσίβλητων (εναγόντων συνεκμισθωτών) για καταβολή οφειλόμενων μισθωμάτων, χαρτοσήμου και άλλων βαρών από εκμίσθωση στις 1.12.1995 ισόγειας οικίας στη .....
Αττικής. Συγκεκριμένα, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως απ' αυτή προκύπτει, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων (αναιρεσίβλητων) και τη χωρίς όρκο εξέταση της εναγόμενης (αναιρεσείουσας), όπως αυτές περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τις 2113/2002, 8/2005 και 959/2005 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, ενώπιον των Ειρηνοδικών Αθηνών και Μαραθώνα που έχουν ληφθεί, ύστερα από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων, όλων των εγγράφων που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, καθώς και τις ομολογίες αυτών που προκύπτουν από τις προτάσεις που κατέθεσαν, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Δυνάμει συμβάσεως μισθώσεως που καταρτίστηκε προφορικά μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης, οι ενάγοντες έχουν εκμισθώσει στην τελευταία για αόριστο χρονικό διάστημα, το ακίνητό τους, ήτοι μία ισόγεια οικία, επιφανείας 154 τ.μ., που βρίσκεται επί της οδού ....αριθ. ... και .... στη ..... Αττικής, με μηνιαίο μίσθωμα 200.000 δρχ., πλέον χαρτοσήμου 3,6% επ' αυτού, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει για κατοικία της.
Το μίσθωμα συμφωνήθηκε να αναπροσαρμόζεται με βάση την τιμή του πληθωρισμού εκάστου λήγοντος μισθωτικού έτους και να προκαταβάλλεται στην κατοικία των εκμισθωτών το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα. Αυτά προκύπτουν σαφώς από την κατάθεση του μάρτυρά των εναγόντων, αρχιτέκτονα και την ένορκη βεβαίωση του έτερου μάρτυρα τους ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, σε συνδυασμό και με το ιδιόχειρο σημείωμα του ενάγοντος που προσκομίζει η εναγομένη, στο οποίο αναγράφεται ότι την 1.12.1996 η αναπροσαρμογή του μισθώματος 200.000 δρχ.
θα γίνει με βάση τον τιμάριθμο. Τα παραπάνω στοιχεία δεν ανατρέπονται από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και ιδίως από την κατάθεση του μάρτυρα αδελφού της εναγομένης, ο οποίος, κατά την κρίση του δικαστηρίου, δεν είχε σαφή γνώση των πραγμάτων, δεδομένου ότι αναφέρεται αορίστως τόσο σε κάποια "περιοδική" πληρωμή του μισθώματος, όσο και στο ύψος της αναπροσαρμογής του στο ποσό 233.448 δρχ.
Η εναγομένη, αφού παρέλαβε τη χρήση του μισθίου από την ενάγουσα, χρησιμοποιούσε αυτό κατά τη σύμβαση, ως κύρια κατοικία της μέχρι και το μήνα Ιούνιο 2001 που το εγκατέλειψε. Έτσι, σύμφωνα με τα παραπάνω, το μίσθωμα διαμορφώθηκε από 1.12.1996 έως 30.11.1997 σε 214.000 δρχ., από 1.12.1997 έως 30.11.1998 σε 224.686 δρχ., από 1.12.1998 έως 30.11.1999 σε 233.448 δρχ., από 1.12.1999 έως 30.11.2000 σε 243.253 δρχ.
και από 1.12.2000 έως 30.11.2001 σε 252.740 δρχ. Η εναγομένη δεν έχει καταβάλει τα μισθώματα του χρονικού διαστήματος από Ιανουάριο μέχρι και Δεκέμβριο 2000, συνολικού ποσού 2.928.523 δρχ. (243.253 Χ 11 μήνες + 252.749 δρχ.) και Ιανουαρίου μέχρι και Ιουνίου 2001, συνολικού ποσού 1.516.400 δρχ. (252.740 δρχ. Χ 6 μήνες) και το τέλος χαρτοσήμου που αναλογεί στα μισθώματα, ποσού 160.019 δρχ.
Οι ισχυρισμοί της εναγομένης 1) ότι αποχώρησε από το μίσθιο τον Απρίλιο 2001, αφήνοντας τα κλειδιά κάτω από κάποιο χαλάκι και 2) ότι κατέβαλε ποσό 700.000 δρχ. έναντι των άνω μισθωμάτων, δεν αποδείχθηκαν από τα εκτεθέντα αποδεικτικά μέσα, με δεδομένο ότι, όχι μόνο δεν βρέθηκαν στο υποδειχθέν από την εναγομένη μέρος τα κλειδιά από τους ενάγοντες, ούτε προσκομίζονται έγγραφα αποδεικτικά της άνω καταβολής, η οποία αποδείχθηκε όμως ότι αφορούσε εξόφληση μισθωμάτων του έτους 1996, όπως σαφώς και με λόγο γνώσης για τα παραπάνω καταθέτουν τόσο ο άνω μάρτυρας αρχιτέκτων των εναγόντων που επισκέφθηκε το μίσθιο μαζί με τους τελευταίους, όσο και ο έτερος μάρτυράς τους με την άνω ένορκη βεβαίωση, δεδομένου ότι σε κάθε περίπτωση δεν δικαιολογείται η εναγομένη, ως δικηγόρος, να μη φροντίσει να κατοχυρωθεί με τη λήψη εξοφλητικής απόδειξης, σχετικά με την άνω καταβολή ή να συντάξει σχετικό έγγραφο παράδοσης του μισθίου ή έστω να κατοχυρωθεί με την αποστολή σχετικού εξωδίκου.
Επίσης η εναγομένη, όπως προκύπτει από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα και ιδίως από τις προσκομιζόμενες ανεξόφλητες των παρακάτω χρονικών περιόδων που παρέμενε στο μίσθιο αποδείξεις ΔΕΗ, ΟΤΕ και ΕΥΔΑΠ δεν έχει καταβάλει τους λογαριασμούς: α) για τη δαπάνη του ηλεκτρικού ρεύματος, για το χρονικό διάστημα από 10.1.2001 μέχρι 9.5.2001 από δραχμές 219.300, β) για τη δαπάνη κατανάλωσης ύδατος και τελών αποχέτευσης, για το χρονικό διάστημα από 11.2.2001 μέχρι 10.5.2001, από δραχμές 79.100 και γ) για τη δαπάνη λογαριασμού του ΟΤΕ, για το χρονικό διάστημα από 28.2.2001 μέχρι 29.4.2001, από δραχμές 133.600.
Η εναγομένη ισχυρίζεται, ότι κατά το σεισμό 7.9.1999, που έπληξε την Αττική, το μίσθιο υπέστη σοβαρές ζημίες, που κατέστησαν αυτό επικίνδυνο και ότι το Νοέμβριο του 1999 το κεντρικό σύστημα θέρμανσης υπέστη βλάβη, με αποτέλεσμα από τότε το μίσθιο να στερείται θέρμανσης κατά τους χειμερινούς μήνες. Με βάση τα επικαλούμενα παραπάνω πραγματικά ελαττώματα και την αναφερόμενη σημαντική ελάττωση της χρήσης του μισθίου ζητά να μειωθεί το μίσθωμα κατά ποσοστό 60%.
Σχετικά με τις ζημίες που προκλήθηκαν από το σεισμό του 1999, ο άνω μάρτυρας των εναγόντων, αρχιτέκτων, καταθέτει ότι κατά την επίσκεψή του στο μίσθιο διαπίστωσε ότι δεν υπήρχαν ζημίες στον φέροντα οργανισμό, αλλά κάποιες ρωγμές στους σοβάδες μόνο, γι' αυτό τόσο η εναγομένη, όσο και η μισθώτρια του άλλου ορόφου ουδέποτε έθεσαν τέτοιο θέμα και συνέχισαν να παραμένουν στο μίσθιο, χωρίς διαμαρτυρίες.
Για τον ίδιο λόγο δεν διενεργήθηκε και αυτοψία από πολιτικούς μηχανικούς του "Υπεχωδε" για τη σύνταξη δελτίου για ακαταλληλότητα του μισθίου, ούτε η εναγομένη ενδιαφέρθηκε προς τούτο αλλά παρέμεινε στο μίσθιο για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, γεγονός που αποδεικνύει ότι και οι άνω φθορές που προκλήθηκαν από το σεισμό ήταν σε κάθε περίπτωση τόσο ασήμαντες που οπωσδήποτε όχι μόνο δεν κατέστησαν αυτό επικίνδυνο, αλλ' ούτε στέρησαν έστω και κατά μέρος τη χρήση του από την ενάγουσα και ότι ακόμη δεν την ενόχλησαν και από αισθητική άποψη.
Επίσης, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι υπέστη βλάβη το σύστημα κεντρικής θέρμανσης του μισθίου και ότι η εναγομένη στερήθηκε της θέρμανσης για μεγάλο χρονικό διάστημα, εφόσον τούτο θα αφορούσε και την άλλη ως άνω μισθώτρια που δεν φέρεται να διαμαρτυρήθηκε, ενώ η εναγομένη δεν δικαιολογείται να παρέμεινε χωρίς θέρμανση στο μίσθιο κατά του χειμερινούς ιδίως μήνες ή να μην αποστείλει προς τούτο, ως δικηγόρος, έστω και μία εξώδικη διαμαρτυρία της που θα αφορούσε και όλα τα αναφερόμενα παραπάνω περί των ζημιών του μισθίου.
Οι ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της δεν μπορούν να ληφθούν σοβαρά υπόψη, δεδομένου ότι η πρώτη του αδελφού της εναγομένης αναφέρεται σε σοβαρές ζημίες που διαπίστωσε ο άνω μάρτυρας των εναγόντων, αρχιτέκτονας μηχανικός, ο οποίος όμως τον διαψεύδει κατά τα εκτεθέντα, ενώ ο δεύτερος μάρτυράς της, πολιτικός μηχανικός που επιστρατεύθηκε προσφάτως μετά την έκδοση της εκκαλουμένης αναφέρεται σε επίσκεψη και διαπίστωση σοβαρών ζημιών του μισθίου που δημιουργούσαν σοβαρό κώλυμα στη χρήση του μισθίου, επίσκεψη όμως που δεν είχε προβληθεί πρωτόδικα ούτε από την εναγομένη, αλλ' ούτε από το μάρτυρα αδελφό της που αναφέρθηκε μόνο στην επίσκεψη του μισθίου από τον άνω μηχανικό των εναγόντων.
Επομένως δεν αποδείχθηκε, ότι το μίσθιο φέρει πραγματικά ελαττώματα που εμπόδισαν την εναγομένη να κάνει ακώλυτη χρήση αυτού, ώστε η προβληθείσα από αυτή ένσταση για μείωση του μισθώματος (άρθρο 576 ΑΚ) πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Επομένως, η αγωγή είναι εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη και πρέπει να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στους ενάγοντες, κατ' ισομοιρία, το ποσό των 13.514,25 ευρώ (4.604.982 δρχ.), με το νόμιμο τόκο από την έκτη ημέρα κάθε μισθωτικού μήνα και το ποσό των 1.267,79 ευρώ (432.000 δρχ.), με το νόμιμο τόκο από την έκτη ημέρα κάθε απαιτητού κατά τα άνω μισθώματος και από την επίδοση της αγωγής για τα λοιπά ως κονδύλια".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν. Δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Δεν υπάρχει αντίφαση στην παραδοχή ότι "δεν αποδείχτηκε ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας (εναγόμενης) κατά τον οποίο, έναντι των οφειλόμενων μισθωμάτων του χρονικού διαστήματος από Ιανουάριο 2000 μέχρι Δεκέμβριο 2000 συνολικού ποσού 2.928.523 δρχ.
και από Ιανουάριο 2001 μέχρι Ιούνιο 2001 συνολικού ποσού 1.516.400 δρχ., κατέβαλε ποσό 700.000 δρχ., με δεδομένο ότι δεν προσκομίζονται έγγραφα αποδεικτικά της καταβολής αυτής, η οποία αποδείχτηκε όμως ότι αφορούσε εξόφληση μισθωμάτων του έτους 1996, όπως σαφώς και με λόγο γνώσης καταθέτουν τόσο ο μάρτυρας αρχιτέκτων των εναγόντων, όσο και ο έτερος μάρτυράς τους με την ένορκη βεβαίωση, δεδομένου ότι σε κάθε περίπτωση δεν δικαιολογείται η εναγομένη ως δικηγόρος να μη φροντίσει να κατοχυρωθεί με τη λήξη εξοφλητικής απόδειξης, σχετικά με την άνω καταβολή".
Με αυτή είναι φανερό, ότι το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε, ότι το ποσό των 700.000 δρχ. δόθηκε σε εξόφληση μισθωμάτων έτους 1996 και όχι έναντι των άνω οφειλόμενων μισθωμάτων Ιανουαρίου 2000 μέχρι Ιουνίου 2001, την κρίση του δε αυτή στήριξε ιδίως στις καταθέσεις των άνω μαρτύρων, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα δικηγόρος δεν προσκόμισε και δεν επικαλέστηκε κάποια έγγραφη απόδειξη για την καταβολή αυτή.
Επίσης δεν παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και ιδίως τις επικαλούμενες των άρθρων 575, 576 και 595 ΑΚ, που σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε τα διδάγματα της κοινής πείρας. Έτσι δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες που προβλέπονται από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι δε αντίθετοι, με στοιχεία 1.2, 1.3, 2.1, 2.2, 3.1, 3.2 (πρώτο μέρος), 4.8, λόγοι αναίρεσης, ανεξάρτητα από την αοριστία τους ιδίως για μη παράθεση στο αναιρετήριο όλων των κρίσιμων για το ορισμένο τους παραδοχών και στοιχείων (Ολ.
ΑΠ 32/1996, 28/1998), πρέπει να απορριφθούν σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμοι.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 εδ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Στην προκείμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο στήριξε την κρίση του και το πόρισμά του στα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα, μάρτυρες κλπ) που επικαλέστηκαν και έθεσαν στη διάθεσή του τα διάδικα μέρη.
Συνεπώς, ο λόγος του αναιρετηρίου με στοιχεία 3.2 (δεύτερο μέρος), με τον οποίο προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από την ως άνω διάταξη, γιατί χωρίς καμιά απόδειξη δέχτηκε ότι "οι δύο όροφοι του μισθίου είχαν κοινή θέρμανση και έτσι απέρριψε ισχυρισμό της αναιρεσείουσας για εμφάνιση κατά Νοέμβριο 1999 βλάβης του συστήματος θέρμανσης του μισθίου (πραγματικού ελαττώματος) στηριζόμενη στο ότι το ζήτημα αυτό θα αφορούσε και την άλλη μισθώτρια που δεν φέρεται να διαμαρτυρήθηκε", πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 εδ. 20 ΚΠολΔ, έγγραφα, που η παραμόρφωση του περιεχομένου τους ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, είναι εκείνα που χαρακτηρίζονται ως αποδεικτικά μέσα στα άρθρα 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα. Επομένως, δεν είναι έγγραφα εκείνα που αποτυπώνουν στο περιεχόμενό τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα πρακτικά των δικαστηρίων και οι εκθέσεις του εισηγητή δικαστή, κατά το μέρος που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, καθώς και οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου.
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου, θα πρέπει, εκτός από άλλα, να προσδιορίζει ακριβώς το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, όπως και εκείνο που δέχτηκε το δικαστήριο παραμορφώνοντάς το, ώστε, από τη σύγκριση αυτών, να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος του διαγνωστικού σφάλματος.
Επίσης, να προκύπτει, έστω και έμμεσα, ο ουσιώδης ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, καθώς και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμόρφωσης. Ακόμη, πρέπει να εκτίθεται ότι πρόκειται για έγγραφο από τα προβλεπόμενα στα άρθρα 339 ή 432 Κ.Πολ.Δ.
Τέλος, ο λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο συνεκτίμησε το έγγραφο μαζί με άλλες αποδείξεις, χωρίς να το εξαίρει ως προς το πόρισμα για ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος, για να καταλήξει σε αποδεικτικό συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων. Σύμφωνα με αυτά, πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι αναίρεσης, που προβλέπονται από το εδάφιο 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και αναφέρονται με στοιχεία 1.1, 4.2, 4.3 και 4.5 στο αναιρετήριο, για τις παρακάτω αιτίες:
Ο πρώτος, για παραμόρφωση του μνημονευόμενου στην προσβαλλομένη ιδιόχειρου (χωρίς ημερομηνία) σημειώματος του πρώτου αναιρεσίβλητου, ως απαράδεκτος, διότι προκύπτει ότι το έγγραφο αυτό συνεκτιμήθηκε με άλλα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες κλπ) από το δικαστήριο της ουσίας, που κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό η αναιρεσείουσα, χωρίς να εξαίρει το ιδιόχειρο σημείωμα.
Οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος, για παραμόρφωση του περιεχομένου της 2113/2002 ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα γ1 στον Ειρηνοδίκη Αθηνών, καθώς και των 2806/2002 πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, ανεξάρτητα από την αοριστία τους για μη επίκληση όλων των αναγκαίων για το ορισμένο τους στοιχείων, προεχόντως ως απαράδεκτοι.
IV. Οι αναιρετικοί λόγοι που προβλέπονται από τα εδάφια 12 και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν ιδρύονται στην ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 648 επ. ΚΠολΔ), γιατί στη διαδικασία αυτή α) το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου (άρθρο 650 παρ. 1α ΚΠολΔ), δεν έχουν δε διαφορετική αποδεικτική δύναμη τα διάφορα αποδεικτικά μέσα, αλλά ισχύει ο γενικός κανόνας του άρθρου 340 Κπολ.Δ, κατά τον οποίο το δικαστήριο κρίνει ελεύθερα και β) δεν εκδίδεται παρεμπίπτουσα για αποδείξεις απόφαση, αλλά κατά τα άρθρα 649 παρ. 1 και 654 παρ. 2 ΚΠολΔ, οι διάδικοι, έως το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο προσάγουν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ενώ οι λόγοι αναίρεσης από τα ως άνω εδάφια 12 και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύονται, αντίστοιχα, μόνο αν η παράβαση των ορισμών του νόμου αφορά αποδεικτικά μέσα, που έχουν ορισμένη από το νόμο αποδεικτική δύναμη και δεν εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο της ουσίας, καθώς και όταν εκδίδεται παρεμπίπτουσα απόφαση για αποδείξεις, η οποία εσφαλμένα και παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 ΚΠολΔ κατανέμει το (υποκειμενικό) βάρος απόδειξης.
Συνακόλουθα, οι λόγοι αναίρεσης, υπό τα στοιχεία 1.5, 2.4, 3.3, 4.2, 4.4 και 4.7 στο αναιρετήριο, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο στην ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών κατά την οποία εκδικάστηκε η υπόθεση, αφενός παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και αφετέρου εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
V. Από τη βεβαίωση του Εφετείου στην αναιρεσιβαλλομένη, ότι στο πόρισμά του κατέληξε αφού έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων και τη χωρίς όρκο εξέταση της εναγομένης (αναιρεσείουσας), όπως αυτές περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά (2806/2002) συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τις 2113/2002, 8/2005 και 959/2005 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, που δόθηκαν στους Ειρηνοδίκες Αθηνών και Μαραθώνα ύστερα από νομότυπη και κλήτευση αντιδίκων, και όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε και όλα τα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα και καταθέσεις) που μνημονεύονται στο αναιρετήριο και για τα οποία τώρα παραπονείται η αναιρεσείουσα, ιδίως για τη χωρίς όρκο κατάθεση της ίδιας, που περιέχεται στα 2806/2002 πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, και τις 2113/2002 και 8/2005 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων γ1 και γ2, αντίστοιχα. Επομένως, οι υπό στοιχεία 1.4, 2.3 και 4.1 αντίθετοι λόγοι αναίρεσης, που προσάπτουν στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από το εδάφιο 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
VI. Οι με στοιχεία αναιρετηρίου 2.5, 4.2 και 4.6 λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από το εδάφιο 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα: α) τον πρώτο πρόσθετο λόγο της από 19.7.2002 έφεσης της αναιρεσείουσας, όπου καταλυτικός εν μέρει της κατ' αυτής αγωγής ισχυρισμός της, για πραγματική παράδοση του μισθίου στους συνεκμισθωτές στις 11.4.2001, οι οποίοι για την αιτία αυτή στην ένδικη αγωγή τους δεν "σώρευσαν και αίτημα απόδοσης του μισθίου", ομολογούντες έτσι την παράδοση αυτή του μισθίου κατά την ως άνω ημερομηνία και β) τις 2113/2002 και 8/2005 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της αναιρεσείουσας γ1 και γ2, που δόθηκαν στους Ειρηνοδίκες Αθηνών και Μαραθώνα, αντίστοιχα, πρέπει να απορριφθούν, καθόσον αφορά το υπό στοιχεία (α) μέρος τους ως αβάσιμοι, διότι από την προσβαλλομένη προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός έφεσης λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν ρητά και "εκ του πράγματος", ως προς δε το υπό στοιχεία (β) μέρος τους προεχόντως ως απαράδεκτοι, διότι τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης του εδαφίου 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας να ιδρύει το λόγο αυτό αναίρεσης.
VII. Όλοι οι λόγοι αναίρεσης που προαναφέρθηκαν, κατά το οικείο μέρος τους με το οποίο πλήττουν, υπό το πρόσχημα της απλής επίκλησης αναιρετικών πλημμελειών, την αναιρετικά ανέλεγκτη από το δικαστήριο ουσιαστικά εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-6-2006 αίτηση της χ1 για αναίρεση της 1051/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ