Legislator Case Law & Legislation
1067/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against sentencing for child abuse, citing sufficient reasoning and correct application of law.

Case Number 1067/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the second instance court's conviction and sentencing for child abuse. The appellant argued that the sentencing lacked specific and detailed reasoning and misapplied Article 79 of the Penal Code. The court found the lower court's reasoning sufficient, noting it properly considered the gravity of the crimes and the degree of guilt without needing additional justification.

Legislator headnote

AI generated

Articles 466(1), 474(2A), 473(2), 3 of the Code of Civil Procedure; Article 79 of the Penal Code: A second instance court's sentencing decision is not subject to appeal if it provides specific and detailed reasoning based on the gravity of the crime and the degree of guilt, without requiring reference to other circumstances.

Keywords

AI generated
appeal against conviction sentencing reasoning child abuse Penal Code Article 79 proportionality of punishment

Cited Legislation

AI generated
Article 466(1) of the Code of Civil Procedure
Article 474(2A) of the Code of Civil Procedure
Article 473(2) and (3)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 79 of the Penal Code
Article 93(3) of the Constitution
Article 139 of the Code of Civil Procedure
Article 510(1)(D) and (E) of the Code of Civil Procedure
Article 578(1) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1067 / 2025 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1067/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Διονυσία Νίκα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαρτίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικόλαου Δεγαϊτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Θ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Λύτρα, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 412α, 444/2024 απόφασης του Β' Μ.Ο.Ε. Αθηνών.

Το Β' Μ.Ο.Ε. Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 02 Δεκεμβρίου 2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε με δήλωση, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 02.12.2024 έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 8477/2024 και η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε

Ι)Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη περί μη αναγνωρίσεως της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2ε ΠΚ, να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση, ως προς το ως άνω αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως και να απορριφθεί κατά τα λοιπά.

ΙΙ)Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 2-12-2024 αίτηση του Θ. Σ. του Ι., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 412α και 444/2024 αποφάσεως του Β' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για τις αξιόποινες πράξεις α) της κατάχρησης ανηλίκου σε ασέλγεια με πρόσωπο που δεν συμπλήρωσε τα δώδεκα έτη κατ' εξακολούθηση και β) της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας με χειρονομίες γενετήσιου χαρακτήρα με πρόσωπο νεότερο των δώδεκα ετών κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή καθείρξεως πέντε (5) ετών και οκτώ (8) μηνών, έχει ασκηθεί νομότυπα από την ειδικά εξουσιοδοτηθείσα για την άσκηση της αναίρεσης πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος Βασιλική Λύτρα, με δήλωσή της που επιδόθηκε στο Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 2/12/2024 (άρθρ.466 παρ.1, 474 παρ.2Α) και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίσθηκε καθαρογεγραμμένη στο κατ' άρθρο 473 παρ.2 και 3 εδαφ.α του ΚΠΔ ειδικό βιβλίο στις 13/11/2024 και η αναίρεση ασκήθηκε στις 2/12/2024, εντός δηλαδή της προβλεπόμενης στο άρθρο 473 αρ.2 ΚΠΔ εικοσαήμερης προθεσμίας για την άσκηση αναίρεσης από τον κατηγορούμενο.

Τυγχάνει επίσης παραδεκτή, διότι ασκήθηκε από πρόσωπο που είχε δικαίωμα και έννομο προς τούτο συμφέρον, στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο αποφάσεως και περιέχει παραδεκτούς και ορισμένους λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' και Θ 'του ΚΠΔ, της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο και της υπέρβασης εξουσίας, ως προς την περί ενοχής κρίση, και Δ' και Ε' της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και της έλλειψης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη των ελαφρυντικών περιστάσεων και την επιμέτρηση της ποινής (άρ.462 παρ.1β, 464, 474 παρ.4, 504 παρ.1 και 505 παρ.1 ΚΠΔ).

Πρέπει επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.

Τέτοιο δικαίωμα είναι και αυτό του κατηγορουμένου, ο οποίος υποβάλλει κατά τα άρθρα 225 παρ.1 , 333 παρ.2, και 357 παρ. 4 του ΚΠΔ, αίτημα για την κατ' αντιπαράσταση εξέταση μαρτύρων (ΑΠ 1516/2017, ΑΠ 1783/2008, ΑΠ 1039/2019). Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου ουσίας (πρβλ.ΑΠ 869/2023, ΑΠ 818/2023, 147/2023, ΑΠ 484/2023), το οποίο όμως οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αυτό, και, αν το απορρίψει, οφείλει να διαλάβει στην απόφασή του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (ΑΠ 818/2023).

Άλλως, αν δεν απαντήσει επί του παραπάνω αιτήματος, δημιουργείται έλλειψη ακροάσεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Α σε συνδ. με 171 παρ.2 του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, ενώ η απόρριψη του εν λόγω αιτήματος, χωρίς η απορριπτική απόφαση να είναι ειδικά αιτιολογημένη, προσβάλλει το δικαίωμα για δίκαιη δίκη, κατά τα άρθρα 6 παρ. 1, 2 και 3 περ.

δ' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.) και επιφέρει, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του Κ.Ποιν.Δ., απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο που στοιχειοθετεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου κώδικα λόγο αναίρεσης, αφού το αίτημα αυτό συνάπτεται άμεσα με την ανάγκη νόμιμης απόδειξης της ενοχής του κατηγορουμένου, (ΑΠ 484/2023, ΑΠ 818/2023, ΑΠ 147/2023, ΑΠ 10/2023).

Επιλέον, εάν το Δικαστήριο, χωρίς προηγουμένως να απαντήσει ή απορρίψει αιτιολογημένα το παραδεκτώς υποβληθεν ως άνω αίτημα του κατηγορουμένου, προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως και τον καταδικάσει υποπίπτει στην από το άρθρο 510 παρ.1, στοιχ.Θ ΚΠΔ πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας (ΑΠ 869/2023, ΑΠ 147/2023, ΑΠ 141/2020, ΑΠ 500/2020, ΑΠ 679/2020).

Περαιτέρω, η άρνηση του διευθύνοντος τη συζήτηση να προβεί σε κατ' αντιπαράσταση εξέταση των μαρτύρων, όταν ζητείται, κατά τα άρθρα 335 παρ.2, 357 παρ.4 και 225 παρ.1 του ΚΠΔ, δεν συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρο 171 παρ. 1δ' του ΚΠοινΔ, ιδρύουσα λόγο αναίρεσης εκ του άρθρου 510παρ.1 στοιχ.Α, αλλά παρέχει στον κατηγορούμενο, σύμφωνα με το άρθρο 335 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστήριο, σε περίπτωση δε αρνήσεως αποφάσεως ή απορρίψεως του σχετικού αιτήματος τότε μόνον υφίσταται έλλειψη ακροάσεως. (ΑΠ 1039/2019, ΑΠ 1372/2018, ΑΠ 1516/2017, ΑΠ 1783/2008). Για να επέλθει δηλαδή η από το άρθρο 171 παρ.1δ και 171 παρ.2 ΚΠΔ και 510 παρ. 1 στοιχ.Α του ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, επειδή παραβιάστηκε το παραπάνω δικαίωμα του κατηγορουμένου απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του και επί πλέον, σε περίπτωση μη αποδοχής τούτου από τον Διευθύνοντα τη συζήτηση, άμεση προσφυγή τους σε ολόκληρο το Δικαστήριο για την άσκηση του ως άνω δικαιώματος και απόρριψη παρά το νόμο υπό τούτου της προσφυγής ή παράλειψη του Δικαστηρίου να αποφανθεί επί της προσφυγής ( ΑΠ 536/2023, ΑΠ 1661/ 2022 ,ΑΠ 943/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 Α' και Θ' πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και για υπέρβαση εξουσίας, με την αιτίαση ότι το Δικαστήριο απέρριψε αναιτιολόγητα το υποβληθέν από τον συνήγορο του αναιρεσείοντος αίτημα για κατ' αντιπαράσταση εξέταση των αναφερομένων μαρτύρων και προχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης και τον καταδίκασε.

Από τα παραδεκτά επισκοπούμενα για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης, στα οποία έχει ενσωματωθεί η προσβαλλομένη απόφαση (σελ.60), ο συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, κατά το στάδιο της αποδεικτικής διαδικασίας και δη κατά τη διάρκεια εξέτασης του μάρτυρα Ν.

Π. και ενώ αυτή έβαινε προς το πέρας της, απευθυνόμενος στην Πρόεδρο του Δικαστηρίου, υπέβαλε αίτημα, όπως κατά λέξη αναφέρεται στα πρακτικά "Πραγματικά οι ερωτήσεις που έκανε ο εξ αριστερών σας και θα ζητήσω από το δικαστήριο σας, επειδή κατά τη γνώμη της υπεράσπισης είναι κρίσιμο να παραμείνει ο μάρτυρας για κατ' αντιπαράσταση εξέταση με τον ψυχίατρο, τον κύριο Π.".

Η Πρόεδρος του Δικαστηρίου απέρριψε το ως άνω αίτημα αναφέροντας ότι "δεν χρειάζεται ο μάρτυρας να παραμείνει και μπορεί να αποδεσμευτεί", από τα ίδια δε πρακτικά δεν προκύπτει, αλλά ούτε και ο αναιρεσείων επικαλείται, ότι μετά την απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος από τη διευθύνουσα τη συζήτηση, αυτός ή ο συνήγορός του προσέφυγαν, κατ άρθρο 335 παρ.2 ΚΠΔ σε ολόκληρο το Δικαστήριο κατά της ως άνω απορριπτικής διάταξης και ότι αυτό παρέλειψε να αποφασίσει ή αναιτιολόγητα απέρριψε το αίτημα αυτό.

Με βάση τα ανωτέρω και σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, δεν συντρέχει απόλυτη ακυρότητα λόγω παραβίασης των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και λόγω έλλειψης ακρόασης, ούτε υπέρβαση εξουσίας, ο δε ενάντιος πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Θ' του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Περαιτέρω, αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη των οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα ποινής (ΑΠ 777/2022, ΑΠ 433/2020, ΑΠ 189/2020).

Ειδικότερα, ως ελαφρυντικές περιστάσεις κατά τη διάταξη του άρθρου 84 παρ.2 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ, θεωρούνται, μεταξύ άλλων οι προβλεπόμενες σ' αυτό υπό στοιχεία α' " ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα", και ε' "ότι ο υπαίτιος "συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του".

Κριτήριο για τη συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 α ΠΚ είναι πλέον η σύννομη ζωή του υπαιτίου. Κατά την γραμματική ερμηνεία της κρίσιμης για την εφαρμογή της διάταξης λέξης "σύννομη", έτσι χαρακτηρίζεται η ζωή του ατόμου όταν το τελευταίο καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής του και μέχρι την στιγμή της τέλεσης της αξιόποινης πράξης, σέβεται τα έννομα αγαθά με την τήρηση των δικαιϊκών κανόνων που τα προστατεύουν, ώστε το έγκλημα που έχει τελέσει να εμφανίζεται ως εξαίρεση σε αυτή τη σταθερή στάση της ζωής του, ως δυσάρεστη έκπληξη, ως γεγονός που ουδείς περίμενε από τον συγκεκριμένο δράστη.

Έτσι ο σύννομος βίος δεν ταυτίζεται με το λευκό ποινικό μητρώο, αλλά με την από πεποίθηση - υποταγή στη νομιμότητα ως προς όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητάς του, κατάσταση που δεν εξασφαλίζεται με την ανυπαρξία καταδίκης του για αξιόποινη πράξη (ΟΛΑΠ 2/2022, ΑΠ 49/2023).

Άλλωστε το μεν η παραβίαση των νόμων δεν θεμελιώνει πάντοτε αξιόποινη πράξη το δε πολλάκις αξιόποινες πράξεις παραμένουν στην αφάνεια. Συνακόλουθα αν κάποιος παραβιάζει ή δεν σέβεται αστικούς κανόνες, η συνδρομή στο πρόσωπό του της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης δεν έχει έρεισμα στο νόμο, το δε λευκό ποινικό μητρώο απλά συνεκτιμάται από το Δικαστήριο στα πλαίσια που ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 177 και 178 Κ.Π.Δ. για τον σχηματισμό της δικανικής του κρίσης για την ύπαρξη του σύννομου βίου προκειμένου ν' αποφανθεί επί του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού. Από τον συνδυασμό όλων όσων προεκτέθηκαν είναι φανερό πως για τη θεμελίωση του σύννομου βίου λαμβάνεται υπόψη η συμπεριφορά του κηρυχθέντος ενόχου μέχρι την τέλεση της αξιόποινης πράξης, λαμβανομένων μάλιστα υπόψη των περιστάσεων υπό τις οποίες τελέσθηκε και επί πλέον προϋπόθεση της αποδοχής ή μη του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού είναι η επιβλητέα σε εκατέρα των περιπτώσεων ποινή να είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας (ΟλΑΠ 2/2022, ΑΠ 1062/2023, ΑΠ 978/2023, ΑΠ 623/2023, ΑΠ 561/2023, ΑΠ 484/2023).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 84 παρ.2 περ. ε' του ισχύοντος ΠΚ, ελαφρυντική περίσταση θεωρείται και ότι ο υπαίτιος "συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του" Η διάταξη αυτή σαφώς διαφοροποιείται, ως προς τον κρατούμενο δράστη και είναι ευμενέστερη της αντίστοιχη διάταξης του προϊσχύσαντος ΠΚ και συνεπώς εφαρμόζεται κατ' άρθρο 2 ΠΚ και για τους υπαιτίους αξιόποινων πράξεων που τελέστηκαν πριν από τη θέση σε ισχύ του νέου Ποινικού Κώδικα και είναι κρατούμενοι, καθόσον η καλή συμπεριφορά του υπαιτίου αξιολογείται ως ελαφρυντική περίσταση, ακόμα και κατά το χρόνο κράτησής του, ως δείγμα της αντικειμενικά αξιολογούμενης υποχρέωσής του να συμπεριφέρεται "καλά", δηλ.

νόμιμα. (ΑΠ 1192/2023, ΑΠ 374/2023, ΑΠ 741/2023, ΑΠ 931/2023, ΑΠ 1289/2022). Η αποδοχή της ως άνω ελαφρυντικής περίστασης, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η συμπεριφορά του δράστη είναι προδήλως διακριτή της συνήθους συμπεριφοράς του μέσου κοινωνικού ανθρώπου και του μέσου κρατουμένου, αντίστοιχα, και συνέχεται με την εξαιρετική οπωσδήποτε βελτίωση της συμπεριφοράς του.

Η καλή, δηλαδή, συμπεριφορά δεν νοείται ως παθητικά καλή διαγωγή ή ως μη κακή ή μόνον ως απουσία παραβατικότητας. Περιλαμβάνει και τη θετική δραστηριότητα του υπαίτιου, η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού ή για να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις υποβολής ενός τέτοιου ισχυρισμού, οπωσδήποτε δε πρέπει να υπάρχει βελτίωση της συμπεριφοράς του που να μαρτυρεί την αληθινή ψυχική του μεταβολή προς το καλύτερο (ΑΠ 1097/2022, ΑΠ 466/2021, ΑΠ 253/2021, ΑΠ 527/2020, ΑΠ 395/2020).

Συνεπώς, για την αναγνώριση της ως άνω ελαφρυντικής περίστασης στον μεν διαβιούντα υπό καθεστώς ελευθερίας δράστη, δεν αρκεί μόνον η επίκληση καλής και συνήθους συμπεριφοράς και δη εργασίας και ομαλής οικογενειακής ζωής αλλά πρέπει να συντρέχουν πραγματικά περιστατικά θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβίωσής του επί μακρό χρόνο μετά την τέλεση της πράξης, στον δε διαβιούντα υπό συνθήκες κράτησης δράστη, δεν αρκεί μόνο το γεγονός ότι , κατά τη διάρκεια της κρατήσεως του μέσα στη φυλακή, δεν υπέπεσε σε πειθαρχικό παράπτωμα ή είχε καλή συμπεριφορά, αλλά πρέπει να συντρέχει στο πρόσωπο του εξαιρετικά θετική και διακριτή της συνήθους συμπεριφοράς του κρατούμενου, η οποία να συνέχεται με την εξαιρετική οπωσδήποτε βελτίωση και μεταστροφή του χαρακτήρα του (ΑΠ 1192/2023, ΑΠ 447/2023, ΑΠ 88/2023, ΑΠ 1135/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι ο συνήγορος του αναιρεσείοντος, μετά την περί της ενοχής κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, υπέβαλε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικά τους αυτοτελείς ισχυρισμούς για την αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 α και ε ΠΚ , επικαλούμενος κατά λέξη, τα ακόλουθα: "1) Αυτοτελης ισχυρισμός άρθρου 84 παρ. 2. περ.α ΠΚ.

Στην περίπτωση που το Δικαστήριό Της αχθεί σε καταδικαστική κρίση θα πρέπει να λάβει υπόψιν ότι συντρέχει στο πρόσωπό μου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2, περ. α' ΠΚ, ήτοι ότι έζησα σύννομα έως τον χρόνο των πράξεων για της οποίες κατηγορούμαι. Ουδέποτε είχα ροπή της την παραβατικότητα. Της, ουδέποτε έχω κατηγορηθεί ή καταδικαστεί στο παρελθόν για ομοειδείς ή της πράξεις ούτε και έχω απασχολήσει καθ' οιονδήποτε τρόπο της αστυνομικές και δικαστικές αργές.

Αντιθέτως, ήμουν πάντα αφοσιωμένος στην οικογένεια μου και πάντοτε βιοποριζόμουν με τρόπο έντιμο. Ειδικότερα, είμαι σαράντα επτά (47) ετών νυμφευμένος και πατέρας μιας ανήλικης κόρης. Διήγαγα πάντοτε μία έντιμη ζωή σε προσωπικό, οικογενειακό, κοινωνικό και εργασιακό επίπεδο, χωρίς ουδέποτε να έχω απασχολήσει της αρχές και χωρίς ουδέποτε να έχω κατηγορηθεί για το οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα.....

Υπο το φως των ανωτέρω δεδομένων ο της αποδεικνύω με έγγραφα και μάρτυρες συγκεκριμένα θετικά πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνου την έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και εν γένει κοινωνική ζωή και την επωφελή για το κοινωνικό σύνολο δράση μου. Ακόμη, ο σύννομος βίος τον οποίο διήγαγα αποδεικνύεται εκ των προσκομιζομένων εγγράφων και συγκεκριμένα 1) συμμετείχα ως εθελοντής της ολυμπιακούς αγώνες που πραγματοποιήθηκαν στη χώρα της το 2004,2) έχω συνδράμει οικονομικά το ενοριακό φιλόπτωχο ταμείο της ενορίας του Ιερού Ναού Αγίου Ελευθερίου, 3) ήμουν και παραμένω εθελοντής αιμοδότης.......

Υπό το φως των ανωτέρω δεδομένων θα πρέπει να λεχθεί ότι πλέον δεν απαιτείται ο κατηγορούμενος να επικαλεστεί και να αποδείξει συγκεκριμένα θετικά πραγματικά περιστατικά που μπορούν να θεμελιώσουν την έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και εν γένει κοινωνική του ζωή και την επωφελή για το κοινωνικό σύνολο δράση του.

Ως εκ τούτου, το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου αρκεί από μόνο του και χωρίς την επίκληση και απόδειξη θετικών πραγματικών περιστατικών που δεικνύουν τον έντιμο πρότερο βίο του. Το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου από μόνο του δεν αρκεί μόνο στην περίπτωση που αποδειχθεί μετά βεβαιότητας, ούτε καν πιθανότητας αγγίζουσας τα όρια της βεβαιότητας, ήτοι χωρίς να καταλείπεται η παραμικρή αμφιβολία, δοθέντος ότι οι αμφιβολίες ευνοούν τον κατηγορούμενο βάσει της θεμελιώδους δικονομικής αργής in dubio pro reo, ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε στο παρελθόν κάποια ή κάποιες μείζονος βαρύτητας και απαξίας αξιόποινες πράξεις και οι οποίες ένεκα κάποιου λόγου (λ.χ.

παραγραφή) δεν έχουν καταγραφεί στο ποινικό του μητρώο.

Συνεπώς, το λευκό ποινικό μητρώο καταρχήν αρκεί από μόνο του και εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή και στο δικαστήριο να αποδείξουν με βεβαιότητα την τέλεση από τον κατηγορούμενο στο παρελθόν άλλης ή άλλων αξιόποινων πράξεων μείζονος απαξίας... Εκ των άνωθεν λεχθέντων, αλλά και από το πάλλευκο ποινικό μου μητρώο, αποδεικνύεται ότι διήγα μέχρι τον χρόνο που φέρομαι ότι τέλεσα τα εν λόγω αδικήματα, κάτι που κατηγορηματικώς αρνούμαι, έναν σύννομο βίο. Ουδέποτε είχα ροπή προς την παραβατικότητα, ουδέποτε έχω κατηγορηθεί ή καταδικαστεί στο παρελθόν για ομοειδείς ή άλλες πράξεις, ουδέποτε απεδείχθη με βεβαιότητα η τέλεση τέτοιων πράξεων εκ μέρους μου ούτε και έχω απασχολήσει καθ' οιονδήποτε τρόπο τις αστυνομικές και δικαστικές αρχές. Αντιθέτως, έδωσα επιτυχημένες εξετάσεις στην κοινωνία, δίχως την παραμικρή κηλίδα παραβατικότητας.

Συνεπώς, για όλα τα ανωτέρω πρέπει να μου αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του άρ. 84 παρ. 2 εδ. α' ΠΚ, γενομένου δεκτού του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού μου. 2) Αυτοτελής ισχυρισμός του άρθρου 84 παρ. 2. περ.ε ΠΚ .Όσον αφορά στο ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2ε ΠΚ επισημαίνεται ότι μετά την τέλεση των πράξεων για τις οποίες φέρομαι ενώπιόν Σας υπέδειξα υποδειγματική συμπεριφορά.... . Για τον προσδιορισμό λοιπόν της καλής συμπεριφοράς κρίνεται ότι θα πρέπει να υπάρχει συμπεριφορά μαρτυρούσα την αληθή ψυχική του μεταβολή προς το καλύτερο. Η καλή συμπεριφορά δε, μετά την πράξη, αξιολογείται αυτοτελώς και ανεξάρτητα από το βεβαρημένο ποινικό παρελθόν του κατηγορουμένου. Υπό το φως όλων των ανωτέρω, προκύπτει ευχερώς ότι επιδεικνύω πολύ καλή συμπεριφορά επί μακρό - κάτι που καταδεικνύει, παράλληλα, και ότι είμαι πλέον υγιές μέλος της κοινωνίας.....Επισημαίνεται ότι μετά την τέλεση της πράξης για την οποία φέρομαι ως κατηγορούμενος ουδέποτε απασχόλησα τις αρχές. Το χρονικό δε διάστημα που έχει παρέλθει από τον χρόνο τέλεσης των πράξεων για τις οποίες κατηγορούμαι κρίνεται ικανό προκειμένου να αποδειχθεί ότι επήλθε γνήσια από μέρους μου ψυχική αλλαγή.

Περαιτέρω, όπως προανέφερα, ποτέ δεν απασχόλησα ξανά τις αρχές για το παραμικρό ούτε δημιούργησα το οποιοδήποτε πρόβλημα. Δεν τιμωρήθηκα ούτε διώχθηκα ποινικά, δεν κατηγορήθηκα, δεν παραπέμφθηκα σε δίκη και η εν γένει συμπεριφορά και διαγωγή μου υπήρξε άριστη. Επομένως, από όλα τα ανωτέρω συνάγεται ότι επιδεικνύω επί μακρό πολύ καλή συμπεριφορά και ότι είμαι ένα υγιές μέλος του κοινωνικού συνόλου, χωρίς να δημιουργώ προβλήματα στην κοινωνία. Επιδεικνύω πολύ καλή συμπεριφορά για μεγάλο χρονικό διάστημα, μετά την τέλεση των πράξεων για τις οποίες κατηγορούμαι.

Συνεπώς, θα πρέπει να μου αναγνωριστεί και το ελαφρυντικό της διάταξης του άρθρου 84 παρ. 2 ε' του ΠΚ, ήτοι της καλής συμπεριφοράς επί μακρό χρονικό διάστημα μετά την τέλεση της πράξης, ακόμα και κατά την κράτησή μου, γενομένου δεκτού του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού μου, καθόσον όλο αυτό το διάστημα δεν κράτησα απλώς μη κακή - παθητική στάση αλλά αντιθέτως η καλή συμπεριφορά μου αποδεικνύεται από πλειάδα θετικών γεγονότων, ήτοι συμμορφώθηκα πλήρως τους σωφρονιστικούς κανόνες και δεν υπέπεσα σε κανένα πειθαρχικό παράπτωμα, ενώ επίσης εργάστηκα ως κρατούμενος.

Υπό το φως, λοιπόν, όλων των ανωτέρω δεδομένων και λαμβάνοντας υπ' όψιν το γεγονός ότι η συμπεριφορά μου υπήρξε άριστη και υποδειγματική για μεγάλο διάστημα από την τέλεση των πράξεων για τις οποίες φέρομαι ως κατηγορούμενος ενώπιον του Δικαστηρίου Σας θα πρέπει να μου αναγνωριστεί και το ελαφρυντικό της διάταξης του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ.

ε'του ΠΚ." Το ανωτέρω Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τους ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμούς, με την ακόλουθη, κατά πιστή μεταφορά, αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος ηλικίας 47 ετών, έγγαμος και πατέρας μιας ανήλικης 10χρονης σήμερα κόρης έχει λευκό ποινικό μητρώο και εκ του λόγου αυτού αιτείται την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 α ΠΚ.

Ωστόσο από την αποδεικτική διαδικασία προέκυψε ότι σε προγενέστερο χρόνο από αυτόν της τέλεσης των πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε, δηλαδή περίπου 10 χρόνια νωρίτερα συνευρέθηκε ερωτικά με μία 15χρονη, με τη συναίνεσή της, περιστατικό που ο ίδιος είχε αναφέρει στη μητέρα του και την αδελφή του, οι οποίες τα έθεσαν υπόψη των προαναφερομένων θεραπόντων ψυχιάτρων και μαρτύρων.

Το Δικαστήριο συνεκτιμώντας τα παραπάνω και λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις κάτω από της οποίες τελέσθηκαν τα εγκλήματα κρίνει ότι εν προκειμένω δεν πληρούνται στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις του σύννομου βίου, οι υπόλοιποι δε αυτοτελείς ισχυρισμοί του πρέπει να απορριφθούν ως προφανώς αόριστοι".

Με τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε την επιβαλλόμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί πρότερου σύννομου βίου, καθόσον δέχθηκε (ανελέγκτως) ότι ο αναιρεσείων είχε τελέσει σε προηγούμενο χρόνο παρόμοια με τις ένδικες αξιόποινη πράξη, ήτοι αρνητικά περιστατικά που αναιρούν το σύννομο του βίου, συναξιολογώντας δε και τις περιστάσεις που τελέστηκαν οι πράξεις αυτές (ΟλΑΠ 2/2022, ΑΠ 935/2022), έκρινε ότι δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες από τον νόμο προϋποθέσεις, όπως αυτές αναλύονται στην προηγηθείσα παραπάνω νομική σκέψη, για τη χορήγηση του εν λόγω ελαφρυντικού.

Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Δ' τέταρτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναρεσείοντος ότι έζησε σύννομα έως το χρόνο που έγιναν τα εγκλήματα, και για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγω παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμος.

Ως προς δε τον δεύτερο αυτοτελή ισχυρισμό (της καλής συμπεριφοράς για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη) με τις ως άνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 84 παρ.2 ε' ΠΚ και με την απαιτούμενη, κατά τα άνω επαρκή αιτιολογία απέρριψε τον εν λόγω αυτοτελή ισχυρισμό, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλέστηκε πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι η συμπεριφορά του εντός του σωφρονιστικού καταστήματος είναι προδήλως διακριτή της συνήθους συμπεριφοράς του κρατούμενου και συνέχεται με την εξαιρετική οπωσδήποτε βελτίωση της συμπεριφοράς του, όπως απαιτείται, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην οικεία μείζονα σκέψη, για το ορισμένο του ισχυρισμού αυτού και την κατάφαση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, μη αρκούσης της απουσίας πειθαρχικών παραπτωμάτων και της τήρησης των κανόνων της φυλακής που επικαλείται ο αναιρεσείων.

Κατ' ακολουθίαν, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε ΚΠΔ δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 84 παρ.2ε και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος για την αναγνώριση σ'αυτόν της ελαφρυντικής περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 α' του ΠΚ είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Τέλος, στη διάταξη του άρθρου 79 του ισχύοντος Π.Κ., ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Με την επιμέτρηση της ποινής καθορίζεται η ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του εγκλήματος με βάση τη βαρύτητα της πράξης και το βαθμό ενοχής του υπαιτίου γι` αυτό. Το δικαστήριο σταθμίζει τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου και συνεκτιμά τις συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του. 2.

Για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του: α) τη βλάβη που προξένησε το έγκλημα ή τον κίνδυνο που προκάλεσε, β) τη φύση, το είδος και το αντικείμενο του εγκλήματος, καθώς επίσης όλες τις περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την προπαρασκευή ή την εκτέλεσή του. 3.Για την εκτίμηση του βαθμού ενοχής του υπαιτίου, το δικαστήριο εξετάζει:

α) την ένταση του δόλου ή το βαθμό της αμέλειάς του, β) τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση του εγκλήματος, την αφορμή που του δόθηκε και τον σκοπό που επεδίωξε, γ) τον χαρακτήρα του και τον βαθμό της ανάπτυξής του που επηρέασαν την πράξη, δ) τις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και την προηγούμενη ζωή του στο μέτρο που σχετίζονται με την πράξη, ε) τον βαθμό της δυνατότητας και της ικανότητάς του να πράξει διαφορετικά, στ) τη διαγωγή του κατά τη διάρκεια της πράξης και μετά την πράξη και ιδίως τη μετάνοια που επέδειξε και την προθυμία του να επανορθώσει τις συνέπειες της πράξης του. 4.Στοιχεία που λειτουργούν υπέρ του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως:

α) το ότι αυτός διαδραμάτισε έναν σαφώς υποδεέστερο ρόλο σε πράξη που τελέστηκε από πολλούς, β) το ότι τέλεσε την πράξη σε δικαιολογημένη συναισθηματική φόρτιση, γ) το ότι έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση των αρχών χωρίς σημαντική καθυστέρηση, ενώ μπορούσε να διαφύγει, δ) το ότι διευκόλυνε ουσιωδώς την εξιχνίαση του εγκλήματος. 5.Στοιχεία που λειτουργούν σε βάρος του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως:

α) η κατ` επάγγελμα τέλεση της πράξης, β) η ιδιαίτερη σκληρότητα, γ) η εκμετάλλευση της εμπιστοσύνης του θύματος, δ) το γεγονός ότι το θύμα δεν μπορούσε να προστατεύσει τον εαυτό του, ε) το ότι ο υπαίτιος διαδραμάτισε ιθύνοντα ρόλο σε πράξη που τελέστηκε με συμμετοχή πολλών. 6.Στοιχεία που έχουν αξιολογηθεί από τον νομοθέτη για τον προσδιορισμό της απειλούμενης ποινής δεν λαμβάνονται από το δικαστήριο επιπροσθέτως υπόψη κατά την επιμέτρησή της.

7. Στην απόφαση αναφέρονται οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε. Από τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 79 ΠΚ προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη του τη βαρύτητα της πράξης και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά με την προηγηθείσα απόφαση για την ενοχή του, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει το Δικαστήριο, στη σχετική με την ποινή απόφασή του, άλλη ειδικότερη αιτιολογία για τα στοιχεία αυτά. (ΑΠ 712/2024, ΑΠ 755/2024, ΑΠ 525/2024, ΑΠ 57/2024, ΑΠ 755/2024, ΑΠ 1463/2023, ΑΠ 1128/2023, ΑΠ 1218/2023, ΑΠ 1015/2023, ΑΠ 734/2023, ΑΠ 767/2022, ΑΠ 188/2022).

Τούτο, καθώς η αιτιολογία της επιμέτρησης της ποινής συνδέεται με την αιτιολογία περί ενοχής, αφού τα στοιχεία βάσει των οποίων καθορίζεται ενυπάρχουν στην υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, στις οποίες εμπεριέχονται και τα ενδεικτικώς αναφερόμενα στοιχεία της διάταξης του άρθρου 79 ΠΚ (ΑΠ 755/2024, ΑΠ 686/2024), η ρύθμιση δε περί εκτενούς αναφοράς αιτιολογίας για την επιμέτρηση της ποινής θα μπορούσε να προκαλέσει άσκοπη επανάληψη του σκεπτικού περί ενοχής στην απόφαση περί την ποινής (ΑΠ142/2023, ΑΠ 64/2023,).Η τελευταία αποκτά την κατά νόμο αιτιολογία με την απλή επανάληψη του περιεχομένου των διατάξεων του άρθρου 79 ΠΚ και τη διά μέσου αυτών σιωπηρή, έστω, επίκληση όσων έγιναν ήδη δεκτά με την απόφαση επί της ενοχής (ΑΠ 712/2024,ΑΠ 755/2024, ΑΠ 525/2024).

Για την ύπαρξη αιτιολογίας της απόφασης, ως προς την επιμέτρηση της ποινής, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση των αιτιολογιών που αναφέρονται στο οικείο μέρος της απόφασης, με αυτές του αιτιολογικού και του διατακτικού της απόφασης για την ενοχή του κατηγορουμένου, με τις οποίες αποτελούν ενιαίο σύνολο και θεωρείται ότι η απόφαση έχει την απαιτούμενη αιτιολογία, αν από το σύνολο των αιτιολογιών της απόφασης προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη όλοι οι κανόνες που ορίζει η ανωτέρω διάταξη για την επιμέτρηση της ποινής (ΑΠ 686/2024, ΑΠ 525/2024, ΑΠ 1204/2023, ΑΠ 953/2022, ΑΠ 188/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο διέλαβε για την επιμέτρηση της ποινής την εξής κατά λέξη, αιτιολογία: "Επειδή οι πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος προβλέπονται και τιμωρούνται από τα άρθρα 1, 2, 14, 17, 18, 26 εδ.α, 27 παρ.1, 50, 51, 52, 52, 57, 79, 80, 83, 94, 98, 337 παρ.1, 2 και 342 παρ.1 περιπτ.

Α'. Επειδή το Δικαστήριο κατά το άρθρο 79 της ποινής ορίζονται τα ακόλουθα: 1. ....2 .....3 ....4 ......5 .....6 ........7... Στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη του αφενός μεν την βαρύτητα των εγκλημάτων που τέλεσε ο κατηγορούμενος, τη βλάβη που προκλήθηκε από αυτά, τη φύση, το είδος και το αντικείμενό τους καθώς και τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκαν, αφετέρου δε την ένταση του δόλου του, τα αίτια από τα οποία ωθήθηκε και τον επικείμενο από αυτόν σκοπό, τον χαρακτήρα του και το βαθμό ανάπτυξή του, όπως λεπτομερώς προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, τις κοινωνικές και ατομικές περιστάσεις ζωής του, την προηγούμενη ζωή του αλλά και την διαγωγή του μετά τη τέλεσή τους, που ήταν καλή και απείχε από την τέλεση παρόμοιων αδικημάτων κρίνει ότι πρέπει να του επιβληθεί ποινή κάθειρξης (5) ετών για την πρώτη πράξη το άρθρου 342 παρ.1 περιπτ.

Α ΠΚ και ποινή φυλάκισης (10) μηνών για κάθε μια από τις δύο παθούσες για την δεύτερη πράξη του άρθρου 337 παρ.1 του ΠΚ ως δίκαιη εύλογη και ανάλογη τιμωρία για τις πράξεις αυτές".

Με τις πιο πάνω παραδοχές σε συνδυασμό με τα διαλαμβανόμενα στο περί ενοχής σκεπτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, ως προς τη επιμέτρηση της ποινής, την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που απαιτείται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 79 του ΠΚ, αφού εκθέτει με αιτιολογική επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και τη συνεκτίμηση των κατά τα άνω αποδεικτικών μέσων, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 79 του ΠΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Πιο συγκεκριμένα από τις πιο πάνω παραδοχές προκύπτει ότι το Δικαστήριο καθόρισε την ποινή που επέβαλε για τις πιο πάνω αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, με βάση τη βαρύτητα αυτών και το βαθμό ενοχής του, για την εκτίμηση δε των στοιχείων τούτων έλαβε υπόψη και χρησιμοποίησε και τα ειδικώς μνημονευόμενα στην απόφαση κριτήρια των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 79 ΠΚ, χωρίς να απαιτείται επιπρόσθετη αιτιολογία και αναφορά άλλων περιστατικών. για την επιβολή της άνω ποινής κάθειρξης ( 5) ετών και (8) μηνών η οποία , ενόψει της βαρύτητας του εγκλήματος και του βαθμού ενοχής του αναιρεσείοντος δεν κρίνεται δυσανάλογη.

Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ. πέμπτος λόγος αναίρεσης , με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 79 ΠΚ, ως προς την επιμέτρηση της ποινής, που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό (578 παρ.1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-12-2024 αίτηση του Θ. Σ. του Ι., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 412α και 444/2024 αποφάσεως του Β' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Αυγούστου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ