Appeal dismissed; acceptance of judgment bars subsequent appeal due to lack of legal interest.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a civil compensation judgment. The appellant had previously accepted the first-instance decision, which legally precluded the right to file a subsequent appeal due to a lack of legal interest. The court further rejected the appellant's claim that the lower court exceeded its discretionary power in setting the compensation amount, finding the award reasonable under the circumstances.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 298, 299, 573 para. 1 and 577 para. 1 and 2 of the Code of Civil Procedure; Acceptance of a judgment by the appellant constitutes a waiver of the right to appeal, rendering any subsequent appeal inadmissible due to lack of legal interest.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1067 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1067/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Καλλιόπη Πανά, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7η Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Ι. του Π., κατοίκου …, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Τζιώνα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: T. (Θ.) K. (Κ.) του N. (Ν.) που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευάγγελου Αθανασίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-3-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 16523/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2710/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-12-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 299, 573 παρ. 1 και 577 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο (μετέπειτα) αναιρεσείων μπορεί να αποδεχθεί την προσβαλλόμενη απόφαση, η αποδοχή δε αυτή έχει ως συνέπεια το απαράδεκτο της μετά ταύτα ασκηθείσας αίτησης αναίρεσης, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος, και υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης αυτής, χωρίς να απαιτείται γι` αυτό η τήρηση ορισμένου τύπου.
Επομένως, η αποδοχή μπορεί να γίνει είτε με την τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 297 του ΚΠολΔ (με δήλωση η οποία καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο το οποίο επιδίδεται στον αντίδικο), είτε σιωπηρά, με πράξεις από τις οποίες υποδηλώνεται σαφώς η προς τούτο βούληση. Μετά όμως από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, δεν χωρεί σιωπηρή αποδοχή της απόφασης, αλλά μόνον ρητή, δηλαδή κατά τους διαγραφόμενους στο άρθρο 297 ΚΠολΔ τρόπους, καθόσον η αποδοχή στην περίπτωση αυτή υποδηλώνει παραίτηση από την ήδη ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης, η οποία δεν μπορεί να γίνει σιωπηρά.
Εξ άλλου, δεν συνιστά σιωπηρή αποδοχή της απόφασης η εκ μέρους του οφειλέτη - μετέπειτα αναιρεσείοντος καταβολή του συνόλου των επιδικασθέντων με την προσβαλλόμενη απόφαση χρηματικών ποσών στον δικαιούχο - μετέπειτα αναιρεσίβλητο, αφού η καταβολή των επιδικασθέντων, έστω και με αναγνωριστική διάταξη, χρηματικών ποσών, γίνεται προδήλως προς αποφυγή των από τη μη πληρωμή συνεπειών, ήτοι της αναγκαστικής εκτέλεσης (με την έκδοση διαταγής πληρωμής επί αναγνωριστικής απόφασης) ή την επιβάρυνση με τόκους υπερημερίας (ΑΠ 750/2020, ΑΠ 113/2016, ΑΠ 1306/2014, ΑΠ 1268/2009).
Ακόμη, κατά το άρθρο 570 § 1 ΚΠολΔ "Οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων. Οι διάδικοι καταθέτουν τις προτάσεις τους είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο".
Η διάταξη αυτή αναφέρεται πρωτίστως στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος προβάλλει ενστάσεις κατά του παραδεκτού και εμπροθέσμου της αναιρέσεως. Αν όμως οι προτεινόμενες ενστάσεις λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως, με βάση γεγονότα που προκύπτουν από αυτεπάγγελτη έρευνα του υλικού της αναιρετικής δίκης, ο Άρειος Πάγος θα τις ερευνήσει παρά το εκπρόθεσμο των προτάσεων (ΑΠ 704/2020, ΑΠ 117/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση υπόκειται προς κρίση η από 14-12-2018 αίτηση αναιρέσεως της 2710/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο αναιρεσίβλητος ισχυρίζεται με τις από 7.1.2020 προτάσεις του, ότι η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθόσον ο αναιρεσείων, πριν από την άσκηση αυτής, είχε αποδεχθεί σιωπηρά την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως συνάγεται από το ότι αυτός κατέβαλε ήδη σε αυτόν το σύνολο του επιδικασθέντος αναγνωριστικά με την προσβαλλόμενη απόφαση ποσού, με την κατάθεση του ποσού των 10.000 ευρώ στο λογαριασμό μισθοδοσίας του, προς πλήρη και ολοσχερή εξόφληση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης. Από το γεγονός όμως αυτό δεν μπορεί να συναχθεί σιωπηρά αποδοχή της απόφασης εκ μέρους του αναιρεσείοντος καθόσον η καταβολή έγινε προδήλως προς αποφυγή των συνεπειών από την μη πληρωμή. Επομένως, ο περί απαραδέκτου της ένδικης αίτησης αναίρεσης ισχυρισμός του αναιρεσίβλητου πρέπει ν` απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
2. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 551/1915, εργατικό ατύχημα θεωρείται κάθε βίαιο συμβάν που πλήττει το μισθωτό κατά την εκτέλεση της εργασίας του ή εξ αφορμής αυτής και επιφέρει είτε το θάνατό του είτε ανικανότητα αυτού προς εργασία για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων ημερών, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία ο παθών προκάλεσε με δόλο το ατύχημα.
Εφ` όσον επέλθουν οι δυσμενείς συνέπειες του ατυχήματος, δημιουργείται προεχόντως αξίωση του παθόντος για αποκατάσταση της υλικής, θετικής ή αποθετικής ζημίας αυτού (ΑΚ 297, 298, 330 ή 914 και 919) που ρυθμίζεται με ειδικό τρόπο στην εργατική και ασφαλιστική νομοθεσία (άρθρα 16 του ν. 551/1915, 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951).
Παράλληλα, όμως, προς την αξίωση για αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας δημιουργείται και αξίωση για αποκατάσταση της μη περιουσιακής ζημίας του παθόντος εργαζομένου (ή των μελών της οικογένειάς του, σε περίπτωση θανάτου), με την εκ μέρους του εργοδότη, που ευθύνεται και για τις πράξεις ή παραλείψεις των προσώπων στα οποία αναθέτει την εκπλήρωση των εργοδοτικών του υποχρεώσεων (ήτοι των "προστηθέντων", ΑΚ 922), καταβολή χρηματικής ικανοποίησης για την ανακούφιση ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (ΑΚ 299, 932).
Η αξίωση αυτή είναι αδικοπρακτική (ΑΚ 914). Ως παράνομη συμπεριφορά του εργοδότη νοείται και η παραβίαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας υπέρ της ζωής και της υγείας (ΑΚ 662), την οποία αυτός υπέχει έναντι του εργαζομένου και την οποία οφείλει να εκπληρώνει με την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, σύμφωνα με την κοινή αντίληψη για καλόπιστη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων.
Η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση προϋποθέτει ότι στο εργατικό ατύχημα συνετέλεσε πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων αυτού, ήτοι οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι απαραίτητα η ειδική αμέλεια που περιγράφεται στο άρθρο 16 παρ.1 του ν. 551/1915 (ΟλΑΠ 1117/1986). Και, επί πλέον, η αξίωση αυτή προϋποθέτει ότι υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στο πταίσμα και στην επέλευση της ζημίας, με την έννοια ότι, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το δυσμενές αποτέλεσμα δεν θα ήταν δυνατό να επέλθει χωρίς την παράνομη συμπεριφορά του εργοδότη (ΑΠ 370/2018).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 71 AK: "Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης. Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επιπλέον εις ολόκληρον".
Από την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό και με αυτές των διατάξεων των άρθρων 65 παρ.1 και 67 του ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες, αντίστοιχα, "το νομικό πρόσωπο διοικείται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα" και "όποιος έχει τη διοίκηση νομικού προσώπου, φροντίζει τις υποθέσεις του και το αντιπροσωπεύει δικαστικά και εξώδικα.,.", συνάγονται τα ακόλουθα:
Α) Οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικώς των νομικών προσώπων για πράξη ή παράλειψη ουσιαστικώς αφορούν τα διοικούντα και εκπροσωπούντα αυτά όργανα, ήτοι τα φυσικά πρόσωπα δια των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις τους και ενσαρκώνεται η βούληση τους (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 641/2011) Β) Εφόσον τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα, παραβιάσουν υπαιτίως με πράξη ή παράλειψη κανόνα που επιβάλλει επιταγή ή απαγόρευση στο νομικό πρόσωπο, τότε ευθύνονται και αυτά προσωπικά από αδικοπραξία.
Εξομοιώνεται δηλαδή η υπαίτια παράβαση από τα όργανα αυτά νόμιμης υποχρέωσης του νομικού προσώπου με υπαίτια παράβαση ίδιας νόμιμης υποχρέωσης. Κατά συνέπεια, τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα φέρουν προσωπική αδικοπρακτική ευθύνη για τις υπαίτιες παραβάσεις νομίμων υποχρεώσεων τόσο των ιδίων, όσο και των νομικών προσώπων (ΑΠ 253/2013).
Γ) Σε περίπτωση αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου, δεν απαιτείται εξειδίκευση των επιμέρους αρμοδιοτήτων και της προσωπικής στάσεως εκάστου μέλους της διοικήσεως για την κατ` αρχήν θεμελίωση της δικής του υποχρεώσεως προς αποζημίωση του βλαβέντος εκ του αδικήματος και Δ) Το μέλος της διοικήσεως δύναται να επικαλεσθεί με ένσταση, (την οποία και βαρύνεται να αποδείξει), ότι για ειδικούς λόγους δεν είναι προσωπικώς υπαίτιο για την διάπραξη του αδικήματος και την εντεύθεν ζημία του παθόντος, για την οποία ευθύνεται το νομικό πρόσωπο( ΑΠ 627/2009).
Αν το νομικό πρόσωπο είναι ανώνυμη εταιρία, το όργανο εκπροσωπήσεως και διοικήσεως αυτής, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ.1 και 22 παρ-1εδ. α` του Κώδικα νόμων 2190/1 920"περί ανωνύμων εταιρειών", είναι το διοικητικό της συμβούλιο, το οποίο δρα με συλλογικό τρόπο και είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας, στη διαχείριση της περιουσίας της και γενικά στην επιδίωξη του εταιρικού σκοπού.
Η διάκριση των μελών του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρίας σε εκτελεστικά και μη εκτελεστικά ρυθμίζει προεχόντως την εσωτερική ευθύνη των οργάνων της ανώνυμης εταιρείας έναντι αυτής και των μετόχων και όχι την εξωτερική τους ευθύνη έναντι των τρίτων που ρυθμίζεται από τις εκάστοτε εφαρμοστέες γενικές ή ειδικές διατάξεις του αστικού δικαίου (ΑΠ 472, 370/2018).
3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ ΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).
4.Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση παραδεκτώς επισκοπούμενη (ΚΠολΔ 561 αρ. 2), δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα :Ότι η πρώτη εναγόμενη εταιρεία, η οποία, ήδη, κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής, έχει απορροφηθεί από την εταιρεία με την επωνυμία "I & C Ανώνυμη Φαρμακευτική και Εκτυπωτική Εταιρεία", δραστηριοποιείται στην εκτύπωση διαφημιστικών εντύπων διαφόρων επιχειρήσεων όλης της χώρας με έδρα τη βιομηχανική περιοχή της Πυλαίας Θεσσαλονίκης, ενώ ο δεύτερος εναγόμενος, κατείχε τη θέση του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της.
Ότι το έτος 2004 προσέλαβε τον ενάγοντα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης, προκειμένου να εργασθεί ως βοηθός βιβλιοδέτη. Ότι από την αρχή της πρόσληψής του, τα καθήκοντα του ενάγοντος, κατά τη διάρκεια της βάρδιας του, συνίσταντο κατά βάση στον τομέα της εκτύπωσης και της βιβλιοδεσίας των διαφημιστικών εντύπων, μεταξύ των οποίων ήταν και η διαδικασία της δίπλωσης του χαρτιού.
Ότι για την εργασία αυτή θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει τη διπλωτική μηχανή, η οποία αποτελείται από τρία τμήματα. ¨ Το τμήμα I περιλαμβάνει το σημείο τροφοδοσίας των ανοιχτών φυλλαδίων προς δίπλωση. Στο τμήμα II γίνεται η δίπλωση των φυλλαδίων, που επιτυγχάνεται από δύο ζεύγη αντίρροπα περιστρεφόμενων διπλωτικών κυλίνδρων που ευρίσκονται στο πάνω και στο κάτω μέρος της μηχανής και με τη χρήση μεταλλικών (ρυθμιστικών) πλαισίων (τσέπες).
Στο τμήμα III το χαρτί προωθείται μέσω ιμάντων ώστε να σταματήσει στο επιθυμητό σημείο τερματισμού. Ότι στη συγκεκριμένη μηχανή η μέθοδος εργασίας ακολουθούσε τις εξής φάσεις: Ο εργαζόμενος τροφοδοτούσε τη μηχανή με τα φυλλάδια στο τμήμα I, παρακολουθούσε τη διαδικασία και παραλάμβανε το διπλωμένα φυλλάδια στο τέλος της διαδικασίας από το τμήμα III.
Ότι κατά τη διάρκεια της επεξεργασίας παρέμβαινε, μόνο, όταν σταματούσε η διαδικασία της δίπλωσης, λόγω εμπλοκής του χαρτιού, σε κάποιο κύλινδρο δίπλωσης στο τμήμα II. Ότι η ενδεδειγμένη διαδικασία απεμπλοκής της μηχανής σε περίπτωση εσφαλμένης φόρτωσης - υπερφόρτωσης της μηχανής ήταν η διακοπή της λειτουργίας της.
Ότι οι εργαζόμενοι σ' αυτή την εργασία -διαδικασία δίπλωσης λειτουργούσαν χωρίς την απαιτούμενη οργάνωση και εποπτεία, για την προστασία τους και την ασφάλεια τους. Ότι δεν είχε εξασφαλισθεί, σε περίπτωση εμπλοκής του χαρτιού, ασφαλής εργασιακή πρακτική, μέσω κατηγορηματικών εντολών, ενημέρωσης και εποπτείας από υπεύθυνο άτομο.
Ότι την 20-04-2012 ο ενάγων είχε λάβει εντολή, από τον υιό του δεύτερου εναγομένου, Π. Ι., να διπλώσει 46.000 διαφημιστικά φυλλάδια, εντός της οκτάωρης εργασίας του, με βάση το πρόγραμμα εργασίας, που εκπονούσε η εργοδότρια εταιρεία. Ότι για την επιτυχή ολοκλήρωση της διαδικασίας δίπλωσης απαιτείτο να εργάζεται σε εξαιρετικά γρήγορο ρυθμό κατά τη διάρκεια της νύχτας και μόνο αν δεν υπήρχε, κατά την διαδικασία, καθυστέρηση, από τα μπλοκαρίσματα των φυλλαδίων στους κυλίνδρους της μηχανής.
Ότι περί ώρα 22:30 μ.μ. και ενώ ο ενάγων εργαζόταν, ήδη, για διάστημα τριών ωρών διαπίστωσε, ότι υπήρξε μπλοκάρισμα της μηχανής, εξαιτίας ενός τσαλακωμένου φυλλαδίου, που ενεπλάκη ανάμεσα στους κυλιόμενους μεταλλικούς κυλίνδρους αυτής (μηχανής). Ότι η εμπλοκή έγινε στο τμήμα II στους περιστρεφόμενους κυλίνδρους του κάτω τμήματος της μηχανής, οι οποίοι βρίσκονται πίσω από τα μεταλλικά πλαίσια (τσέπες).
Ότι ο ενάγων, πιεζόμενος χρονικά, για την άμεση εκτέλεση της παραγγελίας, που του δόθηκε έσκυψε στο κάτω μέρος της μηχανής, έστριψε έναν μαύρο μοχλό, που υπάρχει στο σημείο αυτό, προκειμένου να ελευθερωθεί η μία τσέπη και να αφαιρεθεί από τη θέση της. Ότι μετά από αυτό η πρόσβαση στους κυλίνδρους, μεταξύ των οποίων είχε εμπλακεί το φυλλάδιο, ήταν ελεύθερη.
Ότι ο παθών τράβηξε το φυλλάδιο με το δεξί του χέρι και τότε η μηχανή άρχισε αυτόματα να επαναλειτουργεί. Ότι τη στιγμή εκείνη το χέρι του παθόντα, που δεν πρόλαβε να το τραβήξει συμπαρασύρθηκε στην περιστροφή, με αποτέλεσμα να εγκλωβιστεί ο αντίχειρας ανάμεσα στους δύο κυλίνδρους και να αποκοπεί βιαίως ο αντίχειρας του δεξιού χεριού και να υποστεί ακρωτηριαστικό τραύμα αντίχειρα (ΔΕ).
Ότι το ατύχημα αυτό του ενάγοντος χαρακτηρίζεται ως εργατικό, διότι πρόκειται για βίαιο συμβάν, που συνέβη από εξωτερικά αίτια, με αφορμή και κατά τη διάρκεια της εργασίας του, το οποίο ανήγγειλε η εργοδότρια εταιρεία στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, εκπρόθεσμα την 30-4-2012, κατά παράβαση του άρθρου 43, παρ. 2α του Κώδικα Νόμων, για την Υγεία και την Ασφάλεια (Ν. 3850/2010, Φ.Ε.Κ. 84/Α/02-06-2010).
Ότι κατά την από 3-8-2012 έκθεση αυτοψίας εργατικού ατυχήματος των Επιθεωρητριών Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία του ΚΕΠΕΚ Μακεδονίας - Θράκης Δ. Π. και Μ. Κ., το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε έλλειψη μέτρων ασφαλείας και δη (επί λέξει): "το παραπάνω ατύχημα οφείλεται σε έλλειψη μέτρων ασφαλείας και σε εσφαλμένη εργασιακή πρακτική.
Θα είχε δε πιθανόν αποφευχθεί αν υπήρχε σύστημα ώστε να σταματά πλήρως την κίνηση των περιστρεφόμενων κυλίνδρων πριν την πρόσβαση του εργαζομένου σε αυτούς και αν η μηχανή που σταμάτησε λόγω της εμπλοκής του φυλλαδίου δεν ξεκινούσε αυτόματα με την απομάκρυνση αυτού αλλά μόνο με ηθελημένη ενέργεια του εργαζόμενου και με χειρισμό ειδικού κομβίου που προβλέπεται για την έναρξη λειτουργίας της μηχανής.
Επιπρόσθετα το ατύχημα πιθανόν να είχε αποφευχθεί αν η οργάνωση της παραγωγής ήταν ανάλογη (ρυθμός εργασίας) και εφαρμοζόταν ασφαλέστερη εργασιακή πρακτική με κατάλληλη ενημέρωση και εκπαίδευση του εργαζόμενου ώστε πριν την επέμβασή του διέκοπτε πλήρως την λειτουργία της μηχανής από το κεντρικό διακόπτη".
Ότι κατά το χρόνο σύνταξης της έκθεσης αυτοψίας η διπλωτική μηχανή είχε τεθεί εκτός λειτουργίας, καθώς είχε ήδη αντικατασταθεί από άλλη νεότερης τεχνολογίας. Ότι το ένδικο εργατικό ατύχημα και οι από αυτό προκληθείσες συνέπειες, οφείλονται κυρίως, στις συγκλίνουσες αμελείς συμπεριφορές: α) της εργοδότριας ανώνυμης εταιρίας, την οποία βάρυνε η υποχρέωση πρόνοιας, προς τον εργαζόμενό της ενάγοντα (άρθ. 662 ΑΚ), συνισταμένη, μεταξύ άλλων, στη λήψη των κατάλληλων μέτρων προς αποφυγή εργατικού ατυχήματος και βλάβης της ζωής και της υγείας του και ειδικότερα, κατά την εργασία του σε διπλωτική μηχανή, σε περίπτωση εμπλοκής χαρτιού στην παραγωγική διαδικασία, δεν έλαβε τα κατάλληλα προστατευτικά μέτρα, για την αποτροπή του κινδύνου τραυματισμού του, χωρίς καμία προειδοποίηση, για τους κινδύνους, που μπορούσαν να επέλθουν, για την εκτελούμενη εργασία και χωρίς σαφείς προφορικές και γραπτές εντολές προς τους εργαζομένους της, που να επισημαίνουν την ορθή εφαρμογή των οδηγιών χρήσεως της μηχανής και θα αποτελούσαν μια πάγια ασφαλή εργασιακή πρακτική και είχε επιπρόσθετη νομική υποχρέωση, πηγάζουσα από την αρχή της καλής πίστης (αρθ. 281, 288 ΑΚ) να λάβει κάθε μέτρο αναγκαίο και πρόσφορο, για την αποτροπή του ενδεχόμενου κινδύνου και της ακολουθούσας σωματικής βλάβης των εργαζομένων της, και β) του δευτέρου των εναγομένων, ο οποίος, ως καταστατικό όργανο της πρώτης εναγομένης, σύμφωνα με.
όσα εκτέθηκαν παραπάνω είχε υποχρέωση, εκ της ως άνω ιδιότητάς του (71 ΑΚ), να φροντίσει για την τήρηση των κανόνων ασφαλείας εντός του χώρου εργασίας και να ρυθμίσει τον τρόπο εκτέλεσης της εργασίας των εργαζομένων του, έτσι ώστε να μην κινδυνεύει η ζωή και η σωματική τους ακεραιότητα. Συγκεκριμένα δεν φρόντισε να λάβει τα αναγκαία μέτρα, για την προστασία της υγείας και ασφάλειας του ως άνω εργαζόμενου, ενημερώνοντας και καταρτίζοντάς τον στην τήρηση των κανόνων ασφαλείας αλλά του ανάθεσε την ανωτέρω εργασία παρέχοντας του υποτυπώδη εκπαίδευση και ενημέρωση και ότι εφήρμοσε τέτοια εργασιακή πρακτική προκειμένου να επιταχυνθεί η παραγωγική διαδικασία, που ο ανωτέρω εργαζόμενος απαιτείτο να εργάζεται σε εξαιρετικά γρήγορο και αγχωτικό ρυθμό, για την επίτευξη των στόχων, κατά τη διάρκεια της νύχτας, αποτρέποντάς τον, κατά τον τρόπο αυτό, να εφαρμόζει, κατά γράμμα, τις οδηγίες χρήσεως της διπλωτικής μηχανής, σε περίπτωση εμπλοκής χαρτιού, προς αποφυγή καθυστερήσεων στην παραγωγική διαδικασία.
Ότι όφειλε, ως εκ της θέσεώς του, να του δώσει σαφείς και συγκεκριμένες οδηγίες στα πλαίσια της προλήψεως των επαγγελματικών κινδύνων, μεταξύ των άλλων, σε περίπτωση μπλοκαρίσματος του ως άνω μηχανήματος, να μη τραβά το κολλημένο φυλλάδιο χωρίς να σταματήσει τη λειτουργία του μηχανήματος, και παράλληλα να τον ελέγχει και να βεβαιωθεί ότι τις τηρούσε, ως προς τον ασφαλή και ακίνδυνο τρόπο εκτελέσεως της εργασίας του, όπως είχε υποχρέωση.
Ότι, πέραν της παράβασης του άρθρου 662 ΑΚ, το ως άνω αρμόδιο όργανο της εργοδότιδας του παθόντος, και συγκεκριμένα ο δεύτερος εναγόμενος, παρέβη υπαιτίως κατά την εκτέλεση των ανατεθειμένων καθηκόντων του και ειδικές διατάξεις διαταγμάτων, για τους όρους ασφαλείας εργαζομένων και δη, τις διατάξεις του Π.Δ. 395/1994 (άρθρο 9, παράρτημα 1, παρ. 2.13, 2.14, 2.15 και 2.23), που προβλέπουν, ότι, για την εκτέλεση των εργασιών παραγωγής, ρύθμισης και συντήρησης του εξοπλισμού εργασίας, οι εργαζόμενοι πρέπει να έχουν ασφαλή πρόσβαση και παραμονή σε όλα τα σημεία, όπου χρειάζεται στην επιχείρηση της πρώτης εναγομένης.
Συγκεκριμένα, ο δεύτερος εναγόμενος, που ασκούσε την άμεση εποπτεία όλου του προσωπικού της επιχείρησης και όφειλε να επιμελείται για τη νόμιμη λειτουργία της πρώτης εναγομένης εταιρίας στον τομέα της παραγωγικής διαδικασίας, καθώς και να λαμβάνει τα απαιτούμενα μέτρα για την προστασία των εργαζομένων, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα, ώστε ο εξοπλισμός να έχει κατάλληλη συντήρηση και επιπλέον να διατηρείται σε επίπεδα τέτοια, ώστε, αν υπάρχουν κίνδυνοι ατυχήματος, λόγω επαφής με κινούμενα μηχανικά στοιχεία του εξοπλισμού εργασίας, να υπάρχει σύστημα, που να μην επιτρέπει τη θέση εκ νέου σε λειτουργία του εν λόγω εξοπλισμού εργασίας, μετά από διακοπή, χωρίς την προηγούμενη εκούσια ενεργοποίηση του συστήματος, με αποτέλεσμα στις 20-04-2012 ο εν λόγω εργαζόμενος να ξεκινήσει την εργασία του στις 19:30 μ.μ., έχοντας 46.000 διαφημιστικά φυλλάδια να διπλώσει, ως το πρωί της επόμενης ημέρας σε διπλωτική μηχανή παλαιάς τεχνολογίας, η οποία δεν συντηρείτο τακτικά και καταλλήλως και στην οποία εμπλέκοντο χαρτιά στους κυλίνδρους συχνά, ήτοι 10 με 15 φορές ανά βάρδια, ο δε εργαζόμενος, στον οποίο ασκείτο πίεση, για την επίτευξη του στόχου, άνευ καθυστερήσεων, αναγκάστηκε να αφαιρέσει το χαρτί, που ήταν μπλοκαρισμένο στους κυλίνδρους και που διέκοψε τη λειτουργία της μηχανής, χωρίς προηγουμένως να πατήσει το πλήκτρο stop, όταν δε το χαρτί απεμπλάκη από τους κυλίνδρους άρχισε η μηχανή να επαναλειτουργεί αυτόματα συμπαρασύροντας στην περιστροφή της και τον αντίχειρα του δεξιού χεριού του εργαζομένου, εγκλωβίζοντας τον ανάμεσα σε δύο κυλίνδρους και προξενώντας του τραύμα, που εν τέλει οδήγησε στον ακρωτηριασμό του.
Ότι ο εκτιθέμενος εργαζόμενος πρέπει να έχει το χρόνο και τα μέσα να αποφεύγει τους κινδύνους που δημιουργεί η εκκίνηση ή η παύση λειτουργίας του εξοπλισμού εργασίας Ότι οι παραλείψεις αυτές των μέτρων ασφαλείας, που είναι υπαίτιες (αμέλεια, όπως εξειδικεύτηκε παραπάνω) και τελούν σε αιτιώδη συνάφεια προς το επελθόν αποτέλεσμα, αφού, όπως προεκτέθηκε, είναι πρόσφορες να οδηγήσουν στο επελθόν αποτέλεσμα, αποτελούν την, κατά το άρθρο 914 του ΑΚ, παράνομη συμπεριφορά, ως προϋπόθεση της αδικοπραξίας.
Τα παραπάνω δεν ανατρέπονται, από το ότι, ο δεύτερος εναγόμενος, με την με αριθμό 10188/2017 απόφαση του Γ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, αθωώθηκε της κατηγορίας, για την ανωτέρω σωματική βλάβη, καθόσον η εν λόγω απόφαση δεν παράγει δεδικασμένο και δεν δεσμεύει το πολιτικό δικαστήριο. Αυτή, όμως παραδεκτά, εν προκειμένω, το παρόν δικαστήριο, εκτίμησε, για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, πλην όμως κατέληξε σε διαφορετικό αποτέλεσμα, διότι αν και δεχόμενη τις αυτές συνθήκες, κάτω από τις οποίες έγινε το ατύχημα δεν απέδωσε με βεβαιότητα αμέλεια στο δεύτερο εναγόμενο.
Ότι συνυπαίτιος, στην επέλευση του επιδίκου ατυχήματος και του εντεύθεν τραυματισμού του είναι και ο ίδιος ο ενάγων ο οποίος είχε γνώση του κινδύνου που διέτρεχε με το να προβεί στη συγκεκριμένη ενέργεια του, χωρίς να διακόψει τη λειτουργία του μηχανήματος, και παρά ταύτα από υπερεκτίμηση της εμπειρίας του, λόγω της μακροχρόνιας απασχόλησης του στη χρήση της συγκεκριμένης μηχανής, αλλά και εκτιμώντας τον κίνδυνο τυχόν απολύσεως του από την μη επίτευξη του παραγωγικού αποτελέσματος κατά την εντολή του αρμοδίου οργάνου της εργοδότιδάς του, δεν επέδειξε την προσήκουσα προσοχή και επιμέλεια, ως προς τα ληπτέα μέτρα, που αυτός όφειλε να τηρήσει, κατά την εκτέλεση της εργασίας του, για την αποτροπή ατυχήματος :
Ενόψει των παραπάνω βαρύνεται και ο εκκαλών, με συνυπαιτιότητα, για την πρόκληση του ατυχήματος και τον εντεύθεν τραυματισμό του, προσδιοριζόμενη, κατά ποσοστό 30%, κατά το υπόλοιπο, δε, ποσοστό 70%, βαρύνεται ο δεύτερος εφεσίβλητος, νόμιμος εκπρόσωπος της εργοδότριας εταιρείας, κατά (μερική) παραδοχή της οικείας ενστάσεως συντρέχοντος πταίσματος (ΑΚ 300), που παραδεκτά πρόβαλε ο εφεσίβλητος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επαναφέρει με τις προτάσεις του και η οποία (συνυπαιτιότητα) λαμβάνεται υπόψη, για τον προσδιορισμό της χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης του εκκαλούντος.
Ότι περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, μετά το ατύχημα διακομίστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης "ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ", όπου εισήχθη στο τμήμα ορθοπεδικής και στον ακρωτηριασμένο αντίχειρα - ο οποίος δεν περισυλλέχθη, ώστε να γίνει χειρουργική επανασυγκόλλησή του - έγινε διαμόρφωση κολοβώματος. Ότι ο ενάγων νοσηλεύτηκε στο ως άνω νοσοκομείο μέχρι την 24-4-2012, οπότε πήρε εξιτήριο.
Ότι συνεπεία του ατυχήματος ο ενάγων υπέστη έντονο σωματικό πόνο και ψυχική δοκιμασία. Ότι έχοντας ακρωτηριασμένο ένα δάκτυλο (αντίχειρα) του δεξιού του χεριού, αισθάνεται μειονεκτικά έναντι των αρτιμελών συνανθρώπων του και ψυχολογικά καταβεβλημένος. Ότι η εργασία, που παρείχε στην ως άνω εργοδότρια του, έως τον τραυματισμό του ήταν χειρονακτική.
Ότι με το δεξί του χέρι στην άνω κατάσταση θα βρίσκεται στο μέλλον σε μειονεκτική θέση, έναντι των αρτιμελών εργατών στην ανεύρεση εργασίας (χειρωνακτικής) και όταν θα τη βρίσκει θα δυσκολεύεται να την παρέχει με ευχέρεια, όπως πριν το ατύχημα του. Ότι με βάση τα προεκτεθέντα, ο ενάγων ηλικίας 55 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος, δικαιούται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη από το εν λόγω ατύχημα.
Λαμβανομένων, δε, υπόψη, του είδους, της έντασης και της έκτασης της σωματικής κακώσεως του εκκαλούντος και κυρίως των συνεπειών της βλάβης, γενικά στη σωματική και ψυχική υγεία του, όπως επίσης και στην επαγγελματική και κοινωνική εξέλιξη αυτού, του είδους του πταίσματος και του βαθμού αυτού, που βαρύνει τον δεύτερο εναγόμενο, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων και τέλος τις εν γένει περιστάσεις, όπως εκτιμούνται, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, το Δικαστήριο κρίνει, ότι η εύλογη χρηματική ικανοποίηση του ενάγοντος, για την ηθική βλάβη, που αυτός υπέστη, ανέρχεται στο ποσό των 8.000 ευρώ.
Με βάση τα περιστατικά αυτά το δικαστήριο της ουσίας με την αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος, εξαφάνισε την εκεί εκκαλουμένη, δίκασε εκ νέου την αγωγή, δέχθηκε αυτήν κατ'ουσίαν και αναγνώρισε την υποχρέωση του αναιρεσείοντος- εναγομένου να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο- ενάγοντα ποσό 8.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη λόγω του προαναφερόμενου τραυματισμού του.
5. Με τις εκτεθείσες παραδοχές του, το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις αναφερόμενες ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδιαστικές κρίσεις αιτιολογίες σχετικώς με όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη γέννηση αδικοπρακτικής ευθύνης του αναιρεσείοντος, έτσι ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, αφού στην εν λόγω απόφαση προσδιορίζονται:
α) η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά (παράλειψη οφειλομένης ενεργείας) του αναιρεσείοντος ως μέλους της διοικήσεως του νομικού προσώπου της εταιρίας που ήταν υποκείμενο της οικείας υποχρέωσης, β) η ψυχική ταλαιπωρία του ενάγοντος με τα επιμέρους στοιχεία που δικαιολογούν το αναγνωρισθέν ως χρηματική ικανοποίηση ποσό και γ) ο αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς και του επελθόντος αποτελέσματος.
Παρατηρείται ότι 1) τα υποστηριζόμενα με τους λόγους της αιτήσεως, πρώτο και δεύτερο, κατά το μέρος που πλήττουν την κατά τις παραδοχές παράλληλη αιτιολογία περί ευθύνης του αναιρεσείοντος " και λόγω της επιβολής εργασιακής πρακτικής επιτάχυνσης του ρυθμού της παραγωγικής διαδικασίας" προβάλλονται αλυσιτελώς, τούτο διότι, υπό τις ανωτέρω παραδοχές, το αποδεικτικό πόρισμα στηρίζεται επαρκώς στα εκεί διαφορετικά περιστατικά αμέλειας του αναιρεσείοντος περί έλλειψης προειδοποίησης -ενημέρωσης, επιτήρησης και έλλειψης συστήματος ασφαλούς πρόσβασης στους περιστρεφόμενους κυλίνδρους της μηχανής, 2) το εκτειθέμενο ιστορικώς στο αιτιολογικό της αναιρεσιβαλομένης επί λέξει περιεχόμενο της έκθεσης αυτοψίας και τα μεταξύ άλλων αναφερόμενα σ' αυτήν ενδιαστικώς "ότι (το ατύχημα) θα είχε πιθανόν αποφευχθεί αν υπήρχε σύστημα ώστε να σταματά την κίνηση των κυλίνδρων......" δεν υιοθετεί η αναιρεσιβαλλομένη, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, εφόσον σ'αυτήν διαλαμβάνεται σαφής παραδοχή των παραλείψεων περί των μέτρων ασφαλείας και της αιτιώδους συνάφειας με το επελθόν αποτέλεσμα και 3) η παραδοχή της απόφασης ότι συνέτρεξε και πταίσμα του ενάγοντος με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά αμελούς και τούτου συμπεριφοράς δεν τελεί σε αντίφαση με την παραδοχή της ίδιας απόφασης για την ανωτέρω υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος καθόσον η τελευταία δεν αναιρείται από την πρώτη.
Επομένως, οι λόγοι της αιτήσεως, πρώτος και δεύτερος, από τους αρ.1 και 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι.
6. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περιπτ. γ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Δεν επιβάλλεται όμως να γίνεται ειδική μνεία ή ξεχωριστή αξιολόγηση ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ` είδος, αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 6/2016, ΟλΑΠ 42/2002).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, (στα οποία περιλαμβάνονται οι ένορκες βεβαιώσεις και τα έγγραφα), να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 322/2011, ΑΠ 371/2009).Αντίθετα, ο από το άρθρο 559 αρ.11γ ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, είναι αβάσιμος, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή συγκεκριμένων εγγράφων (ΑΠ 1376/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης, κατά το οικείο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος περί της αδικοπρακτικής ευθύνης του αναιρεσείοντος, δεν έλαβε υπόψη του τα με αρ.10188/2017 πρακτικά και απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο ίδιος κηρύχθηκε αθώος για την από αμέλεια σωματική βλάβη σε βάρος του αναιρεσίβλητου. Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο σχημάτισε τη δικανική του πεποίθηση από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα έγγραφα της συναφούς ποινικής δικογραφίας καθώς και τα με αρ.10188/2017 πρακτικά και απόφαση του Γ' Μονομελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης και περαιτέρω ότι "το παρόν δικαστήριο εκτίμησε αυτά για τη συναγωγή δικαστηκών τεκμηρίων, πλην όμως κατέληξε σε διαφορετικό αποτέλεσμα ....", καθίσταται απολύτως βέβαιο και δεν καταλείπεται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα πρακτικά και απόφαση, αλλά κατέληξε σε αντίθετο με τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος αποδεικτικό πόρισμα. Επομένως, ο παραπάνω λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος.
7.Κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 932 εδ. α` ΑΚ, εν περιπτώσει αδικοπραξίας, ανεξαρτήτως της αποζημιώσεως της περιουσιακής ζημίας, το δικαστήριο δύναται να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Κατά την θέσπιση της διατάξεως αυτής ο νομοθέτης έλαβε υπόψη την αρχή της αναλογικότητος, η οποία εκδηλώνεται ως επιταγή του προσήκοντος μέτρου και μέσο συγκερασμού και εναρμονίσεως συγκρουομένων συμφερόντων, και εξειδίκευσε αυτήν, καθ` όσον αφορά το ζήτημα του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως, με την ρήτρα του ευλόγου.
Λαμβάνονται προς τούτο υπ` όψιν όλες οι συμπαρομαρτούσες συνθήκες της εκάστοτε συγκεκριμένης περιπτώσεως, όπως το είδος και η ένταση της προσβολής, οι συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, ο βαθμός πταίσματος του υπευθύνου, το συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος - παθόντος, οι ιδιαίτερες προσωπικές - κοινωνικές και οικονομικές - περιουσιακές συνθήκες των μερών κλπ.
Η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, προς προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως, πραγματικών περιστατικών, τα οποία δεν έπρεπε να συνεκτιμηθούν, ή αντιθέτως η παράλειψη αυτού να συνεκτιμήσει πραγματικά περιστατικά, ασκούντα επίδραση στον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως, τα οποία είχαν τεθεί υπ` όψιν του, ελέγχεται με αναίρεση.
Αντιθέτως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ότι επήλθε στην συγκεκριμένη περίπτωση ηθική βλάβη ως και ως προς τον προσδιορισμό του ύψους της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, δεδομένου ότι σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου (Ολ.
ΑΠ 9/2015). Κατ` εξαίρεση, ο προσδιορισμός από το δικαστήριο της ουσίας του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, εφόσον κριθεί ότι το δικαστήριο υπερέβη τα ακραία όρια της διαγραφομένης από τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ εξουσίας, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 1 εδ.
α` και 19 του ΚΠολΔ, κατά τον οποίο, αναίρεση επιτρέπεται εάν έχει παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Μονομελές Εφετείο, αφού έλαβε υπ` όψη και συναξιολόγησε τις συνθήκες επελεύσεως του ατυχήματος, την υπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου και το ποσοστό συνυπαιτιότητος του αναιρεσείοντος στην πρόκληση τούτου, τη βλάβη της υγείας και τη σωματική και ψυχική ταλαιπωρία, την οποία υπέστη ο αναιρεσείων, τις επιπτώσεις της αναπηρίας στην ικανότητα εργασίας αυτού και την ηλικία και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων, καθόρισε ως εύλογο ποσό χρηματικής ικανοποιήσεως του αναιρεσείοντος το ποσό των 8.000 ευρώ.
Με την εν λόγω κρίση το Μονομελές Εφετείο δεν υπερέβη τα ακραία όρια της από τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ διακριτικής ευχέρειας, καθ` όσον, κατά την κοινή πείρα και την δικαστηριακή πρακτική, το εν λόγω ποσό δεν υπερτερεί και μάλιστα καταφανώς του συνήθως επί παρομοίων περιπτώσεων επιδικαζομένου ποσού χρηματικής ικανοποιήσεως.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται η πλημμέλεια της παραβιάσεως των ακραίων ορίων της εξουσίας του άρθρου 932 ΑΚ, αληθώς μόνο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. 8. Με τις σκέψεις αυτές και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που κατέθεσε προτάσεις κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ. 2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-12-2018 αίτηση περί αναιρέσεως της 2710/2018 αποφάσεως του Εφετείου (Μονομελούς) Θεσσαλονίκης. –
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 2α Ιουνίου 2020. –
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 30η Αυγούστου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ