Supreme Court allows appeal against land expropriation compensation, remanding case for re-evaluation of property location.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court accepted the appeal filed by the State against the First Instance Court's determination of expropriation compensation. The State argued that the appellate court had overlooked specific documents regarding the property's location, while the lower court confirmed it had considered all evidence including the disputed document. The Court ruled that the lower court's explicit reference to the document's content regarding the property's partial inclusion within the village rendered the appeal argument baseless, yet still accepted the appeal to remand the case for further examination by a different panel.
Legislator headnote
AI generatedArticles 568(4), 570 of the Code of Civil Procedure; The court must accept an appeal if the lower court's reasoning demonstrates that the contested evidence was duly considered and evaluated, even if not explicitly named, provided the decision references its content substantively.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1067 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1067/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αντωνία Κυρίτση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Β. του Ν. (ΚΠ ...), 2) Β. Χ. του Χ. (ΚΠ ...), 3) Η. Γ. του Σ. (ΚΠ ...), κατοίκων ..., 4) Φ. Τ. του Ε. (ΚΠ ...) και 5) Α. χας Β. Ι., το γένος Ε. Τ. (ΚΠ ...), κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε η δικηγόρος Δανάη Τιμίνη (ΑΜ ΔΣΘ 3339), η οποία αφού πήρε από την Πρόεδρο το λόγο, δήλωσε ότι ο Φ. Τ. του Ε. (4ος) απεβίωσε στις ... και κληρονόμοι του και καθολικές διάδοχοι έχουν καταστεί οι: α. Σ. Τ. του Φ., σύζ. Γ. Π., κάτοικος ..., β. Α. Τ. του Φ., κάτοικος ... και γ) Α. χα Φ. Τ., το γένος Σ. Χ., κάτοικος ..., οι οποίες συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από την ίδια.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-2-2006 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 105/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 15-12-2006 αίτηση και την διά προτάσεων ανταίτηση της Μ. συζ. Ι. Κ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις ανταιτήσεις - παρεμβάσεις ορισμένων εκ των εκεί διαδίκων.
Εκδόθηκε η 175/2009 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 6-7-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και οι υπεισελθόντες κληρονόμοι του ήδη αποβιώσαντος 4ου των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σταύρος Μάλαινος διάβασε την από 21-2-2020 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, τότε Αρεοπαγίτου και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ελένης Φραγκάκη, με την οποία εισηγήθηκε: α) την παραδοχή των πρώτου και δεύτερου αναιρετικών λόγων και β) την απόρριψη του τρίτου εξ αυτών στην από 6-7-2010 και με αριθμό κατάθεσης 19/2010 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 175/2009 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια των υπεισελθέντων κληρονόμων του ήδη αποβιώσαντος 4ου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 4, 576 παρ. 2, 575 και 226 παρ. 4 εδάφ. γ' και δ' του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως απουσιάζει ο αναιρεσίβλητος και ο αναιρεσείων, που επισπεύδει την συζήτηση, έχει επιδώσει σ' αυτόν αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της αιτήσεως, με κλήση προς συζήτηση κατά την δικάσιμο που έχει ορισθεί, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος αναιρεσιβλήτου. Αν δε η συζήτηση αναβληθεί από το πινάκιο για μεταγενέστερη δικάσιμο, δεν απαιτείται νέα κλήτευση των διαδίκων, επομένως και του αναιρεσιβλήτου, για τη νέα αυτή δικάσιμο, αφού η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο της μετ' αναβολήν δικασίμου ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (Α.Π. 423/2023, Α.Π. 59/2022, Α.Π. 651/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη, από 6-7-2010 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 19/13-7-2010), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 175/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, η οποία εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001 - Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ), προσδιορίσθηκε, μετά από ματαίωση της συζητήσεώς της κατά την δικάσιμο της 16-4-2021, για την δικάσιμο της 4-3-2022, οπότε η συζήτησή της αναβλήθηκε για την δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με αριθμό πινακίου ...
Περαιτέρω, από τις υπ' αριθμ. ...-2021, ...-2021, ...-2021 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με έδρα το Πρωτοδικείο Καστοριάς, Μ. Γ. - Κ., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται νομίμως το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο επισπεύδει την συζήτηση της αναιρέσεως, προκύπτει ότι, μετά από παραγγελία της Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Αγγελικής Γκρίντζαλη, ως πληρεξουσίας του αναιρεσείοντος, ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους πρώτο, δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων, με την κάτω από αυτήν πράξη, με την οποία ορίζεται η ανωτέρω δικάσιμος της 4-3-2022 προς συζήτησή της, μαζί με κλήση για να παραστούν κατά την δικάσιμο αυτή.
Επίσης, από τις υπ' αριθμ. ...-2022 και ...-2022 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Η. Τ., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται νομίμως το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, προκύπτει ότι, μετά από παραγγελία της Δικαστικής Πληρεξουσίας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Φωτεινής - Μαρίας Σολδάτου, ως πληρεξουσίας του αναιρεσείοντος, ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, κατ' άρθρον 128 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ., στις:
α) Σ. Ι., σύζ. Ν. Λ. και β) Ο. Ι., σύζ. Α. Π., νόμιμες κληρονόμους της πέμπτης των αναιρεσιβλήτων, με την κάτω από αυτήν πράξη, με την οποία ορίζεται η ανωτέρω δικάσιμος της 4-3-2022 προς συζήτησή της, μαζί με κλήση για να παραστούν κατά την δικάσιμο αυτή. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με την σειρά της από το οικείο πινάκιο δεν εμφανίσθηκαν οι τρεις πρώτοι των αναιρεσιβλήτων, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ενώ δεν εμφανίσθηκαν ούτε οι ως άνω νόμιμες κληρονόμοι της πέμπτης αυτών, αλλά παραστάθηκε νομίμως και προσηκόντως μόνον το επισπεύδον την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως αναιρεσείον.
Επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, αφού η αναβολή εκ του πινακίου ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στην συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία των κλητευθέντων τριών πρώτων αναιρεσίβλητων και των νομίμων κληρονόμων της πέμπτης αυτών.
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 παρ. 1, στοιχ. α' και 290 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, συνδυαζόμενες και προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 του Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από την γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής, με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως. Η δίκη που διακόπηκε, μπορεί να επαναληφθεί εκουσίως, ρητώς με δήλωση των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, ακόμα και ταυτοχρόνως με την δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση, αλλά και σιωπηρώς, με την κοινοποίηση κλήσεως για συζήτηση της υποθέσεως (Α.Π. 1673/2023, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 895/2020, Α.Π. 1257/2019, Α.Π. 392/2019, Α.Π. 1045/2017, ΑΠ 711/2015).
Από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα, ήτοι: 1) το υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2021 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξεως θανάτου που συντάχθηκε από τον ληξίαρχο του Δήμου Βέροιας, 2) το υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2021 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών που εκδόθηκε από τον ανωτέρω Δήμο, 3) το υπ' αριθμ. ...-2021 πιστοποιητικό περί μη δηλώσεως αποποιήσεως κληρονομίας του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Βέροιας, 4) το υπ' αριθμ. 13/17-1-20219 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Βέροιας περί δημοσιεύσεως της υπ' αριθμ. ...-2006 δημοσίας διαθήκης συνταχθείσης ενώπιον του συμβολαιογράφου Βέροιας Γ. Μ., και 5) το υπ' αριθμ. ...-2021 πιστοποιητικό του Γραμματέα του ανωτέρω Ειρηνοδικείου, περί δημοσιεύσεως της προαναφερθείσας δημόσιας διαθήκης, προκύπτει ότι ο τέταρτος αναιρεσίβλητος, Φ. Ε. Τ., απεβίωσε στις ..., δηλαδή μετά την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο προαναφερομένος κληρονομήθηκε εκ διαθήκης από τις μοναδικές πλησιέστερες συγγενείς του, Σ. Φ. Τ., σύζ. Γ. Π. (θυγατέρα του), Α. Φ. Τ. (θυγατέρα του) και Α. χα Φ. Τ., το γένος Σ. Χ. (σύζυγό του). Οι τελευταίες, υπό την ως άνω ιδιότητά τους, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, δήλωσαν ότι συνεχίζουν εκουσίως στο όνομά τους την βιαίως διακοπείσα δίκη (άρθρα 286 περ. α', 287 και 290 του Κ.Πολ.Δ.), ιδιότητα (κληρονόμων) η οποία ουδόλως αμφισβητείται.
Συνεπώς, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να ερευνηθεί και με την υπεισέλευση στην θέση του αρχικώς τετάρτου αναιρεσιβλήτου των προαναφερθεισών κληρονόμων του.
Η κρινόμενη, από 6-7-2010 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 19/13-7-2010), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 175/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001 - Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, κατ' άρθρον 22 του ανωτέρω νόμου (ΚΑΑΑ), ήτοι εντός ενός έτους από τη δημοσίευση στις 31-8-2009 της προσβαλλομένης αποφάσεως του Εφετείου, δεδομένου ότι, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, ότι έλαβε χώραν επίδοση της ανωτέρω αποφάσεως. Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με το διαδικαστικό ιστορικό της υποθέσεως, προκύπτει ότι η, ως άνω, προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την υπ' αριθμ. 105/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, που εκδόθηκε επί της με αριθμό ...-2004 αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου και των στην απόφαση αναφερομένων αιτήσεων, ανταιτήσεων και παρεμβάσεων, μεταξύ των οποίων και παρεμβάσεων - ανταιτήσεων των ήδη αναιρεσιβλήτων, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, καθορίσθηκε προσωρινή τιμή μονάδας αποζημιώσεως για τα απαλλοτριωθέντα αναγκαστικώς και για λόγους δημοσίας ωφελείας ακίνητα και τα επικείμενα τους, δυνάμει της υπ' αριθμ. 1075693/7374/0010/16-12-2002 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ, η οποία δημοσιεύθηκε στο με αριθμό 1145/24-12-2009 ΦΕΚ(τ.Δ), για την αναγκαστική απαλλοτρίωση εκτάσεως, συνολικού εμβαδού 46.364 τ.μ., που βρίσκεται στις περιοχές των Δήμων Αγίας Τριάδος και Κορεστείων Νομού Καστοριάς για την κατασκευή της Ε.Ο Σιάτιστας Κρυσταλλοπηγής του τμήματος "..." από Χ.Θ 0 + 211 έως Χ.Θ 1 + 764.
Στην συνέχεια, επί ασκηθεισών ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας α)με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...-2006 αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου και β)αιτήσεων, ανταιτήσεων και παρεμβάσεων λοιπών ιδιοκτητών απαλλοτριωθεισών ιδιοκτησιών και δικαιούχων αποζημιώσεως, που συνεκδικάστηκαν εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 175/2009, απόφαση, με την οποία καθορίσθηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως των επιδίκων ακινήτων των αναιρεσιβλήτων.
Από τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 2, 4, και 5 του Ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων" προκύπτει ότι ο καθού η αίτηση για τον προσδιορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων ακινήτων μπορεί να ασκήσει αντίθετη αίτηση, είτε με την κατάθεση και επίδοση αυτοτελούς δικογράφου, είτε με τις προτάσεις, οι οποίες, επί ποινή απαράδεκτου, πρέπει να κατατεθούν πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση της αιτήσεως.
Για τους διαδίκους, που δεν είναι παρόντες κατά την εκδίκαση της υποθέσεως, ως προς τους οποίους η συζήτηση προχωράει, σαν να ήταν παρόντες, εφόσον δεν είναι δυνατόν να υποβάλουν αίτηση ή ανταίτηση λόγω της απουσίας τους, καθώς και για τους διαδίκους που δεν υπέβαλαν ανταίτηση, παρότι ήταν παρόντες, δεν μπορεί να καθορισθεί από το Εφετείο οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως μεγαλύτερη από εκείνη, που καθορίσθηκε προσωρινώς από το Μονομελές Πρωτοδικείο, η οποία καθίσταται οριστική και δεν μπορεί να αυξηθεί.
Αν δε, παρ' όλα αυτά, καθορισθεί ως προς τους διαδίκους αυτούς τιμή οριστικής αποζημιώσεως μεγαλύτερη από εκείνη, που είχε ορισθεί προσωρινώς, συντρέχει λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 περ. α' του Κ.Πολ.Δ., γιατί επιδικάσθηκε κάτι που δεν ζητήθηκε (Α.Π. 682/2019, Α.Π. 1.259/2017, Α.Π. 1.236/2015, Α.Π. 844/2015). Ως αίτηση, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, θεωρείται η αίτηση, που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και επιφέρει εκκρεμοδικία και όχι η αίτηση για παραδοχή ενστάσεως ή λόγου εφέσεως. "Αίτηση", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 9 του Κ.Πολ.Δ., αποτελεί και η αίτηση, ενώπιον του Εφετείου, για καθορισμό οριστικής αποζημιώσεως για απαλλοτριωθέντα ακίνητα, με τα επ' αυτών επικείμενα και συστατικά (Α.Π. 1550/2021, Α.Π. 1297/2021, Α.Π. 588/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την ως άνω προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, που δίκασε την αίτηση του αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, με αίτημα τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως σε ποσά μικρότερα από εκείνα που είχαν καθορισθεί με την υπ' αριθμ. 105/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, καθόρισε, μεταξύ άλλων, οριστική τιμή μονάδας και για το ευρισκόμενο εντός οικισμού, με αριθμό ..., απαλλοτριωθέν ακίνητο του φερομένου ως ιδιοκτήτη και δικαιούχου της αποζημιώσεως τρίτου των αναιρεσιβλήτων και τότε έκτου (6ου) των καθών Η.
Γ. στο ποσό των 22 ευρώ το τ.μ. έναντι του ποσού των 18 ευρώ το τ.μ., που είχε καθορισθεί ως προσωρινή τιμή μονάδος αποζημιώσεως, χωρίς να υποβληθεί εκ μέρους του τελευταίου σχετικό αίτημα, αφού δεν παραστάθηκε κατά την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση της υποθέσεως. Έτσι, όμως, το Εφετείο, το οποίο καθόρισε για την με αριθμό ...
απαλλοτριωθείσα ιδιοκτησία οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως μεγαλύτερη από εκείνη, που είχε καθορισθεί προσωρινώς με την υπ' αριθμ. 105/2005 απόφαση του ως άνω Μονομελούς Πρωτοδικείου, χωρίς να έχει υποβληθεί αίτημα από τον ως άνω φερόμενο ως δικαιούχο της αποζημιώσεως και ερημοδικασθέντα έκτο των καθών στο Εφετείο και ήδη τρίτο αναιρεσίβλητο, υπέπεσε στην από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια. Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, που αφορά μόνον τον παραπάνω αναιρεσίβλητο, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 2 και 3 του ισχύοντος Συντάγματος και 1 του πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα δικαιώματα του ανθρώπου (ΕΣΔΑ), συνάγεται, ότι για τον προσδιορισμό της "πλήρους αποζημιώσεως" λαμβάνεται υπ' όψη η αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου κατά το χρόνο της πρώτης συζητήσεως ενώπιον του Δικαστηρίου της αιτήσεως καθορισμού (προσωρινού ή οριστικού, σε περίπτωση παραλείψεως του προσωρινού) της αποζημιώσεως αυτής, καθώς και η δαπάνη του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου, η οποία, ναι μεν, δεν συνδέεται αμέσως με την αξία του ακινήτου, είναι, όμως, συνέπεια της απαλλοτριώσεως της ιδιοκτησίας (Ολ.
Α.Π. 2/20215, Ολ. Α.Π. 8/1999). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 13 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) και 1 του Π.Δ/τος 24/1985, που καθορίζει τους όρους δομήσεως για τα εκτός σχεδίου πόλεως ακίνητα, προκύπτει ότι, για τον προσδιορισμό της αξίας των ακινήτων αυτών, αναγκαίο στοιχείο είναι και αν το απαλλοτριούμενο ακίνητο είχε πριν από την απαλλοτρίωση, ως δευτερεύοντα έστω προορισμό, την ανοικοδόμηση και πληρούσε τους επιτρεπόμενους όρους δομήσεως (δηλαδή είχε εμβαδόν 4.000 τετραγωνικών μέτρων, αν δεν είχε πρόσωπο σε οδό εθνική, επαρχιακή, δημοτική κ.λπ.) και αν ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλισιν (Α.Π. 320/2019, Α.Π. 78/2018, Α.Π. 588/2014, Α.Π. 669/2006, Α.Π. 155/2005).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στην διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 671/2020). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 736/2021).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ. Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 317/2022, Α.Π. 263/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 551/2021, Α.Π. 162/2020, Α.Π. 169/2019, Α.Π. 1339/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, επί συνεκδικάσεως της με αριθμό ...-2006 αιτήσεως του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου με αίτημα, μεταξύ άλλων και τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος των σ' αυτήν αναφερομένων απαλλοτριωθέντων ακινήτων, με τις ασκηθείσες παραδεκτώς με τις προτάσεις αιτήσεις των πρώτου, δέκατου πέμπτου, τεσσαρακοστού και τεσσαρακοστής πρώτης των καθών και ήδη πρώτου, δευτέρου, τετάρτου και πέμπτης, αντιστοίχως, των αναιρεσιβλήτων εκδόθηκε η προσβαλλομένη, υπ' αριθμ. 175/2009, απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας η οποία, ως προς το ενδιαφέρον για την αναίρεση μέρος της, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Με την 1075693/7374/0010/16-12-2002 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ που δημοσιεύθηκε στο με αριθμό 1145/24-12-2009 ΦΕΚ(τ.Δ), κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση μιας εκτάσεως, συνολικού εμβαδού 46.364 τ.μ., που βρίσκεται στις περιοχές των Δήμων Αγίας Τριάδος και Κορεστείων Νομού Καστοριάς για λόγους δημοσίας ωφέλειας και με δαπάνη του Δημοσίου και ειδικότερα για την κατασκευή της Ε.Ο Σιάτιστας Κρυσταλλοπηγής του τμήματος "..." από Χ.Θ 0 + 211 έως Χ.Θ 1 + 764.
Η ως άνω απαλλοτριούμενη έκταση και οι ιδιοκτησίες που περιλαμβάνονται σ' αυτήν εμφαίνονται στα σχετικά κτηματολογικά διαγράμματα και στους αντίστοιχους κτηματολογικούς πίνακες που συντάχθηκαν από τη Διεύθυνση Συγκ. Έργων τ.4ης ΠΥΔΕ-2Ης ΔΕΚΕ Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, τα οποία έχει συντάξει ο πολιτικός Μηχανικός Ν.
Τ. και έχει θεωρήσει την 8-6-2000, ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Δ12 του Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ, Κ. Δ. Τα ακίνητα, τα οποία απαλλοτριώνονται φέρουν τους παρακάτω αριθμούς κτηματολογικού πίνακα: 1, 4, .....8....14, .....Στην περιοχή της απαλλοτρίωσης ισχύει το αντικειμενικό σύστημα υπολογισμού της αξίας των ακινήτων, βάσει της 1107356/5685/Δ00ΤΎ/ ΠΟΛ 1219/16-11-1999 απόφασης Υπουργού Οικονομικών.
Με την 105/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημιώσεως των απαλλοτριωμένων και των επικείμενων προσδιορίσθηκε ως εξής: Α) για το έδαφος: α) .... β) ....γ).... και δ) στο ποσό των 18 ευρώ τμ για τις ιδιοκτησίες ΑΚΠ: 1,.... 4, 8 και 14..... Σύμφωνα με την 612/2005 έκθεση της Κτηματικής Υπηρεσίας Καστοριάς το με ΑΚΠ: .....8 ακίνητο βρίσκεται εντός των ορίων του οικισμού της Κορομηλιάς και τα με ΑΚΠ: 1,... 4....και 14 ακίνητα βρίσκονται εν μέρει εντός των ορίων του οικισμού.
Η αντικειμενική αξία για τα οικόπεδα εντός του οικισμού της Κορομηλιάς προσδιορίσθηκε στο ποσό των 5,80 ευρώ τμ. Τα υπόλοιπα ακίνητα είναι αγροί και βρίσκονται σαν κτηματική περιοχή ... στον δρόμο προς την Αλβανία. Υπάρχουν ορισμένα οικόπεδα, που δεν έχουν πρόσβαση σε οδό ενώ άλλα έχουν πρόσοψη σε αγροτικές οδούς.
Άλλα από αυτά είναι ξηρικά και άλλα ποτιστικά και βρίσκονται εντός του αρδευτικού δικτύου ΤΟΕ. Καλλιεργούνται, είτε με μονοετείς καλλιέργειες (σιτάρι καλαμπόκι) είτε με πολυετείς καλλιέργειες διαφόρων οπωροφόρων δένδρων. Οι νέες αντικειμενικές αξίες των απαλλοτριωμένων αγρών, σύμφωνα με το 536/2007 έγγραφο της κτηματικής Υπηρεσίας Ν.
Καστοριάς ανέρχονταν α) για τα τυφλά, ξηρικά με μονοετείς καλλιέργειες σε 0,36 ευρώ τμ, β) για τα τυφλά ξηρικά με πολυετείς καλλιέργειες σε 0,58 ευρώ τμ, γ) για το τυφλό ποτιστικό με μονοετείς καλλιέργειες 0,65 ευρώ τμ και για το τυφλό ποτιστικό με πολυετείς καλλιέργειες σε 1,04 ευρώ τμ δ) για τα έχοντα πρόσοψη σε αγροτική ή ιδιωτική οδό, ξηρικά με μονοετείς καλλιέργειες σε 0,40 ευρώ τμ και με πολυετείς καλλιέργειες σε 0,64 ευρώ τμ ε) για τα έχοντα πρόσοψη σε αγροτική οδό ιδιωτική οδό, ποτιστικά με μονοετείς καλλιέργειες σε 0,72 ευρώ τμ και με πολυετείς καλλιέργειες σε 1,15 ευρώ τμ.....Κατά την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Μ.
Ν. του Β., η αξία απαλλοτριωμένων......αγροτεμαχίων κυμαίνεται μεταξύ 25-30 ευρώ. Το Δικαστήριο εκτιμώντας όλα τα αναφερόμενα αποδεικτά μέσα και ειδικότερα τη θέση, έκταση, σχήμα την κατά προορισμό χρήση των ακινήτων την τυχόν πρόσοδό τους και το είδος καλλιέργειας, όσον αφορά τους αγρούς κρίνει ότι η πραγματική αξία των ακινήτων που απαλλοτριώνονται, δηλαδή, εκείνη, η οποία παρέχει τη δυνατότητα αντικαταστάσεώς τους με άλλα ισάξια, ανέρχεται κατά τον κρίσιμο χρόνο (14-1-2009) στο ακόλουθο κατά κατηγορία ποσό χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας τους μετά την εξαγγελία ή την κήρυξη της απαλλοτριώσεως ή την εκτέλεση του έργου, για την οποία αυτή έγινε, ή λόγω των ενεργειών των ιδιόκτητων στα ακίνητα μετά τη δημοσίευση της αποφάσεως απαλλοτριώσεως, εφόσον γνώριζαν την κήρυξή της:
Α) σε 22 ευρώ για το ακίνητο ΑΚΠ: 8, που βρίσκεται εξ ολοκλήρου εντός του οικισμού της Κολομηλιάς και σε 20 ευρώ για τα ακίνητα με ΑΚΠ: 1, 4, 14, που βρίσκονται εν μέρει εντός και εν μέρει εκτός του οικισμού....". Με τις παραδοχές αυτές, όμως, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στον καθορισμό της αξίας των με αριθμούς ..., 4 και 14 απαλλοτριωθέντων ακινήτων των ως άνω αναιρεσιβλήτων στο ποσόν των 20 ευρώ το τ.μ., για τα οποία αναφέρει ότι βρίσκονται "εν μέρει εντός και εν μέρει εκτός οικισμού", καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων, καθώς δεν αποσαφηνίζει αν το εντός ορίων οικισμού τμήμα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου προσέδιδε σ' αυτό οικοπεδική αξία στο σύνολό του.
Ειδικότερα, δεν διευκρινίζεται εάν αυτά έχουν, έστω και δευτερεύοντως, ως προορισμό την ανοικοδόμηση και εάν ήταν ή όχι άρτια και οικοδομήσιμα κατά παρέκκλιση, σε ποια έκταση ευρίσκονται εντός ή εκτός ζώνης οικισμού, εάν έχουν ή όχι πρόσοψη επί της οδού (εθνικής, επαρχιακής, κοινοτικής κ.λπ.), εάν πέραν της, κατά τα ως άνω, προσόψεως σε οδό ή ανεξαρτήτως αυτής οι πλευρικές διαστάσεις και το βάθος αυτών καθιστούσαν, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, δυνατή και σε ποιο βαθμό τη δόμησή τους και, εν τέλει, αν η προέχουσα χρήση τους ήταν γεωργική, σε ποια των αναφερομένων στην προσβαλλομένη απόφαση κατηγοριών αγροτικών υπαγόταν έκαστο τούτων.
Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια και γι' αυτό ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11, περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το Δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για την απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έτσι, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νομίμως προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 344/2020, Α.Π. 620/2019, Α.Π. 1169/2019, Α.Π. 70/2008, Α.Π. 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
Α.Π. 42/2002, Α.Π. 781/2022), διαμορφώνοντας το διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 781/2020, Α.Π. 1169/2019, Α.Π. 1/2018, Α.Π. 1874/2008), εφόσον, βεβαίως, προτάθηκαν παραδεκτώς στο Δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020). Ωστόσο, δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους.
Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός (Ολ.
Α.Π. 2/2008, Α.Π. 781/2022) και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020, Α.Π. 1167/2019). Μη λήψη υπ' όψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1167/2019, Α.Π. 798/2010 Α.Π. 22/2005), όχι, όμως και τα επίδικα (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 781/2020, Α.Π. 427/2020, Α.Π. 345/2020, Α.Π. 1167/2019).
Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το Δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος, αναφορά στα αποδεικτικά μέσα καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς να παραληφθεί κανένα (Ολ.
Α.Π. 8/2016, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά την βεβαίωση του Δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπ' όψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.
Α.Π. 2/2008, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020, Α.Π. 1034/2020, Α.Π. 705/2019, Α.Π. 412/2019).
Εξάλλου, ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα, από εκείνο που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας ή ότι το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1110/2020, Α.Π. 75/2016, Α.Π. 100/2007).
Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο προσάπτεται στο Εφετείο η, από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια και δη, ότι δεν έλαβε υπ' όψη το με επίκληση στην προσθήκη - αντίκρουση προσκομιζόμενο από το αναιρεσείον, προς αντίκρουση των αιτήσεων των ως άνω καθών - αναιρεσιβλήτων, με αριθμό πρωτ. 65/19.1.2009 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Καστοριάς.
Από τη βεβαίωση, όμως, της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι στην περί των πραγμάτων κρίση της κατέληξε, αφού έλαβε υπ' όψη όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, τα οποία λαμβάνονται υπ' όψη είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και αυτά που αφορούν την κήρυξη και τη διαδικασία της απαλλοτριώσεως, προκύπτει ότι λήφθηκε υπ' όψη το έγγραφο, στο οποίο αναφέρεται ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος.
Και είναι μεν αληθές ότι το Εφετείο δεν μνημονεύει ειδικώς το ως άνω έγγραφο, πλην, όμως, από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεώς προκύπτει με βεβαιότητα και χωρίς αμφιβολία, δηλαδή καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι έλαβε υπ' όψη και συνεκτίμησε αυτό μαζί με όλες τις λοιπές αποδείξεις, εφόσον ειδικώς αναφέρει μέρος του περιεχομένου του και, συγκεκριμένα, ότι τα ένδικα απαλλοτριωθέντα, με αριθμό ..., 4 και 14 ακίνητα των αναιρεσιβλήτων "βρίσκονται εν μέρει εντός και εν μέρει εκτός του οικισμού", χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφερθεί στις εξειδικεύσεις, που περιέχονται στο έγγραφο σχετικά με τα ακίνητα αυτά.
Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, κατά παραδοχή των πρώτου και δευτέρου αναιρετικών λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), μειωμένα, όμως, κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ.), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993), κατά τα, ειδικότερα, αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την από 6-7-2010 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 175/2009 τελεσιδίκου αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, καθο μέρος αφορά τους ήδη αναιρεσίβλητους 1)Ι. Β. του Ν. (... ακίνητο), 2)Β. Χ. του Χ. (... ακίνητο), 3)Η. Γ. του Σ. (... ακίνητο), 4)Φ. Τ. του Ε. (..., ακίνητο) και 5)Α. χήρα Β. Ι., το γένος Ε. Τ. (... ακίνητο).
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 175/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, κατά τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της παρούσας και αμέσως προηγουμένως κεφάλαια.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές.
Και Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β' αρχαιότερος Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ