Legislator Case Law & Legislation
1067/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds of lack of material error and absence of employer-employee relationship.

Case Number 1067/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding a labor dispute. The appellant argued for the revocation of a contract based on a material mistake and alleged the bank was liable for the actions of its assigned employees. The court rejected these claims, finding that the alleged mistake did not affect the outcome of the case and that the assigned staff were not legally bound to the bank.

Legislator headnote

AI generated

Articles 140, 141, 143 of the Civil Code; Articles 334, 922 of the Civil Code; Articles 60, 67 of Law 3371/2005: A mistake is not material if it does not influence the case outcome, and employees assigned to a public fund are organs of that fund, not agents of their former employer.

Keywords

AI generated
material mistake assignment of employees employer liability public fund labor dispute appeal admissibility civil code

Cited Legislation

AI generated
Articles 140 and 141 of the Civil Code
Article 143 of the Civil Code
Articles 334 and 922 of the Civil Code
Articles 60 and 67 of Law 3371/2005
Articles 176, 183 and 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1067 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1067/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ. Μ. του Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία - Μαγδαληνή Τσίπρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", ως καθολικής διαδόχου της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε., που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Κολυβά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/10/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1054/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 507/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/2/2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, με την υπό κρίση από 6ης Φεβρουαρίου 2018 αίτηση διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμόν 507/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Αρχικώς η αναιρεσείουσα άσκησε κατά της καθ' ης την από 7ης Οκτωβρίου 2010 αγωγή, αφορώσα εργατική διαφορά, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθμόν 1054/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατά της εν λόγω αποφάσεως η Τράπεζα Άλφα άσκησε την από 10ης Ιουνίου 2014 έφεση, εξεδόθη δε αντιμωλία των διαδίκων η προαναφερομένη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση και μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως απερρίφθη η αγωγή. Εν συνεχεία, η αναιρεσείουσα άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ και πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 140 και 141 ΑΚ προκύπτει ότι, εάν κατά την κατάρτιση δικαιοπραξίας η δήλωση λόγω ουσιώδους πλάνης δεν συμφωνεί προς την βούληση του δηλούντος, δικαιούται ο δηλών να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας, η πλάνη δε είναι ουσιώδης, όταν αναφέρεται σε σημείο τόσης σπουδαιότητος ως προς την όλη δικαιοπραξία, ώστε ο πλανηθείς, εάν εγνώριζε την αληθή κατάσταση, δεν θα προέβαινε στην δικαιοπραξία.

Κατά την διάταξη του άρθρου 143 ΑΚ, δεν είναι ουσιώδης η πλάνη, εάν στρέφεται αποκλειστικώς περί τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως. Ως παραγωγικά αίτια της βουλήσεως νοούνται όσα περιστατικά συμβάλλουν στον σχηματισμό της βουλήσεως του δηλούντος, όμως εάν τα εν λόγω περιστατικά ετέθησαν ως αίρεση ή απετέλεσαν, κατά την θέληση των μερών, συμφώνως προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, βάση ή προϋπόθεση της δικαιοπραξίας, η πλάνη ως προς αυτά είναι ουσιώδης και δικαιολογεί την ακύρωση της δικαιοπραξίας, ως συμβαίνει, και όταν τα περιστατικά, τα οποία έλαβαν κυρίως υπ' όψιν τα μέρη, προκειμένου να συνάψουν την σύμβαση, δεν συνέτρεχαν εξ αρχής ή εν συνεχεία ανετράπησαν.

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εάν έχει παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή.

Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση συντελείται ειδικότερα, εάν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έκρινε ως αποδειχθέντα, δεν ήσαν επαρκή προς τούτο, ή αντιθέτως δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ήσαν επαρκή, ως επίσης εάν προέβη σε υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας τα περιστατικά αυτά δεν υπήγοντο.

Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται εάν η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και ιδίως εάν στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Τούτο συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται παντελώς πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, τα οποία απαιτούνται προς εφαρμογή της εφαρμοσθείσης διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου, ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Εν προκειμένω, από την κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο εδέχθη τα εξής: "Η ενάγουσα προσελήφθη στην Εμπορική Τράπεζα, της οποίας καθολική διάδοχος είναι η νυν εκκαλούσα, την 11.11.1987 ως καθαρίστρια και εντάχθηκε στο Μόνιμο Προσωπικό της και κατά συνέπεια και στον έχοντα ισχύ νόμου Οργανισμό Προσωπικού της Εμπορικής Τράπεζας από την ημερομηνία της αρχικής πρόσληψής της.

Από την πρόσληψή της μέχρι και την 12.07.2010, ημερομηνία οικειοθελούς αποχώρησης από την υπηρεσία της Τράπεζας, υπηρέτησε ως καθαρίστρια στο Κατάστημα Αιγίου, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από την εναγομένη Φύλλο Μητρώου της με συνοδευτική αυτού Βεβαίωση Υπηρεσιακής Εξέλιξης και το υπ' αριθμ. ....1996 Εισηγητικό Σημείωμα με έγκριση από τον Πρόεδρο του Δ.Σ.

της Τράπεζας περί ένταξής της στον Οργανισμό Προσωπικού. Ειδικότερα: Η ενάγουσα υπέβαλε στην αρχική εναγομένη την με ημερομηνία 20-6-2010 έγγραφη αίτηση - δήλωση παραίτησης με την οποία δήλωσε ότι μετά την καταβολή ποσού τριάντα οκτώ χιλιάδων (38.000) ευρώ, παραιτείται από την υπηρεσία της Τράπεζας. Πλην αυτού δήλωσε στο έγγραφο αυτό και τα εξής: "...το ανωτέρω ποσό ικανοποιεί πλήρως και ολοσχερώς και οποιαδήποτε ενδεχόμενη απαίτησή μου, σχετικά με τη λήξη της εργασίας μου στην Τράπεζα περιλαμβανόμενων και αποζημιώσεων παντός είδους είτε νομίμων είτε συμβατικών, όπως ιδία και εκείνης του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955, εάν ήθελε θεωρηθεί ότι οφείλεται, άλλως και εν πάση περιπτώσει παραιτούμαι ρητώς και αμετακλήτως από οποιαδήποτε απαίτησή μου, σχετικά με τη λήξη της εργασίας μου στην Τράπεζα, περιλαμβανομένων και αποζημιώσεων παντός είδους είτε νομίμων είτε συμβατικών και ιδία και εκείνης του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955, διότι - όπως ρητώς αναγνωρίζω και συνομολογώ - βάση και δικαιοπρακτικό θεμέλιο της εκ μέρους της Τράπεζας καταβολής σε εμένα του ποσού των 38000 € θα είναι η δι' αυτής πλήρης και ολοσχερής εξόφληση κάθε σχετικής απαίτησής μου.

Επίσης, σας δηλώνω ότι, εφόσον ικανοποιήσετε το πιο πάνω αίτημά μου, στο χορηγηθέν σε εμένα ποσό περιλαμβάνεται και συμψηφίζεται κάθε αξίωσή μου ή δικαίωμα που έχω κατά της Τράπεζας από προαγωγές, μισθολογικές παροχές κ.λ.π., άλλως παραιτούμαι ρητώς από αυτά...". Ακολούθως στις 12.07.2010, πιστώθηκε σε λογαριασμό της ενάγουσας, για να το αναλάβει κατά την κρίση της, το ως άνω ποσό των 38000 ευρώ και παράλληλα συμψηφίστηκε με αυτό - λόγω της λήξης της υπαλληλικής σχέσης της ενάγουσας με την Τράπεζα και κατόπιν συμφωνίας της με την τελευταία - το οφειλόμενο στην Τράπεζα υπόλοιπο δανείου "εκτάκτων αναγκών" υπαλλήλων της Τράπεζας (με προνομιακό επιτόκιο), που είχε λάβει η ενάγουσα κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας της, ποσού 5.304,26 ευρώ...Ακολούθως, η ενάγουσα εισέπραξε το κίνητρο αποχώρησης κατόπιν του ως άνω συμψηφισμού, ήτοι εισέπραξε το ανωτέρω ποσό των 38000 ευρώ, μετά από την αφαίρεση του υπολοίπου δανείου εκτάκτων αναγκών εκ 5.304,26 ευρώ...Από την ημερομηνία, κατά την οποία πιστώθηκε σε λογαριασμό της ενάγουσας η ως άνω οικονομική αποζημίωση, η ενάγουσα θεωρείτο οικειοθελώς αποχωρήσασα και η εργασιακή της σχέση οριστικώς λήξασα.

Περαιτέρω, η Τράπεζα ακολούθησε τη συνήθη και προσήκουσα διαδικασία που έπεται της αποχώρησης ενός υπαλλήλου, ήτοι ανήγγειλε την οικειοθελή αποχώρηση μισθωτού στον Ο.Α.Ε.Δ., όπως επίσης ενημέρωσε τα ασφαλιστικά ταμεία, συγκεκριμένα το Ε.Τ.Α.Τ. και το ΤΑΥΤΕΚΩ, περί της οικειοθελούς αποχώρησης της ενάγουσας παρέχοντάς τους όλα τα απαραίτητα στοιχεία προκειμένου να προχωρήσουν στη συνταξιοδότησή της, εφόσον εκείνη υπέβαλε τα λοιπά δικαιολογητικά της...Πράγματι, η ενάγουσα υπέβαλε μετά την οικειοθελή αποχώρησή της από την υπηρεσία της Τράπεζας (12.07.2010), τα λοιπά δικαιολογητικά της και συνταξιοδοτήθηκε από το ΕΤΑΤ με 23 χρόνια, 9 μήνες και 2 ημέρες Επικουρικής και 21 χρόνια, 8 μήνες και 13 ημέρες Κύριας ασφάλισης (βλ προσκομιζόμενη και επικαλούμενη ηλεκτρονική επιστολή του Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων - ΕΤΑΤ από 04.06.2013).

Επίσης, η ενάγουσα εισέπραξε μετά την αποχώρησή της και εφάπαξ βοήθημα από το Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω., πρώην ΤΑΠΕΤΕ...ο ισχυρισμός της ενάγουσας, ότι δεν θα αποχωρούσε από την υπηρεσία της Τράπεζας, εάν γνώριζε το συνταξιοδοτικό της καθεστώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ουσιώδης πλάνη, αλλά επουσιώδης, καθώς αφορά αποκλειστικά σε συνθήκες που αναφέρονται στο πρόσωπό της, δηλαδή αφορά μόνο στους λόγους, για τους ο-ποίους η ενάγουσα σχημάτισε τη βούλησή της να αποχωρήσει από την υπηρεσία της εναγομένης Τράπεζας.

Πράγματι, οι λόγοι που οδηγούν κάποιον υπάλληλο να λάβει την απόφαση να παραιτηθεί από την υπηρεσία της Τράπεζας (π.χ. απασχόληση σε άλλο εργοδότη, συνταξιοδότηση, άλλοι προσωπικοί λόγοι κ.λ.π.) σε καμία περίπτωση δεν αφορούν την Τράπεζα ως εργοδότρια. Ακολούθως, ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι παραπλανήθηκε από τους προστηθέντες της Τράπεζας στο επικουρικό ταμείο ασφάλισης υπαλλήλων της είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθώς, επικουρικό ταμείο ασφάλισης των υπαλλήλων της Τράπεζας δεν υφίσταται πλέον ήδη από 18.04.2006 καθώς μετά την έκδοση των Ν. 3371/2005 και 3455/2006 έπαψε το ΤΑΠΕΤΕ να υφίσταται ως ασφαλιστικός φορέας και οι συνταξιούχοι και οι εν ενεργεία υπάλληλοι της Εμπορικής Τράπεζας, όπως και των λοιπών Τραπεζών, υπάχθηκαν στους ασφαλιστικούς φορείς του ΙΚΑ - ΕΤΕΑΜ ή ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και ΕΤΑΤ (Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων) αντίστοιχα.

Ως εκ τούτου, οι υπάλληλοι του ΕΤΑΤ δεν είναι προστηθέντες της εναγομένης Τράπεζας. Άλλωστε ουδείς προστηθείς υπάλληλος της εναγομένης είναι αρμόδιος να ενημερώσει τους υπαλλήλους της Τράπεζας σχετικά με την συνταξιοδότησή τους, διότι η Τράπεζα δεν είναι και ασφαλιστικός φορέας. Μόνοι αρμόδιοι για την ενημέρωση περί των συντάξιμων ετών, την καταμέτρηση των επικολλημένων ενσήμων, των ορίων ηλικίας κατά περίπτωση ή των ιδιαίτερων συνθηκών που συντρέχουν σε κάθε ασφαλισμένο (ανήλικο τέκνο, βαρέα και ανθυγιεινά ένσημα κ.λ.π.) είναι οι υπάλληλοι των - ανεξάρτητων από τον εργοδότη και εν προκειμένω την Τράπεζα - ασφαλιστικών φορέων όπου υπάγεται κάθε εργαζόμενος.

Στην προκειμένη περίπτωση δηλαδή αρμόδιοι για την ενημέρωση περί του συνταξιοδοτικού καθεστώτος της ενάγουσας είναι οι υπάλληλοι του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, αλλά και οι υπάλληλοι του ΕΤΑΤ (δηλαδή του επικουρικού ταμείου ασφάλισης τραπεζοϋπαλλήλων).

Συνεπώς, η ενάγουσα με την ελεύθερα σχηματισμένη βούλησή της, που δεν αποδείχτηκε ότι ήταν προϊόν ουσιώδους πλάνης, στις 12-7-2010, συνήψε με την εναγομένη νέα συμφωνία, τροποποιητική της αρχικής της σύμβασης εργασίας ως προς το χρονικό σημείο λήξης της σύμβασης, έναντι καταβολής σ' αυτή της προαναφερθείσας αποζημίωσης".

Εν συνεχεία, το Μονομελές Εφετείο εδέχθη την έφεση και μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή. Με την εν λόγω κρίση το Μονομελές Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 140, 141 και 143 ΑΚ, δεχόμενο ότι ο ισχυρισμός της αναιρεσειούσης, ότι, εάν εγνώριζε το συνταξιοδοτικό της καθεστώς, δεν θα είχε συνάψει την συμφωνία περί προώρου αποχωρήσεώς της από την Τράπεζα έναντι λήψεως οικονομικών κινήτρων, δεν δύναται να θεμελιώσει ουσιώδη πλάνη, διότι αφορά αποκλειστικώς τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως της αναιρεσειούσης, τα οποία δεν ετέθησαν ως βάση συζητήσεως, ούτε απετέλεσαν κατά την θέληση των μερών προϋπόθεση της καταρτισθείσης συμφωνίας, αφού οι προσωπικοί λόγοι, ένεκα των οποίων έκαστος υπάλληλος αποφασίζει να παραιτηθεί, δεν αφορούν την Τράπεζα ως εργοδότρια.

Διέλαβε δε το Μονομελές Εφετείο επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες καθιστώσες εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την πληρότητα του αποδεικτικού του πορίσματος. Η παραδοχή ότι μετά την αποχώρηση της αναιρεσειούσης, η Τράπεζα ενημέρωσε σχετικώς τον Ο.Α.Ε.Δ. και τα οικεία ασφαλιστικά ταμεία, δεν αντιφάσκει προς το γενόμενο δεκτό ότι οι λόγοι παραιτήσεως ενός υπαλλήλου δεν αφορούν την Τράπεζα.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, δια του οποίου προσάπτονται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση οι αιτιάσεις εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 140, 141 και 143 ΑΚ και της ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας ενόψει της προαναφερομένης παραδοχής περί ενημερώσεως εκ μέρους της Τραπέζης των ασφαλιστικών ταμείων ως προς την αποχώρηση της αναιρεσειούσης, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του ως προς τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψιν πάντα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν. Αφ' ετέρου, δεν απαιτείται να γίνεται στο σκεπτικό της αποφάσεως ειδική μνεία ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου, αλλά αρκεί να αναφέρεται ότι ελήφθησαν υπ' όψιν πάντα τα νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται κατ' είδος, χωρίς να υφίσταται ανάγκη και ειδικής αξιολογήσεως ενός εκάστου και διακρίσεως εάν παρέχει άμεση απόδειξη ή αποτελεί δικαστικό τεκμήριο, εάν όμως από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως καταλείπεται αμφιβολία εάν ελήφθη υπ' όψιν συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αφορών ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψιν νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομισθέν αποδεικτικό μέσον.

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται ωσαύτως η πλημμέλεια ότι το Μονομελές Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψιν την κατάθεση του μάρτυρος ανταποδείξεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ούτε την μετ' επικλήσεως προσκομισθείσα αίτηση της αναιρεσειούσης προς την Τράπεζα περί καταβολής της αποζημιώσεως του άρθρου 8 Ν. 3198/1955. Ο εν λόγω λόγος, ως προς την προαναφερθείσα προσαπτομένη πλημμέλεια, είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Μονομελές Εφετείο μνημονεύει ότι έλαβε υπ' όψιν προς σχηματισμό της κρίσεώς του και όλα τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, από την εν λόγω δε μνεία και το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στην οποία περιέχονται ειδικώτερες αιτιολογίες επί των προβαλλομένων ισχυρισμών, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Μονομελές Εφετείο έλαβε υπ' όψιν του προς σχηματισμό της κρίσεώς του και την κατάθεση του μάρτυρος ανταποδείξεως και την αίτηση της αναιρεσειούσης, ενώ οι εκφερόμενες προς απόδειξη ότι δεν ελήφθησαν υπ' όψιν τα ως άνω αποδεικτικά μέσα επί μέρους αιτιάσεις της αναιρεσειούσης ως προς την εν λόγω αξιολόγηση αφορούν πραγματικά περιστατικά και επιχειρήματα, τα οποία το Μονομελές Εφετείο απέρριψε σιωπηρώς, εκ του πράγματος, δεχόμενο ως αποδειχθέντα αντίθετα περιστατικά.

Συνεπώς, ο εν λόγω λόγος, ως προς την ως άνω προσαπτομένη αιτίαση, εκ του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου δεχόμενο πραγματικά γεγονότα προφανώς διάφορα των αναφερομένων στο εν λόγω έγγραφο. Προϋποθέσεις της ιδρύσεως του προαναφερομένου αναιρετικού λόγου είναι να πρόκειται αποδεικτικό έγγραφο κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ και αφ' ενός η παραμόρφωση να εντοπίζεται σε προφανές διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, το οποίο να προκύπτει από την σύγκριση του φερομένου ως περιεχομένου του εγγράφου και του αληθούς κατά λέξη περιεχομένου αυτού, αφ' ετέρου δε το επίδικο έγγραφο να προσέκτησε πρωτεύοντα λόγο κατά τον σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως, ούτως ώστε να υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του σφάλματος αναγνώσεως του δικαστηρίου και του επιζημίου αποδεικτικού πορίσματος ως προς την ύπαρξη ή μη κρισίμων πραγματικών γεγονότων θεμελιούντων ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό. Eάν το φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο αφορά απόδειξη ισχυρισμού μη ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ο σχετικός λόγος είναι απαράδεκτος.

Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται η πλημμέλεια ότι το Μονομελές Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 4ης Ιουνίου 2013 ηλεκτρονικής επιστολής του Ενιαίου Ταμείου Ασφαλίσεως Τραπεζοϋπαλλήλων (ΕΤΑΤ), δεχόμενο ότι προέκυπτε από την εν λόγω επιστολή ότι η αναιρεσείουσα έλαβε κυρία και επικουρική σύνταξη, ενώ δι' αυτής παρείχοντο απλώς πληροφορίες αναφορικώς με την συνταξιοδοτική της ικανότητα. Η λήψη όμως συντάξεως από την αναιρεσείουσα και το ύψος αυτής δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού αφορούν τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως της αναιρεσειούσης, ως προς τα οποία κατά τα ανωτέρω η πλάνη δεν είναι ουσιώδης.

Συνεπώς, ο ως άνω λόγος, εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 334 παρ. 1 και 922 ΑΚ προκύπτει ότι η έννοια της προστήσεως προϋποθέτει χρησιμοποίηση του προστηθέντος προς εκτέλεση υπηρεσίας του προστήσαντος. Αφ' ετέρου, από τις διατάξεις των άρθρων 60 παρ. 1 εδ.

α' και β' και 67 παρ. 2 εδ. α' Ν. 3371/2005 ορίζονται αντιστοίχως τα εξής: "Ιδρύεται νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΤΡΑΠΕΖΟΫΠΑΛΛΗΛΩΝ", αποκαλούμενο εφεξής χάριν συντομίας "Ε.Τ.Α.Τ.". Το Ε.Τ.Α.Τ. τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας και έχει έδρα την Αθήνα" και "Η υπηρεσία του Ε.Τ.Α.Τ.

διεξάγεται, χωρίς επιβάρυνσή του, από υπαλλήλους των πιστωτικών ιδρυμάτων που εντάσσονται στο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης, οι οποίοι αποσπώνται με απόφαση του αρμόδιου οργάνου του πιστωτικού ιδρύματος και σύμφωνη γνώμη των αποσπώμενων. Οι υπάλληλοι που αποσπώνται στο Ε.Τ.Α.Τ. κατά το χρόνο της υπηρεσίας τους στο Ε.Τ.Α.Τ.

και κατά την εκτέλεση αυτής υπέχουν τις ευθύνες δημοσίου υπαλλήλου". Από τις ανωτέρω διατάξεις παρέπεται ότι οι αποσπώμενοι στο Ε.Τ.Α.Τ. υπάλληλοι των Τραπεζών αποτελούν πλέον όργανα του Ε.Τ.Α.Τ., το οποίο μόνο υπέχει ευθύνη ως προς τις πράξεις ή παραλείψεις αυτών, και δεν τελούν υπό την εποπτεία και τις εντολές της Τραπέζης, από την οποία απεσπάσθησαν, ώστε να δύνανται να θεωρούνται προστηθέντες αυτής και να ευθύνεται η Τράπεζα ως προστήσασα.

Εν προκειμένω, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται η αιτίαση ότι το Μονομελές Εφετείο παρεβίασε τις διατάξεις των άρθρων 334 παρ. 1 και 922 ΑΚ και 67 παρ. 2 εδ. α' Ν. 3371/2005, δεχόμενο ότι οι αποσπασμένοι υπάλληλοι της Τραπέζης στο ασφαλιστικό ταμείο δεν ήσαν προστηθέντες αυτής. Ο εν λόγω λόγος, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού συμφώνως προς τα ανωτέρω ορθώς το Μονομελές Εφετείο εδέχθη ότι δεν ιδρύετο σχέση προστήσεως μεταξύ της Τραπέζης και των αποσπασμένων στο ασφαλιστικό ταμείο υπαλλήλων αυτής, οι οποίοι κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς έδωσαν λανθασμένη πληροφόρηση στην αναιρεσείουσα σχετικώς με την συνταξιοδοτική της ικανότητα, και ότι η Τράπεζα δεν υπείχε σχετικώς ευθύνη. Κατ' ακολουθίαν, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτής, ως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6ης Φεβρουαρίου 2018 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 507/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου ποσού χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Αυγούστου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ