Legislator Case Law & Legislation
1067/2020 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal on public service salary, ruling lower court misapplied constitutional articles instead of the specific statute.

Case Number 1067/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding public service salary claims. The State argued that constitutional provisions on equal pay should override a specific administrative regulation excluding certain contract workers. The court ruled that the lower court erred by applying constitutional articles instead of the specific statutory provision governing the exclusion, which was validly issued within legislative authority.

Legislator headnote

AI generated

Articles 4(1) and 22(1)(b) of the Constitution; Article 22(2) of Law 2913/2001: The application of constitutional equality provisions is precluded when a specific administrative regulation falls within the scope of legislative authorization, even if it excludes specific categories of personnel.

Keywords

AI generated
Constitutional Equality Legislative Authority Public Service Salary Administrative Regulation Statutory Interpretation Appeal Dismissal Labor Law

Cited Legislation

AI generated
Articles 4(1) and 22(1)(b) of the Constitution
Article 22(2) of Law 2913/2001
Articles 106, 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 480 of the Code of Civil Procedure
Article 52(18) of the Code of Civil Procedure
Article 5(12) of Law 1738/1987
Article 28(5) of Law 2579/1998
Common Decision of the Ministers of Finance and Justice dated 134423/8.12.1992
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1067 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Γ.Β

Αριθμός 1067/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, την 25 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Διονύσιο Ζαχαρόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π.Ν. Σ., κατοίκου …, 2) Δ. Γ. Π., κατοίκου …, 3) Γ. Σ. Ρ., κατοίκου …, 4)Α. Σ., κατοίκου … και 5) Γ. Κ. Κ., κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Ρουπακιώτη, ο οποίος ανακάλεσε την από 24/2/2020 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/12/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2406/2010 μη οριστική, 2393/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1502/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 13/5/2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπόκειται προς κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η από 13.5.2019 [Γ.Α.Κ. 4753/Ε.Α.Κ. 432/16.5.2019 - Εφετείο Αθηνών] αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ, που νομίμως εκπροσωπείται από τον Υπουργό των Οικονομικών κατά των αναιρεσιβλήτων Π. Σ., Δ. Π., Γ. Ρ., Α. Σ. και Γ.Κ.. Προσβάλλεται δε, η 1502/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, την 14.3.2019, αντιμωλία των διαδίκων, επί (i).

της από 14.10.2014 εφέσεως και (ii). του πρόσθετου λόγου εφέσεως (που ασκήθηκε, με το από 5.9.2018 ίδιο δικόγραφο) του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκκαλούμενη ήταν η 2393/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, την 11.7.2014, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 12.12.2008 αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος.

Πριν από την έκδοση της 2393/2014 αποφάσεως, είχε εκδοθεί, την 9.11.2010, η 2406/2010 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία "διετάχθη" η επανάληψη της συζητήσεως της υποθέσεως για να "διεξαχθεί πραγματογνωμοσύνη". Η αγωγή αφορά χρηματικές απαιτήσεις των εναγόντων, κατά τα κρίσιμα έτη 2007 και 2008, από σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Με την 2406/2010 πρωτόδικη μη οριστική απόφαση, η αγωγή κρίθηκε νόμιμη, κατά την κυρία βάση [από τα άρθρα 105 και 106 ΕισΝΑΚ] και, στη συνέχεια, ως άνω, "διετάχθη" η επανάληψη της συζητήσεως της υποθέσεως για να "διεξαχθεί πραγματογνωμοσύνη". Μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, με την 2393/2014 πρωτόδικη οριστική απόφαση, η αγωγή κρίθηκε και πάλι νόμιμη, κατά την ως άνω κύρια βάση και, ακολούθως, έγινε ολικά δεκτή, κατά τη βάση αυτή, στην ουσία.

Με την 1502/2019 οριστική απόφαση, που προσβάλλεται, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και στην ουσία την έφεση και τον πρόσθετο λόγο εφέσεως, εξαφάνισε τις πρωτόδικες αποφάσεις 2406/2010 και 2393/2014, μη οριστική και οριστική, αντιστοίχως, κράτησε την υπόθεση και δίκασε επί της από 12.12.2008 αγωγής, την οποία απέρριψε, ως μη νόμιμη, κατά την κυρία βάση, ενώ την έκρινε νόμιμη, κατά την πρώτη επικουρική βάση [από τα άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ.(β) Συντάγματος, σε συνδυασμό προς το άρθρο 22 παρ.2 ν. 2913/2001 και την 2 / 67616 / 0022 / 20.2.2007 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών - Εθνικής Άμυνας - Μεταφορών και Επικοινωνιών] και, στη συνέχεια, κατά τη βάση αυτή, τη δέχθηκε κατ' ουσία, στο σύνολο της.

Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87 / 23.7.2015), ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία, από 1.1.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν. 4335/2015]. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, ως άνω, την 16.5.2019, νομίμως και εμπροθέσμως, ήτοι εντός της νόμιμης προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από τη νόμιμη επίδοση, την 16.4.2019, με την επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων, της 1502/2019 αποφάσεως.

Μετά ταύτα, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα του μοναδικού λόγου της [άρθρα 122, 123, 139 παρ.3, 144, 145, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1, 577 παράγραφοι 1 και 3, 591 παρ.7 ΚΠολΔ, 5, 6, 10, 1 παρ.1 κ.δ. της 26.6. /10.7.1944 (ΦΕΚ Α. 139)].

(I).- Η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως, αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, όταν η πλημμέλεια, που αποδίδεται στα έγγραφα αυτά, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από τους λόγους, που αναφέρονται, περιοριστικώς, στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.

Για τη διαπίστωση της πλημμέλειας, πρέπει να προσκομίζονται τα επίμαχα διαδικαστικά έγγραφα προς έλεγχο. Το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεν εισάγει άλλο ειδικό λόγο αναιρέσεως. Λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, πληρούν το πραγματικό λόγου του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 345/2015, ΑΠ 201/1999, ΑΠ 756/1996 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ. Ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του • ήτοι, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, δηλ. όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, δηλ. όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.

Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που, ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.

Ιδρύεται δε, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 426/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει, ως περιεχόμενο (και) την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη στην ουσία.

Για να είναι, τότε, ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αυτός αναιρέσεως και, συνεπώς, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει στο έγγραφο (δικόγραφο) της αιτήσεως αναιρέσεως [άρθρα 118 αριθμός 4, 119, 495 παρ.1, 577 παρ.3, 566 παρ.1, 562 ΚΠολΔ] να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το νομικό σφάλμα, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, επίσης, να εκτίθενται, πλήρως και σαφώς, οι κρίσιμες πραγματικές - ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ώστε η αγωγή να γίνει δεκτή, ως βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ' ουσία (ΑΠ ολ. 11/2017, ΑΠ ολ. 2/2013, ΑΠ ολ. 28/1998, ΑΠ 780/2019 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Στο άρθρο 578 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν το αιτιολογικό της αποφάσεως, που προσβάλλεται, κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Κατά την έννοια του άρθρου 578 ΚΠολΔ, αν ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι ορθό, απορρίπτει την αναίρεση, χωρίς να αντικαταστήσει την αιτιολογία, δηλ.

την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (τις ουσιαστικές παραδοχές), εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος προς αποτροπή δεδικασμένου, οπότε η απόφαση αναιρείται, μόνο, ως προς την αιτιολογία της. Ως αιτιολογικό νοείται η νομική αιτία, δηλ. η διάταξη νόμου, που αποτελεί την μείζονα πρόταση του δικανικού (νομικού) συλλογισμού.

Σε περίπτωση εσφαλμένου αιτιολογικού, δηλ. όταν τα πραγματικά περιστατικά, που, ανελέγκτως, δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφ' όσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της, το διατακτικό της αποφάσεως του Αρείου Πάγου περιέχει διάταξη απορριπτική της αναιρέσεως, χωρίς αντικατάσταση των αιτιολογιών (ΑΠ ολ. 8/1993 ιστοσελίδα Αρείου Πάγου, ΑΠ 1624/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ) και στο σκεπτικό παρατίθενται οι ορθές νομικές διατάξεις (ΑΠ ολ. 30/1998 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Η ευδοκίμηση λόγου αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου [άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ], εξαρτάται από την ορθότητα του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο αιτιωδώς συνάπτεται με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ ολ. 27/1998 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

(II).- Το άρθρο 4 παρ.1 Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών. Η ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών έχει την έννοια ότι ο νομοθέτης -κοινός, δηλ. ο νομοθέτης, κατά την άσκηση της νομοθετικής λειτουργίας ή κανονιστικός, δηλ.

η κατ' εξουσιοδότηση θεσμοθετούσα Διοίκηση- δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η ύπαρξη (συνδρομή) των οποίων υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, εν όψει της κατά το άρθρο 93 παρ.4 Συντάγματος εξουσίας των δικαστηρίων να μην εφαρμόζουν νόμο, με περιεχόμενο αντίθετο προς το Σύνταγμα (ΑΠ 957/2018, ΣτΕ 2252/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Το άρθρο 22 παρ.1 εδ. (β) Συντάγματος ορίζει ότι "όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας". Η ίση αμοιβή για ίσης αξίας εργασία αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση του ως άνω νομικού κανόνος, ήτοι της αρχής της ισότητας και αναφέρεται μόνο σε εκείνους, που παρέχουν εξηρτημένη εργασία, με σχέση ιδιωτικού δικαίου (ΑΠ ολ. 13/2003, ΑΠ 463/2016, ΑΠ 1227/2013 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ) ενώ, δεν αφορά όσους παρέχουν υπηρεσίες, με σχέση δημοσίου δικαίου.

Την τελευταία περίπτωση, ήτοι των υπαλλήλων με σχέση δημοσίου δικαίου, καλύπτει το άρθρο 4 παρ.1 Συντάγματος, που απηχεί την κρατούσα στο κοινοτικό δίκαιο [άρθρο 164 της ιδρυτικής ΣυνθΕΟΚ - κυρωτικός ν. 945/1979 (ΦΕΚ Α. 170 / 27.7.1979)] γενική δικαιϊκή αρχή της ισόνομης ρυθμίσεως των ομοίων. Η δικαιϊκή αυτή αρχή έχει άμεση εφαρμογή και στην ελληνική έννομη τάξη και αυξημένη ισχύ [άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος].

Συνεπώς, μεταξύ δύο υπαλλήλων, που συνδέονται με τον εργοδότη Δημόσιο, ο ένας, με σχέση δημοσίου δικαίου και ο άλλος, με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, δικαιολογείται ο καθορισμός από το νομοθέτη διαφορετικής αμοιβής για τον καθένα, λόγω των διαφορετικών συνθηκών (προσλήψεως, υπηρεσιακής εξελίξεως, νομιμότητας ή μη, λύσεως της υπηρεσιακής σχέσεως), υπό τις οποίες τελούν καθεμία από τις κατηγορίες αυτών των υπαλλήλων (ΑΠ ολ. 3/1997 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω, με το άρθρο Πρώτο ν. 1776/1988 (ΦΕΚ Α. 102 / 24.5.1988), έχουν κυρωθεί και έχουν ισχύ νόμου [άρθρο 28 παρ.1 Συντάγματος], α.- η διεθνής Σύμβαση EUROCONTROL, σχετική με τη συνεργασία για την ασφάλεια της αεροναυτιλίας, όπως τροποποιήθηκε με το Πρωτόκολλο των Βρυξελλών της 12.2.1981 και, ειδικότερα, (i).- το Πρωτόκολλο, που τροποποιεί τη διεθνή Σύμβαση EUROCONTROL, σχετική με την ασφάλεια της αεροναυτιλίας της 13.12.1960, (ii).- τα τρία Παραρτήματα του Πρωτοκόλλου αυτού και (iii).- το ενιαίο κείμενο των διατάξεων της Συμβάσεως EUROCONTROL και των τροποποιήσεών της, που περιέχονται στο Πρωτόκολλο καθώς και β.- η πολυμερής Συμφωνία, σχετική με τα τέλη διαδρομής, που υπογράφηκε στις Βρυξέλλες, την 12.2.1981, δια των οποίων ιδρύθηκε ευρωπαϊκός οργανισμός υπό τον τίτλο Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την ασφάλεια της αεροναυτιλίας (EUROCONTROL)'.

Στο άρθρο 34 ν. 2682/1999 (ΦΕΚ Α. 16/8.2.1999) -όπως ίσχυσε από 9.5.2001 [άρθρα 35 παρ.3, 43 ν. 2912/2001 (ΦΕΚ Α. 94 / 9.5.2001)] μέχρι 1.5.2019 [άρθρο 79 παράγραφοι 3 (. α) και 5 ν. 4590/2019 (ΦΕΚ Α. 17 / 7.2.2019)- ορίζεται ότι (1ον).- συνιστάται στην Τράπεζα της Ελλάδος 'ειδικός λογαριασμός', στον οποίο αποδίδονται, μηνιαίως, τα οικεία τέλη, από όσα καταβάλλονται στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό EUROCONTROL και (2ον).- χορηγείται από τον 'ειδικό λογαριασμό' στο προσωπικό της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας (Υ.Π.Α.), μηνιαία αποζημίωση, που προέρχεται, αποκλειστικά, από όσα τέλη, ως άνω, καταβάλλονται στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό EUROCONTROL.

Ως προς αυτή τη μηνιαία αποζημίωση, το άρθρο 22 παρ.2 ν. 2913/2001 (ΦΕΚ Α. 102 / 23.5.2001), το οποίο ισχύει από 23.5.2001 [άρθρο 43 ν. 2913/2001], ορίζει ότι: "Οι διατάξεις του άρθρου 34 του ν. 2682/1999 (ΦΕΚ Α. 16 / 8.2.1999) εφαρμόζονται, αναλόγως και στο πολιτικό προσωπικό, το οποίο ανήκει στην Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία (Ε.Μ.Υ.). Με αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Άμυνας, Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών, θα καθορισθεί η διαδικασία και ο τρόπος εφαρμογής των διατάξεων καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια, που αφορά τις κατηγορίες των δικαιούχων και το ύφος του ποσού, που τους αναλογεί".

Ακολούθησε η 2/67616/0022/20.2.2007 (ΦΕΚ Β. 247 / 26.2.2007) Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών - Εθνικής Άμυνας - Μεταφορών και Επικοινωνιών (Κ.Υ.Α.), η οποία ισχύει από 1.1.2007 [άρθρο 4 της Κ.Υ.Α.] και διαμορφώνει, από την 1.1.2007, τη μηνιαία αποζημίωση του άρθρου 22 παρ.2 ν. 2913/2001 για το προσωπικό της Ε.Μ.Υ., χωρίς να συμπεριλάβει το προσωπικό της, που υπηρετεί, με συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και έχει τοποθετηθεί σε οργανικές θέσεις της, κατ' εφαρμογή του π.δ. 164/2004 (ΦΕΚ Α. 134/19.7.2004).

Τέτοια διάκριση ή εξαίρεση, όμως, δεν προβλέπεται από την εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 22 παρ.2 ν. 2913/2001. Έτσι, η επίμαχη Κ.Υ.Α., αν και αναφέρεται σε αυτή ότι εκδόθηκε, κατά την εξουσιοδότηση του άρθρου 22 παρ.2 ν. 2913/2001, κείται εκτός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως [άρθρο 43 παρ.2 Συντάγματος], καθ' όσον εξαιρεί το προσωπικό της Ε.Μ.Υ., που υπηρετεί, με συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και έχει τοποθετηθεί σε οργανικές θέσεις της (Ε.Μ.Υ.), κατ' εφαρμογή του π.δ. 164/2004, είναι δε, κατά τούτο, ανίσχυρη.

Σε περίπτωση Κ.Υ.Α., που είναι ανίσχυρη διότι κείται εκτός νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, δεν αφήνεται έδαφος προσφυγής στη συνταγματική αρχή της ισότητας και με την ειδικότερη εκδήλωσή της, ήτοι της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία, αφού η εφαρμογή των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ. (β) Συντάγματος προϋποθέτει ισχυρά νομικά, από τον κοινό ή κανονιστικό νομοθέτη, ως άνω, ρύθμιση (ΑΠ ολ. 2/2020 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, το αναιρεσείον προσάπτει στην 1502/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών την πλημμέλεια ότι κακώς εφήρμοσε τις διατάξεις, ουσιαστικού δικαίου, που αναφέρονται στην υπό στοιχείο (II) μείζονα σκέψη της παρούσης και κατ' επέκταση τα άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ. (β) Συντάγματος, αφού, κατά τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές, που εκτίθενται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, τη μηνιαία αποζημίωση του άρθρου 22 παρ. 2 ν. 2913/2001 δικαιούται μόνο το προσωπικό της Ε.Μ.Υ., το οποίο συνδέεται μετά του αναιρεσείοντος, με σχέση δημοσίου δικαίου, όχι, όμως και το προσωπικό της (Ε.Μ.Υ.), όπως και οι αναιρεσίβλητοι, που υπηρετεί, με συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και έχει τοποθετηθεί σε οργανικές θέσεις της, κατ' εφαρμογή του π.δ. 164/2004. Έτσι, το εφετείο δέχθηκε την αγωγή εν όλω, κατά την πρώτη επικουρική βάση της, ως βάσιμη στην ουσία.

Κατά τα εκτεθέντα στην υπό στοιχείο (I) μείζονα σκέψη, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός (ορισμένος) και, περαιτέρω, από την 1502/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την οποία ο Άρειος Πάγος παραδεκτώς επισκοπεί, χάριν της εξετάσεως της βασιμότητας του λόγου [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ], προκύπτουν τα εξής:

Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών στην 1502/2019 απόφασή του ανέφερε, ως μείζονα πρόταση, τις νομοθετικές ρυθμίσεις καθώς και τα άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ. (β) Συντάγματος, όπως εκτίθενται, ως άνω, στην υπό στοιχείο (II) μείζονα σκέψη της παρούσης και διέλαβε ότι το προσωπικό της Ε.Μ.Υ., που υπηρετεί, με συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και έχει τοποθετηθεί σε οργανικές θέσεις της, κατ7 εφαρμογή του π.δ. 164/2004, παρέχει όμοιες υπηρεσίες, όπως οι λοιποί δικαιούχοι της μηνιαίας αποζημιώσεως του άρθρου 22 παρ.2 ν. 2913/2001, οι οποίοι συνδέονται μετά του εναγομένου (αναιρεσείοντος) Ελληνικού Δημοσίου, με οποιουδήποτε είδους σχέση (ιδιωτικού ή δημοσίου) ώστε να έχουν εφαρμογή, ως προς τη χορήγηση της επίμαχης μηνιαίας αποζημιώσεως και στους ενάγοντες (αναιρεσίβλητους), τα άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ. (β) Συντάγματος.

Στη συνέχεια, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα παρακάτω ουσιώδη (φύλλα 5°, 6°, 9°): "Οι ενάγοντες είναι υπάλληλοι του εναγομένου, οι οποίοι προσλήφθηκαν, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και, συγκεκριμένα, προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία (Ε.Μ.Υ.), η οποία αποτελεί υπηρεσία του Υπουργείου Εθνικής Αμυνας.

Ειδικότερα, ο πρώτος ενάγων (Π. Σ.) είναι πτυχιούχος του τμήματος Φυσικής του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και διαθέτει μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών, ο δεύτερος (Δ. Π.) είναι πτυχιούχος του τμήματος φυσικών επιστημών του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και διαθέτει μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών, η τρίτη (Γ.

Ρ.) είναι πτυχιούχος του τμήματος Φυσικής του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και διαθέτει μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών, ο τέταρτος (Α. Σ.) είναι Ηλεκτρολόγος Μηχανικός του Youngstown State University των Η.Π.Α. και διαθέτει μεταπτυχιακό δίπλωμα ηλεκτρολόγου μηχανικού και είναι κάτοχος διδακτορικού και ο πέμπτος (Γ.

Κ.) είναι πτυχιούχος του τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων του Τ.Ε.Ι. Χαλκίδας. Προσλήφθηκαν από το εναγόμενο (ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ), αρχικά, την 29.7…, ο πρώτος και η τρίτη εξ αυτών, την 16.10…., ο δεύτερος και ο πέμπτος και, την 21.1…., ο τέταρτος, με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνο, με χρόνο λήξης, την 30.9….. και απασχολήθηκαν, ως υπάλληλοι, κλάδου (ΠΕ) Πληροφορικής, οι τρεις πρώτοι, κλάδου (ΠΕ) Πληροφορικής/Μηχανικών, ο τέταρτος και κλάδου (ΤΕ) Διοικητικού /Λογιστικού, ο πέμπτος.

Όλοι οι ενάγοντες, από τη λήξη των τελευταίων χρονικά συμβάσεων εργασίας τους ορισμένου χρόνου και, συγκεκριμένα, από 7.10…., συνέχισαν να απασχολούνται στο εναγόμενο, με βάση προσωρινή διαταγή του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μέχρι και την 5.6….., οπότε και κατατάχθηκαν σε οργανικές θέσεις του εναγομένου, εφ' όσον, προηγουμένως, κρίθηκε από το ΑΣΕΠ ότι πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004 και ότι υνδέονται με το εναγόμενο, με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου ...

Η εκδιδόμενη, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 22 παρ.2 του ν. 2913/2001 Κοινή Υπουργική Απόφαση δεν είναι δυνατόν να διακρίνει τους υπαλλήλους σε κατηγορίες, που δεν προβλέπονται από τη διάταξη αυτή, όπως σε μόνιμους υπαλλήλους, που συνδέονται με το Δημόσιο με σχέση δημοσίου δικαίου και σε υπηρετούντες με σχέση ιδιωτικού δικαίου και να χορηγούν την παροχή αυτή στους πρώτους και όχι στους δεύτερους διότι η ανωτέρω διαφοροποίηση κείται εκτός των ορίων της προαναφερόμενης νομοθετικής εξουσιοδότησης [άρθρο 43 παρ.2 του Συντάγματος] και, ως εκ τούτου, είναι ανίσχυρη ...".

Με αυτές τις ουσιαστικές παραδοχές, η αγωγή, ως προς την πρώτη επικουρική βάση της, έγινε εν όλω δεκτή στην ουσία και υποχρεώθηκε το εναγόμενο ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ να καταβάλει, ως μηνιαία αποζημίωση του άρθρου 22 παρ.2 ν. 2913/2001, για τα έτη 2007 - 2008, σε καθένα από τους τέσσερις πρώτους ενάγοντες (αναιρεσίβλητους) το συνολικό ποσό των (13.876,60) ευρώ και στον πέμπτο ενάγοντα (αναιρεσίβλητο) το συνολικό ποσό των (12.277,77) ευρώ, "με το νόμιμο τόκο (6%) ετησίως" από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Το δικαστήριο της ουσίας (Μονομελές Εφετείο Αθηνών) ορθώς, κατ' αποτέλεσμα, έκρινε και κατέληξε σε ορθό διατακτικό, το οποίο αιτιωδώς συνάπτεται με τις πιο πάνω ουσιαστικές παραδοχές. Πλην όμως, το αιτιολογικό, δηλ. οι διατάξεις του νόμου, που αποτελούν τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού (νομική αιτία) είναι εσφαλμένο, αφού τα πραγματικά περιστατικά, ως άνω, που δέχθηκε η 1502/2019 απόφαση, υπάγονται σε άλλο κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Ειδικότερα, το εφετείο προκειμένου να επιδικάσει την επίδικη μηνιαία αποζημίωση στους ενάγοντες, εφήρμοσε τα άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ. (β) Συντάγματος, ενώ δεν υπήρχε έδαφος εφαρμογής τους και δεν εφήρμοσε το άρθρο 22 παρ.2 ν. 2913/2001, που, πράγματι, είχε ευθεία εφαρμογή. Τούτο διότι όπως εκτέθηκε στην υπό στοιχείο (II) μείζονα σκέψη, η εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 22 παρ.2 ν. 2913/2001 δεν προβλέπει διάκριση ή εξαίρεση, ως προς τη χορήγηση της μηνιαίας αποζημιώσεως, στο προσωπικό της Ε.

Μ. Υ., που υπηρετεί, με συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και έχει τοποθετηθεί σε οργανικές θέσεις της (Ε.Μ.Υ.), κατ' εφαρμογή του π.δ. 164/2004. Έτσι, η επίμαχη 2/67616/0022/20.2.2007 Κ.Υ.Α., καθ' όσον εξαιρεί το πιο πάνω προσωπικό της Ε.Μ.Υ., κείται εκτός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 22 παρ.2 ν. 2913/2001 και είναι, κατά τούτο, ανίσχυρη ενώ, όταν Κ.Υ.Α.

είναι ανίσχυρη διότι κείται εκτός νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, δεν αφήνεται έδαφος προσφυγής στα άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ. (β) Συντάγματος, η εφαρμογή των οποίων προϋποθέτει ισχυρά νομικά ρύθμιση. Επομένως και κατά τα εκτεθέντα στην υπό στοιχείο (I) μείζονα σκέψη, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, ύστερα από παράθεση της ορθής νομικής διατάξεως, ήτοι του άρθρου 22 παρ.2 ν. 2913/2001, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.

Εξ άλλου, δεν συντρέχει για το αναιρεσείον ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ έννομο συμφέρον αποτροπής δεδικασμένου ώστε να αναιρεθεί η 1502/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, μόνον, ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία, αφού η εφαρμογή του πιο πάνω άρθρου 22 παρ.2 ν. 2913/2001, που άγει στο ίδιο αποτέλεσμα, δεν είναι δυσμενέστερη για το αναιρεσείον.

Κατ' ακολουθία, εφ' όσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος, πρέπει να απορριφθεί η από 13.5.2019 αίτηση για αναίρεση της 1502/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στο σύνολό της.

Το αναιρεσείον, ως ηττηθέν, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική των αναιρεσιβλήτων, που ορίζεται στο συνολικό ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ [άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ, 480 ΑΚ, 22 ν. 3693/1957 (ΦΕΚ Α. 79), σε συνδυασμό προς τα άρθρα 52 αριθμός 18 ΚΠολΔ, 5 παρ.12 ν. 1738/1987 (ΦΕΚ Α. 200), 28 παρ.5 ν. 2579/1998 (ΦΕΚ Α. 31) και την 134423/8.12.1992 (ΦΕΚ Β. 11/20.1.1993) κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 13.5.2019 αίτηση για αναίρεση της 1502/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στο σύνολο της.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο συνολικό ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 10 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 16 Οκτωβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ