Legislator Case Law & Legislation
1067/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the second ground is accessory to the rejected first ground.

Case Number 1067/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Greek State against a final judgment awarding compensation to a municipality for expropriated property. The appellant argued that the lower court erred by ruling the claim was contractual rather than real, which allegedly bypassed a mandatory pre-litigation procedure. The court held that since the first ground of appeal was rejected, the second ground was legally accessory and therefore inadmissible. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it is accessory to another ground that has been rejected without success.

Keywords

AI generated
accessory appeal grounds procedural inadmissibility expropriation compensation real vs contractual claim pre-litigation procedure costs of appeal Greek Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 564, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 566, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 561, number 2 of the Code of Civil Procedure
Article 8, paragraph 1 of Law 1539/1938
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 189, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22, paragraph 1 of Law 3693/1957
Article 5, paragraph 12 of Law 1738/1987

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 25/2003

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1067 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1067/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Κωνσταντίνα Μαρίνου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ (ΟΤΑ) με την επωνυμία "Δήμος Δίου - Ολύμπου Πιερίας", που εδρεύει στο Λιτόχωρο Πιερίας και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του ΟΤΑ με την επωνυμία "Δήμος Λιτοχώρου", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γκουντέλια.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-11-1991 αγωγή του ΟΤΑ με την επωνυμία "Δήμος Λιτοχώρου", στη θέση του οποίου έχει υπεισέλθει ήδη ο αναιρεσίβλητος "Δήμος Δίου - Ολύμπου Πιερίας", που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 171/1994 μη οριστική και 8/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2605/2019 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6-3-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 6-3-2020 (αρ. κατ.763/78/9-3-2020) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 2605/2019 οριστικής απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, αφού αντίγραφο αυτής επιδόθηκε στο αναιρεσείον την 7-2-2020 (βλ. την από 7-2-2020 σημείωση του δικαστικού επιμελητή περιφέρειας Εφετείου Αθηνών Γ. Κ. επί του αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης) και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στην γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης την 9-3-2020, ημέρα Δευτέρα, δηλαδή εντός της τελευταίας ημέρας της προβλεπομένης από το άρθρο 564 παρ.1 προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, εν όψει του ότι οι δύο προηγούμενες ημέρες (7η και 8η Μαρτίου 2020 δηλαδή Σάββατο και Κυριακή αντίστοιχα) είναι κατ'αρθρο 144 Κ.Πολ.Δ. εξαιρετέες (άρθρα 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την με αρ.3050/1990 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δημοσιεύτηκε νόμιμα, καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για την απαλλοτριωθείσα αναγκαστικά, δυνάμει της με αριθμό Μ 3553/844 Κυρ.

Πιερίας/21-1-1988 κοινής απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών υπέρ και με δαπάνες της δημόσιας επιχείρησης με την επωνυμία "Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος Ο.Σ.Ε.Α.Ε." και για λόγους δημόσιας ωφέλειας, έκταση, που βρίσκεται στην περιοχή του Νομού Πιερίας και εικονίζεται στο σχετικό κτηματολογικό διάγραμμα και αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα, στην οποία συμπεριλαμβάνονται και τμήματα των επιδίκων ακινήτων, ανήκοντα, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου ν.π.δ.δ., με την επωνυμία "Δήμου Δίου Ολύμπου", ως καθολικού διαδόχου του τ.

Δήμου Λιτοχώρου, στην κυριότητά του. Το τελευταίο, λόγω του ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης απείχε της έκδοσης απόφασης αναγνώρισής του ως δικαιούχου της ως άνω οριστικά καθορισθείσας για τα απαλλοτριωθέντα αναγκαστικά επίδικα ακίνητα αποζημίωσης, επειδή κατά την διαδικασία της απαλλοτρίωσης το Ελληνικό Δημόσιο ήγειρε δικαιώματα κυριότητας επ' αυτών (επιδίκων), άσκησε, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, κατά του Ελληνικού Δημοσίου και της δημόσιας επιχείρησης, με την επωνυμία "Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος Ο.Σ.Ε.

Α.Ε." και, κατά την τακτική διαδικασία, την από 12-11-1991 με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 2524/665/ΠΤ/91 αγωγή, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί, ως κύριος των επιδίκων ακινήτων, δικαιούχος της αποζημίωσης, που αναλογεί στα απαλλοτριωθέντα τμήματά τους. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 8/2017 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, με την οποία αυτή έγινε μερικά δεκτή.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, μεταξύ άλλων, η από 4-5-2017 με αριθμό κατάθεσης 38/2017 έφεση και ο από 1-10-2018 πρόσθετος λόγος έφεσης της δημόσιας επιχείρησης, με την επωνυμία "Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος Ο.Σ.Ε. Α.Ε.", ως και η από 28-4-2017 με αριθμό κατάθεσης 32/2017 έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε ο πρόσθετος λόγος έφεσης και έγιναν δεκτές οι παραπάνω εφέσεις, εξαφανίστηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και το δικαστήριο, στην συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, την δέχτηκε μερικά ως βάσιμη στην ουσία της και αναγνώρισε το αναιρεσίβλητο δικαιούχο της καθορισθείσης αποζημίωσης για τα ακίνητα που αναφέρονται σε αυτή.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του α.ν. 1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 του Εισαγωγικού Νόμου αυτού, όπως η διάταξη αυτή ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 24 του Ν. 2732/1999 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, λόγω του χρόνου άσκησης της κρινόμενης αγωγής: "Πας αξιών δικαίωμα κυριότητας ή άλλο πλην της νομής εμπράγματον δικαίωμα επ'ακινήτου κατεχομένου υπό του Δημοσίου οφείλει πριν ή υποβάλλει σχετικήν αγωγήν εις το αρμόδιο δικαστήριο να κοινοποιήσει δια δικαστικού κλητήρος προς το Δημόσιον αίτησιν περιλαμβάνουσαν τας αξιώσεις του, ήτοι το δικαίωμά του, το είδος, την έκτασιν, την ακριβή θέσιν ένθα κείται και τα όρια του αξιουμένου ακινήτου, τους τίτλους επί των οποίων στηρίζει το δικαίωμά του και τα ονόματα και την ακριβή διεύθυνσιν της κατοικίας των μαρτύρων, οίτινες δύναται να κατατέθωσιν υπέρ αυτού".

Κατά δε την παράγραφο 4 ίδιου άρθρου του ως άνω νόμου "Μόνον εξ μήνας μετά την επίδοσιν της ως άνω αιτήσεως ή εις την περίπτωσιν του δευτέρου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 11, μόνον μετά την λήξιν της υπό του κατά το άρθρο 10 συμβουλίου ταχθείσης κατά παράτασιν προθεσμίας, δύνανται οι εν παρ. 1 του παρόντος άρθρου μνημονευόμενοι, αν δεν λάβουν ειδοποίησιν περί της αποδοχής των αξιώσεών των εν όλω ή εν μέρει, να εγείρωσι αγωγήν".

Κατά το άρθρο 220 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., όπως η παράγραφος 1 ίσχυε, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 21 Ν. 3994/2011, (ΦΕΚ Α 165/25.7.2011) "Αγωγές, στις οποίες περιλαμβάνονται και αναγνωριστικές ή ανακοπές εμπράγματες, μικτές ή νομής, εκτός από τα Ασφαλιστικά μέτρα νομής, οι οποίες αφορούν ακίνητα, εγγράφονται ύστερα από αίτηση του ενάγοντος ή ανακόπτοντος στα βιβλία διεκδικήσεων του γραφείου της περιφερείας όπου βρίσκεται το ακίνητο μέσα σε τριάντα ημέρες από την κατάθεσή τους, διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτες".

Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 27 ν. 797/1971: "Το δικαστήριον προβαίνει εις αναγνώρισιν των δικαιούχων της αποζημιώσεως, επί τη βάσει των υποβληθέντων αυτώ κατά το άρθρον 24 παρ. 5 του παρόντος Ν.Δ. στοιχείων, ως και παντός στοιχείου, υποβαλλομένου αυτώ υπό των διαδίκων ή αυτεπαγγέλτως διερευνωμένου υπ' αυτού, δι' εκδόσεως οριστικής αποφάσεως, ενιαίας ως προς άπαντας τους αξιούντας δικαιώματα επί του απαλλοτριουμένου", ενώ κατά την παράγραφο 4 εδ.

α'του ίδιου άρθρου: "Το δικαστήριον απέχει του να εκδώση απόφασιν περί αναγνωρίσεως ενός ή πλειόνων δικαιούχων της αποζημιώσεως: α) Εάν εκ της διαδικασίας, ιδία μετά σχετικήν δήλωσιν του Δημοσίου, γενομένην επ' ακροατηρίω, προκύπτη ότι πιθανολογούνται σφόδρα κυριότης ή έτερον εμπράγματον δικαίωμα τούτου επί του απαλλοτριωθέντος.

Εν τοιαύτη περιπτώσει, τα εμπράγματα ταύτα δικαιώματα κρίνονται δικαστικώς κατά την τακτικήν διαδικασίαν, βάσει των οικείων διατάξεων του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας, κατόπιν επί τούτω αγωγής του Δημοσίου ή παντός αξιούντος να αναγνωρισθή δικαιούχος της αποζημιώσεως". Από τις παραπάνω διατάξεις, όπως ίσχυσαν, προκύπτει ότι την από το άρθρο 8 του α.ν. 1539/1938 "περί δημοσίων κτημάτων οριζόμενη προδικασία απαιτείτο να τηρήσει αυτός που αξίωνε δικαίωμα κυριότητος ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου, το οποίο κατείχε το Δημόσιο, αντίστοιχα δε την σχετική αγωγή όφειλε να εγγράψει κατ' άρθρο 220 Κ.Πολ.Δ.

στα βιβλία διεκδικήσεων του αρμόδιου γραφείου. Περαιτέρω, υπό την ισχύ του ν.δ.797/1971, αυτός που επιδιώκει την αναγνώριση του δικαιώματός του ως δικαιούχου της αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντος ακινήτου και αιτούμενος παρεμπιπτόντως, για να στηρίξει το δικαίωμά του τούτο, και την αναγνώριση, κατά τον χρόνο της απαλλοτριώσεως, της κυριότητός του επί του ακινήτου, όταν προσφεύγει στην τακτική διαδικασία, κατόπιν αποτυχίας του να αναγνωριστεί δικαιούχος της αποζημίωσης, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 27 ν.δ. 797/1971, στη διάταξη του οποίου ρητά αναφέρεται ότι τα προαναφερθέντα εμπράγματα δικαιώματα κρίνονται δικαστικώς....

κατόπιν αγωγής του δημοσίου ή παντός αξιούντος να αναγνωρισθεί δικαιούχος της αποζημιώσεως, δεν απαιτείται να τηρήσει προηγουμένως την ως άνω από το άρθρο 8 α.ν. 1539/1938 προδικασία, ούτε να προβεί στην εγγραφή της σχετικής αγωγής στα βιβλία διεκδικήσεων του αρμόδιου γραφείου. Δηλαδή υπό την ισχύ του ν.δ.797/1971 υποκείμενης αιτήσεως αναγνωρίσεως του αιτούντος ως δικαιούχου της οριστικώς καθορισθείσης αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντος ακινήτου δεν απαιτείτο η τήρηση της υπό της ως είρηται διατάξεως του άρθρου 8 α.ν.1539/1938 οριζόμενης προδικασίας. (Α.Π.970/1979, Α.Π.1003/1988).

Τούτο διότι υπό την ισχύ του ν.δ. 797/1971 το κύριο αντικείμενο της δίκης που εισάγεται με την αγωγή, με την οποία ζητείται η αναγνώριση του ενάγοντος ως δικαιούχου της καθορισθείσας λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης αποζημίωσης, είναι αυτή η ίδια η βαρύνουσα τον υπέρ ου η απαλλοτρίωση αποζημίωση και όχι η αναγνώριση της κυριότητας του ενάγοντος επί του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ζήτημα το οποίο το δικαστήριο εξετάζει παρεμπιπτόντως, όπως εξετάζει και άλλα παρεμπίπτοντα ζητήματα στα πλαίσια της δίκης αυτής, τα οποία αποτελούν τις νόμιμες προϋποθέσεις της αναγνώρισης του ενάγοντος ως δικαιούχου και του εναγομένου ως υποχρέου της αποζημίωσης.

Για τον ίδιο λόγο, εξάλλου, η αγωγή αυτή δεν υπόκειται σε εγγραφή στα βιβλία διεκδικήσεων κατ'άρθρο 220 Κ.Πολ.Δ. αφού πρόκειται περί αγωγής ενοχικού περιεχομένου με αίτημα την αναγνώριση του ενάγοντος δικαιούχου της καθορισθείσης για την ιδιοκτησία του που απαλλοτριώθηκε αποζημίωσης, ενώ παρεμπιπτόντως ερευνάται η κυριότητα επί του επιδίκου.(Α.Π.232/1995).

Από την ισχύ, από 6-5-2001, του κώδικα αναγκαστικών απαλλοτριώσεων ακινήτων (ν.2882/2001) μεταβλήθηκε το παραπάνω νομικό καθεστώς. Ειδικότερα κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 26 ν.2882/2001. "Η αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης γίνεται με δικαστική απόφαση, κατά την ειδική διαδικασία που ορίζεται με τις διατάξεις του παρόντος", ενώ κατά την παράγραφο 11 ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 132 παρ.2 Ν.4070/2012, ΦΕΚ Α 82/10.4.2012 "Το δικαστήριο απέχει να εκδώσει απόφαση αναγνώρισης των δικαιούχων της αποζημίωσης: α) εάν η κυριότητα του απαλλοτριωμένου ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτού πιθανολογείται ότι ανήκει στο Δημόσιο ... Εάν το δικαστήριο απόσχει να εκδώσει απόφαση αναγνώρισης του δικαιούχου της αποζημίωσης, η κυριότητα του απαλλοτριουμένου και τα άλλα εμπράγματα δικαιώματα επ' αυτού, κρίνονται κατά την τακτική διαδικασία".

Από τη διάταξη αυτή, κατά την γραμματική διατύπωση της οποίας, η κυριότητα του απαλλοτριουμένου και τα άλλα εμπράγματα δικαιώματα επ' αυτού κρίνονται κατά την τακτική διαδικασία, χωρίς αυτή να συνδέεται με την αξίωση αναγνώρισης του αιτούντος ως δικαιούχου της αποζημίωσης, προκύπτει, ότι στη δίκη που ανοίγεται μετά την αποχή του δικαστηρίου να εκδώσει απόφαση για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης, για τους ανωτέρω λόγους και η οποία (δίκη) διεξάγεται κατά την τακτική διαδικασία, κατόπιν σχετικής αγωγής του ενδιαφερομένου, κύριο αντικείμενο είναι η κυριότητα και τα άλλα εμπράγματα δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου ακινήτου, τα οποία κρίνονται στη δίκη αυτή, όχι δε η αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης, με παρεμπίπτον ζήτημα την κυριότητα, όπως συνέβαινε υπό το προισχύσαν νομικό καθεστώς.

Επομένως, στην περίπτωση αυτή ασκείται αξίωση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος επί του ακινήτου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, με αποτέλεσμα για το παραδεκτό της σχετικής αγωγής να απαιτείται η κατά το άρθρο 8 παρ. 1 του α.ν. 1539/1938, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 του ν. 2732/1999, (με την οποία τροποποίηση απαιτείται η τήρηση της από το άρθρο αυτό προβλεπομένης διαδικασίας ανεξαρτήτως κατοχής του επιδίκου από το Δημόσιο) προδικασία, προηγούμενη δηλαδή κοινοποίηση με δικαστικό επιμελητή προς το Δημόσιο αιτήσεως, που θα περιλαμβάνει τις αξιώσεις του αιτούντος, με τα αναφερόμενα στην ίδια διάταξη ειδικότερα στοιχεία, χωρίς την τήρηση της οποίας (προδικασίας) η αγωγή κηρύσσεται απαράδεκτη, κατά τη ρητή διάταξη του ανωτέρω άρθρου 8 παρ. 1 εδ.

τελ. του ν. 1539/1938. Περαιτέρω, ενόψει του κατά τα ανωτέρω κύριου αντικειμένου της διεξαγόμενης κατά την τακτική διαδικασία δίκης, μετά την αποχή του δικαστηρίου να εκδώσει απόφαση για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης, για το παραδεκτό της άνω αγωγής, η οποία έχει το χαρακτήρα εμπράγματης αγωγής περί ακινήτου, απαιτείται και η κατά το άρθρο 220 ΚΠολΔ εγγραφή αυτής στα σχετικά βιβλία διεκδικήσεων, άλλως είναι απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο (ΑΠ 2125/2014, ΑΠ 1054/2013, ΑΠ 201/2017).

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενο, ότι εσφαλμένα το δικαστήριο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, αν και δεν είχε τηρηθεί η προβλεπόμενη από την διάταξη του άρθρου 8 α.ν. 1539/1938 προδικασία και δεν είχε εγγραφεί αυτή στα βιβλία διεκδικήσεων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, διότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε κατά την τακτική διαδικασία, μετά την αποχή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης να αναγνωρίσει το ενάγον ν.π.δ.δ., κατ' άρθρο 27 ν.δ. 797/1971, δικαιούχο της αποζημίωσης που καθορίστηκε για την αναγκαστική απαλλοτρίωση των επιδίκων ακινήτων δηλαδή υπό το καθεστώς του ν.δ.797/1971, αντικείμενο δε αυτής ήταν η αναγνώριση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου ως δικαιούχου της δικαστικώς καθορισθείσης αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντων ακινήτων, με παρεμπίπτον ζήτημα την αναγνώριση της κυριότητάς του επ' αυτών κατά τον χρόνο της απαλλοτριώσεως σύμφωνα δε τα στην νομική σκέψη της παρούσας εκτιθέμενα, δεν απαιτείται η τήρηση της από το άρθρο 8 α.ν. 1539/1938 προβλεπομένης προδικασίας, ούτε η εγγραφή στα βιβλία διεκδικήσεων.

Επί επάλληλων αιτιολογιών (κυρίων ή επικουρικών), καθεμία από τις οποίες στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης

απόφασης, αν έστω και μία δεν πλήττεται ή δεν πλήττεται επιτυχώς, οι λόγοι της αναίρεσης που πλήττουν τις υπόλοιπες είναι αλυσιτελείς και, συνακόλουθα, απορριπτέοι (Ολ.ΑΠ 25/2003). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με τον ισχυρισμό, ότι το δικαστήριο αν και έκρινε με επάλληλη αιτιολογία, ότι σε κάθε περίπτωση και αν ακόμη ήθελε γίνει δεκτό, ότι η ένδικη αγωγή είναι εμπράγματη, δεν απαιτείται η τήρηση της προδικασίας του άρθρου 8 α.ν. 1539/1938, εξαιτίας της μη προβολής από τους εκκαλούντες του στοιχείου της κατοχής από το ελληνικό δημόσιο των επιδίκων ακινήτων, μη λαμβάνοντας υπόψη τον, αν και νομίμως προταθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι κατείχε τα επίδικα, ασκώντας πάνω σε αυτά τις αναφερόμενες διακατοχικές πράξεις.

Όμως, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε, με κύρια αιτιολογία, που αναφέρεται σ' αυτή, ότι η ένδικη αγωγή, είναι ενοχικής φύσεως και εκ του λόγου αυτού δεν απαιτείται η τήρηση της προδικασίας του άρθρου 8 α.ν. 1539/1938, ούτε η εγγραφή της στα βιβλία διεκδικήσεων. Η αιτιολογία αυτή, που δεν πλήττεται επιτυχώς με άλλο λόγο αναίρεσης (αφού ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος) στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Ο εξεταζόμενος, συνεπώς, αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής. Επομένως, μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Τέλος, το αναιρεσείον που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-3-2020 (με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 763/78/2020) αίτηση για αναίρεση της 2605/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Απριλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2022.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ